Category Archives: Wunschkonzert

Πάμε θέατρο

  • Ο Γιώργος Δ.Κ. Σαρηγιάννης προτείνει και αντιπροτείνει [ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 29 Μαΐου 2010]
  • Το έργο. Η Δεσποινίς Ρας. Σαραντακάτι. Υπάλληλος. Μια τυχαία µέρα, σε µια τυχαία πόλη, βραδάκι, µετά τη δουλειά γυρίζει στο σπίτι της. Ενα πολύ µικρό διαµέρισµα. Σχολαστικά καθαρό και τακτοποιηµένο. Τακτοποιεί τα ψώνια της. Βγάζει το παλτό της και το κρεµάει. Βγάζει τα παπούτσια της και φοράει τις παντόφλες της. Φοράει µια παλιά πλεχτή ζακέτα. Πλένει στον νεροχύτη τα άπλυτα πιάτα της. Καθαρίζει σχολαστικά.
  • Ανοίγει τηλεόραση. Καπνίζει. Ετοιµάζει µια σούπα – έτοιµο φακελάκι. Τρώει τη σούπα µαζί µε λίγο ψωµί που το αλείφει βούτυρο. Βγάζει από το ψυγείο ένα µπουκάλι µε χυµό και γεµίζει ένα ποτήρι. Πίνει. Τακτοποιεί σχολαστικά. Πηγαίνει στην τουαλέτα. Σκουπίζεται. Τραβάει το καζανάκι. Καθαρίζει τη λεκάνη µε το βουρτσάκι. Πλένει τα χέρια της. Ανοίγει το παράθυρο της τουαλέτας.
  • Κλείνει την τηλεόραση και ανοίγει το ραδιόφωνο: wunschkonzert – µια δηµοφιλής εκποµπή µε τραγούδια και µουσικές που ζητούν οι ακροατές της. Πλένει το καλσόν της. Το απλώνει στη ράχη της καρέκλας. Κάθεται στον καναπέ. Ανάβει το λαµπατέρ. Βγάζει σχέδιο, βελόνες και µαλλί. Πλέκει. Φτιάχνει τσάι. Το πίνει τρώγοντας µαζί δυο-τρία µπισκότα. Καπνίζει. Το ραδιόφωνο παίζει. Το πλέξιµο τελειώνει. Η εκποµπή τελειώνει.
  • Ανοίγει τον καναπέ – κρεβάτι. Πλένει τα δόντια της. Φοράει το νυχτικό της. Κλειδώνει. Βάζει νερό σ’ ένα ποτήρι και το ακουµπάει στο κοµοδίνο. Ξαπλώνει. Παίρνει στα χέρια της ένα βιβλίο. Δεν διαβάζει – κοιτάει το κενό. Σβήνει το φως. Δεν µπορεί να κοιµηθεί. Σηκώνεται, βγάζει ένα σωληνάριο µε χάπια. Παίρνει ένα. Διαβάζει τις οδηγίες. Αφήνει να κυλήσουν όλα τα υπόλοιπα χάπια από το σωληνάριο. Τα καταπίνει το ένα µετά το άλλο. Μένει καθιστή στο τραπέζι. Τέλος.
  • Ο Γερµανός Φραντς Ξάβερ Κρετς στον χωρίς καθόλου λόγο µονόλογό του «Wunschkonzert» (1971) φέρνει µε τον ακραία νατουραλιστικό τρόπο του στο προσκήνιο τον µέσο αστικό όρο: µια γυναίκα συντριµµένη από το τίποτα που είναι η ζωή της (µας) και από τη µοναξιά.
  • Και τη βουτάει στη σιωπή. Στη – θορυβώδη ίσως – σιωπή µιας µοντέρνας αλλά απάνθρωπης πόλης και µιας σχολαστικά τακτοποιηµένης αλλά απάνθρωπης ζωής έζησε, στην απόλυτη, αβάσταχτη σιωπή φεύγει. Η αυτοκτονία της είναι η έκρηξή της. Μια έκρηξη που δεν την «κοινωνικοποιεί». Γι’ αυτό και αυτοκαταστροφική. Αλλά όλοι µας, πάνω – κάτω, Δεσποινίς Ρας είµαστε. Το έργο δεν διατηρεί απλώς τη δύναµή του. Στις συνθήκες που ζούµε την έχει αυξήσει δραµατικά…
  • Η παράσταση. Η χορογράφος Ζωή Χατζηαντωνίου υπογράφει την πρώτη της σκηνοθεσία µε τον βουβό αυτό µονόλογο. Εξυπνη επιλογή – το έργο στην κίνηση βασίζεται. Η ακριβής, µετρηµένη σχεδόν µε χρονόµετρο κίνηση, η σχεδόν αυτοµατική – η Δεσποινίς Ρας επαναλαµβάνει περίπου τις ίδιες κινήσεις κάθε βράδυ, κάτι από «Μοντέρνους καιρούς» του Τσάπλιν… –, η κίνηση της ρουτίνας πρέπει αβίαστα να υποβάλει την κατάληξη του φινάλε. Φαίνεται πάρα πολύ απλό αλλά καθόλου δεν είναι. Το παραστασιακό αποτέλεσµα πολύ εύκολα µπορεί να κυλήσει στο ασήµαντο, στο τίποτα και στην πλήξη. Ενώ ουσιαστικά η έκρηξη κοχλάζει.
  • Εκτός όµως από τη «χορογράφηση» της κίνησης η ακριβής καθοδήγηση της ηθοποιού είναι εκ των ων ουκ άνευ. Τα νεκρωµένα αισθήµατα πρέπει να εσωτερικοποιηθούν και να δέσουν µε την κίνηση. Η Ζωή Χατζηαντωνίου πέτυχε αυτή τη σύζευξη. Το, συνδυασµένο µε το βίντεο της Μαρίας Αθανασοπούλου, ρεαλιστικά ακριβές, «αποστειρωµένο» σκηνικό της ταλαντούχας Μαρίας Κονοµή δηµιουργεί άλλωστε το ιδεώδες απάνθρωπο περιβάλλον. Σε συνδυασµό µε τα κοστούµια της, τους εξαίρετους, «ψυχρούς» φωτισµούς της Κατερίνας Μαραγκουδάκη και τις µουσικές του Σταύρου Γασπαράτου.
  • Οι ερµηνείες. Η αποφασιστική όµως συµβολή είναι της Δέσποινας Κούρτη. Η Δεσποινίς Ρας της αγγίζει βαθιά. Η σιωπή της, σιωπή της ρουτίνας, που απαιτεί εξοντωτική ενέργεια δίνεται µε εσωτερικότητα και µεταφέρει έναν σπαραγµό ο οποίος διαπερνάει το ψυχρό, αποστασιοποιηµένο περίβληµα. Απολύτως πειστική η «ραδιοφωνική» φωνή του Πλάτωνα Ανδριτσάκη.
  • Εν ολίγοις.
  • Μια πολύ δυνατή παράσταση, αδυσώπητα σκληρή, που πρέπει να πάτε να τη δείτε ενηµερωµένοι και «αποφασισµένοι» – ειδικά οι µοναχικοί. Αξίζει τον κόπο.
Advertisements

