Daily Archives: 28 Δεκέμβριος, 2008

Τρεις Αγιογραφίες στο Μεταξουργείο

Ιστορίες του κοινωνικού περιθωρίου από τρεις Ελληνες σκηνοθέτες που σχολιάζουν την επικαιρότητα και το σύγχρονο θέατρο

Της Σαντρας Βουλγαρη, Η Καθημερινή, 287/12/2008

Ολα ξεκίνησαν από μια πρόταση του Στάθη Λιβαθινού. Μια ιδέα, στο πλαίσιο της νέας συνεργασίας του με το θέατρο Μεταξουργείο, της Αννας Βαγενά. Τρεις παραστάσεις με τον γενικό τίτλο «Αγιογραφίες», ιστορίες εστιασμένες σε πρόσωπα του κοινωνικού περιθωρίου. Ηταν η αφορμή. Για μια γνωριμία με τρεις ξεχωριστούς Ελληνες καλλιτέχνες που προσκλήθηκαν από τον Λιβαθινό να παρουσιάσουν ο καθένας τους ένα έργο. Τη γνωστή και αγαπημένη Ολια Λαζαρίδου που έκανε την αρχή, τον Γιώργο Παλούμπη, παιδί της ομάδας ΝΑΜΑ, ο οποίος παίρνει τη σκυτάλη αμέσως μετά, τον Στρατή Πανούριο γέννημα της μεγάλης οικογένειας της Πειραματικής Σκηνής που ολοκληρώνει τις «Αγιογραφίες» την ερχόμενη άνοιξη. Ιστορίες μιας «τρομακτικής αθωότητας» που όλοι μας κρύβουμε, σχόλια για την επικαιρότητα που ακόμη πονάει, σκέψεις για ένα σύγχρονο ελληνικό θέατρο που αναζητάει νέους τρόπους επικοινωνίας. Είναι μερικά από αυτά που μοιράστηκαν σε συνομιλία τους με την «Κ» οι τρεις σκηνοθέτες…

Περίπτωση Ευρυδίκη

Την αρχή έκανε η Ολια Λαζαρίδου, η οποία σκηνοθέτησε το έργο της Κατερίνας Μάτσα «Περίπτωση Ευρυδίκη» που παρουσιάζεται στο «Μεταξουργείο» κάθε Δευτέρα και Τρίτη έως τα τέλη του Γενάρη. «Το συγκεκριμένο κείμενο δεν είναι ένα θεατρικό έργο αλλά περισσότερο ένα ντοκουμέντο. Τα γράμματα μιας κοπέλας στη διάρκεια της απεξάρτησής της στην Κατερίνα Μάτσα, υπεύθυνη ψυχίατρο των 18 Ανω» λέει σε συνέντευξή της στην «Κ».

«Ηθελα πολύ να ακουστεί αυτό το κείμενο από τη σκηνή ενός θεάτρου, γιατί πιστεύω ότι η αλήθεια του είναι κάτι που λείπει από τις θεατρικές σκηνές σήμερα. Και αυτό είναι κάτι που με απασχολεί. Οπως και ποια είναι τα όρια επικοινωνίας της σκηνής με αυτό που ονομάζουμε κοινό. Κοινό για μένα είναι οι άνθρωποι. Αυτή η θεωρία που θα μπορούσε να είναι εκρηκτική είναι στεγανοποιημένη. Με αυτήν την έννοια ήθελα να παρουσιάσω την αληθινή πορεία μιας ψυχής από το σκοτάδι στο φως. Η ελπίδα που υπάρχει μέσα στα κείμενα με συγκλόνισε. Οσο για τον τρόπο που το παρουσιάζω; Αυτό που λέμε συγκίνηση είναι κάτι πολύ εύκολο έως και φτηνό. Εγώ προσπάθησα στη μεταφορά αυτή να ακουστεί το κείμενο όσο πιο γυμνά γίνεται. Θα ήταν σχεδόν ανήθικο το να πάρω τα αληθινά λόγια αυτής της κοπέλας και να βάλω τους ηθοποιούς να τα ερμηνεύσουν με τον κλασικό τρόπο. Τις τέσσερις κοπέλες που παίζουν τις διάλεξα με βάση ποιες κοριτσίστικες φωνές ήθελα να ακούσω. Τέσσερα κορίτσια που σε τίποτα δεν θυμίζουν την εικόνα του «πρεζονιού». Διάλεξα τέσσερα αθώα πρόσωπα, γιατί αυτή η ψυχή όπως κάθε ψυχή που φτάνει στον πάτο και ξεγυμνώνεται είναι τρομακτικά αθώα. Θα έλεγα ότι η παράσταση δεν απευθύνεται στο αμιγώς θεατρικό κοινό. Απευθύνεται σε ανθρώπους που έχουν περάσει δίπλα από αυτό το θέμα, σε όσους ενδιαφέρονται να ακούσουν τη διαδρομή μιας ψυχής από το σκοτάδι στο φως ή έχουν αναγνωρίσει στη δική τους ψυχή τι είναι εξάρτηση. Κάτι που μπορεί να μη σκοτώνει γρήγορα αλλά αργά…».

Νο 44

Ο Γιώργος Παμπούλης πρόκειται αμέσως μετά (στις αρχές Φλεβάρη) να ανεβάσει το έργο «Νο 44». «Τώρα δουλεύουμε το έργο, το δημιουργούμε ομαδικά. Ολα ξεκίνησαν από μια πρόταση του Στάθη Λιβαθινού. Μετά δύο – τρεις συναντήσεις/συζητήσεις του με τους τρεις σκηνοθέτες των παραστάσεων αρχίσαμε να μιλάμε για το θέμα της εξάρτησης. Κι εκεί κόλλησαν όλα» είπε στην «Κ». Η δική μας ομάδα δημιουργεί μια παράσταση για την προσωπικότητα ενός υπαρκτού ανθρώπου που ετοιμάζεται να αποφυλακιστεί έπειτα από επτά χρόνια φυλάκισης για χρήση ναρκωτικών και εμπορία. Ο άξονας επικοινωνίας μας μαζί του ήταν μέσα από γράμματα και τηλέφωνα. Μέσα από τις πρόβες, μέσα από συζητήσεις και αυτοσχεδιασμούς προσπαθούμε να πούμε την ιστορία του. Μια παράξενη ιστορία που αγγίζει θέματα όπως η παρανομία και η νομιμότητα, το έγκλημα και η τιμωρία, το ασφαλιστικό σύστημα και η δικαιοσύνη. Ο άνθρωπος αυτός έχει μπει στη φυλακή για παρανομία σε σχέση με τον νόμο περι ναρκωτικών. Είναι μια κανονικότατη περίπτωση χρήστη/εμπόρου. Εμείς από την πλευρά μας τον εξετάζουμε ως έναν εγκληματία χωρίς να θέλουμε να τον αγιοποιήσουμε αλλά ούτε και να τον χτυπήσουμε άδικα ή να τον καταρρακώσουμε. Σαφώς η δράση του είναι παράνομη, όμως την ίδια ώρα η σωφρονιστική δικαιοσύνη αξίζει μιας κριτικής. Την ιστορία του προσπαθούμε να τη δούμε ανθρώπινα και να αναζητήσουμε. Γιατί το έκανε, αν το έχει μετανιώσει, ποια είναι η θέση του, τι του επιφυλάσσει η κοινωνία μετά την αποφυλάκιση του και κατά πόσο εκείνος είναι έτοιμος να δεχτεί τι τον περιμένει. Βέβαια, το θέμα είναι λεπτό. Η περίπτωση του ανθρώπου που εξετάζουμε είναι από τις κλασικές. Αν σκεφτεί κανείς ότι από τους περίπου 15.000 φυλακισμένους οι μισοί είναι μέσα για τον νόμο των ναρκωτικών, καταλαβαίνει κανείς ότι ή έχουν αυξηθεί φοβερά οι ναρκομανείς ή ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα στο σωφρονιστικό σύστημα…».

Delirium Tremens

Ο Στρατής Πανούριος βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία συγγραφής του έργου του που θα ανέβει αμέσως μετά το Πάσχα, ως φινάλε της ενότητας «Αγιογραφίες». «Το έργο είναι ένα πρωτότυπο κείμενο με τίτλο Delirium Tremens (Τρομώδες παραλήρημα), σύμπτωμα το οποίο παρουσιάζεται στους χρόνια αλκοολικούς. Βασίζεται στο πορτρέτο ενός ανώνυμου αλκοολικού που ζει ανάμεσά μας. Σε σχέση με το περιεχόμενο δεν ήθελα να είναι μόνο μια καταγγελία αλλά ένα έργο με ιδιαίτερο χιούμορ, επικινδυνότητα και ειρωνεία». Ο Στρατής Πανούριος μίλησε στην «Κ» για τα στοιχεία που τον βοηθούν να γράψει το έργο, όπως η φιλία του με τον Α/Α, η γνωριμία και η εμπειρία με άλλους ανθρώπους που είτε είναι εξαρτημένοι είτε όχι. Μέσα από την συζήτηση μαζί του οι «Αγιογραφίες» σαν να ολοκληρώνονται: «Ολα αυτά που συμβαίνουν αυτές τις μέρες θα πρέπει να ξυπνήσουν μια καινούργια δυναμική του θεάτρου σήμερα ως προς τη θεματολογία των κειμένων και τον τρόπο παρουσίασής τους. Δεν μπορούμε να κλείνουμε τα μάτια καθημερινά σε σχέση με τα προβλήματα της κοινωνίας. Ζούμε σε μια δύσκολη αλλά δημιουργική περίοδο με θέματα πολιτικά και άμεσα κοινωνικά. Θέματα της πραγματικότητας. Θυμάμαι όταν κάναμε τις σπουδές μας στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου (Εργαστήρι Υποκριτικής και Σκηνοθεσίας υπό τη διεύθυνση του Στάθη Λιβαθινού) οι δάσκαλοι μας έλεγαν ότι ως σκηνοθέτες και ηθοποιοί είμαστε υπεύθυνοι για μια η δύο ώρες από τη ζωή ενός θεατή… Δεν μπορείς να είσαι υπεύθυνος εάν δεν είσαι αληθινός. Ως καλλιτέχνες έχουμε χρέος να φέρουμε μια νέα ματιά στα πράγματα. Να θέσουμε ερωτήματα. Συγκεκριμένα και ουσιαστικά ερωτήματα».

