Category Archives: Deutsches Theater

«Το θέατρο είναι νησί που ανταμώνουμε». Η Νάταλι Σέλιγκ κέρδισε το αθηναϊκό κοινό στην παράσταση του Deutsches Theater Berlin

Οι παραστάσεις της Αθήνας ολοκληρώθηκαν για το φετινό Φεστιβάλ Αθηνών. Οσοι παρακολούθησαν τις πολλές παραστάσεις κάθε είδους στους χώρους που απλώθηκε έχουν ακόμα στο νου τους, μπερδεμένα, παραστάσεις, σκηνικά, ηθοποιούς, ερμηνείες, μουσικές, φωτισμούς, χορογραφίες… Κάποια πρόσωπα, κάποια γεγονότα έχουν ήδη ξεχωρίσει κι έχουν μείνει στη μνήμη των θεατών. Ενα από αυτά είναι η ερμηνεία της Γερμανίδας ηθοποιού Νάταλι Σέλιγκ που κινήθηκε σ’ εκείνο το ασφυκτικό, ύψους 1,50 μ., πατάρι των «Αρουραίων» του Γερμανού συγγραφέα Γκέρχαρντ Χάουπτμαν, υποδυόμενη την κυρία Γιον, την απελπισμένη λαϊκή γυναίκα που έχει χάσει το παιδί της και προσπαθεί να πάρει από μια πόρνη το δικό της.

Η Νάταλι Σέλιγκ αντικατέστηκε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή την Κονστάντσε Μπέκερ στο ρόλο, έκανε πρόβες πέντε ημερών και κέρδισε το αθηναϊκό κοινό στην παράσταση που παρουσίασε το Deutsches Theater Berlin στο Φεστιβάλ Αθηνών στις αρχές Ιουνίου. Το μόνο της πλεονέκτημα ήταν ότι είχε ξαναπαίξει τον ρόλο πριν από τρία περίπου χρόνια, με άλλον σκηνοθέτη. Οι ηθοποιοί του Deutsches Theater Berlin έφυγαν αμέσως από την Ελλάδα, αλλά αναζητήσαμε στο μεταξύ την Νάταλι Σέλιγκ για μια διαδικτυακή συνομιλία μαζί της. Αυτό που κυρίως βγαίνει είναι η αγάπη της για το θέατρο, κάτι που φάνηκε και στη σκηνή.

  • «Το σώμα θυμάται τα πάντα»

«Ο ρόλος δεν ήταν για μένα ένα τόσο μεγάλο ρίσκο, γιατί τον είχα παίξει ήδη πριν από μερικά χρόνια σε σκηνοθεσία του Αρμιν Πέτρας, και τον είχα αγαπήσει πάρα πολύ. Ουσιαστικά είχα μόλις δυο μέρες προετοιμασίας, γιατί δούλευα ακόμα στο Θέατρο Ταλία του Αμβούργου. Απ’ αυτή την άποψη απαιτούσε πραγματικά μεγάλη δύναμη να ενεργοποιήσω πάλι τις αναμνήσεις μου και να τις «προσαρμόσω» στη σκηνοθεσία του Βερολίνου. Είμαι εντυπωσιασμένη, αλλά και φοβισμένη από την εμπειρία ότι το σώμα θυμάται τα πάντα, όσα έχουμε ζήσει, και ασφαλώς δεν μιλάω μόνο για το σώμα του ηθοποιού. Είναι όλα κλειδωμένα στο σώμα μας», λέει η Γερμανίδα ηθοποιός, εξηγώντας πώς μέσα σε πέντε μόλις μέρες ανέλαβε έναν δύσκολο πρωταγωνιστικό ρόλο. Και σ’ αυτό συνέτειναν η αγάπη της για το θέατρο, το ίδιο το έργο, το Deutches Theater, η Αθήνα και η συνεργασία με τον σκηνοθέτη Μίχαελ Ταλχάιμερ.

