Category Archives: Obituary

Χάρολντ Πίντερ: Ο κορυφαίος του μοντερνισμού

Ο νομπελίστας Χάρολντ Πίντερ έξω από την οικία του στο Λονδίνο το 2005

ΑΠΏΛΕΙΑ

Ο Χάρολντ Πίντερ έφυγε από τη ζωή την παραμονή των Χριστουγέννων. Ηταν ο θεατρικός συγγραφέας με τη μεγαλύτερη επιρροή στο μεταπολεμικό θέατρο και ταυτόχρονα ένας μόνιμος αντιρρησίας συνειδήσεως

της κατερίνας δαφέρμου | το βήμα, Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2008

«Τα εγκλήματα των ΗΠΑ την ίδια περίοδο (σ.σ.: μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) έχουν καταγραφεί πολύ επιλεκτικά,για να μην ερευνήσουμε το κατά πόσον έχει γίνει τεκμηρίωση, παραδοχή ή αναγνώρισή τους ως εγκλημάτων. (…) Ο Μπους και ο Μπλερ γυρίζουν την πλάτη τους στον θάνατο. (…) Ο θάνατος 2.000 Αμερικανών είναι ντροπή.Οδηγήθηκαν στους τάφους τους μέσα στο σκοτάδι.Οι κηδείες είναι ήσυχες,δεν ενοχλούν κανέναν.Οι ακρωτηριασμένοι σαπίζουν στα κρεβάτια τους,μερικοί για το υπόλοιπο της ζωής τους.Οπότε οι νεκροί και οι ακρωτηριασμένοι σαπίζουν και οι δύο σε τάφους διαφορετικών ειδών».

Τα αιχμηρά λόγια του Χάρολντ Πίντερ στην πολυσυζητημένη ομιλία του την ημέρα που τιμήθηκε με το βραβείο Νομπέλ (το 2005) ήχησαν ξανά όταν την παραμονή των Χριστουγέννων ανακοινώθηκε ο θάνατός του στα 78 του χρόνια. Ηταν ο θεατρικός συγγραφέας με τη μεγαλύτερη ίσως επιρροή στο μεταπολεμικό θέατρο, έργα του όπως «ο Επιστάτης» και το «Πάρτι γενεθλίων» καθόρισαν τη σύγχρονη πρωτοπορία – σκηνοθέτης, ηθοποιός και ταυτόχρονα αγαπημένος ποιητής της Αριστεράς. Το ύφος του ήταν τόσο διακριτό ώστε ο όρος «πιντερικό» εισήχθη στο αγγλικό λεξικό της Οξφόρδης. Από το 2002 έπασχε από καρκίνο. Το 2005 δήλωσε ότι παραιτείται από τα θεατρικά του ενδιαφέροντα για να επικεντρωθεί στα δράματα της πραγματικής πολιτικής.

Τα πρώτα βήματα

Ο Χάρολντ Πίντερ γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Χάκνεϊ, μια εργατική συνοικία του Ανατολικού Λονδίνου, το οποίο εξηγεί εν μέρει το ότι σε όλη του τη ζωή, εντός και εκτός σκηνής, τάχθηκε στο πλευρό των «αδυνάμων». Ηταν μοναχογιός εβραίου ράφτη πορτογαλικής καταγωγής (πραγματικό όνομα: Ντα Πίντα). Τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στις φτωχογειτονιές σημαδεύτηκαν από το συναίσθημα που ο ίδιος χαρακτήρισε « πόνο αποχωρισμού και φόβο ενός αβέβαιου μέλλοντος » κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1949 ο Πίντερ ήταν ήδη ένας αντιρρησίας συνειδήσεως όταν αρνήθηκε να καταταγεί στον στρατό. Την ίδια χρονιά ξυλοκοπήθηκε αφού επιτέθηκε στους φασίστες στο Ιστ Εντ.

Το 1948 γράφτηκε στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης, την οποία όμως εγκατέλειψε έναν χρόνο αργότερα. Φοίτησε στην Κεντρική Σχολή Λόγου και Δραματικής Τέχνης και για λίγο δούλεψε ως ηθοποιός σε διάφορους επαρχιακούς θιάσους ρεπερτορίου με το ψευδώνυμο Ντέιβιντ Μπάιρον. Την ίδια περίοδο, δηλαδή αρχές της δεκαετίας του 1950, γράφει τα πρώτα του ποιήματα, στα οποία είναι πρόδηλη η επιρροή του Ντίλαν Τόμας. Το 1968 εκδόθηκε για πρώτη φορά η ανθολογία των ποιημάτων του (έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά).

Από το πρώτο κιόλας θεατρικό του έργο, ένα μονόπρακτο με τίτλο «Το δωμάτιο», που ανέβηκε το 1957 στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ, άρχισαν να διαφαίνονται οι κύριες αρετές του ξεχωριστού του τρόπου: ο κλειστός χώρος από τις ρωγμές του οποίου τελικά εισβάλλει ο κίνδυνος που μας απειλεί. Ηδη από τότε έγραψαν ότι ξεκινάει μια νέα εποχή στο αγγλικό θέατρο. Σύντομα ανέβηκε το «Πάρτι γενεθλίων», το πρώτο κανονικής διάρκειας έργο του, που αρχικά αποδοκιμάστηκε από την κριτική και το κοινό (το 1958) για να φτάσει να θεωρείται σήμερα ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα της πρωτοπορίας, το οποίο παίζεται ξανά και ξανά στα θέατρα όλου του κόσμου. Με τον «Επιστάτη» (1960), ένα δράμα πάνω στην αδυναμία επικοινωνίας των ανθρώπων (που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1965 στο Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Κουν με τον Θύμιο Καρακατσάνη) και μετά με τον «Γυρισμό» (1965) και την «Προδοσία» (1978), ο Πίντερ καθιερώνεται ως το κορυφαίο ταλέντο του μοντερνισμού.

Μεταξύ των θεατρικών του έργων ξεχωρίζουν τα μονόπρακτα «Νυχτερινό σχολείο», «Η συλλογή» (1961), «Ο εραστής» (1963), «Πρόσκληση για τσάι» (1965), «Το υπόγειο» (1967), τα πιο γνωστά «Παλιοί καιροί» (1971), «Μονόλογος» (1975) και «Ουδέτερη ζώνη» (θα ανεβεί σύντομα στο θέατρο Duke of Υork του Λονδίνου), η τριλογία μονοπράκτων με γενικό τίτλο «Αλλοι τόποι» (1982). Συνολικά έγραψε περισσότερα από τριάντα έργα. Αλλά ο Πίντερ είχε επίσης σκηνοθετήσει για το θέατρο, ανεβάζοντας το 1970 και το μοναδικό θεατρικό έργο του θεμελιωτή του μοντερνισμού Τζέιμς Τζόις με τίτλο «Εξόριστοι». Στο ελληνικό κοινό τα έργα του ανέβηκαν πρώτα από τον Κάρολο Κουν και το Θέατρο Τέχνης.

Καθρέφτης του πραγματικού

Βαθύτατα επηρεασμένα από τον Σάμιουελ Μπέκετ, τα θεατρικά κείμενα του Πίντερ έμοιαζαν μέσα στη λιτότητά τους απλώς σαν καταγραφές προφορικού λόγου, χωρίς κανένα λογοτεχνικό φτιασίδωμα. Αυτό ήταν το μεγαλείο και η δύναμή τους: οι απολύτως αποδραματοποιημένοι διάλογοι, καθρέφτης της πιο κοινότοπης γλώσσας, μπόρεσαν να μεταδώσουν στο κοινό την ωμότητα της καθημερινότητας, τον κυνισμό του μεταπολεμικού κόσμου, και να μεταφέρουν τη φρίκη, τον σιωπηλό πόνο, τον τρόμο, το κενό που είχε νιώσει και ο ίδιος ως άνθρωπος. Διάσημοι οι υπαινιγμοί αλλά και οι παύσεις ή «σιωπές» στις προτάσεις του, που φόρτιζαν την ένταση. Μόνιμες θεματικές του τα μυστικά που μας ενώνουν και μας απομακρύνουν, οι ανομολόγητες επιθυμίες. Το έργο του συμπύκνωσε όλη την πραγματικότητα του μεταπολεμικού κόσμου και του Ψυχρού Πολέμου και είναι ταυτόχρονα ύμνος στον άνθρωπο.

