Daily Archives: 24 Δεκέμβριος, 2008

A stage of mind: Peter Brook and the Bouffes du Nord theatre

Peter Brook’s Mahabharata, staged at the Bouffes du Nord in 1987 Photograph: Julio Donoso/Corbis Sygma

Peter Brook's Mahabharata at the Bouffes du Nord in Paris in 1987

Since the 1970s, a magical old music hall by the Gare du Nord has housed Peter Brook’s theatrical dreams. Architect Andrew Todd explores the extraordinary shape-shifting venue

Peter Brook has been for 34 years, as Michael Billington pointed out last week, the presiding genius of the Bouffes du Nord theatre in Paris, which has become the most influential performance space of the last 100 years. Now that he has announced a gentle transition to stewardship under his current collaborators Oliviers Mantei and Poubelle, it seems appropriate to evaluate just what one spirit can do for a place, and what happens when they move away.

First, the specifics of the story. The Bouffes, a former music hall just behind the Gare du Nord, was in terminal decline when Brook chanced upon it in 1974. His recognition of the theatrical value of its decay saved it from destruction. He literally stopped the rot at a specific point where, relying upon the audience’s imagination, it can be retuned to appear young or old, vast or intimate, holy or profane. A near-ruin, pregnant with possibility, it was exactly the theatre he wanted.

For six years, Brook had been peripatetic, having rejected conventional theatres for hindering the communication between performer and audience. He had taken a group of actors (many still work with him today) across Africa with just a carpet as «scenery», testing the limits of what can be shared between human beings with no apparent frame of reference. This experience was extended in the royal tombs of Persepolis with a project called Orghast, written on site by Ted Hughes (1971), and in the streets, shopping malls and fields of North America.

Rather miraculously, the Bouffes du Nord (designed by an architect with no prior experience of the theatre) has nourished all of the stories Peter has told since 1974: it has shape-shifted into India and Africa, a Russian country house, an abstract desert island for The Tempest and a clinical ground for the doctor-patient dialogues of The Man Who. The Bouffes represented then, and represents now, a compelling answer to the question, «How can we make a space in which to tell a story?» In spite of its intimacy, it requires a heightened energy from performers. It also confers a responsibility on the audience to be attentive, to «assist» (as the French say) the performance: there is no room to slouch or hide in this tiny arena.

But the Bouffes has already gone beyond Brook. Among British directors, Deborah Warner and Declan Donnellan discovered Brook’s work here and soon returned to use it themselves; it has influenced their approach to theatre and opera in many ways. In continental Europe, directors Luca Ronconi and Luc Bondy have also refined their art here. Musicians such as Michel Portal and Daniel Humair have found this an ideal venue, both sonically and socially.

Eamonn McCabe

Peter Brook. Photograph: Eamonn McCabe

Brook has also exported the core principles of the Bouffes to several spaces he has created, adapted and discovered around the world – in Frankfurt, Adelaide, Avignon, Barcelona and elsewhere. Many of these were only ephemeral; some solidified into theatres and lost their spirit; others have taken on a vibrant life of their own. Just a few days ago, I was on the stage of the Harvey in Brooklyn, a beaten-up vaudeville hall like the Bouffes, where Sam Mendes is about to launch his globe-spanning Bridge Project with a production of The Cherry Orchard, one of the plays with which Peter opened the Harvey in the 1980s. There is still a bump at the back of the stalls where Peter created an entry through the audience .

I can fully understand that, at 83, Brook wants to relinquish the responsibilities of being the full-time manager of a theatre. It is characteristic of him that he should do so gently, without bombast, and in such a manner that the space stands the greatest possible chance of working in harmony with its future guardians. Part of Brook’s strength is that instead of inscribing principles in stone, he has already created the space for myriad kindred – but individual – spirits to share his world.

• Andrew Todd, a Paris-based architect, is co-author of the book The Open Circle: Peter Brook’s Theatre Environments, published by Faber. He recently transformed the Old Vic into a theatre in-the-round.

Κάντε τον Σαίξπηρ… manga!

Κάντε τον Σαίξπηρ… manga!

Eναν πρωτότυπο διαγωνισμό κόμικς με τίτλο «Manga Shakespeare» διοργανώνει το Βρετανικό Συμβούλιο στο πλαίσιο συμμετοχής της Βρετανίας ως τιμώμενης χώρας στη 2η Εκθεση Παιδικού & Εφηβικού Βιβλίου. Οι συμμετέχοντες καλούνται να εμπνευστούν από ένα έργο του Σαίξπηρ, να διηγηθούν τη δική τους σύγχρονη εκδοχή σε μορφή manga και να υποβάλουν το έργο τους ως τις 9 Φεβρουαρίου 2009. Πληροφορίες στο http://www.britishcouncil.org ή στο 210 3692336.

Οι συγγραφείς μίλησαν: «Μια κωμικοτραγική πολιτιστική επανάσταση»

Οι συγγραφείς μίλησαν

«Κρατικοί λειτουργοί και αντιπολιτευόμενοι πολιτικοί μοιάζουν ανίκανοι να αντιδράσουν στην έμπρακτη αμφισβήτηση βασικών θεσμών και κανόνων της δημοκρατίας από ομάδες ανθρώπων οι οποίοι, με αφετηρία ένα τραγικό γεγονός, επιτίθενται με τυφλή βία στα δικαιώματα των πολιτών και στις αρχές της κοινής μας ζωής».