Σ’ αυτό το σημείο μοιράζεται μαζί μας τους λόγους που την έσπρωξαν ν’ ασχοληθεί με το θέατρο και την υποκριτική. «Πιστεύω ότι οι λόγοι για τους οποίους κάνει κανείς θέατρο, αλλάζουν κάθε τόσο στη διάρκεια της ζωής μας και είναι επιπλέον τόσο ποκιλόμορφοι, ώστε να μην μπορούν να εξηγηθούν με μια μοναδική εμπειρία. Η περιέργεια του να γίνεσαι μια άλλη προσωπικότητα, του να τη συλλαμβάνεις αισθησιακά, αλλά και διανοητικά, και να την κάνεις κατανοητή στους άλλους. Το θέατρο είναι ένα νησί, πάνω στο οποίο ανταμώνουμε, για να αφηγηθούμε πράγματα για τη ζωή και τον κόσμο, για να σπρώξουμε τους άλλους να στοχαστούν και να εξιταριστούμε και οι ίδιοι. Για να δείξουμε το εύθραυστο στον άνθρωπο, αλλά και το τερατώδες του, τις νοσταλγίες του, αλλά και τη δίψα του για κάτι, τις αποτυχίες του, αλλά και τις ικανότητές του, τα λάθη του, τη μοίρα του, τις αποφάσεις του, τις σωστές και τις λανθασμένες, τις χαρές του, τις λύπες του, κ.λπ., κ.λπ. Αγαπώ και μισώ τους ανθρώπους. Θέλω να είμαι κοντά τους, αλλά και το βάζω στα πόδια. Προσπαθώ να τους καταλάβω, αλλά και τους καταδικάζω. Με κάνουν να γελάω και να κλαίω, αλλά και μου προξενούν σύγχυση. Ολα αυτά θέλω να τα μοιράζομαι με το κοινό».

  • Αφήγηση και πτώση του Τείχους

Η Νάταλι Σέλιγκ ήταν πρωτοετής στη δραματική σχολή όταν έπεσε το Τείχος του Βερολίνου, πριν από 20 χρόνια. Ομως πιστεύει ότι αυτή η ανατροπή, σε ό,τι αφορά το θέατρο, πρόσφερε πολλά «τόσο στον τρόπο παιξίματος, αλλά και στον τρόπο αφήγησης. Οι άνθρωποι του θεάτρου από την τέως Ανατολική Γερμανία είχαν πάντα ένα κοινωνικό υπόβαθρο, ένιωθαν μια ευθύνη για την κοινωνία ως σύστημα, δηλαδή πολιτικά. Αντίθετα, στη Δύση άφηναν την πολιτική κατά προτίμηση στους καλλιτέχνες του πολιτικού καμπαρέ».

Οσο για τις εντυπώσεις της από την Αθήνα και το Φεστιβάλ Αθηνών στις λίγες αυτές βραδιές που έμεινε στην Αθήνα, δηλώνει ενθουσιασμένη: «Σπουδαίος χώρος που με ξάφνιασε, καταπληκτικό κοινό και τέλεια οργάνωση». Μόνο που θα ήθελε λίγο παραπάνω χορό στο πάρτι μετά την πρεμιέρα.