Η σχέση του με τον κινηματογράφο

Ο κόσμος που αναπαριστά ο Πίντερ μοιάζει επιφανειακά απόλυτα τακτοποιημένος, αλλά ο πόνος, η ενοχή και η βία ελλοχεύουν. Κάποια στιγμή θα προβάλουν στην επιφάνεια ξαφνικά, εξαιτίας της αδήριτης ειμαρμένης, αλλά θα βγουν χωρίς πυροτεχνήματα και λυρισμό, απλά και φυσικά, όπως όταν σβήνουν τα φώτα και πέφτει η αυλαία. Το απόλυτα ρεαλιστικό, στεγνό και υπογείως τραγικό ύφος του Πίντερ, η γυμνή του γλώσσα (« συστηματικό στρατήγημα για να κρύψεις την ίδια σου τη γύμνια » είχε πει) ταίριαξε στον κινηματογράφο, στον οποίο πρόσφερε εξαιρετικά σενάρια συνεργαζόμενος κυρίως με τον σημαντικό σκηνοθέτη Τζόζεφ Λόουζι: «Ο υπηρέτης» (1963), «Το δυστύχημα» (1967), «Ο μεσάζων» (1971) θεωρούνται μείζονα έργα της εβδόμης τέχνης. Εδωσε επίσης σπουδαία σενάρια: στον Ηλία Καζάν τον «Τελευταίο μεγιστάνα» (από το ημιτελές έργο του Φιτζέραλντ) το 1976, στον Κάρελ Ράιζ το «Η ερωμένη του γάλλου υπολοχαγού» (από το έργο του Φάουλς) το 1981. Πολλά σενάριά του ήταν υποψήφια για Οσκαρ. Και τα δικά του θεατρικά μεταφέρθηκαν με επιτυχία στον κινηματογράφο: «Ο επιστάτης» (1963) από τον Κλάιβ Ντόνερ, το «Πάρτι γενεθλίων» (1963) από τον Γουίλιαμ Φρίντκιν, ο «Γυρισμός» (1973) από τον Πίτερ Χολ. Τη δεκαετία του 1990 απολάμβανε το να ερμηνεύει μικρούς χαρακτηριστικούς ρόλους σε ταινίες.

ΕΚΤΟΣ ΣΚΗΝΗΣ

Υπέρμαχος της ελευθερίας του λόγου

Ο Χάρολντ Πίντερ έπαιρνε θέση σε όλα τα καίρια ζητήματα της ανθρωπότητας. Είχε εξαπολύσει δριμεία κριτική κατά του βομβαρδισμού της Σερβίας από το ΝΑΤΟ και κατά της αμερικανικής και αγγλικής εισβολής στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Αγωνίστηκε για την υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου από τη θέση του αντιπροέδρου του ΡΕΝ, της διεθνούς ένωσης συγγραφέων. Αρνήθηκε να χρισθεί ιππότης από τη βασίλισσα και επινοήθηκε ειδικός τίτλος (Companion of Ηonour) για χάρη του, τον οποίο του απένειμαν το 2002. Το 1979, ύστερα από μια απεργία στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας, είχε ψηφίσει τη Μάργκαρετ Θάτσερ, πράγμα που αργότερα χαρακτήρισε «την πιο επαίσχυντη πράξη της ζωής του». Οσο εύγλωττα και αν τοποθετείτο στα δημόσια πράγματα, για τα προσωπικά του δράματα τηρούσε σιγήν ιχθύος. Δεν εκφράστηκε ποτέ για τον θάνατο της πρώτης του γυναίκας, της ηθοποιού Βίβιαν Μέρτσαντ, που έγινε αλκοολική μετά τον χωρισμό τους το 1980 (πέθανε το 1982, πολύ νέα). Ούτε για την αποξένωση από τον γιο τους. Η σιωπή του και εδώ ήταν εκφραστική. Η δεύτερη σύζυγός του, τα τελευταία 33 χρόνια, ήταν η συγγραφέας λαίδη Αντόνια Φρέιζερ.

ΤΙ ΕΧΕΙ ΔΗΛΩΣΕΙ

Για την Τέχνη:
Δεν υπάρχει απόλυτος διαχωρισμός ανάμεσα στο πραγματικό και στο μη πραγματικό ούτε ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα.Ενα πράγμα δεν είναι κατ΄ ανάγκην είτε αληθινό είτε ψεύτικο.Μπορεί να είναι ταυτόχρονα αληθινό και ψεύτικο.

Για την αδικία των μεγάλων δυνάμεων:

Οι άνθρωποι δεν ξεχνούν.Δεν ξεχνούν τον θάνατο των συντρόφων τους,δεν ξεχνούν τα βασανιστήρια και τους ακρωτηριασμούς,δεν ξεχνούν την αδικία,δεν ξεχνούν την καταπίεση, δεν ξεχνούν την τρομοκρατία των μεγάλων δυνάμεων.Και όχι μόνο δεν ξεχνούν. Ανταποδίδουν το χτύπημα.

Advertisements

In Words and in Silence, a Writer of Rare Power

From left, Raul Esparza, Michael McKean and Ian McShane in a 2007 Broadway production of "The Homecoming," considered one of Harold Pinter's classic works.
Letting the subtext speak volumes: From left, Raul Esparza, Michael McKean and Ian McShane in a 2007 Broadway production of «The Homecoming,» considered one of Harold Pinter’s classic works. (By Scott Landis Via Associated Press)
Playwright Harold Pinter won a Nobel Prize in 2005.
Playwright Harold Pinter won a Nobel Prize in 2005. (Bruno Vincent – Getty Images)
Pinter in 1976 with his wife, Lady Antonia Fraser. The pause-freighted speaking cadences in his plays continue to challenge actors.
Pinter in 1976 with his wife, Lady Antonia Fraser. The pause-freighted speaking cadences in his plays continue to challenge actors. (By Ron Frehm — Associated Press)
By Peter Marks,
Washington Post Staff Writer, Friday, December 26, 2008
Let us pause. And in deference to a man who knew precisely how to wring meaning from silence, stop just a little longer.

Harold Pinter, prospector of 24-karat drama in the tension-racked spaces between words, died in London on Wednesday, at age 78. With his death, the pool of contemporary playwrights of international literary stature has been all but drained dry.

Although he expressed the views of a pacifist, Pinter wrote as if he held his finger on the pin of a grenade. In modernist classics such as «The Homecoming,» «Old Times» and «No Man’s Land,» he devised characters who spoke in elliptical asides and enigmatic bursts. Violence of some nature was never out of the realm of possibility, even in his quietest plays. For Pinter was a connoisseur of subtext, of letting a story unfold on a living room set while a more savage one simmered in the crawl spaces of the mind. His characters routinely rattle each other with what never gains utterance.

His stark black-comic sensibility and economical use of language owed much to Samuel Beckett, the father of existential 20th-century drama. It was a debt that Pinter, who got his start as an actor in postwar Britain, readily acknowledged. When the Nobel Academy gave him the prize for literature in 2005, the act affirmed his link to Beckett, who had won it 36 years earlier. That they are among the few English-speaking dramatists to have received the award speaks to the nonpareil influence they both wielded over the style and force of the modern theater.

Power and turf are always at issue in Pinter. You get to see in his plays how much the anatomy of our emotional entanglements is built on ever-shifting questions of who’s up and who’s down

Whether the conflict is over primacy in a Darwinian family struggle («The Homecoming»), control of the memories of long-ago events («Old Times») or the psychological upper hand in a metamorphosing love triangle («Betrayal»), his works are taut battlefields. Unlike Beckett, though, whose seminal plays such as «Waiting for Godot» are placed in barren, metaphysical landscapes, Pinter’s tend toward cozier, bourgeois surroundings. In his hands these spaces seem as raw and terrifying as any heath.

Audiences do, at times, engage in head-scratching over Pinter’s peculiar rhythms. As noted by Peter Hall, a friend who directed many of his 30 works for the stage, the playwright’s eccentric cadences were challenging for actors, too: the long silences, shorter pauses and brief hesitations were ubiquitous features of his scripts. «The actors had to understand why there were these differences,» Hall explained in his 1993 autobiography. «They chafed a little, but finally accepted that what was not said often spoke as forcefully as the words themselves.»

