Category Archives: Wolfgang

Παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου

«Το ημέρωμα της στρίγκλας»

Θέλει αρετή και τόλμη η πραγματική, δηλαδή η ελεύθερη και ουσιώδης – στη μορφή και το περιεχόμενο – καλλιτεχνική δημιουργία και εν προκειμένω η θεατρική – για να θυμηθούμε και τον ποιητή. Απαιτεί διάνοια, σεβασμό, γνώση, αυτογνωσία και μεγάλη αίσθηση του μέτρου. Οταν ένας καλλιτέχνης στερείται αυτά τα προαπαιτούμενα, η δουλειά του καταντά ασυναρτησία, αλλά όταν τα υποτιμά καταντά ασυδοσία. Δυστυχώς, τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση είναι η τρίτη παράσταση του Εθνικού Θεάτρου, μεταξύ άλλων δύο, στις οποίες αφορά η σημερινή στήλη.

«Το ξύπνημα της άνοιξης» («Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας»)

Φθάσαμε στον 21ο αιώνα και όμως αμέτρητα φρικτά εγκλήματα λόγω της ανύπαρκτης σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης των παιδιών, συμβαίνουν, καθώς η κοινωνική υποκρισία, ο εκπαιδευτικός σκοταδισμός, τα συμφέροντα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης των παιδιών καλά κρατούν. Επί δεκαετίες η ελληνική πολιτεία μιλά για εισαγωγή της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στις πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης, αλλά ως Πόντιος Πιλάτος, νίπτει τας χείρας, φορτώνοντας την ευθύνη της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης των παιδιών στους γονείς, ως να είναι – που στην τεράστια πλειοψηφία τους δεν είναι – εκπαιδευμένοι, καταλληλότεροι, αρμοδιότεροι, όπως νίπτει τας χείρας όποτε συμβαίνει «μια παιδική τραγωδία», όπως υποτίτλησε ο Φρανκ Βέντεκιντ το έργο του «Το ξύπνημα της άνοιξης». Εικοσιεξάχρονος το 1890, με την ελεύθερη σκέψη και την τολμηρή πένα του, ο δημοσιογράφος αλλά και πολύτροπος καλλιτέχνης (ηθοποιός, σκηνοθέτης, δραματουργός, μουσικός), Βέντεκιντ, αποκάλυψε την αποτρόπαια, πολύμορφα εγκληματική υποκρισία της κοινωνίας, της εκπαίδευσης, της εκκλησίας, επόμενα και της οικογένειας απέναντι στο έμφυτο ξύπνημα της ανθρώπινης σεξουαλικότητας. Βάζοντας μπροστά στην κοινωνία των ενηλίκων έναν εξπρεσιονιστικά παραμορφωτικό καθρέφτη και ένα ρεαλιστικό μπροστά στους 15χρονους εφήβους ενός σχολείου μιας γειτονιάς, με αλλεπάλληλες σύντομες και χωροχρονικά πολυεπίπεδες σκηνές, αντιπαρέθεσε δυο κόσμους. Τον κόσμο της νεανικής ορμής και αθωότητας και τον υποκριτικό, τυφλό, αμαρτωλό, τιμωρό κόσμο των ενηλίκων. Της εκπαίδευσης που αποδιώχνοντας τους αδύναμους μαθητές τούς ωθεί και στην αυτοκτονία, της εκκλησίας που θεοποιεί την παρθενία και χαρακτηρίζει κολάσιμο αμάρτημα το ερωτικό σκίρτημα των παιδιών, των γονιών που φοβούμενοι την κοινωνική κατακραυγή, οδηγούν στην άμβλωση και στο θάνατο ένα ανίδεο για τις συνέπειες της σεξουαλικής συνεύρεσης δεκαπεντάχρονο κορίτσι. Η κοινωνία της εποχής του Βέντεκιντ, μην αντέχοντας την επαναστατική – θεματολογικά και μορφολογικά – κριτική τόλμη του έργου, το χαρακτήρισε «σκάνδαλο» και το απαγόρευσε. Πέρασαν δεκαετίες για να παιχθεί και να αναγνωρισθεί η πρωτοποριακή και διαχρονική αξία του. Πρωτοποριακή και διαχρονική αξία που προβάλλει και υπηρετεί σε μεγάλο βαθμό, με διάνοια, σύγχρονη κριτική ματιά, αισθητική τόλμη αλλά και μέτρο, η σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη, που φέρνει το έργο στο κοινωνικό και εκπαιδευτικό σήμερα, στον κόσμο και στον τόπο μας. Στηρίγματα της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας, ερμηνευτικά τολμηρής, αισθητικά δίπτυχης παράστασης (ρεαλιστική στις σκηνές των εφήβων, εξπρεσιονιστική στις σκηνές των ενηλίκων, που γκροτέσκα «γιγαντόσωμοι», με κοθόρνους και μάσκες μοιάζουν με τρομαχτικά τοτέμ) είναι η πιστή αλλά και γλωσσικά σύγχρονη μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα. Το λιτά ευφάνταστο και χωροχρονικά λειτουργικό σκηνικό (αίθουσα σχολείου με μαυροπίνακες, τραπέζια-θρανία με βιβλία) και τα κοστούμια (σημερινά για τους νέους, εποχής για τους ενηλίκους) της Εύας Μανιδάκη. Η καλοδουλεμένη, εκφραστικότατη κινησιολογία της Αμαλίας Μπένετ. Πολύ καλοί οι φωτισμοί του Τάσου Παλιορούτα. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιώντας αποκλειστικά νέους και πρωτόβγαλτους ηθοποιούς, τους ωφέλησε μακροπρόθεσμα, καθώς τους ανέθεσε ρόλους και εφήβων και ενηλίκων (όπου οι περισσότεροι είχαν τις καλύτερες επιδόσεις), τους καθοδήγησε αποτελεσματικά σαν ενιαίο, συνολικά καλό ερμηνευτικό σύνολο, από το οποίο ιδιαιτέρως ξεχώρισαν ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος για τη φυσικότητα και ευαισθησία του, η Αλκηστις Πουλοπούλου (κωμικότροπα σπαρακτική Ιλζε) και η Αγγελική Καρυστινού (μητέρα). Αξιοι αναφοράς για την αφειδώλευτη ερμηνευτική τους προσπάθεια είναι και οι άλλοι ηθοποιοί: Ιωάννα Παππά, Κωνσταντίνος Παπαχρόνης, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Νατάσα Ζάγκα, Δημήτρης Καρτόκης, Αννίτα Κούλη, Δημήτρης Κουτρουβιδέας, Ομηρος Πουλάκης, Μίλτος Σωτηριάδης, Θάνος Τοκάκης, Μιχάλης Φωτόπουλος, Γιάννης Χαριτοδιπλωμένος, Γαλήνη Χατζηπασχάλη.

