Daily Archives: 29 Δεκέμβριος, 2008

Τον «Ερρίκο Δ’» του Πιραντέλο σκηνοθετεί ο Ανδρέας Βουτσινάς στη Θεσσαλονίκη

Εγκλωβισμένοι στο «φαίνεσθαι»

Εγκλωβισμ�νοι στο «φαίνεσθαι»

Ενα από τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα της δραματουργίας του Ιταλού συγγραφέα Λουίτζι Πιραντέλο, τον «Ερρίκο Δ’», που μιλά για το δράμα της προσωπικότητας και τη σχέση του «είναι» και του «φαίνεσθαι», υπογράφει ο σκηνοθέτης Ανδρέας Βουτσινάς στο Βασιλικό Θέατρο, σε συνεργασία με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.

Ενα τραγικό παιχνίδι μεταμφιέσεων και διαρκών ανατροπών αναγκάζει τους ήρωες της παράστασης να ακροβατούν ανάμεσα στη λογική και την τρέλα, την αλήθεια και το ψέμα, το θέατρο και τη ζωή.

Ολα ξεκινούν όταν, κατά τη διάρκεια γιορτής μεταμφιεσμένων, ένας άρχοντας πέφτει από το άλογό του, χτυπά και έκτοτε μένει εγκλωβισμένος στο ιστορικό πρόσωπο το οποίο υποδυόταν κατά τη διάρκεια της γιορτής, τον Ερρίκο Δ’, βασιλιά της Γερμανίας. Είκοσι χρόνια μετά, οι συγγενείς του επιχειρούν να τον θεραπεύσουν δίνοντάς του με ένα βίαιο τέχνασμα την αίσθηση του χρόνου: Μεταμφιέζονται συνειδητά αναπαριστώντας το τραγικό γεγονός που καθόρισε τη μοίρα του τρελού και που τον ανάγκασε να φορά το προσωπείο του τραγικού αυτοκράτορα. Τα γεγονότα, όμως, που θα ακολουθήσουν θα διαψεύσουν τις προθέσεις τους… «Το συγκλονιστικό είναι ότι οι ήρωες διαλέγουν όχι τι θέλουν να φαίνονται, αλλά να μη φαίνονται», σημειώνει ο σκηνοθέτης και προσθέτει:
«Πάντα φοβόμουνα να καταπιαστώ με το συγκεκριμένο έργο. Είναι αρκετά δύσκολο και απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, όχι επιπόλαια ανάγνωση. Αν και πάντα θα υπάρχουν σημεία που θα σου διαφεύγουν και δεν θα τα κατανοείς. Αυτή όμως είναι η μαγεία του Πιραντέλο».

Για πρώτη φόρα ο Ανδρέας Βουτσινάς συνεργάζεται με τον Κώστα Καρρά, ο οποίος ερμηνεύει τον Ερρίκο τον Δ’. «Νιώθω ευτυχής που επιτέλους συναντώ καλλιτεχνικά αυτό το σπουδαίο ηθοποιό. Με τον Κώστα πλάι μου νιώθω σίγουρος ότι το αποτέλεσμα της παράστασης θα μας δικαιώσει. Γι’ αυτό το λόγο τού ανέθεσα τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ενα ρόλο πολύπλοκο και πολυδιάστατο». Το ρόλο της Δόνα Ματίλντα, της γυναίκας που για χάρη της ο Ερρίκος Δ’ υποβάλλει τον εαυτό του στη δοκιμασία της μεταμφίεσης, υποδύεται η Χριστίνα Θεοδωροπούλου.

Η ίδια σημειώνει για το ρόλο της: «Μια ευγενικής καταγωγής αριστοκράτισσα έρχεται αντιμέτωπη με τις φοβίες της και συναντά, στην ωριμότητά της πλέον, το νεανικό της όνειρο: τον Ερρίκο. Στο πρόσωπό της ο Πιραντέλο τονίζει το θυσιαστικό στοιχείο στην υποκριτική τέχνη».

Info

«Ερρίκος Δ’»
- Σκηνοθεσία: Ανδρέας Βουτσινάς
- Παίζουν: Κώστας Καρράς, Χριστίνα Θεοδωροπούλου, Κωνσταντίνα Καστέλλου, Δημήτρης Σδρόλιας κ.ά.
- Βασιλικό Θέατρο: Πλατεία Λευκού Πύργου, Θεσσαλονίκη, τηλ. 2310-288000
- Παραστάσεις: έως 22/2

ΦΑΡΑΖΗ ΧΡΙΣΤΙΝΑ, Ελεύθερος Τύπος, Δευτέρα, 29.12.08

Καλό ταξίδι, Χρήστο Ευθυμίου!

Ένας καλός ηθοποιός και αγαπητός άνθρωπος, ο Χρήστος Ευθυμίου, έφυγε στα 54 του χρόνια, παραμονή των Χριστουγέννων, από ανακοπή καρδιάς. Απόφοιτος της δραματικής σχολής του Εθνικού, πήρε μέρος σε πολλές παραστάσεις («Πορνογραφία» του Μάνου Χατζιδάκι, «Λυσιστράτη» του Λάκη Λαζόπουλου και «Ενα καπέλο από ψάθα Ιταλίας» με τον Χάρη Ρώμα, που ήταν το 2006 και η τελευταία θεατρική του εμφάνιση) και ταινίες. Ανάμεσα στις τελευταίες, οι «Safe sex», «Το κλάμα βγήκε από τον παράδεισο» και «Ριζότο». Ιδιαίτερα γνωστός έγινε από τη συμμετοχή του στη σειρά του Λάκη Λαζόπουλου «Δέκα Μικροί Μήτσοι» στον ρόλο ενός φυλακισμένου. Τάφηκε το Σάββατο στο Α’ νεκροταφείο της Αθήνας. [Β.ΓΕΩΡΓ., ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 29/12/2008]

Όντως ο Χρήστος Ευθυμίου ήταν καλός ηθοποιός και αγαπητός. Αποδεικνύεται και από τις δεκάδες «επισκέψεις» που έγιναν σ’ αυτό εδώ το μπλογκ. Τελικά, λέμε καμιά φορά ότι φεύγουν οι καλοί και είναι κρίμα.

Τα τρένα που φύγαν

Η Μιμή Ντενίση πρωταγωνιστεί στο δικής της κοπής και ραφής έργο «Το σ’ αγαπώ δεν είναι ντεμοντέ» στο θέατρο «Ιλίσια». Διασκευάζοντας και σκηνοθετώντας μικρό μονόπρακτο του Βρετανού Νόελ Κάουαρντ για έναν ατελέσφορο έρωτα και μπολιάζοντάς το με τον τραγικό έρωτα της «Αννας Καρένινα» του Τολστόι έπλασε άξια ένα λονδρέζικων προδιαγραφών μιούζικαλ, με χολιγουντιανό άρωμα κινηματογραφικού μελοδράματος.