Κάπως έτσι ξεκινά το κείμενο διαμαρτυρίας που υπογράφουν οι συγγραφείς Απόστολος Δοξιάδης, Τάκης Θεοδωρόπουλος και Πέτρος Μάρκαρης με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα στους δρόμους και τα θέατρα της Αθήνας. Και συνεχίζουν: «Η βίαιη διακοπή της πρεμιέρας της Νέας Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου, καθώς και άλλες αντίστοιχες αυτο-αποκαλούμενες “παρεμβάσεις” που την ακολούθησαν […] δεν είναι παρά η φαρσική εκδοχή των κατά πολύ τραγικότερων καταστροφών σε σπίτια, σχολειά, πανεπιστήμια, γραφεία και μαγαζιά Ελλήνων πολιτών […] αμφισβητώντας ανενδοίαστα την ουσία της ίδιας της δημοκρατίας, με την επίθεση στην καρδιά της, που είναι η ελευθερία της σκέψης, του λόγου και της έκφρασης, που αντιπροσωπεύει η τέχνη.

Αν εμείς οι άνθρωποί της ανεχόμαστε αγόγγυστα την κάθε ομάδα “επαναστατημένων” νεαρών να μαγαρίζει ανενόχλητη την Ακρόπολη ή να διακόπτει μια θεατρική παράσταση βρίζοντας το κοινό και γράφοντας με σπρέι στο καινούργιο, καθαρό φουαγιέ του Εθνικού το ναζιστικής υφής σύνθημα “σκατά στους κουλτουριάρηδες” (!), τι μας λέει ότι δεν θα δούμε μεθαύριο τους ίδιους ή άλλους να καίνε βιβλία ή να επιχειρούν να ορίσουν το τι θα λέμε και τι θα σκεφτόμαστε;

Πού μπαίνει το όριο σε αυτή την κωμικοτραγική “πολιτιστική επανάσταση” των απολίτιστων;», τονίζεται στο κείμενο, που καταλήγει ως εξής:

«Η ευθύνη όμως δεν ανήκει μόνο στους αυτουργούς αλλά και στους καθ’ ύλην αρμόδιους, όσους δηλαδή χρεώνονται με πρωταγωνιστικούς ρόλους στην πολιτιστική μας ζωή. […] Καλλιτεχνικοί διευθυντές εθνικών σκηνών ή άλλοι, λιγότερο ή περισσότερο πλουσιοπάροχα επιχορηγούμενοι από τους φόρους μας, χορογράφοι, σκηνοθέτες και ηθοποιοί, ας θυμηθούν ότι είναι υπόλογοι και στους νόμους της τέχνης αλλά και του κοινωνικού μας συμβολαίου, που επιτάσσουν μεγαλύτερο σεβασμό στο κοινό αίσθημα, δηλαδή σε όσους, καλλιτέχνες ή μη, πιστεύουν στη δημοκρατία και τηρούν τους κανόνες της».

Ελεύθερος Τύπος, Τετάρτη, 24.12.08

Χούλιγκαν εναντίον θεάτρου

Πρέπει να νιώθουν πολύ περήφανοι για τον εαυτό τους οι οπαδοί του Ηρακλή για το πώς κατάντησαν το θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Προχθές το βράδυ το ΚΘΒΕ έδωσε την αίθουσα στον Γυμναστικό Σύλλογο του Ηρακλή για να γιορτάσει τα 100 χρόνια του (1908 – 2008). Κι εκεί βρέθηκαν οι οπαδοί της ομάδας για να γιουχαΐσουν την ηγεσία του συλλόγου για όποια τυχόν ζητήματα παραμένουν ανοιχτά.

Θεώρησαν γι’ αυτό σωστό να ξεσπάσουν στο ιστορικό κτίριο του ΚΘΒΕ και της ΕΜΣ, από το σανίδι του οποίου πέρασαν άνθρωποι πολύ μεγάλης αξίας. Κάτι που, φυσικά, δεν μπορούν να σεβαστούν εκείνοι που το μόνο με το οποίο ασχολούνται είναι το πόσο εύστοχα κλοτσάνε την μπάλα διάφοροι ποδοσφαιριστές που δεν έχουν πατήσει ποτέ το ταλαντούχο ποδαράκι τους στο θέατρο, αλλά ξημεροβραδιάζονται στα ξενυχτάδικα, αμείβονται με υψηλότατα ποσά, τα οποία οι περισσότεροι οπαδοί δεν πρόκειται να δουν ποτέ στη ζωή τους, και δεν τους αγγίζουν καθόλου τα καθημερινά προβλήματα επιβίωσης των απλών ανθρώπων και των ίδιων των φιλάθλων.

Το ΚΘΒΕ δεν διανοήθηκε κανείς να το πειράξει κατά τις πορείες των προηγούμενων εβδομάδων. Το έκαναν, όμως, οι οπαδοί του Ηρακλή. Θερμά συγχαρητήρια!!! Θα περίμενε κανείς, οι φίλαθλοι και οι οπαδοί ενός ιστορικού συλλόγου να σέβονται περισσότερο την έννοια της Ιστορίας. Αλλά τι λέμε τώρα; Δεν είναι οι μόνοι. Το καλοκαίρι, μετά τον τελικό του Κυπέλλου, οπαδοί του Αρη έγραψαν συνθήματα στο Βασιλικό Θέατρο.