«Βόλφγκανγκ» («Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας»)
«Το ξύπνημα της άνοιξης»

Ξεκινώντας σαν ηθοποιός (πολύ καλός), ο Γιάννης Μαυριτσάκης εξελίσσεται σε ελπιδοφόρο θεατρικό συγγραφέα, όπως διαφαίνεται από το δεύτερο έργο του, «Βόλφγκανγκ», που βασίζεται στη διεθνώς γνωστή, εφιαλτική απαγωγή μιας παιδούλας, της Νατάσα Κάμπους, από έναν ενήλικα παιδεραστή και στον εγκλεισμό της σε ένα ανήλιαγο καταφύγιο, αλλά διαχειρίζεται με ψυχογραφική δύναμη και ανθρωπιστική ευαισθησία το θέμα και με ψυχαναλυτική ματιά τον δράστη του εγκλήματος, θεωρώντας τον ψυχολογικά διαταραγμένο, μοναχικό, κοινωνικά φοβικό, ασφαλώς θύτη αλλά και θύμα και το έγκλημά του «παράγωγο» των τραυματικών οικογενειακών και κοινωνικών βιωμάτων του. Με νοηματικά εύληπτους, γλωσσικά άμεσους, σύντομους διαλόγους, ο συγγραφέας συμπυκνώνει τον οκτάχρονο εφιάλτη του έγκλειστου, στερημένου τη γονεϊκή θαλπωρή, αποκομμένου από όλους τους ανθρώπους κοριτσιού, αλλά και τις εφιαλτικές μνήμες του θύτη, από τον αυταρχικό, βίαιο, φαλοκράτη πατέρα του και την ολόπλευρα καταπιεσμένη μητέρα του. Ο δράστης είναι δύστυχο μόρφωμα των τραυματικών βιωμάτων του, επισημαίνει εμμέσως ο Γ. Μαυριτσάκης. Το έργο ευτύχησε με τη λιτή, ποιητικής ατμόσφαιρας σκηνοθεσία της Κατερίνας Ευαγγελάτου, το καλαίσθητο σκηνικό και τα κοστούμια του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, την ανησυχαστική μουσική του Σταύρου Γασπαρινάτου, τους «ζοφερούς» φωτισμούς της Μελίνας Μάσχα, τις συνολικά πολύ καλές ερμηνείες, με καλύτερες εκείνες των Βασίλη Ανδρέου, Λουκίας Μιχοπούλου, Μάνου Βακούση, Μαρίας Ζορμπά.

