Category Archives: Hall Peter

Ο άνθρωπος που διαμόρφωσε το σύγχρονο αγγλικό θέατρο

  • Ο διάσημος σκηνοθέτης Πίτερ Χολ, φθάνοντας ακμαίος στα 80 του χρόνια, αναπολεί την περιπέτεια του θεάτρου όπως την έζησε

The Guardian

Είναι μια παράξενη δουλειά», λέει ο Σερ Πίτερ Χολ για τη σκηνοθεσία. «Δεν θα την άλλαζα όμως για τίποτα στον κόσμο». Και σαν να ήθελε να το αποδείξει, γιόρτασε τα 80ά του γενέθλια, στις 22 Νοεμβρίου, αρχίζοντας τις πρόβες για τη νέα παραγωγή του της «Δωδεκάτης νύχτας», στο Εθνικό Θέατρο, όπου η κόρη του, η Ρεβέκκα, ερμηνεύει τη Βιόλα (οι παραστάσεις θα ξεκινήσουν στις 11 Ιανουαρίου). Το επόμενο βράδυ δόθηκε η πρεμιέρα της νέας σκηνοθετικής του δουλειάς στο έργο «Οι αντίπαλοι». Φαίνεται συμβολικό για ένα σκηνοθέτη που έχει βρει τη μεγαλύτερη χαρά και πληρότητα στη ζωή του μέσα στη δουλειά.

Ο τρόπος που αντιμετωπίζεται ο Πίτερ Χολ εξαρτάται, υποψιάζομαι, από την ηλικία. Για τους νέους, ενσαρκώνει πιθανώς μιαν αυστηρή ορθοδοξία που θα έπρεπε να γκρεμιστεί. Για όποιον, όμως, έχει μια αίσθηση του παρελθόντος, είναι ο σκηνοθέτης που έκανε περισσότερα από κάθε άλλον για τη διαμόρφωση του μεταπολεμικού βρετανικού θεάτρου. Το ανέβασμα του «Περιμένοντας τον Γκοντό» από τον Χολ το 1955 δεν γνώρισε μόνο τον Μπέκετ στο βρετανικό κοινό, αλλά καθιέρωσε για πάντα την εικόνα των κεντρικών ηρώων του ως αλητών (ήταν κλόουν στην πρώτη παραγωγή του έργου στο Παρίσι). Το 1960, δημιούργησε, μέσα από ένα καλοκαιρινό φεστιβάλ στο Στράτφορντ, την Βασιλική Σαιξπηρική Εταιρεία (Royal Shakespeare Company – RSC). Και το 1976, οδήγησε τον όμιλο του Εθνικού Θεάτρου στη νέα στέγη του στη Σάουθ Μπανκ, καταλαμβάνοντας το ημιτελές ακόμα κτίριο σαν αποφασισμένος καταληψίας. Στα 80 του, ο Πίτερ Χολ μπορεί να φαίνεται ότι εκπροσωπεί το κατεστημένο, αλλά μεγάλο μέρος της ζωής του αναλώθηκε σε ριζοσπαστικές εκστρατείες για τη διεκδίκηση δημόσιων πόρων για το θέατρο και στην υποστήριξη νέων συγγραφέων.

Αλλαγή στάσης

Μιλώντας του σήμερα, τον βρίσκουμε πιο μαλακό από παλιά, όταν εμπλεκόταν σε θορυβώδεις αντιδικίες με την κυβέρνηση και το Συμβούλιο Τεχνών. Και, καθώς μεγάλο μέρος της συζήτησής μας εστιάζεται στο κατά πόσον έχει αλλάξει η στάση του απέναντι στη σκηνοθεσία, αναρωτιέμαι τι έχει ανακαλύψει σκηνοθετώντας τη «Δωδεκάτη Νύχτα» για τέταρτη φορά.

«Μου έκανε εντύπωση», λέει, «η ομοφυλοφιλική φλέβα στο έργο, γιατί είναι τόσο προφανής. Ο Αντόνιο καταρρέει συναισθηματικά λόγω του πάθους του για τον Σεμπάστιαν, και η εμμονή του Ορσίνο με την μεταμφιεσμένη σε αγόρι Βιόλα δείχνει ότι παλεύει με τη σεξουαλικότητά του. Αν δεν τα τόνισα όλα αυτά το 1958, ήταν γιατί οι καιροί ήταν διαφορετικοί: μόλις είχα σκηνοθετήσει τη «Λυσσασμένη γάτα» η οποία είχε επισήμως απαγορευθεί από τον Λόρδο Τσάμπερλεν ακριβώς εξαιτίας των ομοφυλοφιλικών υπονοουμένων της. Κρατάω όμως και κάποια πράγματα από το παρελθόν. Ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό να μην κάνω το έργο με κοστούμια εποχής – θα ήταν σαν να έκανα τον Γκοντό χωρίς το δέντρο. Υπάρχει ένας υπέροχος ερωτισμός και κομψότητα στην εποχή του Καρόλου του Α΄ που ταιριάζει πολύ στο έργο».