Ρομαντική Αγγλίδα αστή με δυο παιδιά, παντρεμένη με ρεαλιστή πολιτικό, ασφυκτιά στην καθημερινότητά της. Γνωρίζοντας τυχαία έναν γοητευτικό γιατρό, εξίσου παντρεμένο, στο καφενείο σιδηροδρομικού σταθμού, θα βρεθεί στα… σύννεφα. Ερωτας αμοιβαίος κι ανεκπλήρωτος, με κρυφά εβδομαδιαία ραντεβού στο σταθμό και στο σινεμά για λίγους μήνες, με διλήμματα κι ενοχές να τη βασανίζουν. Ο χωρισμός αναπόφευκτος, αξιοπρέπεια και οικογενειακή ευθύνη θα υπερτερήσουν του έρωτα.

Αρτια παράσταση με σφιχτούς διαλόγους και χιουμοριστικές πινελιές, με ζωντανή μουσική (πιάνο, σαξόφωνο, φλάουτο, βιολί), πασίγνωστα ξένα τραγούδια σ’ ελληνικούς στίχους («La vie en rose», «As time goes by», κ.ά.) και δώδεκα ηθοποιούς σ’ όλα αυτά. Δεξιοτεχνική η κινηματογραφική σκηνοθεσία της Μέμης Σπυράτου με ασπρόμαυρα τοπία κι εμβόλιμα αποσπάσματα της «Αννας Καρένινα» με την Γκρέτα Γκάρμπο.

Πειστική ντάμα που ονειρεύεται «ζωή παραμυθένια», ταλαντευόμενη ανάμεσα σ’ έρωτα και καθήκον, η Μιμή Ντενίση. Επαρκής χωρίς ιδιαίτερη φλόγα ο Στράτος Τζώρτζογλου, ως επίδοξος εραστής. Ταιριαστός ως φλεγματικός σύζυγος ο Χρήστος Σιμαρδάνης. Ο Μιχάλης Μητρούσης λάμπει ως ερωτύλος, αεικίνητος και καταφερτζής σταθμάρχης. Αρκετά καλές η Τζένη Διαγούπη ως ζηλιάρα, γλωσσοκοπάνα σύζυγός του και η Αγγελική Λάμπρη ως αδέξια σερβιτόρα με καλλιτεχνικές προσδοκίες.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΙΔΑΛΗΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 29/12/2008

***«Το σφαγείο» του Ιλάν Χατσόρ ΔΗΠΕΘΕ Σερρών – Θέατρο του Νέου Κόσμου

Εξαιρετικά επίκαιρο, αλλά και σημαντικό, το έργο του Ισραηλίτη συγγραφέα Ιλάν Χατσόρ. Η παράσταση του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου θα συζητηθεί

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Σπουδαίες ερμηνείες από τους Μιχάλη Οικονόμου, Γιώργο Παπαγεωργίου και Ορέστη Τζιόβα, στους ρόλους τριών Παλαιστίνιων αδελφών που βιώνουν την ασφυξία ενός ατελεύτητου πολέμου

Καλή προμηνύεται η χρονιά για το ΔΗΠΕΘΕ Σερρών: σε ένα θαυμάσια ανακαινισμένο θέατρο, το «Αστέρια», από τα καλύτερα της περιφέρειας, εγκαινιάζει με ένα πλούσιο και γόνιμο πρόγραμμα τον διάλογο με την τοπική κοινωνία. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει συνεργασίες του ΔΗΠΕΘΕ με το Εθνικό Θέατρο και το Θέατρο του Νέου Κόσμου, μετακλήσεις, αλλά και δικές του παραγωγές. Χώρια τα αφιερώματα, οι μουσικές βραδιές και οι κάθε λογής εκδηλώσεις που έχει σχεδιάσει ο καλλιτεχνικός διευθυντής Θοδωρής Γκόνης. Το δημοτικό θέατρο των Σερρών, με δυο λόγια, δείχνει να αντανακλά την εικόνα μιας πόλης μικρής μεν, αλλά ανήσυχης και εύρωστης.

Ενα από τα πρώτα εγχειρήματα της χειμερινής σεζόν περιλαμβάνει τη συμπαραγωγή, μαζί με το Θέατρο του Νέου Κόσμου, του έργου του Ιλάν Χατσόρ «Το σφαγείο». Η παράσταση θα κατεβεί σύντομα και στην πρωτεύουσα και, απ’ όσο μπορώ να κρίνω, θα αποτελέσει μία από τις σημαντικές και δυστυχώς εξαιρετικά επίκαιρες παραστάσεις της χρονιάς. Το ότι οι Σέρρες έχουν παρακολουθήσει πρώτες τη συγκλονιστική του μαρτυρία είναι μια μεγάλη επιτυχία.

Και αληθινά δύσκολα συγκρατεί κάποιος τον ενθουσιασμό του μπροστά στις αρετές του έργου του Χατσόρ. Η δομή είναι βέβαια γνωστή και ώς ένα βαθμό αναμενόμενη. Διαθέτει όμως μια άρτια τεχνική, με οικονομία και πυκνότητα, που θυμίζουν τις καλύτερες στιγμές του αμερικανικού θεάτρου. Εχει στο κέντρο την ένταση ενός αληθινού, όχι τεχνητού προβλήματος. Και ακολουθεί για την ανάλυσή του το υπόδειγμα της τραγικής διαλεκτικής: το πρόβλημα μετακινείται στη θέση του Αλλου και τα επιχειρήματα διατυπώνονται από αλλότριο στόμα.

Και όμως, όλα αυτά δεν αρκούν να μεταφέρουν την αίσθηση που νιώθει ο θεατής του «Σφαγείου». Γιατί λείπουν από αυτά η αίσθηση της ασφυξίας, ο εγκλεισμός του ανθρώπου, του μαλακού σαν το χόρτο, στον πόλεμο τον ατελεύτητο, που άλλες φορές μοιάζει με απελευθερωτικό κίνημα, άλλες με τρομοκρατία και άλλες με εμφύλιο.

Στον χώρο ενός σφαγείου στην Παλαιστίνη εργάζεται ο Χαλίντ, ο μικρός αδελφός μιας οικογένειας Παλαιστινίων, η οποία έχει ήδη δώσει στον αγώνα ένα θύμα, τον επτάχρονο Νιντάλ, και έναν αντάρτη στα βουνά, τον Ναΐμ. Αν, όμως, η ίδια έχει επιβιώσει, το οφείλει στον αγώνα για ζωή και προκοπή του μεγάλου αδελφού, του Νταούντ.