Και γιατί παρακαλώ να δώσει το Δ.Σ. του ΚΘΒΕ την ΕΜΣ στον Ηρακλή; Ας πήγαιναν σε ‘κανα ξενυχτάδικο που, και περισσότερο κόσμο παίρνει, και πιο γνώριμος τους είναι ο χώρος. Τον βανδαλισμό στο ΚΘΒΕ καταδίκασαν και διαμαρτυρήθηκαν έντονα προς την ηγεσία του Ηρακλή, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου, Νικήτας Τσακίρογλου, που δήλωσε ότι ήταν εξ αρχής αρνητικός, και ο πρόεδρος του Δ.Σ., Δημήτρης Γαρούφας. Ενώ το ΚΘΒΕ με έγγραφό του ζητά από τον «Ηρακλή» να αποκαταστήσει τις ζημιές που έγιναν, τόσο έξω όσο και μέσα στην αίθουσα του θεάτρου.ΣΑΚΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 24/12/2008

«Μαλλιά κουβάρια», αλλά όχι για τον Κούγια

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ

«Θεωρώ παρήγορο που τα παιδιά κατέβηκαν στους δρόμους. Αισθάνομαι κοντά τους. Η αντίδρασή τους είναι ελπίδα για το μέλλον. Μέσα από το οδυνηρό γεγονός της δολοφονίας ενός 15χρονου, αφυπνιστήκαμε. Βεβαίως, οι καταστροφές δεν είναι ευχάριστες. Θεωρώ όμως ότι τα νιάτα είναι μια φυσική δύναμη που όταν προκαλείται οδηγείται σε ακραίες αντιδράσεις. Εκεί υπάρχει η ευθύνη της πολιτείας».

«Ολοι οι πολίτες είναι θυμωμένοι», πιστεύει η Λυδία Κονιόρδου

Η Λυδία Κονιόρδου, καλλιτεχνική διευθύντρια του ΔΗΠΕΘΕ Πατρών, το τελευταίο διάστημα ζει στην αχαϊκή πρωτεύουσα. Κι ενώ εκπονεί μετ’ εμποδίων τον προγραμματισμό του θεάτρου, παρακολουθεί αναστατωμένη τα τελευταία γεγονότα. Εζησε και η Πάτρα, σε μικρή κλίμακα, την εξέγερση των νέων. «Προχθές που ήρθε ο Κούγιας έγινε χαμός. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που αφιερώσαμε τα «Μαλλιά κουβάρια» στα νέα παιδιά. Ο Λάσκαρης στο έργο του σατιρίζει την κοινωνία που στρέφεται ενάντια σ’ αυτά».

Η εναρκτήρια για τη σεζόν 2008-2009 παράσταση, μετά την περιπετειώδη θερινή «Μήδεια» του Α. Βασίλιεφ, είναι η επίκαιρη φαρσοκωμωδία «Μαλλιά κουβάρια» (1997) του Νικολάου Λάσκαρη, που σκηνοθέτησε ο Κώστας Τσιάνος (σκηνικά-κοστούμια του Αγγελου Μέντη) με τους Ναταλία Στεφάνου, Ελένη Ζιώγα, Παντελή Παπαδόπουλο, Γιώργο Ψυχογιό, Θοδωρή Σκούρτα, Σπύρο Τσεκούρα, Γιώτα Μηλίτση και Σπύρο Αυγουστάτο. «Ευτυχώς, δεν γίναμε «μαλλιά κουβάρια» όσοι προσπαθήσαμε για το ζωντάνεμα του έργου στη σκηνή. Αντίθετα, αγαπηθήκαμε, κουραστήκαμε και ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια με τις ανατροπές του», μας προλαμβάνει ο Κ. Τσιάνος.

Το έργο, που θα παίζεται ώς τις 8 Φεβρουαρίου, θα διαδεχθεί στον «Απόλλωνα» «Το Τάβλι» του Κεχαΐδη, σε σκηνοθεσία Παντελή Παπαδόπουλου.

«Φέτος η χρονιά είναι αφιερωμένη αποκλειστικά στο ελληνικό έργο», εξηγεί η Κονιόρδου. Αν τα «Μαλλιά κουβάρια» πάνε καλά, σκοπεύει το καλοκαίρι να τα βγάλει περιοδεία σε όλη την Ελλάδα. «Δεν είναι αναγκαίο τα καλοκαίρια να κάνουμε μόνο αρχαίο δράμα», υποστηρίζει.

Γιώργος Ψυχογιός, Θοδωρής Σκούρτας και Ελένη Ζιώγα από σκηνή στα «Μαλλιά κουβάρια»

«Τα οικονομικά μας δεν είναι βεβαίως καλά, αφού μας έκοψαν 70 από τις 200 χιλιάδες ευρώ της τακτικής επιχορήγησης», επιβεβαιώνοντας τη γνωστή οικονομική δυσπραγία των ΔΗΠΕΘΕ. Η Πάτρα ωστόσο έχει να αντιμετωπίσει ένα επιπλέον πρόβλημα· το κτηριακό. «Στον «Απόλλωνα» δόθηκε μια μικρή παράταση, για να παίξουμε τα «Μαλλιά κουβάρια» -θα έπρεπε να είχε κλείσει για επισκευές. Το «Επίκεντρο», ένα θαύμα της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας, δεν μας ανήκει πια. Το «Εργοστάσιο Τέχνης», λόγω σεισμού, είναι ακατάλληλο. Εχουμε μόνο το «Λιθογραφείο»». Σ’ αυτό θα πραγματοποιηθούν μουσικοχορευτικές παραγωγές και μουσικά αφιερώματα με ηχηρά ονόματα. Από τον Νίκο Ξυδάκη και τον Γιάννη Μπέζο, μέχρι την Κερασία Σαμαρά και την Τάνια Τσανακλίδου.