Ερωτες ροκοκό, έρωτες ταπείνωσης

Ενας a cheval νέος – παλιός Μαριβώ κι ένας βίαιος έρωτας – Κριτική Γιάννης Βαρβέρης

Μαριβώ Η Κληρονομιά, σκην.: Φώτης Μακρής. Θέατρο: Νέος λόγος (studio Μαυρομιχάλη)

Ανδρέας Μήτσου Ο κύριος Επισκοπάκης, σκην.: Στέλιος Μάινας. Θέατρο: «Εύπλους» (στο «104»)

Με αδιάκοπη ευφορία παρακολούθησα τον νεωτερικό Μαριβώ («Η κληρονομιά»-1736) που σκηνοθέτησε φρέσκα και μοντέρνα ο Φώτης Μακρής. Κράτησε τη θέρμη της αμφίρροπης ως εκ του χρήματος ερωτικής πλοκής, σεβόμενος απόλυτα τον μετρ του είδους μεταφραστή Ανδρέα Στάικο και τις γλωσσικές του ταχυδακτυλουργίες, ενώ ουσιαστικά ένωνε διαρκώς την κλασική εποχή με τη σημερινή νευρώδη κινητικότητα και τη συμπεριφορά μας. Εξυπνα γκαγκ, γυμνή, μπρεχτίζουσα όψη (Γ. Λυντζέρης) κι ένας συνδυασμός παραδοσιακής υποκριτικής και νεανικής «τρελής» δροσιάς και αθωότητας μέσα σε περιβάλλον που θύμιζε «φτωχό θέατρο» του Γκροτόφσκι, ελάφρυναν το κλασικό marivaudage.

Στον Μαριβώ ο κίνδυνος σήμερα είναι να ακινητοποιήσεις τον θεατή σου στη θέση του ακροατή, κίνδυνο που με πολλά ανάλαφρα τεχνήματα (συμμετοχή του κοινού, ειρωνικό παίξιμο, τεχνικοί αιφνιδιασμοί, καταιγιστική ή διακεκομμένη δράση) απέφυγε ο Μακρής. Συνάμα, πλούτισε την παράσταση με Γάλλους τραγουδοποιούς (Adamo, Legrand, Gainsbourg), κατά τις οδηγίες ενός έκπαλαι λάτρη αυτής (και όλης) της μουσικής, του Ιάκωβου Δρόσου. Τις πρωταγωνιστικές εδώ χορογραφίες και την κίνηση επιμελήθηκε με επιθετική ζωντάνια η Στέλλα Κρούσκα, ιδεώδης κάτοχος και χειρίστρια, μαζί με τη δυναμική Μαρία Μαλταμπέ, του συγκεκριμένου μεικτού πλην νόμιμου ύφους που ζήτησε η σκηνοθεσία. Τις πλαισίωσαν, όχι στο ίδιο επίπεδο αλλά με διδαγμένη επάρκεια, ο Αλ. Αλπίδης, η Μαρ. Κορδώνη, ο Δημ. Πλειώνης και ο ίδιος ο Φ. Μακρής.

Ο θεατρικός οργανισμός «Νέος Λόγος» εργάζεται ποιοτικά αλλά ως πλάνης από το 1997. Στον δικό τους πια χώρο τα μέλη της ομάδας έλυσαν με απλότητα αλλά και πολλή προσοχή και φαντασία το αίνιγμα του εν ευφραδεία βαρύφορτου και περίπλοκου Μαριβώ ως ευχάριστου σημερινού θεατρικού επιχειρήματος. Δεν είναι καθόλου λίγο.

«Ο κύριος Επισκοπάκης»

Μια άλλου είδους επιτυχία κατήγαγε ο σημαντικός μας πεζογράφος Ανδρέας Μήτσου: μετέφερε χωρίς τραύματα ή μάλλον με πρόσθετες θεατρικές αρετές τη νουβέλα του «Ο κύριος Επιτροπάκης» στη σκηνή. Με ζωντανούς διαλόγους, βίαιες ανατροπές, ηθικές απογυμνώσεις ακραίων περιοχών της συνείδησης, «ταπείνωσε» το δειλό και συμβατικό άρρεν ως ανάξιο της μοιχείας, εφόσον επιστρέφει στον οικογενειακό κλωβό. Το θήλυ, ψηφίζοντας την ποίηση της ανδρείας, θα ακολουθήσει τον Βούλγαρο μόρτη, που από εκβιαστής οικογενειών μεταβάλλεται σε ερωτευμένο βιταλιστή εραστή.

Αν εξαιρέσει κανείς τη φιλολογική σκευή του Μήτσου, η οποία κατά σημεία τον οδηγεί στον εκφραζόμενο στοχασμό ή στο φιλοσοφικό τσιτάτο, το νεύρο της γραφής του, η λαϊκή του έως και λούμπεν γλώσσα και το πλούσιο μεταλλείο των ψυχογραφικών του παρατηρήσεων πλαισιώνουν το ερωτικό του τρίγωνο χαρίζοντάς του αλήθεια, οδύνη, αισθαντικότητα, πικρές γεύσεις και βαθύτερες καταγγελίες της ερωτικής αναπηρίας.

Νεοελληνικό θέατρο άρτιο παρέλαβε ο Στέλιος Μάινας (που έπαιξε με επιθετική «απόγνωση» έναν ουτιδανό και γελοίο Επισκοπάκη) και μας το παρέδωσε με όλους τους χυμούς, τη σφοδρότητα και τα απροσδόκητά του. Βοηθήθηκε πολύ και πολύ ουσιαστικά από τους αλλοδαπούς συσκηνοθέτες Κρίστοφερ Μπίτσινγκ και Ντάγκλας Φουτ, που κατηύθυναν με εμπνευσμένο και σίγουρο χέρι τους φωτισμούς, την εικόνα, τους ήχους. Ο Πάνος Βασιλονικολός, με εξαίρετα μουσικά κομμάτια, έντυσε αισθηματικά την παράσταση, ενώ, πέρα από τα αρμόδια κοστούμια, η Αγγελική Αθανασιάδου χρησιμοποίησε ως ιδιοφυές σκηνικό ένα μεγάλο «μεκανό» για πολλές μεταμορφώσεις και χρήσεις.

Ο νταής του Κώστα Καζανά ήταν νομίζω ό,τι καταλληλότερο, αβίαστο, φυσικό και λάμπον μέσα στο όλο εγχείρημα. Κολακεύομαι που τον είχα ξεχωρίσει από το 1982 στο «Θεατρικό Εργαστήρι Θεσσαλονίκης» του Νίκου Ναουμίδη, στα «Γούστα του κυρίου Σλόαν» του Ορτον. Τέλος, η Κάτια Σπερελάκη (το γυναικείο διακύβευμα) χάρισε στον εαυτό της μια χρησιμότατη μαθητεία μέσα σ’ αυτό το εντυπωσιακό σύνολο.

Μόνος μέσα σε μια άστοργη κοινωνία

https://i1.wp.com/media2.feed.gr/filesystem/images/20070308/engine/pegasus_LARGE_t_641_372533_type11104.jpg

«Ρομπέρτο Τσούκο»: Μια παράσταση, που αντανακλά όσα συμβαίνουν τις τελευταίες εβδομάδες στους δρόμους της Αθήνας

Του Ηλια Μαγκλινη, Η Καθημερινή, 28/12/2008

Υπάρχει μια σκηνή στο θεατρικό έργο «Ρομπέρτο Τσούκο», του Μπερνάρ–Μαρί Κολτές, που θυμίζει τα όσα έχουν συμβεί τις τελευταίες εβδομάδες στους δρόμους της Αθήνας: Μπερδεμένοι ανάμεσα σε απλούς πολίτες, δύο αστυνομικοί σημαδεύουν με τα περίστροφά τους έναν νέο άνθρωπο. Η όλη σκηνή, οι διάλογοι και τα σχόλια των χαρακτήρων, έχει και κάτι κωμικό, ένα μαύρο χιούμορ, μια νότα του παραλόγου. Βέβαια, οι αστυνομικοί στο έργο του Κολτές δεν σημαδεύουν έναν άοπλο, ανυποψίαστο δεκαπεντάχρονο, αλλά έναν νέο άντρα που κρατάει όπλο καθώς και δύο ομήρους (από αυτή τη σκοπιά, η σκηνή του Κολτές φέρνει και κάτι από το τραγικό φιάσκο της Ριανκούρ…).

Η απόφαση της Εφης Θεοδώρου να ανεβάσει το έργο αυτό στο Εθνικό Θέατρο, εγκαινιάζοντας μάλιστα τη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» στο κτίριο Τσίλερ, είχε φυσικά παρθεί πολύ πριν ξεσπάσουν οι ταραχές. Ομως, τη στιγμή που παρακολουθείς το έργο, έχεις διαρκώς την αίσθηση ότι το «έξω» αντανακλά «μέσα» – και το αντίστροφο. Διόλου τυχαία, η ομάδα των νέων που εισέβαλε στο θέατρο και διέκοψε την επίσημη πρεμιέρα του «Ρομπέρτο Τσούκο», ήταν ενήμερη για το περιεχόμενο του έργου. «Η βία του “Ρομπέρτο Τσούκο” δεν αναπαρίσταται, τη ζούμε καθημερινά», έλεγαν στους θεατές.

Ο «Ρομπέρτο Τσούκο» είναι ένα δυνατό έργο που διαρθρώνεται σε δεκαπέντε σκηνές. Η ιστορία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα: Ο Ιταλός Ρομπέρτο Ζούκο δολοφονεί τη μητέρα του (επειδή δεν του έδινε τα κλειδιά του οικογενειακού αυτοκινήτου), στη συνέχεια σκοτώνει τον πατέρα του (για να μη στενοχωριέται που πέθανε η γυναίκα του), συλλαμβάνεται, κλείνεται στη φυλακή, όπου σπουδάζει πολιτικές επιστήμες, δραπετεύει μετά από πέντε χρόνια, βιάζει και σκοτώνει δύο κορίτσια, σκοτώνει έναν γιατρό και δύο αστυνομικούς, απάγει και τρομοκρατεί κόσμο σε τέσσερις χώρες. Συλλαμβάνεται ξανά, αποπειράται μία ακόμα απόδραση, δίνοντας στο πλαίσιο αυτό ένα εντυπωσιακό σόου στη στέγη της φυλακής με ένα τελετουργικό στριπτίζ, αλλά πέφτει στο έδαφος και τραυματίζεται. Λίγο καιρό αργότερα, αυτοκτονεί στο κελί του, τυλίγοντας το κεφάλι του με μια νάιλον σακούλα – έτσι όπως σκότωσε τον πατέρα του. Η τρομερή αυτή ιστορία ξεκίνησε το 1981 κι έληξε το 1988.