Over time, Pinter’s work became more overtly political, and his vehemence drew controversy. (As a young man, he claimed status as a conscientious objector.) He was outspoken in his outrage at the invasion of Iraq, and described in a speech in 2005 his reaction to the policies of the Bush and Blair administrations as arousing nausea.

Pinter saved his subtlety for his dramatic voice. His blink-of-an-eye 1988 play «Mountain Language» painted in four short scenes the terrors of a regime that stripped a minority population of its freedom, its dignity and finally, in banning the speaking of its language, even its words. To one who used them to such captivating effect, this truly would have seemed a crime against humanity.

British playwright Harold Pinter dies of cancer at 78

Associated Press

The Baltimore Sun, December 26, 2008

LONDON – British Nobel laureate Harold Pinter – who produced some of his generation’s most influential dramas and later became a staunch critic of the U.S.-led war in Iraq – has died, his widow said yesterday. He was 78.

Pinter died Wednesday after a long battle with cancer, according to his second wife, Antonia Fraser.

In recent years he had seized the platform offered by his 2005 Nobel Literature prize to denounce President George W. Bush, former British Prime Minister Tony Blair and the war in Iraq.

But he was best known for exposing the complexities of the emotional battlefield.

His writing featured cool, menacing pauses in dialogue that reflected his characters’ deep emotional struggles and spawned a new adjective found in several dictionaries: «Pinteresque.»

«Pinter restored theater to its basic elements: an enclosed space and unpredictable dialogue, where people are at the mercy of each other and pretense crumbles,» the Nobel Academy said. «With a minimum of plot, drama emerges from the power struggle and hide-and-seek of interlocution.»

His characters’ internal fears and longings, their guilt and difficult sexual drives were set against the neat lives they constructed in order to try to survive. Usually enclosed in one room, the acts usually illustrated the characters’ lives as a sort of grim game with actions that often contradicted words. Gradually, the layers were peeled back.

«How can you write a happy play?» he once said. «Drama is about conflict and degrees of perturbation, disarray. I’ve never been able to write a happy play, but I’ve been able to enjoy a happy life.»

Pinter wrote 32 plays and one novel, The Dwarfs, which appeared in 1990; and he put his hand to 22 screenplays.

The working-class milieu of his first dramas reflected his early life as the son of a Jewish tailor from London’s East End.

Born Oct. 30, 1930, in the London neighborhood of Hackney, he was forced along with other children during World War II to evacuate to rural Cornwall in 1939. He was 14 before he returned. By then, he was entranced with Franz Kafka and Ernest Hemingway.

By 1950, Pinter had begun to publish poetry and appeared on stage as an actor. He began to write for the stage, and published The Room in 1957.

A year later, his first major play, The Birthday Party, was produced in the West End.

In it, intruders enter the retreat of Stanley, a young man who is hiding from childhood guilt. He becomes violent, telling them, «You stink of sin, you contaminate womankind.»

The play closed after just one week to disastrous reviews, but Pinter continued to write and was most prolific between 1957 and 1965.

«With his earliest work, he stood alone in British theater up against the bewilderment and incomprehension of critics, the audience and writers, too,» British playwright Tom Stoppard said when the Nobel Prize was announced.

In The Caretaer (1959), a manipulative old man threatens the relationship of two brothers, while The Homecoming (1964) explores the hidden rage and confused sexuality of an all-male household by inserting a woman.

In Silence and Landscape, (1967 and 1968) Pinter moved from exploring the underbelly of human life to showing the simultaneous levels of fantasy and reality that occupy the individual.

Betrayal (1978) was reportedly based on the disintegration of his marriage to Vivien Merchant, an actress who appeared in many of his first plays.

Their marriage ended in 1980 after Pinter’s long affair with a BBC presenter, Joan Bakewell. He then married Fraser. Merchant died shortly afterward of alcoholism-related disease.

During the late 1980s, his work became more overtly political; he said he had a responsibility to pursue his role as «a citizen of the world in which I live, [and] insist upon taking responsibility.»

Off-stage he was also highly political: Pinter turned down former Prime Minister John Major‘s offer of a knighthood and strongly attacked Blair when NATO bombed Serbia. He later referred to Blair as a «deluded idiot» for supporting Bush’s war in Iraq.

In March 2005, Pinter announced his retirement as a playwright to concentrate on politics. But he created a radio play,Voices, that was broadcast on BBC radio to mark his 75th birthday.

«I have written 29 plays, and I think that’s really enough,» Pinter said. «I think the world has had enough of my plays.»

Pinter’s influence was felt in the United States in the plays of Sam Shepard and David Mamet.

British playwright Harold Pinter was a master of the sound of silence

NEW YORK (AP) — No one made the sound of silence more ominously theatrical than Harold Pinter.

The influential British playwright, who died Christmas Eve after a long battle with cancer, created unforgettable moments of quiet, often filled with terror, outrage or the blackest of humor.

The «Pinter pause,» as those silences were known, could send a shiver through an audience, jolting it into an unease that permeated many of his best plays, particularly such classics as «The Caretaker» and «The Homecoming.»

«Pinter-esque» became an adjective bandied about in all the best drama schools and playwriting classes.

Yet Pinter knew how to make words count. As he grew older, his plays became leaner, more succinct in their language and frequently ferociously political.

There was an economy to his writing, a paring away that suggested an affinity with another Nobel Prize-winning playwright, Samuel Beckett, who often examined the human condition in the most terse and terrifying way possible.

It took a while for theatergoers, especially American audiences, to get used to Pinter. He made his Broadway debut in 1961 with «The Caretaker,» which starred Alan Bates, Robert Shaw and Donald Pleasence.

The play, a bleak treatise on identity and possessiveness set in a squalid London attic, puzzled theatergoers who were unnerved by its menace and bewildered by its seemingly inconclusive tale of cat-and-mouse games.

No such problem greeted «The Homecoming,» usually considered Pinter’s masterwork. A best-play Tony winner in 1967, it has had several New York revivals since then, including a critically acclaimed Broadway production last year.

This distinctly atypical family drama of a tyrannical father, his dysfunctional sons and an obliging, sexually provocative daughter-in-law has become a contemporary masterwork.

In Pinter, linguistic clarity is all. From such early works as «The Room» and «The Birthday Party» right up through more recent efforts such as «Moonlight» and «Ashes to Ashes,» his preciseness of language is imperative even if an exact meaning can’t always be discerned.

It’s that ambiguity which has posed a special challenge to actors, a challenge readily accepted by many on both sides of the Atlantic. Pinter’s plays have provided memorable stage performances by a diverse parade of mesmerizing actors such as John Gielgud, Jason Robards, Ian McShane, Christopher Plummer, Eve Best, Ralph Richardson, Raul Esparza and Vivien Merchant, among others.

Pinter’s best writing wasn’t limited to theater. He wrote several elegant screenplays, particularly «The Go-Between» (1970), the tale of an illicit romance which starred Julie Christie and Alan Bates, and «The French Lieutenant’s Woman,» starring Meryl Streep and Jeremy Irons (1981).

In recent years, he found a renewed vigor and moral passion as politics bubbled to the surface of many of his later plays. A vociferous critic of the American and British involvement in Iraq, he often wrote of political violence, particularly in such works as «One for the Road.»

In 2005, when Pinter won the Nobel Prize, he was too frail to travel to Sweden to accept the award. But in a recorded lecture presented at the Swedish Academy, he said: «The invasion of Iraq was a bandit act, an act of blatant state terrorism, demonstrating absolute contempt for the concept of international law.» He castigated both British Prime Minister Tony Blair and President Bush.

Right to the end, Pinter’s outrage remained undiminished.

Nobel Laureate Harold Pinter dies at 78 after battle with cancer, his wife says

LONDON (AP) — Few playwrights but Harold Pinter are known for their deliberate use of silence — a dramatic style now known as «Pinter-esque» to describe the Nobel laureate’s use of halting dialogue and pregnant pauses.

Pinter, who died of cancer Wednesday at the age of 78, was considered the most influential British playwright of his generation. His works included 32 plays, one novel and 22 screenplays — dramas that delve into themes of injustice and guilt and inspired American playwrights Sam Shepard and David Mamet.