Κι επειδή, όπως πρεσβεύει η Κονιόρδου, «τα ΔΗΠΕΘΕ πρέπει να είναι φυτώρια νέων δημιουργών», δίνει έμφαση στα εκπαιδευτικά προγράμματα. Αυτή την περίοδο πραγματοποιούνται τρεις κύκλοι σεμιναρίων θεατρικής παιδείας. Υποκριτικής τέχνης για ερασιτέχνες ηθοποιούς στις Σταφιδαποθήκες Μπάρι. Σεμινάριο για εκπαιδευτικούς του Ν. Αχαΐας στο θέατρο «Λιθογραφείο». Καθώς και σεμινάρια θεατρικής παιδείας για επαγγελματίες ηθοποιούς που εργάζονται ή κατοικούν στην Πάτρα (Λιθογραφείο).

Ο σχεδιασμός της σεζόν 2009-2010 θα εξαρτηθεί από τη νέα προγραμματική σύμβαση με τον Δήμο Πατρέων και το υπουργείο Πολιτισμού. Τα πρώτα σήματα από το Εθνικό Κέντρο θεάτρου και Χορού δεν είναι αισιόδοξα: «Για το 2009 έχουμε μια προσωρινή προγραμματική σύμβαση, διάρκειας 18 μηνών. Βασίστηκε στην παλαιότερη εμπειρία και σε νεότερους προβληματισμούς. Το θεωρώ ένα βήμα μπροστά. Το δυσάρεστο είναι η μείωση της επιχορήγησης, που δυστυχώς μας εξαναγκάζει στη συρρίκνωση προσλήψεων και παραγωγών. Βεβαίως, ακόμα δεν έχει «κλείσει» κάτι, αφού αναμένονται οι αντιπροτάσεις των δημοτικών αρχών της Ελλάδας πάνω στις προγραμματικές συμβάσεις των ΔΗΠΕΘΕ».

Εκ των «ψυχών» των «Δεσμών» η Κονιόρδου αγωνιά και για την έξωση με την οποία απειλείται το αθηναϊκό παράρτημα του θεσμού: «Δεν έχει δοθεί ούτε ένα ευρώ για την περασμένη χρονιά. Χρωστάμε 13 ενοίκια. Εχουμε πάρει δάνεια για τους 4 εργαζόμενους του Κέντρου -γιατί φυσικά το συμβούλιο κι εγώ είμαστε άμισθοι. Προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας υπέρ της πατρίδος! Το γεγονός ότι απειλούμαστε με έξωση είναι ένα σκάνδαλο». *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 24/12/2008

Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΝΕΩΝ ΣΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΔΙΧΑΖΕΙ

Από τη μια μεριά, αυτοί που ταυτίζονται με το περιεχόμενο αλλά και τη μορφή της διαμαρτυρίας. Εκατόν δέκα ηθοποιοί όλων των γενιών συνυπέγραψαν κείμενο συμπαράστασης, που δημοσιεύτηκε χθες στην «Ε». Σήμερα, όμως, τρεις συγγραφείς, ο Απόστολος Δοξιάδης, ο Πέτρος Μάρκαρης και ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, δίνουν με δικό τους κείμενο την ακριβώς αντίθετη άποψη. Θεωρούν την εισβολή στα θέατρα «επίθεση στην καρδιά της δημοκρατίας, που είναι η ελευθερία της σκέψης, του λόγου και της έκφρασης, που αντιπροσωπεύει η τέχνη».Η εισβολή διαμαρτυρόμενων νέων (19 Δεκεμβρίου) στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου και η διακοπή της παράστασης με συνθήματα, που είχε άλλωστε και συνέχεια σε πολλά άλλα θεάτρα, δίχασαν τον καλλιτεχνικό κόσμο. Ενώ και ο Ηλίας Λογοθέτης, πρωταγωνιστής της διακοπείσης παράστασης «Το αμάρτημα της μητρός μου», χαρακτηρίζει την εισβολή των νέων «χυδαία, εντελώς φασιστική και ενάντια στη διαδικασία του θεάτρου». Δεν είναι, βέβαια, αντίθετος στο κείμενο που υπέγραψαν οι συνάδελφοί του, ούτε «ενάντια στην αγωνία των νέων παιδιών».


Επίθεση στην ελευθερία της έκφρασης

Τα γεγονότα των δύο τελευταίων εβδομάδων μάς έχουν προβληματίσει βαθιά. Κρατικοί λειτουργοί και αντιπολιτευόμενοι πολιτικοί μοιάζουν ανίκανοι να αντιδράσουν στην έμπρακτη αμφισβήτηση βασικών θεσμών και κανόνων της δημοκρατίας από ομάδες ανθρώπων οι οποίοι, με αφετηρία ένα τραγικό γεγονός, επιτίθενται με τυφλή βία στα δικαιώματα των πολιτών και στις αρχές της κοινής μας ζωής. Την κοινοτυπία των κούφιων συνθημάτων και της ξύλινης γλώσσας των εκ του ασφαλούς αντι-εξουσιαστών ανταγωνίζεται σε υπερβολή μονάχα η προτροπή κάποιων ενοχικών μεσηλίκων να «αφουγκραστούμε τα μηνύματα» της ανομίας, τα οποία τάχα περιέχουν περισπούδαστες και τολμηρές απόψεις για τα προβλήματα του τόπου, την οποία εμείς, οι αμέτοχοι στο «κίνημα», δεν αντιλαμβανόμαστε.