  • Οι άθλιοι των πόλεων

Κάποιοι εξαθλιωμένοι άνθρωποι στο ισόγειο μιας θλιβερής πολυκατοικίας και κάποιοι μικροαστοί στους πάνω ορόφους είναι το σύμπαν των «Αρουραίων» που έγραψε ο Γκέρχαρντ Χάουπτμαν το 1911, εμπνεόμενος από ένα αληθινό περιστατικό: στο Βερολίνο δικαζόταν τότε μια υπόθεση, με κατηγορούμενη μια γυναίκα, η οποία επειδή δεν μπορούσε να κάνει παιδιά είχε εμφανίσει ως δικό της το παιδί μιας υπηρέτριας. Λίγο αργότερα, ο ίδιος ο Χάουπτμαν χάνει το γιο του και βάζει στο πρόσωπο της κυρίας Γιον όλη την οδύνη, την απελπισία και την τρέλα του γονιού που χάνει το παιδί του. Ο Χάουπτμαν δεν μένει μόνο στο προσωπικό δράμα. Περιγράφει και την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής, που επίσης συνθλίβει τους ανθρώπους των «ισογείων» και των «υπογείων». Μαζί με τους καθώς πρέπει μικροαστούς των επάνω ορόφων φτιάχνεται η τοιχογραφία των πόλεων του χθες αλλά και του σήμερα. Η εξαθλίωση, η παραβατικότητα, το ξεγέλασμα, η διαφθορά, η μικροαπατεωνιά, η απελπισία, η διαρκής αγωνία της καθημερινότητας. Ολον αυτόν τον κόσμο απέδωσε ευφυώς το σκηνικό του Olaf Altmann και η σκηνοθεσία του Μίχαελ Τάλχαϊμερ. Η Νάταλι Σέλιγκ πιστεύει ότι το έργο αυτό εξακολουθεί να είναι επίκαιρο, γιατί «οι ανισότητες και οι παρεξηγήσεις ανάμεσα στα διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, όπως και η φτώχεια εξακολουθούν να είναι θέματα που μας απασχολούν, μάλιστα όλο και περισσότερο».

  • Της Ολγας Σελλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 19 Iουλίου 2009

Ενας γητευτής των σκιών. Ο καραγκιοζοπαίχτης Μάνθος Αθηναίος…

Ακούραστος εργάτης, έξυπνος και θαρραλέος. Ο καραγκιοζοπαίχτης Μάνθος Αθηναίος, ο οποίος άφησε την τελευταία του πνοή τα ξημερώματα της Δευτέρας σε ηλικία 84 ετών, ήταν ένας σπουδαίος καλλιτέχνης. Γεννημένος τον Ιανουάριο του 1925, υπήρξε σαν τον Ευγένιο Σπαθάρη, ένας από τους εξέχοντες εκείνης της γενιάς που εργάστηκαν σαν αληθινοί Δον Κιχώτες απλά και μόνο για να δουν την τέχνη τους να ανθίζει και να αγαπιέται. Χωρίς να λογαριάζουν τον κόπο, τις αγωνίες, τις δυσκολίες. Ο θάνατος του Μάνθου Αθηναίου λίγο καιρό μετά την απώλεια του Σπαθάρη έρχεται να μας θυμίσει μια ολόκληρη εποχή. Το κανονικό του όνομα ήταν Ματθαίος Λιονέτης και υπήρξε απόγονος Ιταλών Γαριβαλδινών φιλελλήνων. Ασχολήθηκε με τον Καραγκιόζη από μικρή ηλικία μαθαίνοντας τα μυστικά της τέχνης του Θεάτρου Σκιών κοντά σε μεγάλους δασκάλους όπως ο Γιώργος Κουτσούρης, ο Θανάσης Γιαννέλος και ο Κώστας Μάνος. Η πορεία του αντίστοιχη με αυτή του Σπαθάρη. Εξω στον δρόμο, στις γειτονιές, στήνοντας αυτοσχέδιες σκηνές για να παίξει ο Καραγκιόζης και να πει τις ιστορίες του.

Ο Μάνθος Αθηναίος καθιέρωσε παραστάσεις στους κινηματογράφους με επιτυχία, ενώ σημαντική ήταν η παρουσία του στην τηλεόραση με ολοκληρωμένες παραστάσεις. Επαιξε για πολλά χρόνια στο Αλσος Παγκρατίου, είχε θέατρα στη Θεσσαλονίκη (Παραλία Λευκού Πύργου) και στην Αιδηψό. Γύρισε δίσκους 45 και 33 στροφών. Οπως έκανε ο Σπαθάρης στο Μαρούσι, ο Αθηναίος χρησιμοποίησε τα τελευταία χρόνια το ιδιόκτητο θέατρό του στη Νέα Σμύρνη παρουσιάζοντας το πλήρες δραματολόγιο του Καραγκιόζη με ευρηματικούς αυτοσχεδιασμούς, αξιοποιώντας την εκάστοτε επικαιρότητα, οργανώνοντας ετήσια φεστιβάλ θεάτρου σκιών για πάνω από δέκα χρόνια στο θέατρό του, αλλά και στο Αλσος του δήμου.

