Category Archives: Mnouchkine Ariane

Les Naufragés du Fol Espoir

  • La Cartoucherie, Paris

In an ideal world, all theatres would be like Ariane Mnouchkine’s Théâtre du Soliel. Mnouchkine has been staging work that makes the hair stand on end for nearly 40 years now, way out in the Bois de Vincennes on Paris’s eastern fringe. Admittedly, these are not experiences for the faint of heart, or thin of buttock. Mnouchkine shows last between four and 10 hours, each the product of a minimum of two years’ work by a small army of actors and musicians, all drawing the same meagre wage – from Mnouchkine herself to the lady who sweeps the floor.

Seear Kohi in Les Naufragés du Fol Espoir at La Cartoucherie, Paris

One hell of a voyage … Seear Kohi in Les Naufragés du Fol Espoir. Photograph: Charles-Henri Bradier

      1. Les Naufragés du Fol Espoir
      2. La Cartoucherie,
      3. Paris

Les Naufragés du Fol Espoir (Survivors of the Mad Hope) may only be a flighty little thing of three hours and 50 minutes, but when Mnouchkine won the Ibsen prize late last year, she sank the money straight into the project so it could have 10 full months of rehearsal, her longest gestation period ever.

Simply getting to the theatre is something of an expedition: an old bus takes you into the woods where so many Algerians were lynched in the 1960s, past Romanian prostitutes in camper vans, to the gates of the Cartoucherie, the arsenal where the shells fired at Verdun were slipped into their brass jackets.

The play begins in the spring before the first world war, with the Cartoucherie spectacularly transformed into a dance hall by the Marne, where a socialist visionary is shooting a silent film adapted from a Jules Verne adventure, using the cooks and waiters as his cast. In a neat twist, Mnouchkine has her actors serve the audience dinner before the Mad Hope’s long voyage down into the low latitudes begins. Long before the ship runs aground on Cape Horn, high idealism and base motives are vying for the souls of all on board. There’s a gold rush, genocidal Indian hunters foiled by commando nuns, a runaway revolutionary Austro-Hungarian archduke, and Charles Darwin and Queen Victoria playing imperial monopoly at Windsor Castle.

The hours fly by like a skiff in the Roaring Forties, carried along on a gale of pure theatrical genius: DW Griffith meets Cecil B DeMille, Delacroix meets Géricault. And all the time, the lights are going down over Europe.

And yet despite all its verve, the Mad Hope is holed beneath the water line. The story is never quite as complex or as satisfying as its staging, and no amount of invention nor silent-film hokum can make up for that. Somewhere in the southern ocean, the script, such that it was, went overboard. Still, that doesn’t stop it being one hell of a voyage.

Advertisements

Η Μνουσκίν μπαρκάρει παρέα με τον Ιούλιο Βερν

  • Η ΝΕΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ «ΘΕΑΤΡΟΥ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ», ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ

Στο φουαγέ της «Καρτουσερί» η διακόσμηση περιλαμβάνει μια σειρά από ανατυπώσεις λιθογραφιών του 19ου αιώνα. Προέρχονται όλες από την πρωτότυπη εικονογράφηση των δερματόδετων τόμων με τα «Φανταστικά ταξίδια» του Ιουλίου Βερν, από τις ιστορικές εκδόσεις Hetzel. Αλλά και στους τοίχους οι αφίσες υπόσχονται «περιπέτεια, άγνωστο, κίνδυνο, έρωτα».

«Να ξαναγυαλίσουμε τα όπλα των ιδανικών...» μας καλεί η Μνουσκίν, στα 71 της, έτοιμη για καινούργιες μάχες

«Να ξαναγυαλίσουμε τα όπλα των ιδανικών…» μας καλεί η Μνουσκίν, στα 71 της, έτοιμη για καινούργιες μάχες