Αυτά είναι λίγο-πολύ γνωστά. Θέλουμε όμως σήμερα να σχολιάσουμε ειδικότερα τη βίαιη διακοπή της πρεμιέρας της Νέας Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου, καθώς και άλλες αντίστοιχες αυτοαποκαλούμενες «παρεμβάσεις», που την ακολούθησαν, με αποτέλεσμα τη ματαίωση πολλών θεατρικών παραστάσεων. Με μια έννοια, τα γεγονότα αυτά υστερούν σε σημασία των όσων προηγήθηκαν, δεν είναι παρά η φαρσική εκδοχή των κατά πολύ τραγικότερων καταστροφών σε σπίτια, σχολειά, πανεπιστήμια, γραφεία και μαγαζιά Ελλήνων πολιτών. Από μια άλλη όμως άποψη είναι αποκαλυπτικά, καθώς αναδεικνύουν μια βασική διάσταση του τι συμβαίνει αυτό τον καιρό στην πατρίδα μας, αμφισβητώντας ανενδοίαστα την ουσία της ίδιας της δημοκρατίας, με την επίθεση στην καρδιά της, που είναι η ελευθερία της σκέψης, του λόγου και της έκφρασης, που αντιπροσωπεύει η τέχνη.Αν εμείς οι άνθρωποί της ανεχόμαστε αγόγγυστα την κάθε ομάδα «επαναστατημένων» νεαρών να μαγαρίζει ανενόχλητη την Ακρόπολη ή να διακόπτει μια θεατρική παράσταση βρίζοντας το κοινό και γράφοντας με σπρέι στο καινούργιο, καθαρό φουαγέ του Εθνικού το ναζιστικής υφής σύνθημα «σκατά στους κουλτουριάρηδες» (!), τι μας λέει ότι δεν θα δούμε μεθαύριο τους ίδιους ή άλλους να καίνε βιβλία ή να επιχειρούν να ορίσουν το τι θα λέμε και τι θα σκεφτόμαστε; Πού μπαίνει το όριο σε αυτή την κωμικοτραγική «πολιτιστική επανάσταση» των απολίτιστων; (Παρεμπιπτόντως, τους οργισμένους νεαρούς τους προσέβαλαν αποκλειστικά οι θεατρικές παραστάσεις ποιότητας που παίζονται στα αφύλακτα, ταλαίπωρα θέατρά μας. Ούτε στα μπουζουκτζίδικα με τους μπράβους τους προσπάθησαν να «παρέμβουν», ούτε στα ποδοσφαιρικά ματς, προφανώς επειδή αυτά είναι υπεράνω κάθε υποψίας «κουλτούρας».)

Η ευθύνη όμως δεν ανήκει μόνο στους αυτουργούς αλλά και στους καθ’ ύλην αρμόδιους, όσους δηλαδή χρεώνονται με πρωταγωνιστικούς ρόλους στην πολιτιστική μας ζωή. Και βέβαια, μπορεί μερικοί από τους καλλιτέχνες που αποφάσισαν να υποκύψουν στη βία και να διακόψουν τις παραστάσεις τους προδίδοντας το κοινό τους, να κινήθηκαν από το φόβο του όχλου, οπότε, την ανάγκη φιλοτιμία ποιούντες, υποκρίθηκαν ότι «συμπαρίστανται». Κι αυτό είναι εν μέρει κατανοητό -αλλά φτάνει ώς εδώ. Ισως κάποιοι άλλοι πάλι να συμφωνούν με τους βιαίως διακόψαντες. Δικαίωμά τους- στην ιδιωτική τους ζωή. Αλλά η τέχνη είναι λειτούργημα, που περιλαμβάνει στον κώδικα τιμής του την προάσπιση της ελευθερίας της έκφρασης.

Κι όμως, δεν ακούσαμε κανένα από τους γενικώς και αορίστως περί δημοκρατίας κοπτόμενους σχετικούς επαγγελματικούς φορείς να διαμαρτύρεται για το αίσχος της βίας που συνιστούν οι «παρεμβάσεις». Και, σε κάθε περίπτωση, καλλιτεχνικοί διευθυντές εθνικών σκηνών ή άλλοι, λιγότερο ή περισσότερο πλουσιοπάροχα επιχορηγούμενοι από τους φόρους μας, χορογράφοι, σκηνοθέτες και ηθοποιοί, ας θυμηθούν ότι είναι υπόλογοι και στους νόμους της τέχνης αλλά και του κοινωνικού μας συμβολαίου, που επιτάσσουν μεγαλύτερο σεβασμό στο κοινό αίσθημα, δηλαδή σε όσους, καλλιτέχνες ή μη, πιστεύουν στη δημοκρατία και τηρούν τους κανόνες της. *

Απόστολος Δοξιάδης, Τάκης Θεοδωρόπουλος, Πέτρος Μάρκαρης

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 24/12/2008

Εσβησε ο Αντριάν Μίτσελ

Ο θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και πολυγραφότατος συγγραφέας Αντριάν Μίτσελ, από το Βόρειο Λονδίνο, πέθανε το περασμένο Σάββατο, από καρδιακή προσβολή σε ηλικία των 76 ετών. Ο Μίτσελ, ο οποίος πήρε το 2002 τον τίτλο του «εθνικού συγγραφέα» από το σοσιαλιστικό περιοδικό «Red Ρepper», ήταν γνωστός για την ειλικρίνεια της «φωνής» του, η οποία συνδεόταν με την τρυφερότητα και τον σαρκασμό.