Αυτός ο κλειστός πυρήνας της οικογένειας συμπυκνώνεται, διασπάται και εκρήγνυται μπροστά μας σε λιγότερο από μιάμιση ώρα. Ωραίες, γνήσιες στιγμές ρεαλισμού. Και διπλή η έκπληξη, όταν κάποια στιγμή συνειδητοποιούμε πως η επώδυνη αυτή, σχεδόν μαρτυρική, ανατομία δεν προέρχεται από κάποιον Αραβα, αλλά από Εβραίο συγγραφέα. Το κυριότερο, μοιάζει να λέει ο Χατσόρ, είναι να κατανοήσουμε ότι στον χώρο του «σφαγείου» κανείς δεν μπορεί να παραμένει για πολύ αθώος ή ένοχος. Οι πράξεις και οι λέξεις που σημαίνουν κάτι, όπως τρομοκρατία, προδοσία, επανάσταση, θύμα, οικογένεια, αδελφός, γίνονται όχι μόνο αντίθετες, αλλά και ασύμβατες. Πράγματα δυστυχώς γνωστά σε εμάς – έχουμε και εμείς ένα δικό μας παλιό «σφαγείο» να θυμηθούμε, όπως και μια πρόσφατη «εξέγερση» να κατανοήσουμε.

Είναι ίσως η πιο ολοκληρωμένη δουλειά του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου τα τελευταία χρόνια. Ο σκηνοθέτης λειτούργησε περισσότερο με τη βιωματική, όχι μόνο την προσωπική αλλά και τη συλλογική, κατάθεση. Μπόρεσε έτσι να κάνει αισθητή τη φρίκη του αναπόδραστου: μια βρύση που στάζει εδώ, ένα τσιγκέλι που κρέμεται από το ταβάνι, ένα βάζο ελιές και στο τέλος το σώμα ενός ανθρώπου που μετατρέπεται σε σφάγιο: αυτά είναι τα σύμβολα μιας τραγικής ιστορίας, που μεταβάλλεται από την τέχνη σε τραγικό παράδειγμα.

Ο σπουδαίος ρεαλισμός δίνει τη βάση σε σπουδαίες ερμηνείες. Ο Νταούντ του Μιχάλη Οικονόμου συμπυκνώνει την αντίφαση ενός ανθρώπου που προδίδει τις συλλογικές αρχές, όχι για χάρη του άδικου, αλλά από φόβο και ελπίδα. Συλλογιόμαστε την ερμηνεία του μέρες μετά. Ο Ναΐμ του Γιώργου Παπαγεωργίου, όμορφος στην επανάσταση και στην πνιγμένη αγάπη του για τον αδελφό. Και ο μικρός Χαλίντ του Ορέστη Τζιόβα, η μεταφορά του Αστυάνακτα, το παιδί που ο παραλογισμός και η ματαίωση γκρεμίζουν από τα τείχη.

Στις Σέρρες το έργο παίχτηκε σε κυκλική σκηνή. Στο Θέατρο του Νέου Κόσμου ελπίζω να διατηρήσει την πρώτη αυτή ιδέα: να δούμε το «Σφαγείο» ενσωματωμένοι στη δισημία των λέξεών του. *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 29/12/2008

Στο μυαλό του Χάρολντ Πίντερ

Πέντε μαρτυρίες για τον άνθρωπο και το έργο του

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ

Δύο σκηνοθέτες, δύο ηθοποιοί και μία μεταφράστρια, που αγωνίστηκαν να παραστήσουν σκηνικά το πολυσήμαντο θεατρικό σύμπαν του Χάρολντ Πίντερ, που «πάλεψαν» με τις πιντερικές λέξεις, παύσεις και σιωπές, και συγχρόνως κάποιοι από αυτούς είχαν την τύχη να γνωρίσουν διά ζώσης τον ίδιο τον σημαντικό συγγραφέα, ο οποίος έφυγε από τη ζωή παραμονή Χριστουγέννων, καταθέτουν στην «Ε» τη μαρτυρία-εμπειρία τους: οι σκηνοθέτες Αντώνης Αντύπας και Λευτέρης Βογιατζής, οι ηθοποιοί Ηλίας Λογοθέτης και Ρένη Πιττακή και η μεταφράστρια Τζένη Μαστοράκη.

Ο Λευτέρης Βογιατζής και η Ρένη Πιττακή στην παράσταση του έργου του Πίντερ «Τέφρα και Σκιά» (2000)

Ο Λευτέρης Βογιατζής ανέβασε μόνο ένα έργο του Πίντερ το 2000, το «Τέφρα και Σκιά», στο οποίο και πρωταγωνιστούσε. Όμως η εμπλοκή του με την πιντερική δραματουργία υπήρξε, παραδέχεται, καταλυτική. «Και σκοπεύω να ξανανεβάσω άμεσα Πίντερ», ανακοινώνει. «Η καταβύθισή μου στο κείμενό του ήταν δύσκολη, αλλά ήταν μια ευτυχής δυσκολία. Ένας συγγραφέας σαν τον Πίντερ σε βοηθά να δεις και δικές σου πτυχές. Σε παρασύρει… Κι εγώ αποκαλύφθηκα μέσα από το έργο του».

Ο όρος «pinteresque» δεν έχει νόημα

Ως σκηνοθέτης και ηθοποιός πιντερικού έργου, διαφωνεί κάθετα με αναλυτές, θεατρολόγους, κριτικούς αλλά και συναδέλφους του που στηρίζουν αναλύσεις κι ερμηνείες στο λεγόμενο «πιντερικό στιλ». «Ο όρος «pinteresque» δεν έχει κανένα νόημα», πιστεύει ο Βογιατζής. «Είναι το πλέον αποπροσανατολιστικό στοιχείο. Στον Πίντερ το «πιντερικός» είναι απλώς μια επιφάνεια. Ενα ύφος. Με άλλα λόγια, τα περί «παύσης» και «σιωπής» είναι απλώς για κατανάλωση».

Τον ίδιο τον Πίντερ τον ενδιέφερε, τονίζει, «να επαναπροσδιορίζεται μέσα από τις παραστάσεις. Προσπαθούσε πάντα να δραπετεύσει από το «pinteresque» που του προσέδιδαν». Ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο έχει «εποχές» στο έργο του. «Αλλιώς είναι ο Πίντερ του ’60, αλλιώς του ’70 κι αλλιώς του ’80, με τα αμιγώς πολιτικά έργα. Ηταν ένας συγγραφέας που πάλευε ασταμάτητα», καταλήγει ο Λευτέρης Βογιατζής. «Στο «Τέφρα και Σκιά» φτάνει μέχρι του σημείου να παρωδήσει γλωσσικά τον εαυτό του».

Σε εντελώς άλλο μήκος κύματος βρίσκεται η ανάλυση του Αντώνη Αντύπα, που μαζί με τον Κάρολο Κουν έχει το ρεκόρ στο ανέβασμα έργων του Πίντερ στην Ελλάδα. «Έχω ανεβάσει εφτά έργα του. Κι η πρώτη σκηνοθετική συνάντησή μου μαζί του, το 1987 με τους «Άλλους Τόπους» (σ.σ.: γενικός τίτλος για την κοινή παράσταση των «Οικογενειακές Φωνές», «Μια Κάποια Αλάσκα», «Σταθμός Βικτώρια») ήταν αποκάλυψη».