Του άρεσε να συλλέγει μουσειακό υλικό, φιγούρες, σκηνικά, ρεκλάμες, τετράδια, δικά του και συναδέλφων του. Ισως να ήξερε ότι κάποτε οι νέες γενιές θα ήθελαν να μάθουν τι ήταν πραγματικά ο Καραγκιόζης. Αφησε για να το ξεφυλλίζουμε και να τον θυμόμαστε το λεύκωμα «Μάνθος Αθηναίος: Φιγούρες και σκηνικά του Θεάτρου Σκιών». Οι μαθητές του πολλοί και άξιοι. Αύριο στο νεκροταφείο της Νέας Σμύρνης στις 4 μ.μ. θα βρίσκονται όλοι εκεί…

Tης Σαντρας Βουλγαρη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 30/6/2009

«Το αύριο δεν θα συντελεστεί πλέον»

Ο Ντίμιτερ Γκότσεφ (με την πλάτη στο φακό, εδώ με την Valery Tscheplanowa) σε μία και μοναδική παράσταση του έργου του Χ. Μύλλερ

Με μια μοναδική παράσταση ανοίγει τη θερινή σεζόν το Εθνικό Θέατρο, στο μεταίχμιο ανάμεσα σε καλοκαίρι και χειμώνα, λόγω της χρήσης της (χειμερινής) Σκηνής Κοτοπούλη του Ρεξ, όπου θα ανέβει σήμερα (και μόνο) η παραγωγή του φημισμένου Deutches Theater του Βερολίνου Μηχανή Άμλετ.

Το κείμενο αυτό του Χάινερ Μύλλερ γράφεται το 1977, παράλληλα με τη μετάφραση του Άμλετ για την παραγωγή του Benno Besson στο Deutsches Theater και εντάσσεται στον μακρόχρονο διάλογο του συγγραφέα με έργο του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Αρχική του πρόθεση ήταν να το εντάξει ως σχόλιο σε αυτήν την παράσταση του Άμλετ. Χωρίς να αντιγράφει τη δράση και τους διαλόγους του κλασικού κειμένου, ο Μύλλερ «δανείζεται» χαρακτήρες και σκηνές από το σαιξπηρικό έργο, για να συνθέσει ένα μυστηριώδες και ανοίκειο θεατρικό κείμενο, μια αλληγορία για το τέλος της σοσιαλιστικής ουτοπίας.

Στο επίκεντρο δεν βρίσκεται πια ένας ευαίσθητος Άμλετ, σύμφωνα με την παράδοση, αλλά  ένας απογοητευμένος στοχαστής, βαθιά απαισιόδοξος, «με την πλάτη στραμμένη στα ερείπια της Ευρώπης».

Τη σκηνοθεσία της Μηχανής Άμλετ και τον κεντρικό ρόλο, στην παράσταση του Deutsches Theater (που πρωτοπαρουσιάστηκε τον Δεκέμβρη του 2007), αναλαμβάνει ο βουλγαρικής καταγωγής Γερμανός σκηνοθέτης Ντίμιτερ Γκότσεφ, από τους εμβριθέστερους γνώστες του έργου του Μύλλερ, ο οποίος υποδύεται έναν ηθοποιός που παίζει τον Άμλετ και την Οφηλία και εμφανίζεται ως στοιχειωμένο φάντασμα ιστορικών προσώπων.