Η κοινωνική συνείδηση των ποιημάτων του είχε να κάνει με θέματα όπως ο πυρηνικός πόλεμος, το Βιετνάμ, οι φυλακές και ο ρατσισμός. Η κατανοητή από όλους δύναμη των ποιημάτων του έγινε μέρος της λαϊκής παράδοσης της Αριστεράς και το έργο του συχνά διαβαζόταν στον δρόμο και τραγουδιόταν σε διαδηλώσεις και κινητοποιήσεις. Ο Μίτσελ τους τελευταίους δύο μήνες έπασχε από πνευμονία. Δύο ημέρες πριν από τον θάνατό του ολοκλήρωσε το τελευταίο του ποίημα με τίτλο «Η λογοτεχνική μου σταδιοδρομία μέχρι τώρα». Ηταν παντρεμένος με την ηθοποιό Σίλια Χιούιτ.

Poet Adrian Mitchell dies, aged 76

Inspirational poet, playwright and performer who was a natural pacifist

Adrian Mitchell

‘A beacon hope in darkening times … ‘ Adrian Mitchell

The poet and playwright Adrian Mitchell, in whom the legacies of Blake and Brecht coalesce with the zip of Little Richard and the swing of Chuck Berry, has died of heart failure at the age of 76. In his many public performances in this country and around the world, he shifted English poetry from correctness and formality towards inclusiveness and political passion.

Mitchell’s original plays and stage adaptations, performed on mainstream national stages and fringe venues, on boats and in nature, add up to a musical, epic and comic form of theatre, a poet’s drama worthy of Aristophanes and Lorca. Across the spectrum of his prolific output, through wars, oppressions and deceptive victories, he remained a beacon of hope in darkening times.

He was a natural pacifist, a playful, deeply serious peacemonger and an instinctive democrat. «Most people ignore most poetry because most poetry ignores most people,» he wrote in the preface to his first volume, Poems (1964). For all his strong convictions, he abhorred solemnity. From Red Pepper, a small leftwing magazine, he gleefully accepted a nomination as «shadow Poet Laureate», and demolished royalty, cultural fashions and pretensions in monthly satirical sallies.

He was born in north London «near Hampstead Heath», which he loved like an extra limb for the rest of his life, walking it daily with his dog Daisy, «the dog of peace». His mother Kathleen was a nursery school teacher, his father Jock a research chemist, who underwent the agony of the first world war, an experience which helped to plant in Adrian a hatred of war.

He went through his own childhood version of hell in a school full of bullies, whose playground he characterised as «the killing ground». His next school, Greenways, was idyllic, and there he staged his first play at the age of nine, and went on writing and performing plays, with his friend Gordon Snell. His schooling was completed as a boarder at Dauntsey’s in Wiltshire.

He did his national service in the RAF – «it confirmed my natural pacifism» – then went to Christ Church, Oxford, where he became editor of the student weekly Isis. He wrote poems in the disciplined forms of the Movement, won prizes, published a pamphlet. Equipped for journalism, he joined The Oxford Mail in 1955 and then the Evening Standard’s Londoner’s Diary, until 1963. Later he became a television critic and wrote about pop music; the Sunday Times fired him for reviewing Peter Watkins’ embargoed anti-nuclear film The War Game.

But he had set his sights on becoming a writer and, with a small legacy from his mother, left journalism, and wrote a television play and his first novel If You See Me Comin’ (1962), a bluesy, chilling account of an execution in a glum provincial city. Like all of his portrayals of injustice, it is coloured by a barely suppressed sense of terror.

Meanwhile he was reading his poems in the burgeoning British movement of performed poetry. I met him in 1962 at one such reading, for Arnold Wesker’s Centre 42 arts festivals for working- class audiences. He leapt on stage in a many coloured coat like a Blakean challenger and a rock’n’roll hero. He had fine music-hall timing, and a gravity under all the quickfire jokes and patter. He began to bring out a steady flow of poetry volumes, from Out Loud (1968) to Tell Me Lies (it will be published next year) – 15 books of free, syncopated, carnivalesque poems about love, war, children, politicians, pleasure, music. ‘He breathed in air/He breathed out light/ Charlie Parker was my delight.’

With their zany Ralph Steadman covers, these books quickened the reader’s imagination. Opening a new one was like an invitation to a party where the dancing never stopped. «He has the innocence of his own experience,» said Ted Hughes; «the British Mayakovsky,» said Kenneth Tynan; «the kind of tenderness sometimes to be found between animals,» wrote John Berger.

To Whom It May Concern, a riveting poem against bombs and cenotaphs and the Vietnam war, with which he stirred a capacity audience in Mike Horovitz’s pioneering Poetry Olympics at the Albert Hall in 1965, has lasted through the too many wars since: a durable counting-rhyme to a rhythm and blues beat.