«Οι παύσεις και ιδίως η στίξη παίζουν στα έργα του ρόλο πρωταγωνιστή. Είναι ο πρωταγωνιστής», υπογραμμίζει ο σκηνοθέτης. «Κι είναι απολύτως αναγκαία η διάκριση μεταξύ παύσης και σιωπής. Εξίσου σημαντικό ρόλο παίζει η μνήμη και μέσω αυτής η ανάκληση του παρελθόντος».

Ο Ηλίας Λογοθέτης και ο Στέλιος Καλογερόπουλος στη «Νεκρή Ζώνη», που ανέβασε το 2000 στο «Απλό Θέατρο» ο Αντώνης Αντύπας
Άλλο «παύση», άλλο «σιωπή»

Στη διάκριση παύσης-σιωπής εστιάζει κι ένας ηθοποιός που συνεχάρη το 2000 ο Πίντερ για την ερμηνεία του στη «Νεκρή Ζώνη» του Αντώνη Αντύπα, ο Ηλίας Λογοθέτης. «Ο Πίντερ μάς έμαθε, όπως και ο Μπέκετ, τι είναι σιωπή και τι είναι παύση», λέει. «Μια δύσκολη διαδικασία, γιατί πάντοτε στο θέατρο μπερδεύαμε τη σιωπή με την παύση. Η παύση όμως αλλάζει τα πάντα και σε πηγαίνει σε άλλες καταστάσεις».

Παρ’ ότι καθημερινός, ελλειπτικός, υπαινικτικός, ο λόγος του Πίντερ, σύμφωνα με τον Αντύπα, είναι «πολυσήμαντος και για τους χαρακτήρες και για τις καταστάσεις, ενώ ο δείκτης δυσκολίας για τον ηθοποιό χτυπάει κόκκινο. Οι ηθοποιοί που ερμηνεύουν πιντερικούς ήρωες καλούνται να αποδείξουν ότι, πέρα από τη βαθιά κατανόηση των καταστάσεων και των σχέσεων, μπορούν να διαχειριστούν τη μετέωρη ισορροπία μεταξύ αλήθειας και μη αλήθειας. Αυτό και μόνο απαιτεί ιδιαίτερα ταλαντούχους, με προσωπικότητα ερμηνευτές, που μπορούν να πειθαρχούν και να φωτίζουν τις μυστικές, υπόγειες σκιές των χαρακτήρων».

Αυτές τις υπόγειες «διαδρομές» ιχνηλατούσε στα έργα του και η Ρένη Πιττακή, που χάρη στον δάσκαλό της Κάρολο Κουν συνδέθηκε με την πιντερική δραματουργία από την πρώτη ημέρα της πάνω στη σκηνή. «Ηταν εποχές που ο Πίντερ εκλαμβανόταν απ’ την ελληνική κριτική ως «ακαταλαβίστικος» και ακόμα και οι ηθοποιοί ήμασταν ανέτοιμοι να τον κατανοήσουμε. Ηταν γρίφος για την εποχή», θυμάται. Η ίδια, σχεδόν 20 ετών, κλήθηκε να υποδυθεί το 1967 στον «Γυρισμό» την ώριμη, αινιγματική, σκοτεινή Ρουθ. «Ηταν μια πολύ έντονη εμπειρία», λέει. Η παράσταση κατέβηκε άρον άρον λόγω της χούντας των Συνταγματαρχών.

Ο Πίντερ και η χούντα

Το «Πάρτυ Γενεθλίων», το ’69, μία ακόμη παράσταση του Κουν, «πέρασε» καλύτερα στο κοινό και στην κριτική. «Το πολιτικό εδώ ήταν υπόγειο, κρυφό. Δεν λέγονταν τα πράγματα», επισημαίνει η Ρένη Πιττακή. Στους «Παλιούς Καιρούς» το ’73, και πάλι στο «Θ. Τέχνης», «διαγραφόταν η ταξική σύγκρουση. Ομως ο αγώνας, ο πόλεμος πάνω στη σκηνή γινόταν μόνο με λέξεις», τονίζει. «Ο Πίντερ κατόρθωσε να στήσει ένα παιχνίδι εξουσίας μέσα από λέξεις και σιωπές, σε ένα κείμενο-παρτιτούρα. Αποκαλύπτοντας διαρκώς εαυτόν ως έναν ποιητή του λόγου. Πάλευε με τις λέξεις. Τεράστια η πρόκληση για τον ηθοποιό που πρέπει να ανακαλύψει και να αναδείξει όλα όσα καλύπτονται κάτω από λέξεις, παύσεις, σκοτεινιές».

Η Ρένη Πιττακή έπαιξε και τη Ρεβέκκα στο «Τέφρα και Σκιά», που σκηνοθέτησε το 2000 ο Λευτέρης Βογιατζής. «Η ηρωίδα μιλά για πράγματα που υποτίθεται πως δεν έχει ζήσει, κι όμως δεν θέλει να τα ξεχάσει. Αυτό είναι το μήνυμα το έργου και του Πίντερ: «Θέλω να θυμάμαι, θέλω να ξέρω, θέλω να υποφέρω». Το πιντερικό να «κατεβούμε όλοι στον δρόμο» έρχεται μέσα από πολλές διαδρομές και συναντιέται με τα πρόσφατα γεγονότα στην Ελλάδα».

Πάθος «ελληνικό»

«Ο Χάρολντ Πίντερ ήταν ένας πολύ δικός μου άνθρωπος», λέει και η μεταφράστρια Τζένη Μαστοράκη. «Μιλούσε και για μένα κάθε φορά που με έπνιγε ένα δίκιο. Δεν έχει σημασία που δεν τον γνώρισα ποτέ». Οταν άρχιζε να μεταφράζει το «Τέφρα και Σκιά» για τον Λευτέρη Βογιατζή, το καλοκαίρι του 1999, η Ελλάδα, όπως μας λέει, «έβγαινε από ωραίες διαδηλώσεις για το Κόσοβο και για τις «παράπλευρες απώλειές» του, κι ο Πίντερ ήταν σαν να διαδήλωνε μαζί μας. Εμπλεξα», λέει, «σχεδόν σαν να το χρωστούσα στον «πολιτικό» Πίντερ, μ’ αυτό το φαινομενικά εύθραυστο κείμενο, που θα μπορούσε να περιγραφεί με δύο δικούς του στίχους: «Μην κοιτάς / Ο κόσμος όπου να ‘ναι θα σπάσει». Τίποτα δεν έσπασε τους μήνες που το κοιτούσα και το ξανακοιτούσα».