«Το ημέρωμα της στρίγκλας» («Κοτοπούλη-Ρεξ»)
«Βόλφγκανγκ»

Στο όνομα τάχα της καλλιτεχνικής «ελευθερίας» και του «μοντερνιστικού» εκσυγχρονισμού, ο διόλου ατάλαντος σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης, ενεργών εν πλήρη ελευθερία από πλευράς του Εθνικού Θεάτρου, κατάντησε αγνώριστη, μυθοπλαστικά άτεχνη και δύσληπτη, κωμωδιογραφικά άχαρη, ανόητη, άνοστη, και τελικώς αγέλαστη, την αριστουργηματική σαιξπηρική κωμωδία «Το ημέρωμα της στρίγκλας». Εμφάνισε τον Σαίξπηρ ως συγγραφέα του δικού του, με τη δραματουργική συνεργασία της θεατρολόγου Ελενας Καρακούλη (αλήθεια τέτοιου είδους παιδεία διδάσκουν τα πανεπιστημιακά Θεατρολογικά Τμήματα;) διασκευαστικού -μεταφραστικού κατασκευάσματος (για το οποίο, βεβαίως, εισπράττει πνευματικά δικαιώματα), μετέτρεψε το σαιξπηρικό μύθο περί της συγκρουσιακής σχέσης των δύο φύλων, σε «εκσυγχρονιστική» αρλούμπα, την ιδιοφυή κωμικότητα του έργου, στη γνωστών τηλεοπτικών προτύπων σάχλα, τα υπέροχα πρόσωπα-χαρακτήρες που έπλασε ο Σαίξπηρ, σε γελοίες καρικατούρες (με χειρότερη τον τρελάρα και ολίγον γκέι Πετρούκιο), τη σκηνική δράση σε θορυβώδη ασυναρτησία και τους ταλαντούχους ηθοποιούς που του διατέθηκαν, σε υποταγμένα κύμβαλα – χωρίς δικαίωμα λόγου – εκτελεστικά της ασύδοτης διασκευαστικής και σκηνοθετικής του ασυδοσίας, της δικής του και μόνον καλλιτεχνικής «ελευθερίας». Μέχρι πότε οι ηθοποιοί – το Α και το Ω, η «ψυχή» της σκηνικής πράξης, οι οποίοι όλο και περισσότερο από δημιουργικοί καλλιτέχνες, καταντούν απλά εκτελεστικά όργανα, θα υποκύπτουν στην όλο και πιο επεκτεινόμενη «δικτατορία» σκηνοθετών; Το μόνο καλλιτεχνικά άξιο λόγου στοιχείο της παράστασης, είναι το ευφάνταστο και εικαστικά καλαίσθητο σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου.

ΘΥΜΕΛΗ
Advertisements

«Wolfgang» – Σύγχρονο Θέατρο Αθηνών – Εθνικό Θέατρο


Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 15/11/2008

Πόσο σχετίζεται το έργο του Γιάννη Μαυριτσάκη με τη φρικτή ιστορία εγκλεισμού της δεκάχρονης Νατάσας Κάμπους από τον τριαντάχρονο Βόλφγκανγκ Πρίκλοπιλ στο υπόγειο του σπιτιού του, για οκτώ χρόνια; Αδιάφορο. Η σχέση με την ιστορία που συγκλόνισε την επικαιρότητα πριν από λίγο καιρό δεν είναι βέβαια συμπτωματική, είναι όμως, ευτυχώς, προσχηματική: μετά την παράσταση του Εθνικού, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι ο Μαυριτσάκης θα έγραφε κάποτε το ίδιο έργο, έστω και με άλλα ονόματα.

Ο Βασίλης Ανδρέου και η Λουκία Μιχαλοπούλου στην παράσταση που έστησε η Κατερίνα Ευαγγελάτου

Εκείνο που πρέπει να μας απασχολεί είναι από πού πηγάζει η γοητεία του: η κεντρική ιδέα, για παράδειγμα, δεν φαίνεται διόλου πρωτότυπη. Από το «Σχολείο γυναικών» μέχρι τον «Συλλέκτη» ανιχνεύουμε πάνω κάτω τα ίδια στοιχεία. Ούτε βέβαια είναι καινοφανής η θέα του κακού. Πέρυσι κιόλας στα Εξάρχεια ο «Καυτός Πάγος» παρουσίαζε έναν χειρότερο δαίμονα. Μετά τον Κολτές, κάθε σύγκριση ως προς το ύφος περιττεύει· και όσοι στρέφονται στο εξωτερικό έχουν την εντύπωση πως δεν απομένουν πολλά που δεν τα έχουν ξανακούσει, μεταφρασμένα από τα αγγλικά, τα γαλλικά ή τα γερμανικά στη γλώσσα μας.