The 1960s brought two life-changing events for Mitchell. He met the actor Celia Hewitt, working for Tynan on ITV’s arts programme Tempo. She was his partner for the last 47 years. He also met Jeremy Brooks, literary manager of the Royal Shakespeare Company. He showed his lyrics to Peter Brook, who was looking for someone to adapt a literal translation of Peter Weiss’s play The Marat/Sade. Brook jumped, and Adrian worked to the bone to meet a rehearsal deadline and make a glittering, dark text for this 1964 kaleidoscopic play about revolution on the street and in the head.

The encounter with Brook was an upheaval, and Adrian went on to join Brook’s team for the collectively authored US (1966), about the Vietnam war, created out of 14 weeks rehearsal and no pre-existing script. His song lyrics, including Tell Me Lies About Vietnam already famous in the anti-war movement, sharpened the ironies of the show; his involvement in heated group debates about the direction of the show was critical, gentle and firm. My own favourite as a team member was Barry Bondhus, a talking blues about a father who dumped human excrement into army filing cabinets. It showed a love of Adrian’s true America, the land of Whitman, Guthrie and Ginsberg, which marked him out from simplistic anti-Americanism.

From a play about Blake, Tyger, (1971) for Olivier’s National Theatre, a time-travelling musical about a visionary 18th-century poet in today’s fallen times, with music by long-term collaborator Mike Westbrook, to a version of Pushkin’s Boris Godunov for the RSC (due next year) Adrian wrote more than 30 plays, operas, children’s plays, classic adaptations. Some were for major companies, many more for the alternative British theatre, from regional playhouses to site-specific groups such as John Fox’s Welfare State. The Liverpool Everyman in its heyday staged his Mind Your Head, a phantasmagorical bus journey. His Pied Piper ran at the National for three years, and his The Lion, the Witch and the Wardrobe became a perennial favourite at the RSC. He made a Beatrix Potter trilogy for the Unicorn Theatre for Children, adapted Spanish classics and Gogol’s The Government Inspector for the National, and wrote songs for Peter Hall’s version of Orwell’s Animal Farm. In 2006, for the Woodcraft Folk Global Peace Village, he staged The Fear Engine in a vast field, a panorama of threatening world politics for a cast of hundreds of young people.

The musical nature of Adrian’s imagination led him to work with a cavalcade of composers and performers: Andy Roberts, Richard Peaslee, Steve McNeff, Dominic Muldowney, Andrew Dixon and Stephen Warbeck. His influence radiated widely, not least to generations of teachers, who used his poems with children in schools.

Last week he rang me. He sounded better than during his last three months of illness. «Can I read you this poem?» he asked. He did. It was a celebration. Next night he died. But this poem (below), and the poems and the plays and the politics – he went to Faslane on the anti-Trident demonstration and got arrested – will last. He is survived by Celia, two sons, three daughters and nine grandchildren.

Adrian Mitchell, poet, playwright and performer, born 24 October 1932; died 20 December 2008

My Literary Career So Far

As I prowled through Parentheses

I met an Robin and a Owl

My Grammarboots they thrilled

like bees

My Vowelhat did gladly growl

Tis my delight each Friedegg Night

To chomp a Verbal Sandwich

Scots Consonants light up my Pants

And marinade my Heart in Language

Alphabet Soup was all my joy!

From Dreadfast up to Winnertime

I swam, a naked Pushkinboy

Up wodka vaterfalls of rhyme

And reached the summit of Blue Howl

To find a shining Suit of Words

And joined an Robin and a Owl

In good Duke Ellington’s Band of Birds

• The following clarification was printed in the Guardian’s Corrections and clarifications column, Tuesday 23 December 2008. This obituary omitted to mention Adrian Mitchell’s marriage to Maureen Bush, the mother of three of his children.

Adrian Mitchell, British Poetry’s Voice of the Left, Dies at 76. By William Grimes, The New York Times, December 23, 2008

«Βάκχες» με είσοδο 5 ευρώ

Ο Δημήτρης Τάρλοου και η Εταιρεία Θεάτρου «Δόλιχος», σε απάντηση των «γεγονότων που συγκλονίζουν την Αθήνα αλλά και όλη την Ελλάδα και σε ανταπόκριση στη φοβερή οικονομική δυσπραγία και την κρίση που μαστίζει τις εμπορικές επιχειρήσεις και το θέαμα, αλλά κυρίως σε μια προσπάθεια να αναστρέψει το ζοφερό κλίμα και να δώσει τη δυνατότητα, κυρίως στους νέους, να βγουν έξω και να ψυχαγωγηθούν την περίοδο των εορτών», αποφάσισε από την Πέμπτη ανήμερα Πρωτοχρονιά αλλά και κάθε Πέμπτη να έχει ενιαία είσοδο 5 ευρώ στο θέατρο «Πορεία», όπου παρουσιάζονται οι «Βάκχες»  του Ευριπίδη. Η σκηνοθεσία είναι της Ρενάτε Τζετ. Παίζουν: Νίκος Ελευθεριάδης, Μπλέιν Ρέινιγκερ, Ιωάννα Κανελλοπούλου, Εύα Κεχαγιά, Ελίτα Κουνάδη, Γιούργκιν Στέσινκερ, Γιώργος Μωρόγιαννης, Δημήτρης Τάρλοου, Απόστολος Πελεκάνος, Ναταλία Καποδίστρια.