  • Μυθοπλασία

Ο Κολτές σχεδόν ερωτεύτηκε τον –πολύ όμορφο κατά τα φαινόμενα– Ζούκο, διάβασε εξαντλητικά την ιστορία αυτού του δαιμονισμένου αγγέλου, που έμοιαζε να ζει πέρα απ’ το καλό και το κακό. Φυσικά, ο δικός του «Τσούκο» δεν είναι πιστή καταγραφή των πραγματικών γεγονότων αλλά μια μυθοπλαστική αφήγηση της ιλιγγιώδους πορείας ενός σκοτεινού συμβόλου. «Ο Κολτές ήταν άριστος γνώστης των τραγωδιών του Σαίξπηρ, της αρχαίας τραγωδίας, των έργων του Μολιέρου, του Φόκνερ, του Ζενέ, και αυτές οι επιρροές φαίνονται στο έργο του», λέει στην «Κ» η σκηνοθέτις της παράστασης (και αναπληρώτρια καλλιτεχνική διευθύντρια του Εθνικού Θεάτρου) Εφη Θεοδώρου. «Το “Ρομπέρτο Τσούκο” είναι ένα πανόραμα της δυτικής κοινωνίας. Ο Τσούκο είναι ένα είδωλο του συγγραφέα: Ο νέος που επιλέγει τη μοναξιά, απέναντι σε μια κοινωνία άστοργη. Το έργο εκφράζει ένα αίτημα για αγάπη, ακριβώς όπως τα νέα παιδιά σήμερα στη χώρα μας. Ο Κολτές αναζητά το φως μέσα σε έναν ηρωικό θάνατο και στο πρόσωπο του παιδιού που σκοτώνει, είναι σαν να σκοτώνει τον εαυτό του». Σύμφωνα με την Ε. Θεοδώρου, «το πρόσωπο του Τσούκο διασχίζει το έργο και τέμνει τις ζωές των προσώπων που συναντά, όπως περίπου οι άγγελοι στα “Φτερά του έρωτα”. Μόνο που εδώ οι συναντήσεις είναι βίαιες και γεννούν καταστροφές. Ο Τσούκο λειτουργεί σαν καταλύτης στις ζωές τους, φέρνει την απόλυτη ανατροπή σε ζωές κατακερματισμένες, στοιχείο που θυμίζει κάπως το “Θεώρημα” του Παζολίνι».

Το «Ρομπέρτο Τσούκο» είναι ένα έργο σκοτεινό, που μιλάει γι’ αυτή την έξαρση βίας, μια βία τυφλή, την ίδια στιγμή όμως, διαπνέεται και από μια τρυφερότητα, μια ποίηση – η οποία όμως έχει κι αυτή πολλά αγκάθια. «Ο Κολτές θέτει ερωτήματα, δεν δίνει απαντήσεις. Κι ο ήρωάς του λειτουργεί σε πολλά αρχέτυπα: Είναι άγγελος, δαίμονας, Ικαρος, Αμλετ, Οιδίπους», τονίζει η Ε. Θεοδώρου. «Η γλώσσα του κειμένου είναι ρεαλιστική αλλά έχει και ποιητικές εξάρσεις. Κάνω μουσική μέσα από συγκεκριμένα αισθήματα, έλεγε ο ίδιος ο Κολτές. Επίσης, δεν υπάρχει ευτυχής σχέση ή έρωτας, κάθε επαφή είναι οδυνηρή στο σύμπαν του Κολτές. Υπάρχει αυτή η απουσία ολοκληρωμένων, κορεσμένων αισθημάτων, κι ένα ανεκπλήρωτο αίτημα αγάπης, ανεπίδοτο – οπότε κάπου εκεί έρχεται το ξέσπασμα της βίας. Το στοιχείο αυτό μας φέρνει πολύ κοντά στο σήμερα».

  • No Man’s Land

Τόσο η Ε. Θεοδώρου όσο και οι άλλοι συντελεστές της παράστασης επηρεάστηκαν βαθιά απ’ όσα συνέβαιναν στους δρόμους της πόλης. «Οι εξωτερικές συνθήκες δυναμίτισαν τις τελευταίες μας πρόβες. Ερχόμασταν να δουλέψουμε και ξέραμε ότι το πράγμα βράζει». Την ίδια στιγμή, η παράσταση ανεβαίνει στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος», χωρίς κανένα σκηνικό, μόνο με την προσθήκη των φωτισμών και της μινιμαλιστικής μουσικής από ζωντανά αφρικανικά κρουστά. «Οι λόγοι ήταν και πρακτικοί, όμως, τελικά, όλο αυτό έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της παράστασης. Ετσι, η σκηνή είναι ένα no man’s land. Είναι ένας αφηρημένος χώρος, είναι το δωμάτιο, το πάρκο, ο δρόμος, η φυλακή.

Προσωπικά, ποντάρισα σε αυτό το έργο. Ηθελα να είναι αφορμή να αναμετρηθούμε με το καθαρό θέατρο. Το σκεφτόμουν πολλά χρόνια αλλά δεν τολμούσα να το αγγίξω. Μπήκαμε όλοι μαζί στο έργο, κάπως σαν καμικάζι. Οι ηθοποιοί δεν κρύβονται πίσω από σκηνικά, όρους και συνθήκες. Αναμετρώνται με αυτό το υπέροχο κείμενο».

Λίγο πριν από την έναρξη της παράστασης, ο βετεράνος ηθοποιός Γιάννης Βογιατζής, ακμαίος και γεμάτος πάθος για το θέατρο (έχει μια πολύ δυνατή σκηνή με έναν εξαιρετικό μονόλογο), μας έλεγε ότι «στην τελευταία πρόβα, στο φινάλε, έβαλα τα κλάματα. Σκεφτόμουν όλα όσα γίνονται στην Αθήνα. Ολοι έχουμε επηρεαστεί». «Μέχρι χθες τα παιδιά ήταν “μπλογκαρισμένα” στο Διαδίκτυο και την επομένη βγήκαν στους δρόμους», λέει η Ε. Θεοδώρου. «Ρώτησα τον γιο μου, τι συμβαίνει; Μου απάντησε: Κανείς δεν καταλαβαίνει τίποτα και κανείς δεν ενδιαφέρεται για κανέναν. Αυτή ακριβώς είναι και η φράση του Τσούκο στο έργο του Κολτές»…

  • Ιnfo

-Το «Ρομπέρτο Τσούκο» παίζεται στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» του κτιρίου Τσίλερ (Αγ. Κωνσταντίνου 22–24, τηλ. 210–33.05.074, 210–72.34.567), στο Εθνικό Θέατρο. Η σκηνοθεσία είναι της Εφης Θεοδώρου. Τη μετάφραση υπογράφει ο Δημήτρης Δημητριάδης. Σκηνικά – κοστούμια: Εύα Μανιδάκη. Μουσική: Νίκος Πλάτανος. Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης. Παίζουν: Γιάννης Βογιατζής, Μάκης Παπαδημητρίου, Γιάννος Περλέγκας, Μαρία Πρωτόπαππα, Σοφία Σεϊρλή κ.ά.

Κέβιν Σπέισι: Στο θέατρο πρέπει πάντα να ρισκάρεις

 Kevin Spacey

Συνεχίζει για πέμπτη χρονιά τη θητεία του στο Ολντ Βικ

The Observer

Έπειτα από μια δύσκολη αρχή όταν ανέλαβε τη διεύθυνση του θεάτρου Ολντ Βικ πριν από τέσσερα χρόνια, η επαγγελματική φήμη του Κέβιν Σπέισι είναι τώρα ισχυρότερη παρά ποτέ, μετά την απόφασή του να προσλάβει τον σκηνοθέτη Σαμ Μέντες για τη νέα σεζόν.

  • Τριλογία

Η απόφασή του να ανεβάσει φέτος την τριλογία του Αλαν Εϊκμπορν επαινέθηκε ως ευφυές και τολμηρό εγχείρημα. Οι κριτικοί το χαρακτήρισαν «ιδιοφυή κίνηση» και θεατρικό γεγονός παγκόσμιας σημασίας. Ο ίδιος ο Σπέισι είναι πολύ ευχαριστημένος που η σκηνοθεσία του Μάθιου Γουόρτσας συνέβαλε στο να επανεκτιμηθεί αυτός ο τόσο αξιόλογος, αλλά παραμελημένος θεατρικός συγγραφέας. Μιλώντας από το Πουέρτο Ρίκο, όπου είχε πάει για τα γυρίσματα της ταινίας «The Men Who Stare At Goats», είπε: «Το σπουδαιότερο πράγμα για μένα είναι να ανακαλύψουμε και πάλι τον Εϊκμπορν. Ανέλαβα ένα ρίσκο με αυτή την παραγωγή, αλλά δουλειά μου είναι να συγκεντρώσω όλους τους απαραίτητους συντελεστές για να υπηρετήσω το έργο».

Η θητεία του στο Ολντ Βικ σημαδεύτηκε από μια αποτυχημένη αρχική επιλογή, το ανέβασμα του ολλανδικού έργου Cloaca το 2004, και άλλη μια αποτυχία αργότερα, το έργο του Αρθουρ Μίλερ «Resurrection Blues» σε σκηνοθεσία του Ρόμπερτ Ολτμαν. Στον τελικό απολογισμό όμως τα κέρδη είναι συντριπτικά ανώτερα από τις αρνητικές στιγμές. Το Ολντ Βικ γνώρισε σημαντική κριτική όσο και ταμειακή επιτυχία με το «Philadelphia Story» το 2005, ο Σπέισι αποθεώθηκε ερμηνεύοντας τον Ριχάρδο τον Β’ την ίδια χρονιά και πρωταγωνιστώντας στο «Ενα φεγγάρι για τους κατατρεγμένους», του Ευγενίου Ο’ Νιλ το 2006. Και τον περασμένο χειμώνα, το έργο του Ντέιβιντ Μάμετ «Speed the Plow», με πρωταγωνιστές τον Σπέισι και τον Τζεφ Γκόλντμπλαμ, αναδείχτηκε στη μεγαλύτερη επιτυχία της θεατρικής σεζόν στο Λονδίνο.

Οι κατά παράδοση σκεπτικιστές Λονδρέζοι έχουν πλέον κατακτηθεί από τον Αμερικανό «παρείσακτο». Μετά την τραυματική δυσπιστία που συνάντησε αρχικά, ο Σπέισι κέρδισε επάξια τη θέση του στην κλειστή καλλιτεχνική κοινότητα του Λονδίνου.

  • Παραμονή

Η μεταστροφή των διαθέσεων είναι τόσο καθολική που πολλοί αναρωτιούνται τώρα μήπως ο Σπέισι θα μπορούσε να πειστεί, ώστε να παραμείνει στη διεύθυνση του ιστορικού θεάτρου και μετά την παρέλευση των δέκα χρόνων της συμφωνίας του. Ο ίδιος πάντως δεν θέλει να ενισχύσει αυτές τις ελπίδες. «Θα φύγω τον καιρό που είπα ότι θα φύγω», λέει. «Ενα θέατρο χρειάζεται νέο αίμα. Ελπίζω όμως ότι πολλά από τα πράγματα που κατακτήσαμε θα παραμείνουν». [Η Καθημερινή, 28/12/2008]

Kevin Spacey-ALO-027586.jpg

60th Primetime EMMY Awards – Arrivals
Nokia Theater
9/21/2008
Albert L. Ortega / PR Photos

Kevin Spacey Biography

An actor whose remarkable versatility has often been described as chameleon-like, Kevin Spacey has made an art of portraying a gallery of morally ambiguous characters ranging from the mildly shady to the all-out murderous. Spacey has won acclaim not only for his film work but also for his television and stage performances. His reputation as one of the best-respected actors of his generation has been verified by an Oscar, a Tony, and an award as Best Actor of the Decade from England’s Empire magazine in 1999.