Πώς εξελίχθηκε όμως το σκηνοθετικό στυλ του; «Δουλεύοντας πάνω στον Μπέκετ και τον Πίντερ άλλαξε η προσέγγισή μου», λέει. «Ο πρώτος μου Γκοντό ήταν πολύ πληθωρικός: με το πέρασμα των χρόνων έμαθα πώς να απογυμνώνω το έργο μέχρι το κόκαλο. Με επηρέασε επίσης πολύ η συνεργασία με τον Πίντερ και τον σκηνογράφο Τζον Μπάρι. Ο Χάρολντ ήταν απόλυτα κτητικός όσον αφορά το έργο του, έτσι ώστε ακόμα και ένα μήλο πάνω στο τραπέζι στον «Γυρισμό» να πρέπει να βρίσκεται σε αρμονία με τον τόνο και την υφή του σκηνικού. Τελικά, εφάρμοσα αυτά που έμαθα από τον Μπέκετ και τον Πίντερ στους κλασικούς». Το στυλ του Χολ έχει αλλάξει ορατά. Τι γίνεται όμως με τη μέθοδό του; Τι γνωρίζει στα 80 του που δεν το γνώριζε στα 20;

«Πολλά πράγματα. Ενα από αυτά είναι το να αναθέτω. Οταν ξεκίνησα, για παράδειγμα, ο σκηνοθέτης αναμενόταν να φωτίζει ο ίδιος τα έργα του. Με συνέπεια να περνάω ατέλειωτες ώρες για να κάνω ο ίδιος τους φωτισμούς. Τα τελευταία χρόνια, επίσης, έχω κάνει άλλη μια μεγάλη αλλαγή: ζητάω από τους ηθοποιούς να μαθαίνουν τον ρόλο τους πριν από τις πρόβες. Μερικοί αντιτείνουν ότι έτσι ο ηθοποιός δεν θα αναπτυχθεί. Βλακείες. Εκείνο που κερδίζεις, στην πραγματικότητα, είναι δύο επιπλέον εβδομάδες πρόβες».

Ο Χολ παραδέχεται ότι η διαδικασία εκμάθησης του ρόλου μπορεί να είναι δυσκολότερη για τους μεγαλύτερης ηλικίας ηθοποιούς παρά για τους νεότερους. Οταν εργαζόταν με τον Ραλφ Ρίτσαρντσον και τον Τζον Γκίλγουντ στην «Νεκρή ζώνη» του Πίντερ, θυμάται στιγμές όπου οι πρόβες σταματούσαν και υπήρχε φοβερή αμηχανία. «Ο Ραλφ έλεγε, “Εσύ δεν μιλάς τώρα, Τζόνι;” και ο Γκίλγουντ έλεγε, “Οχι, Ραλφ, δεν είμαι εγώ, εσύ μιλάς”. Κι εγώ έπρεπε να τους πω “Δεν μιλάει κανένας από σας. Είναι σιωπή”. Στο τέλος, σταμάτησα τις πρόβες για δυο εβδομάδες ώστε να αφομοιώσουν τα λόγια και τις σιωπές, και τα κατάφεραν περίφημα».

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το επίμονο, κάποτε αμείλικτο κυνήγι του οράματός του ήταν αυτό που δημιούργησε την RSC και της έδωσε τη δυνατότητα να επιβιώσει. Σήμερα, τη βλέπει με την τρυφερότητα ενός γονιού.

Με πλήθος θεατρικές παραγωγές και όπερες στο ενεργητικό του, καθώς και μια σειρά ταινιών για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, ο Πίτερ Χολ δεν είναι κάποιος που βλέπει το παρελθόν με ομιχλώδη ρομαντισμό ή τα παράπονα του γκρινιάρη ηλικιωμένου. Στέκεται περισσότερο στην καλή του τύχη παρά στις απογοητεύσεις του, παρότι δεν έλειψαν κι αυτές. Αν τον πιέσεις, θα μιλήσει, μάλλον αόριστα, για τις συγκρούσεις του με αγαπητούς φίλους, όπως ο Τζον Μπάρτον και ο Χάρολντ Πίντερ. Και οι δύο αυτές ρήξεις ήταν, όπως λέει, ανόητες και ευτυχώς κράτησαν λίγο.

  • Επιδοτήσεις

«Ισως η μεγαλύτερη απογοήτευσή μου», λέει, «είναι πως αναγκαζόμαστε και πάλι να δώσουμε τη μάχη των επιδοτήσεων. Η σημερινή κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιληφθεί την ικανότητα του καλλιτεχνικού κλάδου να επηρεάσει θετικά την κοινωνία και, στο μεταξύ, να κερδίζει και χρήματα. Οταν συναντάς πολιτικούς, όπως συχνά μου συμβαίνει εμένα, δείχνουν φοβερή συμπάθεια, αλλά δεν φαίνεται να συλλαμβάνουν την πνευματική, κοινωνική και οικονομική σπουδαιότητα των τεχνών».

Το βάρος της ηλικίας δεν φαίνεται να τον πτοεί. Το μεγάλο του σχέδιο για την επόμενη χρονιά είναι να σκηνοθετήσει τα δύο μέρη του «Ερρίκου του Δ», αν μπορέσει να βρει τον κατάλληλο Φάλσταφ. Η ακατάβλητη εργατικότητα είναι αυτή που τον κράτησε στο προσκήνιο τόσα χρόνια και τον βοήθησε να αναδιαμορφώσει το βρετανικό θέατρο. «Λυπάμαι που βρίσκομαι κοντά στο τέλος», λέει. «Προσπαθώ όμως να κάνω αυτό που θέλω και να το κάνω όσο γίνεται καλύτερα. Και δεν ξεχνάω ότι υπήρξα εξαιρετικά τυχερός». [Η Καθημερινή, Kυριακή, 9 Iανoυαρίου 2011]

Peter Hall – my memories of Harold Pinter and Samuel Beckett

  • From , April 4, 2009
  • Nudging 80, he’s full of memories of his theatrical past, but the great director’s love of work – and family – is undimmed