The American situation comedy Seinfeld once copied Pinter’s device of altering the chronology of a story during an episode, as he did in his 1978 play «Betrayal.» The same technique was used in the film, Memento. Similarly, a character on the teen drama Dawson’s Creek referenced Pinter, saying «You say one thing, but you mean another.»

Pinter was a master of language, using deliberately timed dialogue against the contradictory actions of his characters. Words were often framed by a one-room set that amplified and contained unsettling drama.

Many dictionaries now refer to his unique technique as «Pinter-esque.»

«The speech we hear is an indication of that which we don’t hear,» Pinter once said.

«It is a necessary avoidance, a violent, sly and anguished or mocking smoke screen which keeps the other in its true place. When true silence falls we are left with echo but are nearer nakedness. One way of looking at speech is to say that it is a constant stratagem to cover nakedness.»

The working-class milieu of his plays like «The Birthday Party» and «The Homecoming» reflected Pinter’s early life as the son of a Jewish tailor from London’s East End.

He once said: «How can you write a happy play? Drama is about conflict and degrees of perturbation, disarray. I’ve never been able to write a happy play, but I’ve been able to enjoy a happy life.»

«Betrayal,» a story of a woman who cheats on her husband, was reportedly based on the disintegration of his marriage to actress Vivien Merchant, who appeared in many of his first plays.

Their marriage ended in 1980 after Pinter’s long affair with BBC presenter Joan Bakewell. He then married writer and historian Antonia Fraser. Merchant died shortly afterward of alcoholism-related disease.

«With his earliest work, he stood alone in British theater up against the bewilderment and incomprehension of critics, the audience and writers too,» British playwright Tom Stoppard said when Pinter won the Nobel in 2005.

Most prolific between 1957 and 1965, Pinter relished the juxtaposition of brutality and the banal and turned the conversational pause into an emotional minefield.

His characters’ internal fears and longings, their guilt and difficult sexual drives were set against the neat lives they constructed in order to try to survive. Usually enclosed in one room, the acts often illustrated the characters’ lives as a sort of grim game with actions that contradicted words. Gradually, the layers were peeled back.

In his first major play, «The Birthday Party» (1958), intruders enter the retreat of Stanley, a young man who is hiding from childhood guilt. He becomes violent, telling them, «You stink of sin, you contaminate womankind.»

In «The Caretaker» (1959), a manipulative old man threatens the fragile relationship of two brothers, while «The Homecoming» (1964) explores the hidden rage and confused sexuality of an all-male household by inserting a woman.

In «Silence» and «Landscape,» (1967 and 1968) Pinter moved from exploring the underbelly of human life to showing the simultaneous levels of fantasy and reality that occupy the individual.

«Pinter restored theater to its basic elements: an enclosed space and unpredictable dialogue, where people are at the mercy of each other and pretense crumbles,» the Nobel Academy said when it announced Pinter’s award. «With a minimum of plot, drama emerges from the power struggle and hide-and-seek of interlocution.»

Pinter showed the same passion for politics as he did in his plays, though the political messages in his plays were subtle — underlying themes of oppression, injustice, conflict and conscience were clear in many of his best known works.

In real life, the Nobel Prize gave Pinter a global platform to denounce U.S. President George W. Bush and then-British Prime Minister Tony Blair.

«The invasion of Iraq was a bandit act, an act of blatant state terrorism, demonstrating absolute contempt for the concept of international law,» Pinter said in his Nobel lecture, which he recorded rather than traveling to the Swedish capital of Stockholm.

«How many people do you have to kill before you qualify to be described as a mass murderer and a war criminal? One hundred thousand?» he asked, in a hoarse voice.

Weakened by cancer and bandaged from a fall on a slippery pavement, Pinter seemed a vulnerable old man when he emerged from his London home to speak about the Nobel Award.

Though he had been looking forward to giving a Nobel lecture — calling it «the longest speech I will ever have made» — he first canceled plans to attend the award ceremony, then announced he would skip the lecture as well on his doctor’s advice.

Pinter turned down a knighthood and attacked Blair when NATO bombed Serbia. He later referred to Blair a «deluded idiot» for supporting Bush’s war in Iraq.

He said he deeply regretted having voted for Margaret Thatcher in 1979 and Tony Blair in 1997.

Pinter was born Oct. 30, 1930, in the London neighborhood of Hackney, and in 1939 was forced along with other children to evacuate to rural Cornwall during World War II. By the time he returned at age 14, he was entranced with Franz Kafka and Ernest Hemingway.

By 1950, Pinter had begun to publish poetry and appear on stage as an actor. Pinter started to write for the stage, and published «The Room» in 1957.

A year later, The Birthday Party was produced in the West End, and despite closing after just one week to disastrous reviews, Pinter continued to write.

«I find critics on the whole a pretty unnecessary bunch of people,» he once said.

Michael Billington, Pinter’s friend and biographer, praised Pinter.

«Harold was a political figure, a polemicist and carried on fierce battles against American foreign policy and often British foreign policy, but in private he was the most incredibly loyal of friends and generous of human beings,» he said. «He was a great man as well actually as a great playwright.»

During the late 1980s, his work became more overtly political; he said he had a responsibility to pursue his role as «a citizen of the world in which I live, (and) insist upon taking responsibility.»

In the 1980s, Pinter’s only stage plays were one-acts: «A Kind of Alaska» (1982), «One for the Road» (1984) and the 20-minute «Mountain Language» (1988).

Pinter announced his retirement as a playwright in March 2005 to concentrate on politics. But he created a radio play, «Voices,» that was broadcast on BBC radio to mark his 75th birthday.

«I have written 29 plays and I think that’s really enough,» Pinter said. «I think the world has had enough of my plays.»

Former lawmaker Tony Benn, of the governing Labour Party, said Pinter’s death «will leave a huge gap that will be felt by the whole political spectrum.»

Pinter is survived by his son, Daniel, from his marriage to Merchant.

British playwright Harold Pinter dies of cancer at 78

LONDON – Harold Pinter, praised as the most influential British playwright of his generation and a longtime voice of political protest, has died after a long battle with cancer. He was 78.

Pinter, whose distinctive contribution to the stage was recognized with the Nobel Prize for Literature in 2005, died Wednesday, according to his second wife, Lady Antonia Fraser.

«Pinter restored theater to its basic elements: an enclosed space and unpredictable dialogue, where people are at the mercy of each other and pretense crumbles,» the Nobel Academy said when it announced Pinter’s award. «With a minimum of plot, drama emerges from the power struggle and hide-and-seek of interlocution.»

The Nobel Prize gave Pinter a global platform which he seized enthusiastically to denounce U.S. President George W. Bush and then-British Prime Minister Tony Blair.

«The invasion of Iraq was a bandit act, an act of blatant state terrorism, demonstrating absolute contempt for the concept of international law,» Pinter said in his Nobel lecture, which he recorded rather than traveling to Stockholm.

«How many people do you have to kill before you qualify to be described as a mass murderer and a war criminal? One hundred thousand?» he asked, in a hoarse voice.

Weakened by cancer and bandaged from a fall on slippery pavement, Pinter seemed a vulnerable old man when he emerged from his London home to speak about the Nobel Award.

Though he had been looking forward to giving a Nobel lecture — «the longest speech I will ever have made» — he first canceled plans to attend the awards, then announced he would skip the lecture as well on his doctor’s advice.

Pinter wrote 32 plays; one novel, «The Dwarfs,» in 1990; and put his hand to 22 screenplays, including «The Quiller Memorandum» (1965) and «The French Lieutenant’s Woman» (1980). He admitted, and said he deeply regretted, voting for Margaret Thatcher in 1979 and Tony Blair in 1997.

Pinter fulminated against what he saw as the overweening arrogance of American power, and belittled Blair as seeming like a «deluded idiot» in support of Bush’s war in Iraq.

In his Nobel lecture, Pinter accused the United States of supporting «every right-wing military dictatorship in the world» after World War II.

«The crimes of the United States have been systematic, constant, vicious, remorseless, but very few people have actually talked about them,» he said.

The United States, he added, «also has its own bleating little lamb tagging behind it on a lead, the pathetic and supine Great Britain.»