The son of a technical procedure writer and a secretary, Spacey was born in South Orange, NJ, on July 26, 1959. His family moved a great deal thanks to his father’s job, eventually settling for a time in Los Angeles. It was there that Spacey — who had previously done a stint at military school — attended Chatsworth High School, where he was very active in the theater. Some of his high school contemporaries included Mare Winningham and Val Kilmer; Spacey was Von Trapp to the former’s Maria in a production of +The Sound of Music and was encouraged to go to Juilliard by the latter. After an attempt at standup comedy, Spacey did go to Juilliard, where he continued to act with Kilmer, who was two years his senior. His time at Juilliard was cut short after his second year, when Spacey decided to quit school to begin his career.

He made his theatrical debut in 1981 with Shakespeare in the Park, performing alongside the likes of Kilmer, Mandy Patinkin, and John Goodman. The actor continued to be a fixture on the theater scene throughout the decade, performing both on Broadway and in regional productions. It was through the theater that he got his first big break: While auditioning for a Tom Stoppard play, Spacey was approached by director Mike Nichols, who cast him in his production of David Rabe‘s +Hurlyburly. The actor’s work in the play — in which he eventually played all of the male leads — led Nichols to cast him as a subway mugger in his 1986 Heartburn. Two years later, the director and actor worked together again in Working Girl, in which Spacey had a small but memorable role as a sleazy businessman.

By this time, Spacey was starting to work steadily in film, although he maintained his stage work, winning a 1990 Tony Award for his role in the Broadway production of +Lost in Yonkers. He also did a substantial amount of television work, appearing on the series Wiseguy as deranged criminal Mel Proffitt. Criminal or morally questionable activities were to figure largely in Spacey’s subsequent portrayals: His first starring role in a film was as the husband of a murdered woman in the 1992 Consenting Adults. The same year, he won acclaim for his portrayal of a foul-mouthed, leech-like real estate agent in James Foley’s screen adaptation of the David Mamet play, +Glengarry Glen Ross.

Spacey landed his next memorable film role as yet another foul-mouthed jerk in the 1994 Swimming With Sharks, which he also co-produced. He was nominated for an Independent Spirit Award for his portrayal of an abusive studio executive, and he gained further recognition the same year for his entirely different role in The Ref, in which he played one half of a constantly arguing married couple. However, it was with his performance in the following year’s The Usual Suspects that Spacey fully stepped into the spotlight. As the enigmatic, garrulous «Verbal» Kint, Spacey was one of the more celebrated aspects of the critically lauded sleeper hit, winning a Best Supporting Actor Oscar for his work. If that weren’t enough, the actor won additional acclaim the same year for his role as a serial killer in the stylish and unrelentingly creepy thriller Seven.
Having secured a place on Hollywood’s A-list, Spacey went on to make his directorial debut the following year with Albino Alligator. A New Orleans-based crime drama starring Matt Dillon, Faye Dunaway, and Gary Sinise, the film won some positive reviews, though it made little impact at the box office. In addition to directing, Spacey kept busy with acting, appearing the same year in A Time to Kill and Al Pacino‘s documentary Looking for Richard.

The actor went on to star in Clint Eastwood‘s highly anticipated 1997 adaptation of John Berendt’s -Midnight in the Garden of Good and Evil and then had a sizable role in the big-budget The Negotiator in 1998. The same year, he also lent his voice to the computer-animated A Bug’s Life and starred in the screen adaptation of +Hurlyburly. While doing steady film work, Spacey also continued to appear on the stage, winning raves for his performance in an adaptation of Eugene O’Neill’s +The Iceman Cometh, first on the London stage in 1998, and then on Broadway the following year. Also in 1999, Spacey won an Academy Award as Best Actor for American Beauty, director Sam Mendes‘ dark comedy about a man experiencing a mid-life crisis. Following up Beauty with starring roles in The Big Kahuna and Ordinary Decent Criminal, Spacey would later appear as a mental patient who claims to be from a distant planet in K-PAX. K-Pax proved to be a minor flop, as did the actor’s other major film in 2001, Lasse Hallstrom’s adaptation of The Shipping News. Although Spacey drew positive notices for his portrayal of a man trying to start a new life in Newfoundland, the film, which also starred Julianne Moore, Cate Blanchett, and Judi Dench, quickly sank at the box office and received only a lukewarm reception from critics.

Spacey maintained a busy schedule throughout 2003, appearing in three disparate projects that reflected his extraordinary versatility. Besides cropping up as himself in the third Austin Powers outing, Austin Powers: Goldmember, he played the title character of The Life of David Gale, the story of a University of Texas professor whose anti-capital punishment stance assumes very personal meaning when he is convicted of rape and murder and lands on death row; the picture – helmed by the legendary Alan Parker — received a critical drubbing and faded quickly from view. That year, Spacey also starred in The United States of Leland, playing the father of a fifteen-year-old (Ryan Gosling) who murders an autistic child.

2004 marked a key year for Spacey. The actor – who had dreamed of portraying crooner Bobby Darin since childhood, and spent years striving to produce a biopic of the late singer through his production house, Trigger Horse Productions, ultimately realized that goal in December ’04. In addition to starring Spacey as Darin, the biopic, entitled Beyond the Sea, enlisted Kate Bosworth as Sandra Dee, John Goodman as Steve Blauner, and Brenda Blethyn as Polly Cassotto. Beyond earned a decidedly mixed critical reception; some reviewers complained that, although Spacey exudes well-honed skill as a dancer and singer in the role, the overall effort reveals more about Spacey’s obsession with becoming Darin than with Darin himself.

In 2005, Spacey cut back on his acting schedule and devoted more attention to his role as artistic director of the legendary Old Vic Theatre in London – a position he had assumed in 2003, under ten-year contract. In a Charlie Rose appearance c. 2005, the actor openly discussed his desire to use his position to revive a series of theatrical classics and reestablish The Vic as one of the world’s premier stage venues. Unfortunately, Spacey’s work here also earned some derision; under his aegis, The Vic mounted Arthur Miller’s +Resurrection Blues in May 2006 – an effort helmed by Robert Altman – and it drew vicious critical pans, one from a reviewer who demanded that Spacey resign. Although Spacey listened to the complaints about the Altman effort, (shelving the production during the theater’s busy summer tourist season), he vowed to continue his efforts at the Vic unabated.

Summer 2006 also saw the actor appearing in the highly anticipated big-budget extravaganza Superman Returns, playing Lex Luthor to Brandon Routh’s Superman/Clark Kent and Kate Bosworth’s Lois Lane. With a powerhouse supporting cast that includes Frank Langella (Good Night, and Good Luck.), and Eva Marie Saint (North by Northwest), the picture predictably opened up to spectacular box office (becoming one of summer’s top grossers) and enthusiastic critical notices. Those who did criticize the film singled out Spacey’s interpretation of the Luthor role.

About a month prior to the Superman debut, Spacey signed with Warner Brothers to co-star in Joe Claus (originally titled Fred Claus), a Christmas comedy that reteams Wedding Crashers director David Dobkin with funnyman Vince Vaughn, and enlists Paul Giamatti (American Splendor, Sideways) as a co-star. Vaughn plays the title character, Santa Claus’s loser brother, who decides to join forces with his revered sibling at the North Pole. Spacey plays the villain of the piece. Warners slated cameras to begin rolling in fall 2006.

Offscreen, Spacey is notoriously guarded about his private life. Regarding his career, he insists that theatrical work is far more important to him than cinema, which accounts for his decision to shift gears after American Beauty and take over the Old Vic. Rebecca Flint Marx, All Movie Guide

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΓΝΑΔΗΣ: «Φοβάμαι μήπως ενηλικιωθώ»

ΠΡΟΣΩΠΟ

Σκηνοθετεί τη σουηδική «Καλή οικογένεια» έξι μήνες μετά τους αριστοφανικούς «Βατράχους» που συζητήθηκαν

της Μυρτώς Λοβέρδου | το βήμα, Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2008

Η αλήθεια είναι ότι ο Δημήτρης Λιγνάδης χαίρεται όταν ακούει ότι οι «Βάτραχοι» εξακολουθούν να συζητούνται, έξι μήνες μετά την πρεμιέρα στην Επίδαυρο, ενώ «Η καλή οικογένεια» που σκηνοθετεί μόλις ξεκίνησε στη Νέα Σκηνή του Εθνικού. Με μία επιπλέον εμπειρία στο ενεργητικό του, ο σκηνοθέτης και ηθοποιός συνεχίζει την πορεία του ξεκαθαρίζοντας: «Στους “Βατράχους” δεν είχα κακή πρόθεση. Μια παράσταση έκανα στο κάτω κάτω, κι αν τάραξα κάποια νερά μακάρι θα έλθει κάποιος να αλιεύσει καλύτερα ψάρια…».

Προτού κάνει τις διαπιστώσεις του από την πρόσφατη αριστοφανική του εμπειρία, ο Δημήτρης Λιγνάδης προτείνει το σύγχρονο σουηδικό έργο του Γιοακίμ Πίρινεν. Σε μια παράσταση χωρίς (πολλές) σκηνοθετικές παρεμβάσεις παρουσιάζει μια οικογένεια που μοιάζει σαν να βγήκε από διαφήμιση: Όλοι και όλα είναι τέλεια. Υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να διαταράξει αυτή την ιδανική κατάσταση; «Στην ουσία πρόκειται για στιγμιότυπα από την καθημερινότητα μιας οικογένειας. Τόσο απλά. Ενδιαφέρον έχει να δούμε τι αποτέλεσμα μπορεί να έχει η παρουσίαση μιας θετικής κατάστασης. Είναι λίγο σαν διαφήμιση, Οι ρωγμές θα φανούν στη σκηνή…» λέει.