Η παράσταση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο της γενικότερης συνεργασίας του Εθνικού με το περίφημο αυτό γερμανικό θέατρο (που ανακηρύχθηκε «Θέατρο της χρονιάς» στις γερμανόφωνες χώρες για το 2008), όπως άλλωστε και η παράσταση των Περσών του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία του Γκότσεφ, που θα παρουσιαστεί στην Επίδαυρο στις 31/7 και 1/8 (με τους Αμαλία Μουτούση, Μηνά Χατζησάββα και Νίκο Καραθάνο). Εκτός από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, στην παράσταση παίρνουν μέρος και οι Alexander Khuon και Valery Tscheplanowa. [Η ΑΥΓΗ: 05/06/2009]

Μυστηριώδης διάλογος με Σέξπιρ

  • Το Ντόιτσες Τεάτερ δεν συμμετέχει μόνο στο Φεστιβάλ Αθηνών. Η «Μηχανή Αμλετ» του Χάινερ Μίλερ, μια παράσταση που πρωτοανέβηκε με μεγάλη επιτυχία στις 8 Δεκεμβρίου 2007 στο περίφημο γερμανικό θέατρο σε σκηνοθεσία και ερμηνεία του Ντιμίτερ Γκότσεφ, παρουσιάζεται αύριο (9 μ.μ.) στη σκηνή «Κοτοπούλη» του Εθνικού Θεάτρου.

  • Με τη «Μηχανή Αμλετ» ο Χάινερ Μίλερ ξεκινά έναν μακρόχρονο διάλογο με το έργο του Ουίλιαμ Σέξπιρ. Εγραψε το ανοίκειο και μυστηριώδες αυτό κείμενο το 1977 παράλληλα με τη μετάφραση του «Αμλετ» για την παραγωγή του Μπένο Μπεσόν στο Ντόιτσες Τεάτερ. Συμπεριέλαβε σε αυτό χαρακτήρες και σκηνές-κλειδιά από το έργο του Σέξπιρ, χωρίς όμως να αντιγράφει τη δράση και τους διαλόγους.
  • Ο Αμλετ, ή μάλλον ένας ηθοποιός που παίζει τον Αμλετ και την Οφηλία στη μεταφορά του Ντιμίτερ Γκότσεφ για το Ντόιτσες Τεάτερ, εμφανίζεται ως στοιχειωμένο φάντασμα ιστορικών προσώπων. Σε ένα εφιαλτικό σενάριο συγκρούονται διαφορετικές και αντιθετικές συλλογικές εμπειρίες και αναδύονται πολλοί συσχετισμοί με την ευρωπαϊκή ιστορία. Πρωταγωνιστεί ο ίδιος ο σκηνοθέτης. Παίζουν ακόμη οι ηθοποιοί Αλεξάντερ Κουόν και Βάλερι Τσεπλάνοβα.

** Με ελληνικούς υπέρτιτλους στις 9 μ.μ. (Πανεπιστημίου 48, τηλ 210-3305074)

  • Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 4 Ιουνίου 2009

«Μηχανή Αμλετ» από το «Deutsches Theater» του Βερολίνου

Ο Ντίμιτερ Γκότσεφ, στο «Μηχανή Αμλετ»

© Freese/drama-berlin.de

  • Στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών, το Εθνικό Θέατρο, θα φιλοξενήσει στη σκηνή «Κοτοπούλη – Ρεξ», μόνο στις 5/6 (9μμ) την παράσταση του ιστορικού «Deutsches Theater» του Βερολίνου, με το έργο του Χάινερ Μίλερ «Μηχανή Αμλετ», σε σκηνοθεσία του βουλγαρικής καταγωγής Ντίμιτερ Γκότσεφ, με ερμηνευτή τον ίδιο. Η παράσταση του Ντ. Γκότσεφ, που το 2008 διακρίθηκε ως η «παράσταση της χρονιάς» στις γερμανόφωνες χώρες, έγινε δυνατόν να παιχτεί καθώς ο Ντ. Γκότσεφ βρίσκεται ήδη στην Αθήνα, προετοιμάζοντας την καλοκαιρινή παράσταση του Εθνικού Θεάτρου μας, με τους «Πέρσες» του Αισχύλου, σε μετάφραση Ελένης Βαροπούλου.
  • Το «Μηχανή Αμλετ», «καρπός» της μακρόχρονης ενασχόλησης του Χ. Μίλερ με τον σαιξπηρικό έργο, γράφτηκε το 1977, παράλληλα με τη μετάφραση του σαιξπηρικού «Αμλετ», για την παράσταση του Benno Besson στο «Deutsches Theater». Στο έργο του Μίλερ συμπεριλαμβάνονται χαρακτήρες και σκηνές – κλειδιά του σαιξπηρικού πρωτοτύπου, αλλά όχι διάλογοι. Κατά τη σκηνοθεσία του Γκότσεφ, ένας ηθοποιός που παριστάνει τον Αμλετ και την Οφηλία λειτουργεί σαν στοιχειωμένο φάντασμα ιστορικών προσώπων, από τα οποία αναδύονται διάφορες αντιθετικές συλλογικές ιστορικές εμπειρίες της Ευρώπης.