Μια σιωπηλή παράσταση

  • Στο «Wunschkonzert» δεν υπάρχουν λόγια. Κι όμως, λέει πολλά
  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ
  • Επτά, Κυριακή 25 Απριλίου 2010

Μια θεατρική παράσταση που δεν είναι παντομίμα, ούτε Θέατρο της Σιωπής, κι όμως στη διάρκειά της δεν ακούγεται ούτε λέξη. Τη σιωπή σπάει για λίγο η φωνή του εκφωνητή μιας ραδιοφωνικής εκπομπής και τα τραγούδια που επιλέγει. «Wunschkonzert» είναι ο τίτλος του ιδιαίτερου έργου που παίζεται στο Από Μηχανής Θέατρο σε σκηνοθεσία Ζωής Χατζηαντωνίου, γραμμένο από τον Φραντς Ξαβιέ Κρετζ, τον πιο πολυπαιγμένο και μεταφρασμένο (σε 38 γλώσσες) γερμανό συγγραφέα μετά τον Μπρεχτ. Το έργο με τίτλο «Τα αγαπημένα σας τραγούδια» είχε ανεβάσει πριν από χρόνια ο Αντώνης Αντύπας στο Απλό Θέατρο με ερμηνεύτρια την Αλέκα Παΐζη.

Η Δέσποινα Κούρτη, πρωταγωνίστρια της παράστασης «Wunschkonzert»,  που ανεβαίνει στο Από Μηχανής Θέατρο σε σκηνοθεσία Ζωής Χατζηαντωνίου.

Η Δέσποινα Κούρτη, πρωταγωνίστρια της παράστασης «Wunschkonzert», που ανεβαίνει στο Από Μηχανής Θέατρο σε σκηνοθεσία Ζωής Χατζηαντωνίου.