Γυρνώντας πίσω, ομολογεί ότι το πρώτο βήμα στην αυτοκριτική του για τους «Βατράχους» ήταν να παραδεχθεί τα λάθη του. Μετά έβγαλε τα συμπεράσματά του: «Ήξερα ότι θα ενοχλούσε η παράσταση αλλά δεν ήταν αυτός ο στόχος μου. Αν και πιστεύω ότι έχουν εμφανισθεί πολύ πιο τολμηροί από εμένα σκηνοθέτες στο αρχαίο δράμα, πιο αλαζόνες. Και όμως, δεν έχουν ενοχλήσει τόσο όσο εγώ…». Προσωπική και καλλιτεχνική, η σύγκρουση είχε στόχο και τον ίδιο τον καλλιτεχνικό διευθυντή Γιάννη Χουβαρδά; «Μονολεκτικά απαντώ ναι. Έπαιξε ρόλο και αυτό. Αλλά είναι άδικο. Προσωπικά νιώθω ευγνωμοσύνη που δουλεύω κοντά του», λέει, καθώς πιστεύει ότι και οι συγκρούσεις είναι μέσα στο παιχνίδι. «Για μένα οι “Βάτραχοι” ήταν περισσότερο μια ματιά γύρω από τον τρόπο που ανεβαίνει σήμερα το αρχαίο δράμα παρά ένα πολιτιστικό γεγονός,ήθελε περισσότερο να δηλώσει κάτι παρά να δείξει κάτι. Από την άλλη, πολλές φορές χάριν της αρχικής ιδέας θυσιάζω την εκτέλεσή της και αυτό συμπαρασύρει το τελικό αποτέλεσμα,ενώ δημιουργεί ανασφάλεια στους συμπαίκτες μου. Μια τρίτη διαπίστωσή μου είναι ότι η γραπτή κριτική στην πλειονότητά της κατακεραύνωσε τους “Βατράχους”, ενώ η προφορική,η προσέλευση του κόσμου δηλαδή, τους αποθέωσε- χωρίς να σημαίνει ότι η προσέλευση είναι και τεκμήριο επιτυχίας. Τέλος, μου χρέωσαν ότι ανήκω σε ένα κύκλωμα που μισεί την αρχαία τραγωδία. Ε, λοιπόν, δεν είναι έτσι τα πράγματα…». Το ερώτημα που παραμένει είναι αν μια παράσταση σαν τους «Βατράχους» χρειάζεται να πάει στην Επίδαυρο με την ομπρέλα του Εθνικού και αν τελικά ήταν απαραίτητο το «άλλοθι» του Αριστοφάνη.«Θεωρώ ότι έτσι κάπως πρέπει- ή δεν πρέπει- να ανεβαίνει ο Αριστοφάνης, ένας επίκαιρος συγγραφέας. Και με την παράστασή μου προσπάθησα να ξεκλειδώσω τη σχέση ενός αριστοφανικού κειμένου και ενός σημερινού κοινού. Αυτή ήταν η πρόθεσή μου. Εγώ καταθέτω τη ματιά και την αγωνία μου» καταλήγει. «Για μένα είναι πολύ θετικό που με εμπιστεύτηκε ο Γιάννης Χουβαρδάς- όπως εμπιστεύεται ανθρώπους που δοκιμάζουν και δοκιμάζονται». Και τονίζει ότι η Επίδαυρος πρέπει να διατηρήσει όλα της τα χαρακτηριστικά- ακόμη και τα τουριστικά.

Δάσκαλος και αναπληρωτής διευθυντής της Δραματικής Σχολής του Εθνικού, από όπου και ο ίδιος αποφοίτησε, ο Δημήτρης Λιγνάδης πιστεύει ότι «όποιος δεν παρακολουθεί την εποχή του καλύτερα να γίνει καλόγερος…» . Υπό την επίδραση των πρόσφατων γεγονότων σχολιάζει ότι «κρίνουμε και κατακρίνουμε μια πραγματικότητα την ίδια στιγμή που ζούμε μέσα σε αυτή. Η επανάσταση, η ρήξη με τα πράγματα είναι προσωπική υπόθεση- όχι συλλογική. Για να χτυπήσω ένα σύστημα πρέπει πρώτα απ΄ όλα να είμαι μέρος του. Άρα το χτύπημα θα είναι επώδυνο».

Με μια μόνιμη ανατρεπτική διάθεση, ο Δημήτρης Λιγνάδης συνεχίζει τον δρόμο του προσπαθώντας να μάθει όλο και πιο πολλά: «Έχω βρεθεί σε αυτή την αρένα γνωρίζοντας ότι έχω και να κερδίσω και να χάσω. Είμαι ένας πολύ ευέλικτος άνθρωπος: μπορώ να μείνω με χίλια άτομα, μπορώ να μείνω και με τον εαυτό μου. Μπορώ να ζήσω με 3 ευρώ, μπορώ να ζήσω και με πάρα πολλά ευρώ.Μου έχουν συμβεί και τα δύο, γιατί αλλάζει συχνά η ζωή μου. Ο μόνος φόβος είναι μήπως ενηλικιωθώ, συμβιβαστώ, αρχίσω τα ανώδυνα και τα σίγουρα. Αυτό θα με πεθάνει. Εμένα η ζωή μου αρέσει με τα όλα της. Μέσα σε αυτό το πλέγμα που λέγεται σόουμπιζ εγώ θέλω να κάνω την τρέλα μου. Να πω δηλαδή με τον δικό μου τρόπο τα τρία πράγματα που θέλω σε όσο πιο πολύ κόσμο γίνεται. Και να με χειροκροτήσει».

«Η καλή οικογένεια» του Γιοακίμ Πίρινεν παρουσιάζεται στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος». Παίζουν: Μηνάς Χατζησάββας, Μαρίνα Ψάλτη, Νίκος Πουρσανίδης, Αλεξάνδρα Αϊδίνη.

Χάρολντ Πίντερ: Ο κορυφαίος του μοντερνισμού

Ο νομπελίστας Χάρολντ Πίντερ έξω από την οικία του στο Λονδίνο το 2005

ΑΠΏΛΕΙΑ

Ο Χάρολντ Πίντερ έφυγε από τη ζωή την παραμονή των Χριστουγέννων. Ηταν ο θεατρικός συγγραφέας με τη μεγαλύτερη επιρροή στο μεταπολεμικό θέατρο και ταυτόχρονα ένας μόνιμος αντιρρησίας συνειδήσεως

της κατερίνας δαφέρμου | το βήμα, Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2008

«Τα εγκλήματα των ΗΠΑ την ίδια περίοδο (σ.σ.: μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) έχουν καταγραφεί πολύ επιλεκτικά,για να μην ερευνήσουμε το κατά πόσον έχει γίνει τεκμηρίωση, παραδοχή ή αναγνώρισή τους ως εγκλημάτων. (…) Ο Μπους και ο Μπλερ γυρίζουν την πλάτη τους στον θάνατο. (…) Ο θάνατος 2.000 Αμερικανών είναι ντροπή.Οδηγήθηκαν στους τάφους τους μέσα στο σκοτάδι.Οι κηδείες είναι ήσυχες,δεν ενοχλούν κανέναν.Οι ακρωτηριασμένοι σαπίζουν στα κρεβάτια τους,μερικοί για το υπόλοιπο της ζωής τους.Οπότε οι νεκροί και οι ακρωτηριασμένοι σαπίζουν και οι δύο σε τάφους διαφορετικών ειδών».

Τα αιχμηρά λόγια του Χάρολντ Πίντερ στην πολυσυζητημένη ομιλία του την ημέρα που τιμήθηκε με το βραβείο Νομπέλ (το 2005) ήχησαν ξανά όταν την παραμονή των Χριστουγέννων ανακοινώθηκε ο θάνατός του στα 78 του χρόνια. Ηταν ο θεατρικός συγγραφέας με τη μεγαλύτερη ίσως επιρροή στο μεταπολεμικό θέατρο, έργα του όπως «ο Επιστάτης» και το «Πάρτι γενεθλίων» καθόρισαν τη σύγχρονη πρωτοπορία – σκηνοθέτης, ηθοποιός και ταυτόχρονα αγαπημένος ποιητής της Αριστεράς. Το ύφος του ήταν τόσο διακριτό ώστε ο όρος «πιντερικό» εισήχθη στο αγγλικό λεξικό της Οξφόρδης. Από το 2002 έπασχε από καρκίνο. Το 2005 δήλωσε ότι παραιτείται από τα θεατρικά του ενδιαφέροντα για να επικεντρωθεί στα δράματα της πραγματικής πολιτικής.

Τα πρώτα βήματα

Ο Χάρολντ Πίντερ γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Χάκνεϊ, μια εργατική συνοικία του Ανατολικού Λονδίνου, το οποίο εξηγεί εν μέρει το ότι σε όλη του τη ζωή, εντός και εκτός σκηνής, τάχθηκε στο πλευρό των «αδυνάμων». Ηταν μοναχογιός εβραίου ράφτη πορτογαλικής καταγωγής (πραγματικό όνομα: Ντα Πίντα). Τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στις φτωχογειτονιές σημαδεύτηκαν από το συναίσθημα που ο ίδιος χαρακτήρισε « πόνο αποχωρισμού και φόβο ενός αβέβαιου μέλλοντος » κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1949 ο Πίντερ ήταν ήδη ένας αντιρρησίας συνειδήσεως όταν αρνήθηκε να καταταγεί στον στρατό. Την ίδια χρονιά ξυλοκοπήθηκε αφού επιτέθηκε στους φασίστες στο Ιστ Εντ.

Το 1948 γράφτηκε στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης, την οποία όμως εγκατέλειψε έναν χρόνο αργότερα. Φοίτησε στην Κεντρική Σχολή Λόγου και Δραματικής Τέχνης και για λίγο δούλεψε ως ηθοποιός σε διάφορους επαρχιακούς θιάσους ρεπερτορίου με το ψευδώνυμο Ντέιβιντ Μπάιρον. Την ίδια περίοδο, δηλαδή αρχές της δεκαετίας του 1950, γράφει τα πρώτα του ποιήματα, στα οποία είναι πρόδηλη η επιρροή του Ντίλαν Τόμας. Το 1968 εκδόθηκε για πρώτη φορά η ανθολογία των ποιημάτων του (έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά).

Από το πρώτο κιόλας θεατρικό του έργο, ένα μονόπρακτο με τίτλο «Το δωμάτιο», που ανέβηκε το 1957 στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ, άρχισαν να διαφαίνονται οι κύριες αρετές του ξεχωριστού του τρόπου: ο κλειστός χώρος από τις ρωγμές του οποίου τελικά εισβάλλει ο κίνδυνος που μας απειλεί. Ηδη από τότε έγραψαν ότι ξεκινάει μια νέα εποχή στο αγγλικό θέατρο. Σύντομα ανέβηκε το «Πάρτι γενεθλίων», το πρώτο κανονικής διάρκειας έργο του, που αρχικά αποδοκιμάστηκε από την κριτική και το κοινό (το 1958) για να φτάσει να θεωρείται σήμερα ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα της πρωτοπορίας, το οποίο παίζεται ξανά και ξανά στα θέατρα όλου του κόσμου. Με τον «Επιστάτη» (1960), ένα δράμα πάνω στην αδυναμία επικοινωνίας των ανθρώπων (που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1965 στο Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Κουν με τον Θύμιο Καρακατσάνη) και μετά με τον «Γυρισμό» (1965) και την «Προδοσία» (1978), ο Πίντερ καθιερώνεται ως το κορυφαίο ταλέντο του μοντερνισμού.

Μεταξύ των θεατρικών του έργων ξεχωρίζουν τα μονόπρακτα «Νυχτερινό σχολείο», «Η συλλογή» (1961), «Ο εραστής» (1963), «Πρόσκληση για τσάι» (1965), «Το υπόγειο» (1967), τα πιο γνωστά «Παλιοί καιροί» (1971), «Μονόλογος» (1975) και «Ουδέτερη ζώνη» (θα ανεβεί σύντομα στο θέατρο Duke of Υork του Λονδίνου), η τριλογία μονοπράκτων με γενικό τίτλο «Αλλοι τόποι» (1982). Συνολικά έγραψε περισσότερα από τριάντα έργα. Αλλά ο Πίντερ είχε επίσης σκηνοθετήσει για το θέατρο, ανεβάζοντας το 1970 και το μοναδικό θεατρικό έργο του θεμελιωτή του μοντερνισμού Τζέιμς Τζόις με τίτλο «Εξόριστοι». Στο ελληνικό κοινό τα έργα του ανέβηκαν πρώτα από τον Κάρολο Κουν και το Θέατρο Τέχνης.