Αυτό που θα της λείψει από τον Πίντερ είναι, όπως λέει, το «»ελληνικό» πάθος του. Ο δημόσιος λόγος του. Γιατί όλα τ’ άλλα μας τα άφησε, γενναιόδωρα, κληρονομιά». *

Ευφυής, καλός, συγκρατημένος αλλά και εκρηκτικός

Ο Λ. Βογιατζής γνώρισε τον Πίντερ όταν ήρθε στην Αθήνα το 2000 και παρακολούθησε το «Τέφρα και Σκιά» στο θέατρο της «Οδού Κυκλάδων». «Ηταν ένα τζίνι», λέει. «Ενας άνθρωπος πάρα πολύ ζωντανός»· την ίδια στιγμή βρισκόταν σε εκατό σημεία ο νους του. Ταυτόχρονα, ήταν πολύ καλός – «είναι σημαντικό όντας τόσο ευφυής να είσαι και καλός. Βεβαίως ήταν πολύ κακός με αυτούς που δεν θα μπορούσε να ανεχτεί: τους βλάκες και τους καθυστερημένους».
Δύο φορές προσκλήθηκε με τη σύζυγό του Ελένη Καραΐνδρου ο Αντώνης Αντύπας στο σπίτι του νομπελίστα στην Αγγλία. Το 2000 ο μέγας θεατράνθρωπος είχε παρακολουθήσει στο «Απλό Θέατρο» τη «Νεκρή Ζώνη». «Ο Πίντερ ήταν πολύ γοητευτικός άνθρωπος με ένα οξύ χιούμορ. Αλλά αυτό που τον χαρακτήριζε ήταν η ισχυρή πολιτική σκέψη του», τονίζει ο Αντύπας.

Η Ελένη Καραΐνδρου με τον σύζυγό της Αντώνη Αντύπα είχαν δύο φορές προσκληθεί από τον νομπελίστα στο σπίτι του στην Αγγλία. Εδώ, το 2000, όταν ο Πίντερ παρακολούθησε τη «Νεκρή Ζώνη»

Και για τον Ηλία Λογοθέτη ο Πίντερ προσδιορίζεται από την επιθυμία του «να με θυμάστε ως πολιτικό ακτιβιστή». «Ήταν η μόνη ζωντανή φωνή σε αυτή τη γηρασμένη ήπειρο, που δεν προμηνύει κανένα νέο ξεκίνημα. Σε μια Ευρώπη που μυρίζει βρεγμένη κότα ήταν ο μόνος που μιλούσε και τόλμησε να τα βάλει ακόμη και με τον πρωθυπουργό του».

«Γνωρίζοντάς τον το 2000 τον ένιωσα, ας μου επιτραπεί, συγγενή μου», αποκαλύπτει και η Ρένη Πιττακή. «Ο Πίντερ ήταν συγκρατημένος. Πίσω όμως από το «κράτημα» υπήρχε μια εκρηκτικότητα. Κι αυτό το στοιχείο της προσωπικότητάς του φαινόταν μέσα στα κείμενά του, στις δημόσιες παρεμβάσεις του, τη στιγμή που θα σηκωνόταν να τσουγκρίσει το ποτήρι του και να κάνει μια κίνηση που έμοιαζε με αρχή χορού. Αυτές ήταν οι «ρωγμές» που τον «μάντευες»».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 29/12/2008

Θέατρο πίσω από τα σίδερα

Φωτογραφία

Ζέινα Ντακάς. Ανεβάζει τους «12 ενόρκους» σε φυλακή του Λιβάνου με θίασο αποτελούμενο από τους κατάδικους
Του Γιώργου Αγγελόπουλου, ΤΑ ΝΕΑ, 29/12/2008
Η Ζέινα Ντακάς σκηνοθετεί θεατρικά έργα μέσα στη φυλακή Ρουμίγια, κοντά στη Βηρυτό· με αποτελέσματα εντυπωσιακά για τη ζωή των καταδίκων. Στη Ρουμίγια κρατούνται μαχητικοί ισλαμιστές καθώς και 4.000 ποινικοί. Από τον Φεβρουάριο που η Ντακάς άρχισε το πρόγραμμα θεατροθεραπείας, έχει κερδίσει τον σεβασμό όλων των καταδίκων, που την αποκαλούν μάλιστα «Αμπού Άλι» («αμπού» σημαίνει πατέρας), αναγνωρίζοντάς της ότι είναι δυνατή όσο οποιοσδήποτε άνδρας. Το εγχείρημά της, το οποίο υποστηρίζεται από μια τοπική οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και διευθύνεται από το υφυπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης, είναι ασυνήθιστο στον αραβικό κόσμο. «Στην αρχή σκέφτηκα: Να κάνω αυτό το πράγμα στον Λίβανο; Αδύνατο», λέει η 30χρονη ηθοποιός, η οποία έχει σπουδάσει ψυχοθεραπεία μέσω της δραματικής τέχνης και είχε επισκεφθεί ένα παρόμοιο πρόγραμμα το 2002 σε μια ιταλική φυλακή. Χρειάστηκε έναν χρόνο για να συγκεντρώσει τα χρήματα και άλλον ένα για να πάρει το πράσινο φως από τις αρχές, όμως τώρα οι 45 φυλακισμένοι που μετέχουν στο πρόγραμμα είναι έτοιμοι να παρουσιάσουν το έργο τους τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο.
«Είναι σαν ένα παράθυρο ελπίδας για μας», λέει ο Χουσέιν που εκτίει πέντε χρόνια για ναρκωτικά και παίζει κιθάρα στα διαλείμματα του έργου. «Η Ζέινα θα γίνει θρύλος».
Ο Ανουάρ, ένας Ιρακινός που εκτίει 15 χρόνια για φόνο, λέει πως η Ζέινα «ξεκλείδωσε για μας μια πόρτα». Το θεατρικό πρόγραμμα τον βοήθησε να διοχετεύσει την οργή του και τον έσωσε από μια μοιραία απελπισία. «Θα έκανα απόπειρα αυτοκτονίας τον καινούργιο χρόνο, αλλά άλλαξα γνώμη» λέει. «Πριν αισθανόμουν εγκληματίας, σκουπίδι, αλλά τώρα αισθάνομαι σεβαστός, ακόμη και από τους φύλακες».
Η ομάδα των 45, η οποία επελέγη μεταξύ 150 εθελοντών, αποτελείται κυρίως από Λιβανέζους, αλλά περιλαμβάνει και Αιγυπτίους, Παλαιστινίους, Σύρους, Ιρακινούς, δύο Νιγηριανούς και έναν από το Μπανγκλαντές. Ανεβάζουν το έργο του Αμερικανού συγγραφέα Ρέτζιναλντ Ρόουζ «12 Αngry Μen» που έγινε ταινία το 1957 από τον Σίντνεϊ Λιούμετ («Οι 12 ένορκοι»). Η Ντακάς συνεργάζεται με έναν ψυχολόγο ο οποίος κάνει ανεξάρτητα τεστ στα μέλη του θιάσου και σε μια άλλη ομάδα φυλακισμένων για να επισημάνει ενδεχόμενες διαφορές ανάμεσά τους. «Είναι ήδη τεράστιες», λέει η σκηνοθέτιδα, η οποία έχει αφιερώσει όλο τον χρόνο της στο πρόγραμμα αυτό. «Είμαι πιο ευτυχισμένη όταν βρίσκομαι μέσα στη φυλακή» λέει. «Εκεί έχεις να κάνεις με πραγματικά αυθεντικούς ανθρώπους. Όταν κάποιος είναι θυμωμένος, είναι πραγματικά θυμωμένος. Έξω προσποιούμαστε πολύ. Στη φυλακή όχι, ίσως επειδή έχουν ήδη χάσει τα πάντα είναι έτοιμοι να ξαναρχίσουν από το μηδέν. Εμείς είμαστε επιεικείς με τον εαυτό μας, εκείνοι όχι. Θέλουν να αποδείξουν κάτι, είναι κάτι που θέλουν να πουν, και αυτό είναι το ωραίο».