Most prolific between 1957 and 1965, Pinter relished the juxtaposition of brutality and the banal and turned the conversational pause into an emotional minefield.

His characters’ internal fears and longings, their guilt and difficult sexual drives are set against the neat lives they have constructed in order to try to survive.

Usually enclosed in one room, they organize their lives as a sort of grim game and their actions often contradict their words. Gradually, the layers are peeled back to reveal the characters’ nakedness.

The protection promised by the room usually disappears and the language begins to disintegrate.

Pinter once said of language: «The speech we hear is an indication of that which we don’t hear. It is a necessary avoidance, a violent, sly, and anguished or mocking smoke screen which keeps the other in its true place. When true silence falls we are left with echo but are nearer nakedness. One way of looking at speech is to say that it is a constant stratagem to cover nakedness.»

Pinter’s influence was felt in the United States in the plays of Sam Shepard and David Mamet and throughout British literature.

«With his earliest work, he stood alone in British theater up against the bewilderment and incomprehension of critics, the audience and writers too,» British playwright Tom Stoppard said when the Nobel Prize was announced.

«Not only has Harold Pinter written some of the outstanding plays of his time, he has also blown fresh air into the musty attic of conventional English literature, by insisting that everything he does has a public and political dimension,» added British playwright David Hare, who also writes politically charged dramas.

The working-class milieu of plays like «The Birthday Party» and «The Homecoming» reflected Pinter’s early life as the son of a Jewish tailor from London’s East End. He began his career in the provinces as an actor.

In his first major play, «The Birthday Party» (1958), intruders enter the retreat of Stanley, a young man who is hiding from childhood guilt. He becomes violent, telling them, «You stink of sin, you contaminate womankind.»

And in «The Caretaker,» a manipulative old man threatens the fragile relationship of two brothers while «The Homecoming» explores the hidden rage and confused sexuality of an all-male household by inserting a woman.

In «Silence and Landscape,» Pinter moved from exploring the dark underbelly of human life to showing the simultaneous levels of fantasy and reality that equally occupy the individual.

In the 1980s, Pinter’s only stage plays were one-acts: «A Kind of Alaska» (1982), «One for the Road» (1984) and the 20-minute «Mountain Language» (1988).

During the late 1980s, his work became more overtly political; he said he had a responsibility to pursue his role as «a citizen of the world in which I live, (and) insist upon taking responsibility.»

In March 2005, Pinter announced his retirement as a playwright to concentrate on politics. But he created a radio play, «Voices,» that was broadcast on BBC radio to mark his 75th birthday.

«I have written 29 plays and I think that’s really enough,» Pinter said . «I think the world has had enough of my plays.»

Pinter had a son, Daniel, from his marriage to actress Vivien Merchant, which ended in divorce in 1980. That year he married the writer Fraser.

«It was a privilege to live with him for over 33 years. He will never be forgotten,» Fraser said.

British dramatist leaves a gap far greater than all of his famous pauses


By Alastair Macaulay
© Copyright The Financial Times Ltd 2008, Published: December 27 2008 02:00 | Last updated: December 27 2008 02:00

The Nobel laureate Harold Pinter, one of the greatest British playwrights of his generation, died on Christmas eve, aged 78, after a long battle with cancer.

The death of Pinter leaves a gap far larger than all his famous pauses put together. For more than 40 years, he was Britain’s foremost dramatist: he caught the double wave created by the 1955 English-language premiere of Samuel Beckett’s Waiting for Godot and the 1956 premiere of John Osborne’s Look Back in Anger and turned it into a new high-concentrate idiom… [continued]

Nobel Laureate Harold Pinter dies at 78

** FILE ** This is a Jan. 17, 2007, file photoof Nobel-winning British playwright Harold Pinter, wearing the French Legion d'honneur that he was awarded by French Prime Minster Dominique de Villepin, at the French Embassy in London. Pinter's wife the writer Lady Antonia Fraser said Thursday Dec. 25, 2008 that Pinter has died (AP Photo/Carl de Souza, Pool)

** FILE ** This is a Jan. 17, 2007, file photoof Nobel-winning British playwright Harold Pinter, wearing the French Legion …

Paisley Dodds ASSOCIATED PRESS, ©2008 The Washington Times, Friday, December 26, 2008

LONDON (AP) — Harold Pinter, praised as the most influential British playwright of his generation and a longtime voice of political protest, has died after a long battle with cancer. He was 78. Pinter, whose distinctive contribution to the stage was recognized with the Nobel Prize for Literature in 2005, died on Wednesday, according to his second wife, Lady Antonia Fraser. «Pinter restored theater to its basic elements: an enclosed space and unpredictable dialogue, where people are at the mercy of each other and pretense crumbles,» the Nobel Academy said when it announced Pinter’s award. «With a minimum of plot, drama emerges from the power struggle and hide-and-seek of interlocution.»

The Nobel Prize gave Pinter a global platform which he seized enthusiastically to denounce U.S. President George W. Bush and then-British Prime Minister Tony Blair. «The invasion of Iraq was a bandit act, an act of blatant state terrorism, demonstrating absolute contempt for the concept of international law,» Pinter said in his Nobel lecture, which he recorded rather than traveling to Stockholm. «How many people do you have to kill before you qualify to be described as a mass murderer and a war criminal? One hundred thousand?» he asked, in a hoarse voice.

Weakened by cancer and bandaged from a fall on a slippery pavement, Pinter seemed a vulnerable old man when he emerged from his London home to speak about the Nobel Award. Though he had been looking forward to giving a Nobel lecture — «the longest speech I will ever have made» — he first canceled plans to attend the awards, then announced he would skip the lecture as well on his doctor’s advice. Pinter wrote 32 plays; one novel, «The Dwarfs,» in 1990; and put his hand to 22 screenplays including «The Quiller Memorandum» (1965) and «The French Lieutenant’s Woman» (1980). He admitted, and said he deeply regretted, voting for Margaret Thatcher in 1979 and Tony Blair in 1997. Pinter fulminated against what he saw as the overweening arrogance of American power, and belittled Blair as seeming like a «deluded idiot» in support of Bush’s war in Iraq.

Appreciation: The playwright who gave us ‘Pinteresque’

BigpinterHarold Pinter, who died Wednesday after a long bout with cancer, will go down as the most important modern English-language playwright after Samuel Beckett. He wouldn’t have minded coming in second. Plus he gave the world a sharper adjective — Pinteresque.

Beckett was an idol and mentor to Pinter, as well as a friend. Pinter took inspiration from the Irish writer’s profound concentration of language and metaphor, breadth of literary and philosophical knowledge, Proustian appreciation of the subjectivity of memory, recognition of the power struggles in human relations and harrowing comedy in the face of the 20th century’s apocalyptic worst.

In effect, Pinter brought Beckett’s game indoors, transferring it from barren heaths, garbage cans and mounds of earth to recognizable domestic English settings. Shabby in  Pinter’s early years, these rooms became posher as he began to reap the fruits of his success in both theater and film, where he was a noted screenwriter (enjoying an especially productive relationship with Joseph Losey), a pungent actor and an occasional director.

But Pinter was always his own man. And to understand him, one has to recognize the specifics of his background, as a Jewish kid from the East End of London whose adolescence was darkened by the Second World War and as an actor who gleaned as much about playwriting from working as a rep player alongside such British acting legends as Donald Wolfit as he did from studying Beckett.

Where Pinter grew up, violence and anti-Semitic hatred weren’t abstract matters. After the war, in his economically debilitated, politically explosive part of town, he learned to avoid physical confrontations — a danger, he acknowledged, for anyone who “remotely looked like a Jew” — by talking to thugs hanging out outside the club he used to frequent: “Are you all right?” “Yes, I’m all right.” “Well, that’s all right then, isn’t it?”

Language, which is so often a weapon in his plays, is also a reliable shield, “a constant stratagem to cover nakedness,” as the playwright himself once described it. David Hare was right to pay Pinter the ultimate Auden compliment of having “cleaned the gutters of the English language, so that it ever afterwards flowed more easily and more cleanly.” But Pinter’s poetic density, shot through with those signature gaping silences, wasn’t deployed for its own sake.