Και όμως, ο ενθουσιασμός διαρκεί. Δεν είναι μόνο που στο Εθνικό γινόμαστε μάρτυρες ενός έργου που φέρνει τη δραματουργία μας κοντά στις πιο ενδιαφέρουσες φωνές διεθνώς, αίροντας το δίλημμα περί ελληνικότητας. Ο λόγος βρίσκεται αλλού. Στο ότι ο «Wolfgang» του Γιάννη Μαυριτσάκη είναι -τολμά και έχει τις δυνατότητες να είναι- μια ρομαντική ιστορία αγάπης.

Θα μπορούσε να παρατηρήσει κάποιος πως το μέγιστο ελάττωμα του έργου αποτελεί το κύριο πλεονέκτημά του. Ο Μαυριτσάκης περνά έξυπνα ανάμεσα από τη Σκύλλα της αναπαράστασης του γεγονότος και τη Χάρυβδη της ερμηνείας του. Αποφεύγει τα μεγάλα λάθη, διατρέχει όμως τον κίνδυνο να μείνει στο τέλος με άδεια χέρια. Πράγματι, ένα φάντασμα πατέρα, μια συμπλεγματική οικογένεια και ένας διαστροφικός μισογυνισμός δυσκολεύονται να διαγράψουν το υπόβαθρο της ψυχολογικής ανισορροπίας του Βόλφγκανγκ. Δεν είναι όμως αυτός ο στόχος. Ο Μαυριτσάκης δεν θέλει να αναλύσει, αλλά να περιγράψει τη διαστροφή του Βόλφγκανγκ, σαν προσπάθεια καθήλωσης του γυναικείου σώματος στο σώμα της παιδικής αγνότητας, σαν αναίρεση της λαγνείας και της φθοράς του. Είναι αυτή η δική του αίρεση απόλυτου έρωτα. Ο Βόλφγκανγκ, θέλοντας την οκτάχρονη Φαμπιέν σαν ένα διαρκές είναι, εξοντώνει το γίγνεσθαι, την εξέλιξη της φύσης της. Θα μπορούσε να είναι ένας καλλιτέχνης, αν δεν ήταν εγκληματίας.

Ο Βόλφγκανγκ, χωρίς να είναι αθώος, μοιάζει απενοχοποιημένος. Πρώτα γιατί τον ελέγχει ο δαίμονας του σαστισμένου μυαλού. Επειτα γιατί τον ελέγχει ο δαίμονας του έρωτα. Πρέπει να καταλάβουμε πως ο «πόλεμος» που επικαλείται είναι αληθινός. Και ότι είναι πράγματι το υπόγειο του σπιτιού του ένα καταφύγιο. Από αυτό το καταφύγιο θα δραπετεύσει η Φαμπιέν στο τέλος, πολύ εύκολα, πολύ ήσυχα και πολύ φυσικά. Οι αλυσίδες της αφορούν όχι την εξωτερική αλλά την εσωτερική της ελευθερία.

Τη δουλειά της Κατερίνας Ευαγγελάτου στο νεο-εξπρεσιονιστικό ύφος θα τη ζήλευαν ώριμοι σκηνοθέτες, όχι μόνο του ελληνικού θεάτρου. Δίδαξε ένα καθαρό θέατρο που απεγκλωβίζει τη βία από την απεικόνισή της. Έχοντας για σύμμαχο την πύκνωση του χώρου από τον Κωνσταντίνο Ζαμάνη, κατάφερε να στήσει ένα απαιτητικό έργο, με κοφτές αλλαγές και εναλλασσόμενους χώρους.

Το ρομαντικό πορτρέτο του Βόλφγκανγκ από τον Βασίλη Ανδρέου δείχνει την άβυσσο και οδηγεί στην τελική πυρπόληση-ανάληψη. Αφαιρετική, αλλά συγκριτικά αδύναμη η ερμηνεία της Φαμπιέν από τη Λουκία Μιχαλοπούλου. Οι άλλοι ηθοποιοί (Μάνος Βακούσης, Μαρία Ζορμπά, Σωτήρης Τσακομίδης, Νικόλας Αγγελής και Σεραφίτα Γρηγοριάδου) μεταφέρουν την ανθρώπινη ενοχή που διαχέεται ακτινωτά: είτε γνωρίζουν το έγκλημα είτε θα έπρεπε να το γνωρίζουν. *