Το δικαίωμα να είμαι απολίτιστη

Της Φωτεινής Τσαλίκογλου, ΤΑ ΝΕΑ: 29 Δεκεμβρίου 2008

Δυσκολεύομαι να θεωρήσω «απολίτιστη» και βάρβαρη την εισβολή στα θέατρα. Ίσως ανήκω σε αυτούς τους ενοχικούς μεσήλικες που επιμένουν να «αφουγκράζονται τα μηνύματα της ανομίας, τα οποία τάχα περιέχουν περισπούδαστες και τολμηρές απόψεις για τα προβλήματα του τόπου» [sic]. Δυσκολεύομαι να θεωρήσω ότι οι παρεμβάσεις στην πρεμιέρα της Νέας Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου, καθώς και άλλες αντίστοιχες, αποτελούν επίθεση στην «ουσία της ίδιας της δημοκρατίας με την επίθεση στην καρδιά της, που είναι η ελευθερία της σκέψης, του λόγου και της έκφρασης, που αντιπροσωπεύει η τέχνη».

Όπως δυσκολεύομαι να θεωρήσω ότι ένα πανό στην Ακρόπολη μαγαρίζει το εθνικό μας σύμβολο. Δυσκολεύομαι να θεωρήσω ότι βλακώδεις και ευτελείς εκφράσεις όπως είναι το «σκατά στους κουλτουριάρηδες» θα οδηγήσει στο κάψιμο βιβλίων. Αυτή η αυτοεκπληρούμενη προφητεία δεν νομίζω να αντιστοιχεί σε κάτι παραπάνω από μια εισαγγελική τρομοκρατία.

Ίσως ανήκω στους απολίτιστους. Δυσκολεύομαι να πεισθώ ότι η ελευθερία της σκέψης και η ουσία της τέχνης είναι αγαθά τόσο εύθραυστα και λεπτεπίλεπτα, ώστε να κινδυνεύουν από τέτοιου είδους παρεμβάσεις. Από τα βάθη των αιώνων η τέχνη δεν έπαψε να είναι το «σφυρί που θρυμματίζει την παγωμένη μέσα μας θάλασσα». Δεν έπαψε να τροφοδοτείται από την εγρήγορση ακόμα κι αν αυτή οδηγεί στην εξέγερση, από την αντίθεση με το άδικο, ακόμα κι αν αυτή η αντίθεση δεν παίρνει τις τακτοποιημένες «ευπρεπείς» μορφές που ίσως θα θέλαμε. Υπάρχουν ιστορικές στιγμές, όπου το τι συμβαίνει στη θεατρική σκηνή δεν μπορεί να μένει αποκομμένο από το τι συμβαίνει εκεί στην έξω «σκηνή». Έχω την αίσθηση ότι στην Ελλάδα της αιμορραγούσας νομιμότητας, που επιπλέον έζησε τη δολοφονία ενός δεκαπεντάχρονου και εν συνεχεία τις αλλεπάλληλες δολοφονίες της μνήμης του, ζούμε μια τέτοια στιγμή.

Οι θεατές έσπευσαν αυθόρμητα να χειροκροτήσουν τους εισβολείς στα θέατρα. Κατά τεκμήριο αυτοί δεν είναι εκείνοι που συνωθούνται στα γήπεδα και στα μπουζουξίδικα. Απολίτιστοι κι αυτοί; Απολίτιστοι και όσοι ηθοποιοί, που μοχθούν για την τέχνη τους, συνυπέγραψαν το κείμενο διαμαρτυρίας; Αν είναι έτσι, τότε θα διεκδικήσω την ιδιότητα του απολίτιστου. Δεν θα είμαι μόνη μου. Εκτός από τα «επαναστατημένα παιδιά» και τους «ενοχικούς ενήλικες» θα έχω συντροφιά τον Νorbert Εliaς, που στο έργο του «Η εξέλιξη του πολιτισμού» μιλώντας για την καταγωγή της έννοιας του πολιτισμένου στη δύση θεωρούσε ότι υπάρχει κάτι το βάρβαρο στην ανακήρυξη του «άλλου» σε «απολίτιστο», όπως ακριβώς υπάρχει κάτι το μη πολιτισμένου στην αναγόρευση του όμοιού σου σε πολιτισμένο.

Αυτά για την ώρα. Η ψυχολογία μάς διδάσκει ότι οι χαρακτηρισμοί φυλακίζουν τον άλλον και τον καθηλώνουν σε αμετακίνητες ταυτότητες. Αν ορίσω κάτι σαν πραγματικό γίνεται πραγματικό στις συνέπειές του. Τα διαχωριστικά τείχη «νομοταγείς» και «πολιτισμένοι» από εδώ «βάρβαροι» και «απολίτιστοι» από εκεί δεν ωφέλησαν ποτέ, πάντως όχι την ανεύρεση μιας εξόδου από τα διαφαινόμενα αδιέξοδα.

Τελειώνω με τον Πίντερ που μετά τον θάνατό του επιμένει να μας δωρίζει, όπως μόνο η τέχνη μπορεί να κάνει, αναπάντεχους «ανευλαβείς» συνειρμούς. Είναι οι στίχοι από το ποίημά του «Θάνατος» και τα λόγια με τα οποία τελείωσε το κείμενό του κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ που έγινε δίχως την παρουσία του.

Δήλωσες νεκρό το νεκρό σώμα;

Πόσο καλά ήξερες το νεκρό σώμα;

Πώς ήξερες ότι το νεκρό σώμα ήταν νεκρό;

Έκλεισες και τα δυο του μάτια;

Έθαψες το σώμα;

Το παράτησες;

Φίλησες το νεκρό σώμα.

Όταν κοιτάμε σε έναν καθρέφτη νομίζουμε ότι η αντανάκλασή μας είναι ακριβής. Αλλά αν μετακινηθούμε κατά ένα χιλιοστό η εικόνα αλλάζει. Ουσιαστικά κοιτάμε μια ατελείωτη σειρά αντικατοπτρισμών. Όμως, κάποιες φορές ο συγγραφέας οφείλει να σπάσει τον καθρέφτη- γιατί η αλήθεια μάς κοιτά στα μάτια από την άλλη πλευρά αυτού του καθρέφτη.