Γιάννη Παπάζογλου «Εξόριστοι» στο Μικρό Θέατρο

Τους «Εξόριστους» του Γιάννη Παπάζογλου παρουσιάζει το Μικρό Θέατρο στην κεντρική σκηνή του στη Θεσσαλονίκη, σε σκηνοθεσία Εύης Δημητροπούλου. Πρόκειται για ένα έργο που κινείται ανάμεσα στο πραγματικό και στο φανταστικό, με συνεχείς αλλαγές χρόνου και τόπου, όπου οι ζωές τεσσάρων χαρακτήρων μέσα και πέρα από τον ρατσισμό και την ξενοφοβία συγκρούονται και συνδέονται για πάντα. Στην παράσταση παρεμβάλλονται κείμενα του Ε. Ιονέσκο, του Ι. Μπέργκμαν, του Μ. Σαλαμπέρτ και σ’ αυτά στηρίζεται ο ρόλος της Μαριονέτας – Δασκάλας. Τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι των Α. Μπουσουλέγκα – Ρ. Υφαντίδου, η μουσική του Κ. Θεοδώρου και παίζουν οι ηθοποιοί: Μ. Μωραϊτοπούλου, Μ. Κατσιούνα, Τ. Αρκουιν, Χ. Κωστόπουλος. Οι παραστάσεις δίνονται κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 21.15 και την Κυριακή στις 20.00 και τα εισιτήρια κοστίζουν 16 και 11 ευρώ.

«Πρεμιέρα εξέγερσης» στις αθηναϊκές σκηνές

Του Βασιλη Αγγελικοπουλου, Η Καθημερινή, 24/12/2008

Επεισοδιακά ήταν και θλιβερά κατέληξαν τα επίσημα εγκαίνια της Νέας Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου την Παρασκευή το βράδυ λόγω της παντελώς ανεμπόδιστης εισβολής στο κτίριο ομάδας νεαρών, οι οποίοι διέκοψαν βιαίως την παράσταση για να ξεδιπλώσουν τα πανό τους, να μοιράσουν προκηρύξεις και να διαβάσουν ένα κείμενο με το οποίο δεν «κατάγγειλαν» το κράτος ή όποια άλλη εξουσία, αλλά καθύβρισαν τους ηθοποιούς και τους θεατές!

Τα επίσημα εγκαίνια της Νέας Σκηνής του Εθνικού, με την ολοκλήρωση της οποίας αρχίζει η σταδιακή παράδοση του πολυσυζητημένου έργου, οργανώθηκαν να γίνουν ταυτόχρονα με την επίσημη πρώτη του εναρκτήριου έργου («Ρομπέρτο Τσούκο» του Κολτές). Περίπου 20 λεπτά μετά την έναρξη της παράστασης, εισέβαλε ομάδα 30-40 (καλοντυμένων) νεαρών αγοριών και κοριτσιών, μία από τα οποία απευθύνθηκε σε θεατές και ηθοποιούς με ιταμό ύφος και προσβλητικότατα λόγια όπως «αφού έχετε απενεργοποιήσει τα κινητά σας, ενεργοποιήστε τη συνείδησή σας», «πρεμιέρες υποκρισίας», «να βγείτε από τα κλουβιά σας», «οι εγκλωβισμένες και ναρκωμένες συνειδήσεις σας» κ. ά. τέτοια.

Το εκπληκτικό όμως δεν ήταν η αλλόκοτη επιλογή των νεαρών (άραγε τόλμησαν να πάνε και σε κανένα αναψυκτήριο θέαμα; Σε κανένα σκυλάδικο;), αλλά η αντίδραση της πλειονότητας των θεατών, οι οποίοι, αν και αναίτια υβρισθέντες, χειροκρότησαν ενθουσιωδώς στο τέλος τους νεαρούς. Μάλιστα, μερικοί υπάκουσαν στην προτροπή τους και τους ακολούθησαν «στους δρόμους», λες και οι συνειδήσεις τους, πράγματι, μόλις εκείνη τη στιγμή «ενεργοποιήθηκαν». Αλλά και οι αποσυρθέντες για λίγο ηθοποιοί, όταν επανήλθαν, ανακοίνωσαν ότι δεν συνεχίζουν την παράσταση – για συμπαράσταση στους «εξεγερμένους»; Επειδή προσβλήθηκαν από τη βίαιη διακοπή της παράστασης; Διότι εν γένει σοκαρίστηκαν; Τίποτα και όλα προέκυπταν από τα ασαφή λόγια του εκπροσώπου τους, Μάκη Παπαδημητρίου.

Αλλά ο διευθυντής του Εθνικού, Γιάννης Χουβαρδάς, θεώρησε απαραίτητο να μας δηλώσει ότι συμπαρίσταται στην απόφαση των ηθοποιών – για να εισπράξει και αυτός, όπως άλλωστε και οι ηθοποιοί προηγουμένως, και οι επεμβασίες πιο μπροστά, το ένθερμο χειροκρότημα της πλειονότητας των εξυβρισθέντων και αδίκως ταλαιπωρηθέντων θεατών. Οι οποίοι, αν ίσως δεν συνειδητοποίησαν μέσα στην αίθουσα για τι ακριβώς θεωρήθηκαν ένοχοι, το αντιλήφθηκαν βγαίνοντας από το κτίριο, καθώς στους ολόφρεσκους τοίχους του φουαγιέ οι νεαροί είχαν γράψει με μεγάλα μαύρα γράμματα: «Σκατά στους κουλτουριάρηδες».