The assaultive threat hovering over his characters is what shapes their jagged conversation. In Pinter’s view, Kafka was one of the few writers who had got it right: The nightmarish knock on the door isn’t just a paranoid delusion. The urge to dominate is fundamental to our territorial natures. We know we’re not safe, and our canine vigilance readies us to attack and defend.

Pinter’s rough-and-tumble roots also informed his political perspective, which became more explicit in his plays in the 1980s and could admittedly become rather truculent in his speeches and editorials, most notably in his 2005 Nobel lecture, “Art, Truth & Politics,” in which he took the opportunity to rail against what he saw as the long-standing brutality of American foreign policy.

But for all his vehemence and posturing, Pinter was too gifted with words and too astute a critic to be dismissed as an ideological crank. He was also too deft a psychologist, understanding what the British psychoanalyst D.W. Winnicott meant when he wrote that “being weak is as aggressive as the attack of the strong on the weak” and that the repressive denial of personal aggressiveness is perhaps even more dangerous than ranting and raving. (All that stiff-upper-lip business can be murderous.)

Pinter’s early career as an actor helped him theatricalize these insights. In Michael Billington’s admiring biography, Pinter reveals what he learned working beside Wolfit, a barnstormer who could generate the most extraordinary “savagery and power” by the simple turning of his cloak. Wolfit provided Pinter with a master class in dramatic timing, demonstrating the potency of silence and the way delay can turn suspense into something wonderfully excruciating.

All of this permeated his playwriting, which invested everyday objects with an uncanny sense of Hitchcockian menace. When we talk about something being Pinteresque, we’re referring to that state of anxiety in which seemingly harmless encounters can provoke the most fearfully ambiguous threats. A glass of water may sometimes be just a glass of water, but in “The Homecoming,” one of modern drama’s signal achievements, it becomes a line in the sand between Ruth and Lenny, seductively antagonistic in-laws who are sussing each other out.

Pinter’s emergence in 1958 with “The Birthday Party,” followed shortly by “The Caretaker,” was both thrilling and baffling. The new theatrical vocabulary had to be decoded. Characters didn’t arrive with their birth certificates and back stories in a convenient carrying case; the dialogue ran down subterranean pathways; and the plots typically involved an outsider’s incursion into the delicate equilibrium of a private space. Also, nothing could be trusted — not language, not memory and certainly not reality, which always entails a war of personal fictions.

Pinter later applied these innovations to his political plays, revealing totalitarian regimes as deranged dances between oppressors, who find endless ways of reaffirming the banality of evil, and the oppressed, who use all their wiles to protect themselves from the unavoidable blows. These dramas might not have the same staying power. But in 2001, Pinter himself starred in “One for the Road” in New York and demonstrated just how smoothly the domestic dynamics of his earlier works could fold into the more geopolitical concerns of his later ones.

The plays are ultimately gifts to actors who can master the verbal precision while maintaining an aura of unforced mystery. These are the qualities that director Peter Hall found in Vivien Merchant, Pinter’s first wife, who originated the role of Ruth in “The Homecoming” in 1965. And I’ve come upon them a few times myself — with Penelope Wilton in “A Kind of Alaska,” Lindsay Duncan in “Ashes to Ashes” and Michael Gambon in “The Caretaker.”

Experience Pinter’s sorcery in such expert hands and you’re hooked for life.

— Charles McNulty

Photo: Harold Pinter in 2004. Credit: Bruno Vincent / Getty Images

Χάρολντ Πίντερ: Αλλαξε το θέατρο, επηρέασε συνειδήσεις


Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
Ενας από τους τελευταίους μεγάλους της θεατρικής γραφής, από τους τελευταίους διανοούμενους με ενεργό πολιτική δράση, ο αιρετικός, αριστερός ακτιβιστής Βρετανός και πολίτης του κόσμου νομπελίστας, ποιητής, σεναριογράφος, σκηνοθέτης, ηθοποιός Χάρολντ Πίντερ, παραμονή Χριστουγέννων, έχασε τη μάχη με τον καρκίνο. Ηταν 78 ετών και είχε δώσει έναν γενναίο αγώνα με την αρρώστια, που τον είχε καταβάλει σωματικά αλλά δεν μπόρεσε να τον παροπλίσει πνευματικά.

Από τις αρχές του 2000, οπότε διεγνώσθη καρκίνος στον οισοφάγο, μπαινόβγαινε διαρκώς στα νοσοκομεία. «Διαρκώς παλεύεις να παραμείνεις ζωντανός», είχε πει δημόσια το 2006. Μάλιστα, μόλις έμαθε ότι πάσχει από καρκίνο δήλωσε ότι θα σταματήσει το γράψιμο. «Εχω γράψει είκοσι εννέα αναθεματισμένα θεατρικά έργα. Δεν είναι αρκετά;», είχε αναρωτηθεί. Αμέσως ανακάλεσε: «Θα συνεχίσω να γράφω μέχρι την ημέρα που θα πεθάνω. Οταν δεν μπορείς να γράψεις, νιώθεις ότι έχεις εξοριστεί από τον εαυτό σου».

«Ιστορία» δεν έγραψαν ωστόσο μόνο τα θεατρικά του έργα, που έκαναν τομή και δημιούργησαν σχολή στη δραματουργία. Ιστορική θα μείνει η 45λεπτη ομιλία του, δριμύ κατηγορώ κατά του αμερικανικού και βρετανικού «ιμπεριαλισμού», στην τελετή απονομής του Νόμπελ, τον Δεκέμβριο του 2005. Μεταδόθηκε στη Στοκχόλμη βιντεοσκοπημένη από στούντιο του BBC, αφού η υγεία του δεν του επέτρεπε να ταξιδέψει.

Η ομιλία ήταν εν πολλοίς αναμενόμενη για όποιον παρακολουθούσε την πολυετή πολιτική δράση του. Ήταν γνωστό ότι είχε ζητήσει να παραπεμφθούν στο Διεθνές Δικαστήριο ως «εγκληματίες πολέμου» για τη Γιουγκοσλαβία, το Αφγανιστάν και το Ιράκ ο Μπους και ο Μπλερ.

Πολύ νωρίτερα, από το 1973, ο Πίντερ έδινε μάχες για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Για να υποστηρίξει τα δικαιώματα των πολιτικών κρατουμένων ταξίδεψε με τον Άρθουρ Μίλερ ώς την Τουρκία. «Το ότι μας πέταξαν έξω από την αμερικανική πρεσβεία της Άγκυρας είναι μια από τις στιγμές της ζωής μου που με κάνουν πιο περήφανο», είχε δηλώσει. Από ένα σημείο και μετά είχε να λέει: «Δεν θέλω να αναφέρονται στο πρόσωπό μου ως συγγραφέα αλλά ως πολιτικό ακτιβιστή».

  • Ο γιος του Εβραίου ράφτη

Από τα πρώτα βήματά του το μοναχικό μοναχοπαίδι του Εβραίου ράφτη, που γεννήθηκε σε εργατικό προάστιο του ανατολικού Λονδίνου το 1930, έδωσε δείγματα ότι θα εξελισσόταν σε μέγα θεατρικό συγγραφέα και πνευματικό άνδρα. Στα μαθητικά χρόνια γράφει τα πρώτα ποιήματά του, αρθρογραφεί στη σχολική εφημερίδα και ντεμπουτάρει στη σκηνή ως Ρωμαίος αλλά κι ως Μάκβεθ.

Η εμπειρία των γερμανικών βομβαρδισμών κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τον σημαδεύει ανεξίτηλα ως πολιτικό ον αλλά και ως δραματουργό. Στα 18 του δηλώνει αντιρρησίας συνείδησης. Ο θάνατος και η ανασφάλεια, που, σε κρίσιμες ηλικίες, βιώνει ως καθημερινότητα, «χωρο-γραφούν» και το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα αναπτυχθεί ο δραματουργός: η μοναξιά, η ερήμωση, η απώλεια και η έλλειψη επικοινωνίας είναι σταθερά μοτίβα στο έργο του.