Καθρέφτης του πραγματικού

Βαθύτατα επηρεασμένα από τον Σάμιουελ Μπέκετ, τα θεατρικά κείμενα του Πίντερ έμοιαζαν μέσα στη λιτότητά τους απλώς σαν καταγραφές προφορικού λόγου, χωρίς κανένα λογοτεχνικό φτιασίδωμα. Αυτό ήταν το μεγαλείο και η δύναμή τους: οι απολύτως αποδραματοποιημένοι διάλογοι, καθρέφτης της πιο κοινότοπης γλώσσας, μπόρεσαν να μεταδώσουν στο κοινό την ωμότητα της καθημερινότητας, τον κυνισμό του μεταπολεμικού κόσμου, και να μεταφέρουν τη φρίκη, τον σιωπηλό πόνο, τον τρόμο, το κενό που είχε νιώσει και ο ίδιος ως άνθρωπος. Διάσημοι οι υπαινιγμοί αλλά και οι παύσεις ή «σιωπές» στις προτάσεις του, που φόρτιζαν την ένταση. Μόνιμες θεματικές του τα μυστικά που μας ενώνουν και μας απομακρύνουν, οι ανομολόγητες επιθυμίες. Το έργο του συμπύκνωσε όλη την πραγματικότητα του μεταπολεμικού κόσμου και του Ψυχρού Πολέμου και είναι ταυτόχρονα ύμνος στον άνθρωπο.

Η σχέση του με τον κινηματογράφο

Ο κόσμος που αναπαριστά ο Πίντερ μοιάζει επιφανειακά απόλυτα τακτοποιημένος, αλλά ο πόνος, η ενοχή και η βία ελλοχεύουν. Κάποια στιγμή θα προβάλουν στην επιφάνεια ξαφνικά, εξαιτίας της αδήριτης ειμαρμένης, αλλά θα βγουν χωρίς πυροτεχνήματα και λυρισμό, απλά και φυσικά, όπως όταν σβήνουν τα φώτα και πέφτει η αυλαία. Το απόλυτα ρεαλιστικό, στεγνό και υπογείως τραγικό ύφος του Πίντερ, η γυμνή του γλώσσα (« συστηματικό στρατήγημα για να κρύψεις την ίδια σου τη γύμνια » είχε πει) ταίριαξε στον κινηματογράφο, στον οποίο πρόσφερε εξαιρετικά σενάρια συνεργαζόμενος κυρίως με τον σημαντικό σκηνοθέτη Τζόζεφ Λόουζι: «Ο υπηρέτης» (1963), «Το δυστύχημα» (1967), «Ο μεσάζων» (1971) θεωρούνται μείζονα έργα της εβδόμης τέχνης. Εδωσε επίσης σπουδαία σενάρια: στον Ηλία Καζάν τον «Τελευταίο μεγιστάνα» (από το ημιτελές έργο του Φιτζέραλντ) το 1976, στον Κάρελ Ράιζ το «Η ερωμένη του γάλλου υπολοχαγού» (από το έργο του Φάουλς) το 1981. Πολλά σενάριά του ήταν υποψήφια για Οσκαρ. Και τα δικά του θεατρικά μεταφέρθηκαν με επιτυχία στον κινηματογράφο: «Ο επιστάτης» (1963) από τον Κλάιβ Ντόνερ, το «Πάρτι γενεθλίων» (1963) από τον Γουίλιαμ Φρίντκιν, ο «Γυρισμός» (1973) από τον Πίτερ Χολ. Τη δεκαετία του 1990 απολάμβανε το να ερμηνεύει μικρούς χαρακτηριστικούς ρόλους σε ταινίες.

ΕΚΤΟΣ ΣΚΗΝΗΣ

Υπέρμαχος της ελευθερίας του λόγου

Ο Χάρολντ Πίντερ έπαιρνε θέση σε όλα τα καίρια ζητήματα της ανθρωπότητας. Είχε εξαπολύσει δριμεία κριτική κατά του βομβαρδισμού της Σερβίας από το ΝΑΤΟ και κατά της αμερικανικής και αγγλικής εισβολής στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Αγωνίστηκε για την υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου από τη θέση του αντιπροέδρου του ΡΕΝ, της διεθνούς ένωσης συγγραφέων. Αρνήθηκε να χρισθεί ιππότης από τη βασίλισσα και επινοήθηκε ειδικός τίτλος (Companion of Ηonour) για χάρη του, τον οποίο του απένειμαν το 2002. Το 1979, ύστερα από μια απεργία στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας, είχε ψηφίσει τη Μάργκαρετ Θάτσερ, πράγμα που αργότερα χαρακτήρισε «την πιο επαίσχυντη πράξη της ζωής του». Οσο εύγλωττα και αν τοποθετείτο στα δημόσια πράγματα, για τα προσωπικά του δράματα τηρούσε σιγήν ιχθύος. Δεν εκφράστηκε ποτέ για τον θάνατο της πρώτης του γυναίκας, της ηθοποιού Βίβιαν Μέρτσαντ, που έγινε αλκοολική μετά τον χωρισμό τους το 1980 (πέθανε το 1982, πολύ νέα). Ούτε για την αποξένωση από τον γιο τους. Η σιωπή του και εδώ ήταν εκφραστική. Η δεύτερη σύζυγός του, τα τελευταία 33 χρόνια, ήταν η συγγραφέας λαίδη Αντόνια Φρέιζερ.

ΤΙ ΕΧΕΙ ΔΗΛΩΣΕΙ

Για την Τέχνη:
Δεν υπάρχει απόλυτος διαχωρισμός ανάμεσα στο πραγματικό και στο μη πραγματικό ούτε ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα.Ενα πράγμα δεν είναι κατ΄ ανάγκην είτε αληθινό είτε ψεύτικο.Μπορεί να είναι ταυτόχρονα αληθινό και ψεύτικο.

Για την αδικία των μεγάλων δυνάμεων:

Οι άνθρωποι δεν ξεχνούν.Δεν ξεχνούν τον θάνατο των συντρόφων τους,δεν ξεχνούν τα βασανιστήρια και τους ακρωτηριασμούς,δεν ξεχνούν την αδικία,δεν ξεχνούν την καταπίεση, δεν ξεχνούν την τρομοκρατία των μεγάλων δυνάμεων.Και όχι μόνο δεν ξεχνούν. Ανταποδίδουν το χτύπημα.

1909: 100 ΧΡΟΝΙΑ από τη φουτουριστική έκρηξη

GΕΤΤΥ ΙΜΑGΕS/ΙDΕΑL ΙΜΑGΕ. Ο Φιλίπο Τομάζο Μαριν�τι, λογοτ�χνης και ιδρυτής του ιταλικού φουτουριστικού κινήματος

GΕΤΤΥ ΙΜΑGΕS/ΙDΕΑL ΙΜΑGΕ. Ο Φιλίπο Τομάζο Μαρινέτι, λογοτέχνης και ιδρυτής του ιταλικού φουτουριστικού κινήματος

ΤΕΧΝΕΣ

Η αποθέωση του στιγμιαίου

της ελενης βαροπουλου | το βήμα, Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2008

Φεβρουάριος 1909. Το πρωτοσέλιδο δημοσίευμα στην παρισινή εφημερίδα «Φιγκαρό» με τον τίτλο «Ο φουτουρισμός», γραμμένο από τον ιταλό ποιητή Φιλίπο Τομάζο Μαρινέτι, έμελλε να στρέψει θεαματικά όλες τις τέχνες προς το τεχνικό στοιχείο και τις μηχανές, προς το ριζοσπαστικό πνεύμα, την πρόκληση και την επιθετικότητα. Το μανιφέστο αυτό, από το οποίο δεν έλειπαν τα φιλοπολεμικά και αντιφεμινιστικά συνθήματα, αποτέλεσε άμεσα μια θεωρητική πλατφόρμα για πρωτότυπες δράσεις και εκδηλώσεις σε αναπάντεχους χώρους και στον δρόμο, για διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες που λογίζονταν καλλιτεχνικά γεγονότα, για σκάνδαλα που εμφανίζονταν ως καθημερινά τελετουργικά με αισθητική αξία. Φουτουρισμός ήταν η ακραία, ευρηματική όσο και παρεμβατική τέχνη που αποθέωνε το στιγμιαίο και την ίδια την ταχύτητα, που διεκδικούσε τη δυναμική του αυτοσχεδιασμού, που επεδίωκε την ταύτιση τέχνης και ζωής, ενώ στόχευε στην έκπληξη, στο σοκ, στη σύμπραξη του θεατή.

https://i1.wp.com/italpag.altervista.org/6_letteratura/marinetti_100.jpg

Κανένα άλλο κίνημα από την περίοδο των ιστορικών αβανγκάρντ, των μανιφέστων και των προγραμμάτων δεν χαιρέτισε τόσο εμφατικά, ανεπιφύλακτα, τα πλήθη και τα εργοστάσια για μαζική παραγωγή, τις μοντέρνες, χαοτικές μεγαλουπόλεις και τους νέους ηχητικούς περιγύρους, τα επιτεύγματα της τεχνικής και την πρόοδο στον τομέα των μεταφορών και των επικοινωνιών. Θαμπωμένοι από τη λάμψη των ηλεκτρικών κόσμων και μαγεμένοι από το πέταγμα των αεροπλάνων, οι φουτουριστές έπλασαν μια καινούργια κουλτούρα του φωτός και των ήχων, φαντάστηκαν ακόμη και μια τέχνη των αιθέρων με ακροβατικές και χορευτικές πτήσεις, με χρώματα και ιπτάμενα αντικείμενα προκειμένου να υπάρξει ένα νέο λαϊκό θέατρο για τις μάζες την ώρα που παρακολουθούν με ενθουσιασμό την κατάκτηση του στερεώματος.

Ηγετικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας «φουτουριστικής ευαισθησίας» αλλά και στην πολιτική περιπέτεια του κινήματος όταν μια πτέρυγά του συνδέθηκε με τον ιταλικό φασισμό έπαιξε ο Μαρινέτι, οπαδός του ελεύθερου στίχου, θαυμαστής του βαριετέ αλλά και συνοδοιπόρος των γάλλων συμβολιστών. Αυτός που στο πρώτο από τη σειρά των μανιφέστων του, το 1909, υποστήριξε ότι «ένα αγωνιστικό αυτοκίνητο με τους μεγάλους σωλήνες να κοσμούν την καροσερί του… είναι πιο ωραίο από τη Νίκη της Σαμοθράκης».