«Μηχανή Άμλετ» από το Deutsches Theater στις 5 Ιουνίου

  • «Μηχανή Άμλετ» (Hamletmachine) του Χάινερ Μίλερ από  το Deutsches Theater στο Εθνικό Θέατρο για μία μοναδική παράσταση στις 5 Ιουνίου
  • Στα πλαίσια της γενικότερης συνεργασίας με το Deutches Theater του Βερολίνου, το περίφημο γερμανικό θέατρο (Θέατρο της Χρονιάς στις γερμανόφωνες χώρες το 2008) θα φιλοξενηθεί  από το Εθνικό Θέατρο σε μία και μοναδική παράσταση του έργου του Χάινερ Μίλερ «Μηχανή Άμλετ» σε σκηνοθεσία Dimiter Gotscheff, που θα δοθεί στη Σκηνή Κοτοπούλη με την σύμπραξη του Ελληνικού Φεστιβάλ.
  • Ο Dimiter Gotscheff μετά το «Germania.Stücke» και τους «Πέρσες», έρχεται αντιμέτωπος, ακόμα μια φορά με ένα κείμενο του Χάινερ Μίλερ, ανεβαίνοντας ο ίδιος στη σκηνή, σε μια παράσταση που πρωτοπαρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία στις 8 Δεκεμβρίου 2007 στο Deutsches Theater, στις 5 Ιουνίου στη Σκηνή Κοτοπούλη.
  • Το έργο του Χάινερ Μίλερ «Hamletmachine» εκκινεί από τον μακρόχρονο διάλογο του συγγραφέα με έργο του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Ο Χάινερ Μίλερ έγραψε αυτό το ανοίκειο και μυστηριώδες κείμενο το 1977 παράλληλα με την μετάφραση του Άμλετ για την παραγωγή του Benno Besson στο Deutsches Theater. Συμπεριέλαβε χαρακτήρες και σκηνές – κλειδιά από το έργο του Σαίξπηρ χωρίς όμως να αντιγράφει τη δράση και τους διαλόγους. Ο Άμλετ ή μάλλον ένας ηθοποιός που παίζει τον Άμλετ και την Οφηλία στην μεταφορά του Dimiter Gotscheff για το Deutsches Theater εμφανίζεται ως στοιχειωμένο φάντασμα ιστορικών προσώπων. Σε ένα εφιαλτικό σενάριο, συγκρούονται διαφορετικές και αντιθετικές συλλογικές εμπειρίες και αναδύονται πολλοί συσχετισμοί με την Ευρωπαϊκή ιστορία.