Πιστεύω ότι παρά τα τεράστια, υπαρκτά εμπόδια, υψίστης σημασίας υποχρέωση που μας αφορά όλους, εμάς τους πολίτες, είναι να έχουμε ατρόμητη, απαρέγκλιτη, άγρια πνευματική αποφασιστικότητα για να ορίσουμε την πραγματική αλήθεια της ζωής μας και της κοινωνίας μας. Είναι επιτακτική ανάγκη.

Εάν μια τέτοια στάση δεν ενσωματωθεί στο πολιτικό μας όραμα, δεν έχουμε καμία ελπίδα να αποκαταστήσουμε ό,τι σχεδόν έχουμε χάσει: την ανθρώπινη αξιοπρέπεια».

  • H Φωτεινή Τσαλίκογλου είναι καθηγήτρια στο Τμήμα Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

Χάρολντ Πίντερ

Ο θάνατος του Χάρολντ Πίντερ αφήνει τον κόσμο των γραμμάτων και του θεάτρου φτωχότερο. Ήταν, φυσικά, γνωστό ότι τα τελευταία χρόνια ο συγγραφέας περνούσε σημαντικές περιπέτειες με την υγεία του. Είχε, ωστόσο, μια φυσική ρώμη και μια δύναμη θέλησης τόσο έντονη που περίμενε κανείς πως θα ‘ταν για αρκετά ακόμα χρόνια μαζί μας. Δυστυχώς, τον χάσαμε σε ηλικία 78 ετών.

Τα έργα του, παρόλο που αρχικά θεωρήθηκαν αινιγματικά και μυστηριώδη, αγαπήθηκαν από θεατρόφιλους σε ολόκληρο τον κόσμο και αυτό οφείλεται στο ότι ο συγγραφέας έσκαψε βαθιά μες στην ανθρώπινη ψυχή και στις ανασφάλειές της. Είχε μια τρομερή αίσθηση του ρυθμού, της γλώσσας, ακόμα και της σιωπής. Οι πιντερικές «παύσεις», άλλωστε, είναι σημείο κατατεθέν της δραματουργίας του. Τα έργα του είναι σίγουρο πως θα παίζονται για πολλές δεκαετίες, να μην πω αιώνες μετά τον θάνατό του. Το «Πάρτι γενεθλίων», οι «Παλιοί Καιροί» και η «Επιστροφή» είναι από τα κορυφαία έργα του 20ού αιώνα. Ο Χάρολντ Πίντερ τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2005. Εκτός από θεατρικός συγγραφέας ήταν και ποιητής, σεναριογράφος, σκηνοθέτης και ηθοποιός.

Εξίσου σημαντική με την καλλιτεχνική του δραστηριότητα υπήρξε και η πολιτική του δράση. Καθ όλη τη διάρκεια της ζωής του ο Πίντερ υπήρξε ένας πολιτικός ακτιβιστής, ο οποίος πάλεψε ενεργά εναντίον της υποκρισίας, της τυραννίας και της διαφθοράς, όπου κι αν αυτή εκδηλωνόταν, ακόμα και στη δική του χώρα (νωπά στη μνήμη τα επίθετα με τα οποία «στόλισε» τον Τόνι Μπλερ). Ενας πλήρης δημιουργός με όλη τη σημασία της λέξης. [Αλέξης Σταμάτης, ΕΘΝΟΣ, 29/12/2008]

Καυστικό χιούμορ από τη… Στέγη του Λαζόπουλου!

Καυστικό χιούμορ από τη... Στγη

Απολαυστικός ο «Βιοπαλαιστής» Λάκης Λαζόπουλος στο «Θέατρον», με την Πηνελόπη – Χρύσα Ρώπα στο πλευρό του

Ο Λάκης Λαζόπουλος, αυτό τον χειμώνα, ανεβαίνει πάνω στη στέγη, ακολουθώντας ακριβώς την πορεία των νεύρων του μέσου Ελληνα. Είναι σαρωτικός, είναι απολαυστικός, έχει την απόλυτη επαφή με την πλατεία. Στους μονολόγους του σκίζει. Και μόνο γι’ αυτούς θα άξιζε να δει κανείς την παράσταση, η οποία αναφέρεται στην ιστορία του Νεοέλληνα από το 1960 έως το σήμερα.

Η διάλυση του εμείς, η άνοδος του εγώ, η κάθοδος των συναισθημάτων, το πέρασμα στη διαφθορά, η γελοιοποίηση του Ελληνα στην ιστορία είναι μερικά από τα θέματα που θίγονται με καυστικό χιούμορ και ανελέητη σάτιρα στον «Βιοπαλαιστή στη στέγη» που παρουσιάζεται στην αίθουσα «Αντιγόνη», στο καινούργιο «Θέατρον» του Κέντρου Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος» (Πειραιώς 254).

Η παραγωγή ζηλευτή (και καλόγουστη), από τις μεγαλύτερες στο ελληνικό θέατρο, με βροχή να πέφτει, παντού νερά, σπίτια που βουλιάζουν, αυτοκίνητα και πράγματα που περιστρέφονται (σκηνικά Γιώργος Γαβαλάς) και μια γιγάντια οθόνη περιμετρικά στο βάθος όπου, καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, προβάλλονται, παράλληλα με τη ζωντανή δράση, τα κινηματογραφημένα μέρη (Αλέξανδρος Γραμματόπουλος), τα οποία είναι άκρως εντυπωσιακά.

Ο Οδυσσέας-Λάκης Λαζόπουλος είναι ο σύγχρονος Ελληνας που βγαίνει από τα ρούχα του, βγαίνει από το σπίτι του, βγαίνει από τον εαυτό του. Του βγαίνει η ψυχή του κανονικά. Του τη βγάζουν και του τη δίνουν στο χέρι. Είναι τα βιώματά του, η ζωή του που του αρνούνται, η ζωή που τον προσπερνά, η ζωή που του έμαθαν να ζει… σαν να ζει. Γιος παπά, με τη μάνα του να λύνει και να δένει σε αγοραπωλησίες με κοινό λογαριασμό με την Παναγία. Στο ίδιο παιχνίδι ανήκει και η καλόγρια αδελφή του που είναι μανούλα στις κομπίνες. Ανταλλάσσει περιουσίες, ξεπουλάει τα πάντα.