Έπειτα από ένα εξάμηνο στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης (RADA) ανυπομονεί να μπει στη δράση και την πράξη του επαγγέλματος που αγαπά: σχεδόν για μια δεκαετία (από το 1949 ώς το 1957) θα περιοδεύει με θιάσους ρεπερτορίου σε επαρχιακά θέατρα της Μ. Βρετανίας, ερμηνεύοντας κατά κύριο λόγο σεξπιρικούς ρόλους, με το ψευδώνυμο Ντέιβιντ Μπάρον (το πατρικό της γιαγιάς του). Το διάστημα αυτό για να εξασφαλίσει τα προς το ζην εργάζεται ως σερβιτόρος, ταχυδρόμος, καθαριστής χιονιού αλλά και μπράβος!

Κατά τη διάρκεια μισού αιώνα συγγραφής, από το ’57 και το παρθενικό θεατρικό του «Το δωμάτιο» (που σημειωτέον έγραψε μέσα σε τρεις ημέρες), ο Πίντερ συνέγραψε 29 θεατρικά, 26 σενάρια, πολλά ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά έργα, ποιήματα, δοκίμια και ένα μυθιστόρημα («Οι Νάνοι» -«Καστανιώτης», μετάφραση Π. Μάτεσις).

Τα έργα του αποτυπώνουν τη σφοδρή εσωτερική σύγκρουση αμφίθυμων ηρώων στην προσπάθειά τους να επιβληθούν. Εκπληκτικός στιλίστας του λόγου, κάνει σχολή με την παύση, τη σιωπή, την ελλειπτικότητα, τον μετεωρισμό των αισθημάτων, την αμφισημία και την ειρωνεία. Ο όρος «πιντερικός» («Pinteresque») γίνεται συνώνυμος του υπαινιγμού, του φλέγματος, της απειλής που σαν σκιά που κρύβεται πίσω από τις λέξεις. Και η Σουηδική Ακαδημία, στο σκεπτικό της για τη βράβευσή του με το Νόμπελ, υπογραμμίζει τον όρο, «χρεώνοντάς» του ότι «αποκατέστησε το θέατρο στα βασικά του στοιχεία».

  • Πολιτική στροφή στο έργο του

Παρ’ ότι ο ίδιος απέδιδε την ποιότητα του «πολιτικού» στο έργο του από νωρίς, αμιγώς πολιτικό θέατρο αρχίζει να γράφει στα μέσα του ’80, σηματοδοτώντας παράλληλα και μια ατομική στροφή. Στα νεανικά του έργα, οι ήρωες εμφανίζονται σχεδόν απολίτικοι. Συγχρόνως, από τη δεκαετία του ’80, τα έργα του γίνονται συντομότερα και ασκούν συστηματικά κριτική στην οιαδήποτε καταστρατήγηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ακόμη και ποιήματα που συνέγραψε το 2003 έχουν θέμα ανάλογο, με αφορμή την εισβολή στο Ιράκ.

Μεταξύ των έργων, που τον καθιέρωσαν ως κορυφαίο δραματουργό, το πιο πολυπαιγμένο, ίσως, διεθνώς «Πάρτι Γενεθλίων» (1958), «Ο Επιστάτης» (1960), «Η Επιστροφή» (1964) και «Η Προδοσία» (1979). Απ’ τα γνωστά έργα του και «Ο Εραστής» (1962) και «Οι Παλιοί Καιροί» (1971).

Στα πιο πρόσφατα, τη «Νύχτα» (1993), το «Τέφρα και σκιά» (1996) και την «Επέτειό μας» (2000), αντλεί υλικό από το παρελθόν, ενεργοποιώντας σκηνικά με εντυπωσιακό τρόπο τις λειτουργίες της ανάμνησης.

«Στα θεατρικά μου έργα δεν αηδιάζω από τους χαρακτήρες, ακόμα και όταν είμαι κριτικός απέναντί τους. Οφείλω να τρέφω κάποια συμπάθεια γι’ αυτούς, διαφορετικά δεν θα μπορώ να τους κάνω να μιλήσουν. Τους αγαπώ, με κάνουν να γελώ, παρά το ότι οι περισσότεροι είναι άξεστοι. Γράφοντας για εκείνους, γράφω επίσης και για μένα», εξομολογούνταν.

Διήγε ευτυχή ιδιωτικό βίο, κι εντούτοις συνέγραφε έργα γεμάτα απιστίες, σκληρότητα και απανθρωπιά. Ο ίδιος δεν αποδεχόταν την αντίφαση, που του επισήμαιναν κριτικοί: «Πώς γράφεις ένα χαρούμενο έργο;», αναρωτιούνταν. «Το θέατρο είναι τέχνη που αφορά τη σύγκρουση. Ποτέ δεν ήμουν άλλωστε ικανός να γράψω ένα ευτυχισμένο έργο. Ήμουν όμως ικανός να απολαύσω μια ευτυχισμένη ζωή».

Είχε σκηνοθετήσει γύρω στα 50 έργα. Ισχυρότατος υπήρξε και ο δεσμός του με το σινεμά, στο οποίο διέπρεψε ως σεναριογράφος, διασκευάζοντας για τη μεγάλη οθόνη μερικά από τα σημαντικότερα θεατρικά του: τον «Επιστάτη», το «Πάρτι Γενεθλίων» και την «Προδοσία» το ’81, για την οποία υπήρξε υποψήφιος για Οσκαρ σεναρίου. Υποψήφιος για Όσκαρ ήταν και το 1980 για τη διασκευή της «Ερωμένης του Γάλλου υπολοχαγού», από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζον Φόουλς. Τελευταίο του σενάριο, το «Σλουθ» το 2007, σε σκηνοθεσία Κένεθ Μπράνα.

  • Παντρεύτηκε μια λαίδη

Ο άνθρωπος, πίσω από τις λέξεις των θεατρικών διαλόγων και τον ακτιβισμό, ήταν κατ’ αρχάς φλεγματικός. Είρων, αυτοσαρκαστικός. Λάτρης των γυναικών, αλλά και της ήρεμης οικογενειακής ζωής. Του ποτού και των ταξιδιών. Δεινός αναγνώστης και, στην κυριολεξία, εμμονικός με το κρίκετ.

Ο Πίντερ ερωτεύτηκε με πάθος, αγαπήθηκε πολύ και συνήψε δύο γάμους. Ο πρώτος, το 1956, με την ηθοποιό Βίβιεν Μέρτσαντ, με την οποία απέκτησε κι ένα γιο. Το 1980 παντρεύτηκε τη συγγραφέα και ιστορικό λαίδη Αντονία Φρέιζερ. Η σχέση τους ήταν χαλκέντερη και αμοιβαίας αλληλοεκτίμησης. «Ήταν προνόμιο να ζήσω μαζί του για περισσότερα από 33 χρόνια. Δεν θα τον ξεχάσω ποτέ», δήλωσε απαρηγόρητη.

Κατήγγειλε Μπους και Μπλερ ως εγκληματίες πολέμου

Τον Μάρτιο του 2006, σε μια από τις τελευταίες δημόσιες εμφανίσεις του, ο Πίντερ βρέθηκε στο Τορίνο για να παραλάβει την ύψιστη ευρωπαϊκή θεατρική διάκριση, το βραβείο «Europe Theatre Prize». Με την ευκαιρία έδωσε στον κριτικό της «Γκάρντιαν» και βιογράφο του Μάικλ Μπίλινγτον μια εκ βαθέων συνέντευξη, ενώπιον κοινού. Απομονώνουμε από αυτήν τα σκληρά πολιτικά του σχόλια για την πολιτική των ΗΠΑ.

«Η εξωτερική πολιτική της Αμερικής τα τελευταία χρόνια επικεντρώνεται αυστηρά σε ένα μόνο στόχο: «Ποιο είναι το συμφέρον μας;». Υπάρχουν πάρα πολλοί Αμερικανοί που νιώθουν αηδία, ντροπή και θυμό για όλα αυτά, όπως κι εγώ. Μετά την ομιλία μου στην απονομή του Νόμπελ έλαβα αρκετά γράμματα από Αμερικανούς που βρίσκονται για τους ίδιους λόγους σε απόγνωση. Με έχουν χλευάσει, βέβαια, στο παρελθόν, μ’ έχουν αποκαλέσει μέχρι και ηλίθιο επειδή επιτέθηκα στην αμερικάνικη πολιτική.

Αλλά τώρα πια όλοι ξέρουμε ότι το Αμπού Γκράιμπ και το Γκουαντάναμο δεν είναι καινούργια πράγματα, υπήρξαν προηγούμενα. Τα βασανιστήρια δεν είναι τυχαία γεγονότα. Προέρχονται από την κορυφή. Από τον Λευκό Οίκο και το Πεντάγωνο».