Η ταυτότητα της παράστασης

  • Σκηνοθεσία: Dimiter Gotscheff. Σκηνικά – κοστούμια: Mark Lammert. Δραματολόγος: Bettina Schültke. Φωτισμοί: Henning Streck. Μακιγιάζ: Andreas Müller. Βοηθός σκηνογράφου: Ulrich Belaschk. Βοηθός ενδυματολόγου: Nehle Balkhausen. Βοηθός σκηνοθέτη: Jakob Fedler. Παίζουν: Dimiter Gotscheff, Alexander Khuon, Valery Tscheplanowa
  • Διάρκεια: 1 ώρα

Περιπλάνηση στο θεατρικό Βερολίνο


Από τους κατά Dimiter Gotscheff «Πέρσες» στο Deutsches Theatre του Βερολίνου

  • Είναι γνωστό ότι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες θεατρικές «πιάτσες» της Ευρώπης βρίσκεται στη Γερμανία και πιο συγκεκριμένα στην υπέροχη πόλη του Βερολίνου, όπου συγκεντρώνονται θέατρα με μακρόχρονη παράδοση: το Deutsches Theater, το Berliner Ensemble του Μπέρτολτ Μπρεχτ, το Maxim Gorki Theater, η Volksbuehne αλλά και η Schaubuehne.

Deutsches Theater

  • Το Deutsches Theater φημίζεται για τις παραστάσεις του κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου του (περιλαμβάνει περίπου 45 έργα), ενώ κάθε χρόνο παρουσιάζει γύρω στις 20 νέες παραγωγές. Το Deutsches Theater έχει συνδέσει την ιστορία του με την καλλιτεχνική δραστηριότητα του θρυλικού σκηνοθέτη Max Reinhardt, ο οποίος το 1906 εγκαινίασε το «Kammerspiele», μια αίθουσα μικρότερης χωρητικότητας (234 θεατές). Η καλλιτεχνική διεύθυνση του θεάτρου ανήκει από το 2001 στον Bernd Wilms, ενώ στο δυναμικό του συγκαταλέγονται σκηνοθέτες ιδιαιτέρως διακεκριμένοι για τα δεδομένα της ευρωπαϊκής σκηνής, όπως οι Barbara Frey, Dimiter Gotscheff, Juergen Gosch και Michael Thalheimer.
  • Η Αιμιλία Γκαλότι του Λέσσινγκ, σε σκηνοθεσία Michael Thalheimer, είναι μια από τις πιο επιτυχημένες παραστάσεις του θεάτρου. Παρουσιάζεται ανελλιπώς από το 2001, σημειώνοντας μεγάλη εισπρακτική ανταπόκριση, ενώ παράλληλα έχει περιοδεύσει σε πολλές χώρες του εξωτερικού. Μια άλλη πιο πρόσφατη παραγωγή του Deutsches Theater που διακρίθηκε αποσπώντας σημαντικά βραβεία ερμηνειών, αλλά και διεθνή αναγνώριση, είναι το Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γούλφ του Έντουαρντ Άλμπι, σε σκηνοθεσία Juergen Gosch, που ανέβηκε για πρώτη φορά το 2004. Αξίζει να σημειωθεί, επίσης, ότι στο ρεπερτόριο του Deutsches Theater, περιλαμβάνονται οι Πέρσες του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία Dimiter Gotscheff.
  • Ο ίδιος σκηνοθέτης έχει κληθεί από το δικό μας Εθνικό Θέατρο να σκηνοθετήσει, ξανά, τους Πέρσες, με Έλληνες ηθοποιούς, στην παράσταση που συνιστά τη μία από τις δύο προτάσεις του Εθνικού Θεάτρου για το φετινό καλοκαίρι. Τέλος, για τον Μάρτιο το Deutsches Theater έχει προγραμματίσει δυο πρεμιέρες. Στις 13 Μαρτίου ανεβαίνει η Άγρια Δύση του Sam Shepard, σε σκηνοθεσία Sabine Auf der Heyde και αργότερα ο Μοναχικός δρόμος του Arthur Schnitzler, σε σκηνοθεσία Christian Petzold.

Αλλά θα συνεχίσουμε την περιπλάνηση στις θεατρικές σκηνές του Βερολίνου την επόμενη εβδομάδα.

  • ΙΩΑΝΝΑ ΝΤΑΒΑΡΙΝΟΥ, Η ΑΥΓΗ, 27/03/2009