Στους φουτουριστές ζωγράφους, συγγραφείς, μουσικούς που έλκονταν από την αρχή της συγχρονικότητας και από το μοντάζ, που πειραματίστηκαν σε εικαστικές εκθέσεις και θεατρικές βραδιές με «φωτοδυναμικές» εικόνες, με σκηνογραφίες καθαρά τεχνοκρατικού χαρακτήρα, με μηχανικά κοστούμια, με αφηρημένους, πλαστικούς και γλυπτικούς χώρους, που παρήγαγαν μουσική χρησιμοποιώντας τους θορύβους της φύσης και τους ήχους των αντικειμένων, παραπέμπουν πολλές από τις σημερινές καλλιτεχνικές προτάσεις και στρατηγικές. Μέσα στον 20ό αιώνα ο φουτουρισμός στάθηκε ένα ορόσημο για τον ακσιονισμό και το χάπενινγκ, για την περφόρμανς, τις θεατροποιημένες πρακτικές της καθημερινής ζωής, το μουσικό θέατρο όπου πρωτοστατούν οι μηχανές, οι ήχοι και το φως.

Η νέα αντίληψη για έναν συνοπτικό χρόνο, πέρα από την ιδέα μιας ιστορικής και ψυχολογικής εξέλιξης και με το παρόν, τη στιγμή, τη ζωντανή αντιπαράθεση καλλιτέχνη- θεατή να συνιστούν το κέντρο της καλλιτεχνικής εμπειρίας, ήταν κι αυτή ένα φουτουριστικό πυροτέχνημα με μακρά διάρκεια και ανεξάντλητη προοπτική.

Η παντοκρατορία του τεχνολογικού παράγοντα, επίκαιρη στις ημέρες μας, θυμίζει τη λατρεία των μηχανών, έναν από τους θεμέλιους λίθους της νεωτερικότητας τον οποίο είχαν για πυξίδα τους και οι φουτουριστές. Οι σημερινοί καλλιτέχνες όμως με κριτική ματιά και αμφιβολίες δεν επενδύουν οπωσδήποτε θετικά στον μύθο της τεχνολογίας και της ταχύτητας διαφοροποιώντας έτσι τη στάση τους από τη φουτουριστική θεοποίηση της τεχνικής, συνδεδεμένη στις αρχές του 20ού αιώνα με μιαν ουτοπία για το μέλλον και την απελευθέρωση του ανθρώπου. *

1989: 20 ΧΡΟΝΙΑ από τον θάνατο του Σάμιουελ Μπέκετ

Ο Σάμιουελ Μπ�κετ με την Μπίλι Γουάιτλοου σε πρόβα των «Footfalls» («Πατήματα») στο Royal Court Τheatre του Λονδίνου το 1976

Ο Σάμιουελ Μπέκετ με την Μπίλι Γουάιτλοου σε πρόβα των «Footfalls» («Πατήματα») στο Royal Court Τheatre του Λονδίνου το 1976

ΤΕΧΝΕΣ

Ο επαναστάτης του θεάτρου

της μυρτως λοβερδου | το βήμα, Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2008

Στις 22 Δεκεμβρίου 2009 θα συμπληρωθούν 20 χρόνια από τον θάνατο του Σάμιουελ Μπέκετ. Ηταν 83 ετών. Τους τελευταίους μήνες της ζωής του και ενώ νοσηλευόταν με προβλήματα υγείας σε κλινική στο Παρίσι ολοκλήρωσε το τελευταίο του έργο με τον τίτλο «Comment dire» («Πώς να το πω»). Σαν να ήθελε, λίγο προτού φύγει από τη ζωή, να επαναλάβει και να μοιραστεί τη μεγάλη του αγωνία για την έκφραση και τον λόγο, για τις λέξεις και την επικοινωνία.

Κύριος εκφραστής του θεάτρου του παραλόγου, ο Μπέκετ καθιερώθηκε με το «Περιμένοντας τον Γκοντό». Η απελπισία του ανθρώπου μπροστά στο άγνωστο, η αναμονή της σωτηρίας που ποτέ δεν έρχεται, το τίποτα και η έλλειψη επαφής, ο πόνος και το παράλογο της ύπαρξης εκφράστηκαν μέσα από τον Βλαντίμιρ και τον Εστραγκόν, τον Λάκι και τον Πότζο, τους τέσσερις ήρωες του «Γκοντό». Μαζί τους η τραγωδία βρήκε το σύγχρονο πρόσωπό της και η (θεατρική) γραφή έναν καινούργιο τρόπο να υπάρξει. Ο Σάμιουελ Μπέκετ γεννήθηκε μια Μεγάλη Παρασκευή-13 Απριλίου 1906-στο Δουβλίνο από αστική οικογένεια προτεσταντών. Είχε προηγηθεί, κατά τέσσερα χρόνια, ο αδελφός του, ο Φρανκ. Μεγάλωσε μαθαίνοντας πιάνο, κρίκετ και ράγκμπι. Φοίτησε στο Κολέγιο Τrinity και δεν άργησε να ξεχωρίσει ανάμεσα στους συμφοιτητές του. Στο Παρίσι, όπου πρωτοπήγε στα μέσα της δεκαετίας του ΄20, γνώρισε τον Τζέιμς Τζόις και την οικογένειά του, συνδέθηκε με την κόρη του και άρχισε να δημοσιεύει κείμενά του. «Είναι κυρίαρχος της φόρμας του,ενώ μερικές φορές είναι αυτή η ίδια η φόρμα του που τον δεσμεύει» ήταν από τις πρώτες κριτι κές που γράφτηκαν για εκείνον. Οταν επέστρεψε στην Ιρλανδία, δίδαξε για λίγο στο Κολέγιο και στη συνέχεια άρχισε να ταξιδεύει και να γράφει. Μετά τον θάνατο του πατέρα του έκανε ψυχανάλυση στο Λονδίνο, επισκέφθηκε τη Γερμανία για να μάθει τη γλώσσα και συνέχισε να γράφει. Στα μέσα του ΄30 δέχθηκε μια επίθεση από έναν τυχαίο, στον δρόμο, γνώρισε τη μετέπειτα σύζυγό του Σούζαν (ο γάμος τους έγινε το 1961- εκείνη πέθανε λίγους μήνες πριν από τον Μπέκετ) και αποφάσισε να εγκατασταθεί για τα καλά στο Παρίσι. Στα χρόνια του Β Δ Παγκοσμίου Πολέμου μαζί συμμετείχαν στην Αντίσταση.

Ο Σάμιουελ Μπέκετ συνήθιζε να λέει ότι προτιμά να ασχολούνται με το έργο του παρά με τη ζωή του, γι΄ αυτό και απέφευγε να μιλάει για τον εαυτό του. Κι όμως λίγο προτού πεθάνει έδωσε την άδεια στον Τζέιμς Νόλσον να γράψει τη βιογραφία του, υπό τον όρο να τη δημοσιεύσει μετά τον θάνατό του (κυκλοφόρησε προ δεκαετίας). Ευτυχώς. Γιατί έτσι στην εικόνα του ιδιόρρυθμου


ΗULΤΟΝ-DΕUΤSCΗ CΟLLΕCΤΙΟΝ/CΟRΒΙS

και μοναχικού ιρλανδού συγγραφέα προστέθηκε το πορτρέτο ενός ανθρώπου με χιούμορ και κέφι για ζωή, ενός άνδρα που αγαπούσε τις γυναίκες και το ουίσκι (πώς αλλιώς;), ενός ερασιτέχνη της ζωγραφικής και της μουσικής, μιας προσωπικότητας που ζούσε την εποχή του. Γνήσιος Ιρλανδός ο Μπέκετ παρέμεινε ως τέλος της ζωής του, κι ας αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι, όπου εγκαταστάθηκε οριστικά τη δεκαετία του ΄40. Επέστρεφε όμως συχνά στην πατρίδα του και κρατούσε επαφή με τους δικούς του ανθρώπους. Από την άλλη, το Παρίσι ήταν η πόλη της τέχνης του: από εκεί ήρθαν η αμφισβήτηση και η αναγνώριση, η δόξα και η επιτυχία. Εκεί άλλωστε δόθηκε και η πρεμιέρα του θεατρικού έργου που έμελλε να σηματοδοτήσει τον 20ό αιώνα. Ηταν το 1953 όταν πρωτοανέβηκε το «Περιμένοντας τον Γκοντό», σε σκηνοθεσία Ροζέ Μπλεν. Το έργο, γραμμένο το 1948, είχε δημοσιευθεί το 1952. Παρά την έκπληξη που προκάλεσαν οι ήρωές του και ο τρόπος που μιλούσαν, παρά τη δυσκολία της κριτικής να κατανοήσει το έργο του, ο «Γκοντό» (παραφθορά του Θεού = Godot) δεν άργησε να γίνει συνώνυμό του και συνώνυμο της αναγέννησης της θεατρικής γραφής. Ο Σάμιουελ Μπέκετ πέρασε στη σφαίρα των μεγάλων κλασικών και το έργο του έγινε σημείο αναφοράς.

Συνηθισμένοι άνθρωποι με ελαττώματα και ιδιοτροπίες, οι ήρωες του Μπέκετ συνθέτουν ένα διαχρονικά τραγικό πρόσωπο. Μετά τον «Γκοντό» έγραψε «Το τέλος του παιχνιδιού». Ακολούθησαν οι «Ευτυχισμένες μέρες», με τη Γουίνι, μια γυναίκα που βυθίζεται σιγά σιγά μέσα στη γη, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες συνηθισμένες κινήσεις της, σαν να μην αντιλαμβάνεται το τέλος που πλησιάζει, ενώ τριγύρω της μπουσουλώντας ο Γουίλι ζει βουβά το δικό του δράμα. Πλάι στην τριλογία των θεατρικών του ο Μπέκετ έγραψε πολλά ακόμη έργα, για το θέατρο, το ραδιόφωνο ή την τηλεόραση, μονολόγους ή έργα χωρίς λόγια: «Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ», «Πράξεις δίχως λόγια», «Στάχτες», «Πηγαινέλα», «Οχι εγώ», «Τότες που», «Νανούρισμα». Είχαν προηγηθεί τα μυθιστορήματα «Μάρφι» και «Βατ» με ήρωες ακαθόριστα μοναχικά όντα που αυτοσαρκάζονται και τελικά αποχωρίζονται τον κόσμο των λογικών. Ακολούθησαν το «Μερσιέ και Καμιέ» και η τριλογία «Μολόι», «Ο Μαλόουν πεθαίνει» και «Ο Ακατονόμαστος», όπου τα πρόσωπα βρίσκονται ανάμεσα στη ζωή και στη μη ζωή, σωματικά ή ψυχικά ανάπηρα, όπως και τα θεατρικά του δημιουργήματα. Οσο για το πρώτο του θεατρικό, η «Ελευθερία», παραμένει αδημοσίευτο.

Απόλυτος κυρίαρχος των λέξεων, με μικρές περιεκτικές προτάσεις, γράφει και μεταφράζει ο ίδιος τα έργα του στα γαλλικά και στα αγγλικά. Το 1969, ως επισφράγιση για το σύνολο του έργου του, τιμήθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας – ο ίδιος δεν παρέστη στην απονομή στη Στοκχόλμη.