Το ίδιο επικριτική υπήρξε και η στάση του απέναντι στον Τόνι Μπλερ, τον οποίο, άλλωστε, είχε ψηφίσει και διαψεύστηκε. «Η υποταγή του στον Μπους είναι αισχρή και αηδιαστική. Είναι και κάτι παραπάνω: Είναι η άρνηση να παραδεχτείς ότι όταν πηγαίνεις και ρίχνεις μπόμπες σε χιλιάδες ανθρώπους σε ένα κυρίαρχο κράτος -ό,τι και να πιστεύεις γι’ αυτό- δεν είναι απλώς μαζική δολοφονία. Είναι έγκλημα πολέμου».


Το 1963 πρωτοπαίχτηκε στην Ελλάδα

Το θέατρο του Χάρολντ Πίντερ σχετικά γρήγορα μεταφράστηκε και ανέβηκε στην Ελλάδα. Η αρχή έγινε το 1963 με το «Ένας ασήμαντος πόνος», σε σκηνοθεσία Κυριαζή Χαρατσάρη. Το 1964, ο Κάρολος Κουν ανεβάζει τον «Γυρισμό», την αμέσως επόμενη χρονιά τον «Επιστάτη» και το 1969 το «Πάρτι γενεθλίων». Το Θέατρο Τέχνης ήταν, κυρίως, ο χώρος, που ανέδειξε και γνώρισε στο ελληνικό κοινό τον μεγάλο Βρετανό δραματουργό, αφού ακολούθησαν και οι παραστάσεις «Παλιοί καιροί» (1973), «Προδοσία» (1980), «Τοπίο» (1982).

Με τον σκηνοθέτη Αντώνη Αντύπα και τους ηθοποιούς της παράστασης του έργου του, η Νεκρή Ζώνη, στο «Απλό θέατρο» το 2000

Κι άλλοι σημαντικοί Ελληνες σκηνοθέτες έσκυψαν πάνω στο έργο του. Ο Μίνως Βολανάκης με την «Επίδειξη μόδας» (1976) και τους «Νάνους» (1991). Ο Αντώνης Αντύπας με τους «Άλλους Τόπους» (1987), το «Φεγγαρόφωτο» (1995), τη «Νεκρή ζώνη» (2000), την «Επέτειό μας» (2002) και το «Πάρτι γενεθλίων» (2005). Ο Λευτέρης Βογιατζής με το «Τέφρα και σκιά» (2000). Αλλά και η νεότερη γενιά σκηνοθετών (Μιχαήλ Μαρμαρινός, Νίκος Διαμαντής) έδωσε ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις στο έργο του.

Έπρεπε, όμως, να φτάσει ο Σεπτέμβριος του 1997 για να πατήσει για πρώτη φορά το πόδι του στην Ελλάδα. Τον προσκάλεσε η «Ελευθεροτυπία» και τον τίμησε στο πλαίσιο του 10ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου. Ο Νίκος Κούρκουλος, τότε διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, τού άνοιξε την κεντρική σκηνή του Τσίλερ και πλήθος θεατρόφιλων έσπευσε να δει από κοντά και να ακούσει τον αγαπημένο θεατρικό συγγραφέα.

Τρία χρόνια αργότερα ο Πίντερ, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του Αντόνια Φρέιζερ, ξανάρθε στην Ελλάδα. Το 2000, άλλωστε, η αθηναϊκή σκηνή προσέφερε δύο σημαντικές παραστάσεις έργων του (το «Τέφρα και Σκιά» από τον Λευτέρη Βογιατζή και τη «Νεκρή ζώνη» από τον Αντώνη Αντύπα). Τις παρακολούθησε και τις δύο, εκφράζοντας τον απερίφραστο θαυμασμό του.

ΑΠΟΨΕΙΣ
Οι αλήθειες των άλλων
Σε μια συναρπαστική ομιλία του το 2005 κατά την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο Χάρολντ Πίντερ, που λίγα εικοσιτετράωρα πριν έφυγε από τη ζωή, είχε πει μεταξύ άλλων πως η αλήθεια για τους πολιτικούς είναι αυτή που τους συμφέρει,ενώ για τους πολίτες πρέπει να είναι εκείνη που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ για τα μελλούμενα να συμβούν και στον κόσμο και στη χώρα μας. Προφητικός και διαχρονικός παράλληλα, ο λόγος του βρίσκει εφαρμογή και στις ημέρες μας, που η ανθρωπότητα κινείται σε έντονους ρυθμούς οικονομικής ύφεσης, με τους πολιτικούς να καλούνται να τη διαχειριστούν. Και πώς το κάνουν αυτό; Με συνταγές που δεν θ’ αγγίξουν τους ίδιους, ως μέλη ενός συστήματος εξουσίας στο οποίο παίζουν οι ίδιοι καθοριστικό ρόλο. Χωρίς διάθεση ν’ αλλάξουν το σύστημα, το οποίο άλλωστε είναι υπεύθυνο σε μεγάλο μέρος για την κρίση. Είναι οι δικές τους αλήθειες που τους οδηγούν να ακολουθούν επιλογές οι οποίες αδυνατούν να δώσουν ελπίδα στις κοινωνίες.

Η ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ τους δεν είναι να στηρίξουν τα χαμηλά εισοδήματα, τις επενδύσεις για την Παιδεία και τις πράσινες κυρίως υποδομές, που θα δημιουργήσουν ευοίωνες προοπτικές σε οικονομίες και πολίτες. Ούτε, πολύ περισσότερο, να τερματίσουν τους πολέμους ή να φορολογήσουν περισσότερο τον πλούτο, ο οποίος, ανενόχλητος, κινείται στους δικούς του ρυθμούς. Το αντίθετο συμβαίνει. Στόχος των πολιτικών που ακολουθούν είναι ‘να συντηρηθεί και αναγεννηθεί ένα σύστημα, το οποίο αποτελεί συνέχεια του συστήματος από το οποίο προκλήθηκε η κρίση. Αυτές οι αλήθειες τούς συμφέρουν, αυτές ακολουθούν οι πολιτικοί.

ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ, ωστόσο, καλούνται από τη δική τους πλευρά ν’ ανταποκριθούν στην πραγματικότητα, την οποία τους έχουν δημιουργήσει, δηλαδή στις επιλογές των πολιτικών. Να μείνουν αμέτοχοι στις εξελίξεις και αποφάσεις, να υπομείνουν τις συνέπειες της κρίσης ως κάτι αναπόφευκτο και σχεδόν ως θέλημα Θεού. Καλούνται ν’ αποδεχτούν την ανεργία, την ανέχεια, τη μείωση του βιοτικού τους επιπέδου, την εξαθλίωση. Ν’ αποδεχθούν την ανάγκη συντήρησης των πολέμων και των συνεχών αυξήσεων των εξοπλισμών. Να αποδεχθούν τις αλήθειες των πολιτικών, που διακηρύσσονται άλλωστε σε οργουελιανή γλώσσα.

ΟΙ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ του σπουδαίου θεατρικού συγγραφέα και ακτιβιστή βρίσκουν εφαρμογή και στη χώρα μας. Βλέπουμε την πολιτική μας εξουσία να κινείται με τη δική της αλήθεια, να επιχειρεί να την επιβάλει με τους δικούς της όρους και να καλεί τους πολίτες να τη δεχτούν ως μια αναγκαία πραγματικότητα. Ως αναγκαία πραγματικότητα που δεν επιδέχεται αλλαγές και τροποποιήσεις. Να συρθούν, δηλαδή, σε επιλογές για τις οποίες δεν έχουν καμιά συμμετοχή. Στις δύσκολες ημέρες που έρχονται να είναι πειθαρχημένοι, να ξεχάσουν τις ουτοπικές αμφισβητήσεις, να δείξουν υπευθυνότητα. Για ημέρες και ώρες ευθύνης μιλάει ο κ. Καραμανλής -και εννοεί δικής μας ευθύνης. Είμαστε όλοι υπεύθυνοι, είπε ο κ. Μητσοτάκης. Η αλήθεια των πολιτικών…

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 27/12/2008