Ο Κρετζ, γεννημένος σε αυστηρό καθολικό περιβάλλον του Μονάχου, ξεκίνησε νωρίς τις ρήξεις με το κατεστημένο. Είκοσι ετών ζήτησε επισήμως να διαγραφεί από την Εκκλησία. Συγκρούστηκε με τον πατέρα του, εγκατέλειψε το σχολείο κι αργότερα τελείωσε νυχτερινό γυμνάσιο. Δούλεψε σε ερασιτεχνικά και περιθωριακά θέατρα του Μονάχου ως ηθοποιός και άλλοτε ως κηπουρός, οδηγός φορτηγού, νοσοκόμος σε ψυχιατρική κλινική, θυρωρός, ιδιωτικός σοφέρ. Τα δύο έργα του «Κατ’ οίκον εργασία» και «Πείσμα» παρουσίαζαν επί σκηνής αυνανισμό, απόπειρα άμβλωσης, ακόμα και φόνο παιδιού. Το κοινό ξεσηκώθηκε εναντίον του και το θέατρο βρέθηκε υπό αστυνομική επιτήρηση. Κι όμως, το έγκυρο περιοδικό «Theater Heute» ψήφισε το «Κατ’ οίκον εργασία» ως το σημαντικότερο έργο της χρονιάς. Ξαφνικά θέατρα και σκηνοθέτες στην τότε Δ. Γερμανία άρχισαν να ενδιαφέρονται για τον τολμηρό συγγραφέα. Το 1972 ο Κρετζ έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, κατέβηκε μάλιστα υποψήφιος στη Βαυαρία. Την ίδια χρονιά τού απονέμεται το Βραβείο Τεχνών του Βερολίνου, ενώ θεωρείται ο πλέον πολυπαιγμένος γερμανόφωνος θεατρικός συγγραφέας. Αρθρογραφεί σε εφημερίδες και περιοδικά, γράφει κείμενα για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Το 1974 μοιράζεται το Βραβείο Θεάτρου με τον Μπότο Στράους και τον Τόμας Μπέρνχαρντ. Εγκαταλείπει το Κομμουνιστικό Κόμμα «για να μπορεί να βρίζει απερίσπαστος». Σκηνοθετεί το έργο του «Αγρότες πεθαίνουν» και δέχεται καταιγισμό μηνύσεων για προσβολή της δημοσίας αιδούς…

Η γερμανική λέξη «Wunschkonzert», που συνθέτουν οι λέξεις Wunsch (επιθυμία) και Konzert (συναυλία), αναφέρεται σ’ ένα είδος συναυλίας που το πρόγραμμά της απαρτίζεται από επιλογές των ακροατών. Κι αν σκεφτούμε ότι στη γερμανική γλώσσα η φράση «Leben ist kein Wunschkonzert» χρησιμοποιείται ως αντικομφορμιστικό σύνθημα που σημαίνει «η ζωή δεν είναι συναυλία επιθυμιών», καταλαβαίνουμε τι σχολιάζει ο αριστερός Κρετζ στο έργο του.

Μέσα σε μια ώρα και δέκα λεπτά η Δέσποινα Κούρτη, χωρίς να προφέρει ούτε έναν ήχο, με το πήγαινε-έλα ή την ακινησία της, «φλυαρεί». Ασχολούμενη σχολαστικά και υπεύθυνα με τα μικρά και ασήμαντα της τετριμμένης καθημερινότητας, συμπυκνώνει το κενό μιας ζωής αποξενωμένης στον εργασιακό χώρο, στερημένης από νόημα, συμπιεσμένης στις μυλόπετρες της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Μέσα στο άκρως ρεαλιστικό σκηνικό της Μαρίας Κονομή κινείται με ασφάλεια και αυτοπεποίθηση. Φαινομενικά τίποτα δεν προδίδει ότι «από κάτω» παραμονεύει το χάος. Είναι μια μέρα όπως όλες οι άλλες. Η δεσποινίς Ρας, μια γυναίκα μέσης ηλικίας, υπάλληλος σε κάποια εταιρεία, επιστρέφει στο μικρό μοναχικό της διαμέρισμα κα επιδίδεται με αφάνταστη σχολαστικότητα στις συνήθεις τελετουργίες χωρίς καμιά βιασύνη. Είναι καλοντυμένη, μοιάζει συντηρητική, συμφιλιωμένη με τις συνθήκες ζωής της, αποπνέει τάξη και καθαριότητα. Κρεμάει το παλτό της, τακτοποιεί τα ψώνια, ετοιμάζει το λιτό βραδινό της, τρώει, καπνίζει, ανοίγει-κλείνει την τηλεόραση, παρακολουθεί την αγαπημένη της εκπομπή στο ραδιόφωνο, πλέκει, πλένει τα πιάτα, πηγαίνει στην τουαλέτα, κλειδώνει την εξώπορτα, ανοίγει τον καναπέ-κρεβάτι, φορά το νυχτικό της, ανοίγει το βιβλίο της και διαβάζει, το κλείνει και προσπαθεί να κοιμηθεί. Σηκώνεται ξανά και ελέγχει το χώρο. Ανοίγει το ντουλάπι και μετά το ψυγείο. Και τότε έρχεται το απρόσμενο τέλος: ήρεμα, ειρηνικά, νοικοκυρεμένα…

«Wunschkonzert»: Ενα μικρό, σιωπηλό δράμα παίζεται στο Από Μηχανής Θέατρο. Κι είναι σα να έχεις τρυπώσει κρυφά στο εργένικο διαμέρισμα παρακολουθώντας τι απομένει ως ποιότητα ζωής μετά από ένα δημιουργικότατο -γερμανικό είναι η αλήθεια!- οκτάωρο εργασίας… *