Βιοπαλαιστής από τα γονίδιά του κουβαλά πάντα μαζί τη μάνα, τον πατέρα, τη γυναίκα, το παιδί, τους θείους και προσπαθεί να τους βολέψει όλους. Ετσι, θα φτάσει στο σήμερα. Το κυνήγι του χρήματος θα τον οδηγήσει στις μίζες, στα ρουσφέτια, στις προμήθειες, στη χαμένη Ελλάδα του 2008, στα χαμένα όνειρα. Το ποτάμι θα φουσκώσει και όλα πια θα βουλιάξουν – όσα έχτισε, όσα απέκτησε, όσα έφτιαξε. Το παρελθόν θα του χτυπήσει επιτακτικά την πόρτα και θα ζητήσει να πάρει θέση. Τότε όλοι και όλα πια, η γυναίκα του, ο γιος του, τα πρόσωπα της ζωής του, μέσα σε ένα φλας μπακ, θα περάσουν από μπροστά του.

Εκεί τον συναντάμε στη στέγη του παράνομου σπιτιού του την ώρα που βουλιάζει να μιλάει στον άγγελο της φαντασίας του. Το ρέμα ξεχείλισε, μέσα από το νερό που τα παρασύρει όλα, αναδύονται τα γεγονότα που τον σημάδεψαν. Ο Οδυσσέας θυμάται, από τότε που βρισκόταν στο καροτσάκι μέχρι τις διακοπές στις Μαλδίβες και στη Μύκονο, τον πρώτο του έρωτα, τη νύχτα που έμαθε ότι περιμένει παιδί, το πώς άρχισε να «διαλύεται».

Στο πλευρό του η Χρύσα Ρώπα, εξαιρετική, ως σύγχρονη Πηνελόπη, που προσπαθεί να κρατήσει το σπίτι, το παιδί, τη ζωή που χάνεται. Ομως, ο έρωτας και η αγάπη συνθλίβονται στα χρόνια της απιστίας και της απληστίας. Ερμηνεύει τη γυναικεία οπτική, αντιπροσωπεύει τη γυναικεία λογική και υψώνει τη γυναικεία φωνή, με ό,τι και αν συνεπάγεται αυτό. Μαζί τους μια ομάδα νέων ηθοποιών που κρατάει ψηλά τον πήχη.

Η μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη ξεχωριστή και σήμα κατατεθέν. Δεν ξεχνιέται φεύγοντας. Οι κινησιολογικές παρεμβάσεις του Κωνσταντίνου Ρήγου καθοριστικές, όπως οι φωτισμοί της Ελευθερίας Ντεκώ. Τα κοστούμια της Ελλης Παπαγεωργακοπούλου στο ύφος της παράστασης.

Αντιγόνη Καράλη, Έθνος, 29/12/2008

Ο Πίντερ βγήκε από «Το δωμάτιο»

Ο Πίντερ βγήκε από «Το δωμάτιο»

Δεν με ενδιαφέρει να κάνω γενικές δηλώσεις. Δεν με ενδιαφέρει το θέατρο που χρησιμεύει ως μέσο αυτοέκφρασης ούτε και οι άνθρωποι που ασχολούνται μ’ αυτό το είδος», έλεγε από τη δεκαετία του 1970 ο Χάρολντ Πίντερ. Βραβευμένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2005, πολιτικός ακτιβιστής και πολίτης του κόσμου, όπως ο ίδιος είχε επιλέξει να αυτοπροσδιορίζεται αντί του «κανονικού τίτλου» τού Βρετανού θεατρικού συγγραφέα, έφυγε από τη ζωή Παραμονή των Χριστουγέννων σε ηλικία 78 ετών έπειτα από πολυετή μάχη με τον καρκίνο.

Σίγουρα ο σημαντικότερος Βρετανός θεατρικός συγγραφέας κι ένας από τους κορυφαίους σύγχρονους σε παγκόσμιο επίπεδο, ο Πίντερ υπήρξε μια δυναμική φωνή όχι μόνο μέσα από τα θεατρικά έργα, τα ποιήματα, τα κινηματογραφικά σενάρια και τις σκηνοθετικές παρεμβάσεις του, αλλά κυρίως μέσα από τον καθημερινό πολιτικό λόγο του.

«Πόσους ανθρώπους πρέπει να σκοτώσουν προκειμένου να κερδίσουν επάξια το χαρακτηρισμό τού κατά συρροήν δολοφόνου και του εγκληματία πολέμου; Δεν είναι, επομένως, δίκαιο ο Μπους και ο Μπλερ να προσαχθούν ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου Εγκλημάτων Πολέμου;», αναρωτιόταν στο μαγνητοσκοπημένο βίντεο που προβλήθηκε στη Σουηδική Ακαδημία κατά τη διάρκεια της τελετής απονομής του Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2005.

Η κατάσταση της υγείας του δεν του είχε επιτρέψει να παραστεί, αλλά ο ουσιαστικός λόγος του έκανε το γύρο του κόσμου. Εξάλλου συχνά στρεφόταν εναντίον της πολιτικής του Βρετανού πρώην πρωθυπουργού Τόνι Μπλερ και κατά των πολέμων σε Κόσοβο, Αφγανιστάν, Ιράκ, όπως και τη δεκαετία του 1980 όταν ασκούσε δριμεία κριτική στον Ρόναλντ Ρίγκαν και στη Μάργκαρετ Θάτσερ.

Αναγνωρισμένος διεθνώς, αιρετικός θεατράνθρωπος, είχε γράψει περισσότερα από 30 θεατρικά έργα, ορισμένα από τα οποία κατατάσσονται στα σημαντικότερα του δευτέρου μισού του 20ού αιώνα. Γιος Εβραίου ράφτη, γεννήθηκε στο Χάκνι του Ανατολικού Λονδίνου στις 10 Οκτωβρίου του 1930.

Εμφανίστηκε ως ποιητής το 1950, ενώ δύο χρόνια νωρίτερα είχε ξεκινήσει η φοίτησή του στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης. Το 1957 δημοσιεύτηκε «Το δωμάτιο» και η μεγάλη επιτυχία έρχεται δύο χρόνια αργότερα με τον «Επιστάτη». Ακολουθούν τα έργα: «Εραστής» (1962), «Επιστροφή» (1964), οι «Παλιοί καιροί» (1971), «Προδοσία» (1979) κ.ά.

Ιδιαίτερα αγαπητός στο ελληνικό κοινό, ο Χάρολντ Πίντερ είχε επισκεφθεί αρκετές φορές την Ελλάδα, είχε δώσει διάλεξη στο Εθνικό Θέατρο, ενώ το 2000 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ του Τμήματος Αγγλικής Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ο Χάρολντ Πίντερ παντρεύτηκε δύο φορές. Η δεύτερη σύζυγός του, η συγγραφέας και ιστορικός λαίδη Αντόνια Φρέιζερ, ανακοίνωσε το θάνατό του στην ιστοσελίδα της βρετανικής εφημερίδας «Guardian» γράφοντας: «Ηταν ένας σπουδαίος άνδρας και ήταν προνόμιο να ζω μαζί του για περισσότερα από 33 χρόνια. Θα μείνει για πάντα στη μνήμη μας».

Της ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΤΖΕΒΕΛΕΚΟΥ, Ελεύθερος Τύπος, 27/12/2008