Κόβοντας κάθε δεσμό με τις παραδοσιακές τεχνικές, το δραματικό έργο του Μπέκετ τοποθετείται στη σφαίρα του αντιθεάτρου. Με ελάχιστα σκηνικά στοιχεία (και αναλυτικές οδηγίες του ιδίου για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει τα έργα του να ανεβαίνουν στη σκηνή), οι ήρωές του κινούνται έξω από ψυχολογικές καταστάσεις, εκφράζονται με ελάχιστες κινήσεις και αναπτύσσουν διαλόγους με μικρές φράσεις, αναζητούν τις λέξεις για να υπάρξουν και ψάχνουν τρόπους για να δικαιολογούν την ύπαρξή τους. Στον Μπέκετ όλα τελειώνουν και όλα ξαναρχίζουν: οι άνθρωποι ζουν χωρίς να καταλαβαίνουν το γιατί, περιφρονούν τους εαυτούς τους και πλήττουν αφόρητα. Η μεταφυσική αγωνία σε όλο της το μεγαλείο, με την απόλυτη λιτότητα να κυριαρχεί. *

Πέθανε ο Αμερικανός σεναριογράφος και θεατρικός συγγραφέας Ντέιλ Βάσερμαν

Σε ηλικία 94 ετών πέθανε ο Αμερικανός σεναριογράφος και θεατρικός συγγραφέας Ντέιλ Βάσερμαν [Dale Wasserman]. Το 1955, άρχισε τη συγγραφική του καριέρα. Έργα του: The Lincoln Murder Case [=Η υπόθεση της δολοφονίας του Λίνκολν] και I, Don Quixote [=Εγώ, ο Δον Κιχότης]. Πάνω σ’ αυτό βασίστηκε και το μιούζικαλ, Man of La Mancha [=Ο άνθρωπος της Μάντσα] που παίχτηκε για πέντε χρόνια στο Μπροντγουέι. Άλλα έργα του είναι τα One Flew Over the Cuckoo’s Nest [=Στη φωλιά του κούκου], The Vikings [=Οι Βίκινγκς] και Cleopatra [=Κλεοπάτρα].

Dale Wasserman, Playwright, Dies at 94

The New York Times: December 27, 2008

Dale Wasserman, an autodidact who became the playwright responsible for two Broadway hits of the 1960s, “One Flew Over the Cuckoo’s Nest” and “Man of La Mancha,” died on Sunday at his home in Paradise Valley, Ariz., near Phoenix. The year of his birth is sometimes listed as 1917, but his wife, Martha Nelly Wasserman, said that it was 1914 and that her husband was 94 at his death.

United Press International

Dale Wasserman in 1974.

The cause was congestive heart failure, she said.

Mr. Wasserman wrote more than 75 scripts for television, the stage and the movies, including screenplays for “The Vikings” (1958), a seafaring epic with Tony Curtis and Kirk Douglas, and “A Walk With Love and Death” (1969), a John Huston film set in 14th-century Europe. Mostly he wrote about spirited outsiders, and he himself was never one to go along to get along.

Orphaned before he was 10, he had almost no formal education and spent what he freely recalled as a wayward youth, working odd jobs and riding the rails. He never quite lost his sense of scrapping to keep his place on a moving freight train; as a writer he was known for relishing his role as a gadfly and being cantankerous in professional matters.

“Happily so,” said his longtime assistant, Beatrice Williams-Rude. He feuded with producers, with lawyers and with collaborators including Mr. Douglas, who played the lead role of Randle P. McMurphy in the original Broadway production of “Cuckoo’s Nest”; Mitch Leigh, who wrote the score for “La Mancha”; and John Huston, who gave the lead female role in “Walk” to his teenage daughter, Anjelica, against Mr. Wasserman’s wishes. And he never attended ceremonies to receive the awards he won. He had his wife attend in his stead.

“I seem to offend or intimidate people,” he once said. “But everybody loves Martha.”

Dale Wasserman was born in Rhinelander, Wis., one of 14 children of Russian immigrants, Samuel Wasserman and Bertha Paykel, who ran small theaters that showed silent movies. For most of her husband’s life, Mrs. Wasserman said, he did not know his true birth date, but he tracked down his birth certificate in the late 1970s when he applied for a pension from the writers’ union. The date given was Nov. 2, 1914.

Mr. Wasserman outlived all of his siblings, and he had no children. His first marriage, to the actress Ramsay Ames, ended in divorce. His wife, whom he married in 1984, is his only survivor.

After his parents died, Dale was sent to live with uncles and aunts, all in the upper Midwest, but he loved trains more than school, and he did not stick around. He was a hobo, which he described in a recently completed autobiographical monologue for the stage, “Burning in the Night,” as distinct from a tramp or a bum. A hobo, he wrote, is “a wanderer who works.”

“A lumberjack. Woodchopper. Construction stiff, barley bucker, short order cook, merchant mariner,” the character says. “You name it and there was hoboes who could do it. Wouldn’t do it for long, though; the Road was home. Other domiciles was temporary.”

He read voraciously, stealing two books at a time from one local library and returning them to another one down the tracks. When he stopped hoboing he was in Los Angeles, and he found work in a theater.

Mr. Wasserman was employed as a lighting designer and eventually a director in theaters in Los Angeles and New York and in Europe. He worked for the impresario Sol Hurok and traveled with the Katherine Dunham Dance Company. Eventually, he would later explain, he learned that everything on a stage was subservient to the text, so he decided to become a writer. In 1955 an early script, “Elisha and the Long Knives,” helped the television series “Matinee Theater” win an Emmy Award, and he went on to write about 30 additional television dramas.

His adaptation of “One Flew Over the Cuckoo’s Nest,” Ken Kesey’s novel about a ribald and renegade inmate of a mental hospital, made it to Broadway in 1963 and has become a fixture in community theaters. It was revived on Broadway in 2001 with Gary Sinise in the role of McMurphy.

“Man of La Mancha,” for which Mr. Wasserman wrote the book, opened Off Broadway in 1965 and subsequently moved to Broadway. It won the Tony Award for best musical in 1967 and went on to become one of the most beloved shows of all time. The lyrics of its signature anthem, “The Impossible Dream,” come straight from the literary source of the show — not, as is usually assumed, from Cervantes’s “Don Quixote,” but from Mr. Wasserman’s own play, “I, Don Quixote,” which he wrote in the late 1950s.

“It happened by pure accident, actually,” Mr. Wasserman said in an interview that appeared in the literary journal Cervantes in 1999. “I was in Spain writing a movie when I read in a newspaper that I was there for the purpose of researching a dramatization of ‘Don Quixote.’ That was a laughing matter, because like most people on earth, I had not read ‘Don Quixote.’ ”

The article spurred him to become interested in Cervantes, however, especially the theatrical nature of his life. Mr. Wasserman wrote the play — and the subsequent musical — based not on the great novel but on the life of Cervantes himself, with material from other works.

His partnership on the musical with Mr. Leigh, the composer, was rocky. He got along with the lyricist, Joe Darion, who lifted many of Mr. Wasserman’s own emotional speeches for the songs. But Mr. Darion was not the initial lyricist hired by the producers. Somewhat improbably, the first libretto was written by the poet W. H. Auden, whom Mr. Wasserman revered — and fought with.

“I recall the final nail being driven into the coffin of the collaboration,” Mr. Wasserman wrote in an unpublished essay. “It came during a discussion concerning the ending of the play.

“ ‘Don Quixote must repudiate his quest as he dies,’ Auden maintained.

“ ‘Oh, no. In his final moments he reaffirms it.’

“ ‘Quite impossible,’ said Auden.”

Εικόνες του «κόσμου» μας

«Μαλλιά – κουβάρια» στο ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας

Το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Πάτρας παρουσιάζει το έργο του Νικολάου Λάσκαρη «Μαλλιά – Κουβάρια» σε διασκευή – σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου, στο θέατρο «Απόλλων» της Πάτρας. Πρόκειται για μία κωμωδία μετ’ ασμάτων, όπου τα πρόσωπα εμπλέκονται σε παρεξηγήσεις και οδηγούν τη σκηνική δράση σε απροσδόκητες καταστάσεις. Τους στίχους των τραγουδιών έχει γράψει ο Κώστας Τσιάνος, τα σκηνικά και τα κοστούμια υπογράφει ο Αγγελος Μέντης, μουσική – μουσική διδασκαλία η Σοφία Καμαγιάννη, τους φωτισμούς ο Νίκος Σωτηρόπουλος. Παίζουν: Ναταλία Στεφάνου, Ελένη Ζιώγα, Παντελής Παπαδόπουλος, Γιώργος Ψυχογιός, Θοδωρής Σκούρτας, Σπύρος Τσεκούρας, Γιώτα Μηλίτση και Σπύρος Αυγουστάτος. Στο πιάνο ο Ανδρέας Ζαφειρόπουλος.

Ο σκηνοθέτης της παράστασης σημειώνει: «Ευτυχώς δε γίναμε μαλλιά – κουβάρια όσοι προσπαθήσαμε για το ζωντάνεμα του έργου στη σκηνή. Αντίθετα αγαπηθήκαμε, κουραστήκαμε και ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια με τις ανατροπές του έργου. Στην παράσταση την τωρινή προσπάθησα να φρεσκάρω το κείμενο σε μια οικεία γλώσσα, να προσθέσω περισσότερα κωμικά στοιχεία, μουσικές γέφυρες, τραγούδια που ελπίζω να δώσουν ένα ιδιαίτερο χρώμα στην παράστασή μας. Η φάρσα σαν είδος έλκει την καταγωγή από την αρχαία κωμωδία, τους Πλαύτο, Τερέντιο, Μολιέρο, Γκολντόνι κ.ά.».

  • Στις 25 Γενάρη ολοκληρώνονται οι παραστάσεις του έργου του Βασίλη Κατσικονούρη «Το γάλα» στο Θέατρο «Βασιλάκου» και συνεχίζουν, όπως είχε προγραμματιστεί, στο Θέατρο «ΚΟΛΟΣΣΑΙΟΝ» στη Θεσσαλονίκη από τις 28 Γενάρη. Η σκηνοθεσία είναι της Αννας Βαγενά, με την ίδια στον πρωταγωνιστικό ρόλο. «Το γάλα» είναι η ιστορία μιας μητέρας μετανάστριας από την πρώην Σοβιετική Ενωση, με δύο γιους, ο ένας εκ των οποίων πάσχει από σχιζοφρένεια, οι οποίοι προσπαθούν να προσαρμοστούν και να επιβιώσουν στην Ελλάδα. Η απόγνωση της μάνας και ο ψυχικός σπαραγμός της για την ασθένεια του μικρού της γιου, παράλληλα με το φόβο, που προέρχεται από τον κοινωνικό ρατσισμό του περιβάλλοντός της, παρουσιάζονται με σπαρακτικό τρόπο. Σκηνογραφία: Γιάννης Βάμβουρας (πάνω σε μια ιδέα της Αννας Βαγενά). Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου. Μουσική επιμέλεια: Αννα Βαγενά. Εκτός από την Αννα Βαγενά, παίζουν: Δημήτρης Πατσής, Στέφανος Κοσμίδης, Ανθή Κόκκινου.