Η Αριάν Μνουσκίν, που πέρυσι γιόρτασε τα 70 της χρόνια και τα 45 του θιάσου της, ανακάλυψε στην εργογραφία του Βερν έναν τουλάχιστον λόγο για να μην ασχοληθεί με τον «Μάκβεθ», όπως είχε αρχικώς προγραμματίσει. Ετσι το «Θέατρο του Ηλιου», ο θίασος-εργαλείο που στα χέρια της επαναδιαπραγματεύτηκε την έννοια του πολιτικού θεάτρου, παρουσιάζει από προχθές τη θεατρική διασκευή ενός από τα λιγότερο γνωστά και περισσότερο συμβολικά και πολιτικά μυθιστορήματα του Ιουλίου Βερν (1828-1905): «Οι Ναυαγοί του «Ιωνάθαν»», έχουν εδώ μετονομαστεί «Οι Ναυαγοί της τρελής ελπίδας». Η «τρελή ελπίδα» περικλείει μια βολική αμφισημία για την εμβληματική σκηνοθέτρια της σύγχρονης Γαλλίας. Παραπέμπει στη σχεδόν απέλπιδα απόπειρα επαναδιαπραγμάτευσης του πολιτικο-κοινωνικού προσανατολισμού της σύγχρονης Δύσης.

Οι δημιουργίες της Μνουσκίν, αυτές που έκαναν το «Θέατρο του Ηλιου» τον διασημότερο γαλλικό θίασο στον κόσμο, από το «1789» και την επανεξέταση της Γαλλικής Επανάστασης, μέχρι το «Καραβάν Σεράι» και τους «Εφήμερους», περνώντας από την «Τρομερή, αλλά ημιτελή ιστορία του Νοροντόμ Σιχανούκ», επανεφηύραν τον πολιτικό ρόλο του θεάτρου. Η δαιμονική ενέργεια της θεατρικής ευφυΐας της δεν θα μπορούσε παρά να ανιχνεύσει διαφορετικά μηνύματα και στον κόσμο του συγγραφέα που θεωρήθηκε πρόδρομος της επιστημονικής φαντασίας και κατάλληλος κυρίως για τις εφηβικές βιβλιοθήκες.

«Μετά τους «Εφήμερους»», εξηγεί, «σκέφτηκα να ξεκινήσω έναν νέο κύκλο Σέξπιρ. Ηθελα κυρίως ν’ ανεβάσω «Μάκβεθ» για προφανείς λόγους που σχετίζονται με τη σύγχρονη πολιτική. Στην πορεία αντιλήφθηκα, όμως, ότι για να μιλήσω αληθινά για το σήμερα, ήμουν υποχρεωμένη να διαστρεβλώσω τον Σέξπιρ: ο σημερινός πολιτικός κόσμος, μ’ όλη την αγριότητα και τον κυνισμό του, δεν είναι αυτός του Μάκβεθ. Τότε έπεσα πάνω στο λιγότερο γνωστό μυθιστόρημα του Βερν. Ηταν ακριβώς ο μύθος που μας χρειαζόταν για να μελετήσουμε ένα βέβαιο αίσθημα του παρόντος: αυτή την προφητική απογοήτευση που μοιάζει να έχει γίνει ο μοναδικός ορίζοντας».

«Οι Ναυαγοί του (πλοίου) «Ιωνάθαν»» είναι η πιο… μυστηριώδης νήσος της εργογραφίας του Βερν. Το 1891 είχε γράψει μια πρώτη εκδοχή του μυθιστορήματος, με τίτλο «En Magellanie». Οταν πέθανε το 1905, ο γιος του Μισέλ πήρε το μυθιστόρημα κι αφού έκανε μερικές παρεμβάσεις, το επανεξέδωσε με νέο τίτλο. Η ιστορία διηγείται τις περιπέτειες μιας ομάδας μεταναστών (εργάτες, τεχνίτες, επιχειρηματίες, καλλιτέχνες και διανοητές) που, ταξιδεύοντας προς την Αφρική, ναυαγούν το 1881 σε ένα νησί, κοντά στο Ακρωτήριο Χορν. Φυσικός αρχηγός τους αναδεικνύεται ο Kaw-Djer, μια περίεργη μυθιστορηματική προσωπικότητα, που μελετητές του Βερν έκριναν ότι παραπέμπει στον περίφημο Ρώσο αναρχικό πρίγκιπα Κροπότκιν.

Για τη Μνουσκίν το παραμύθι του Βερν, με τη θεατρική μεταγραφή της συνεργάτιδάς της Ελέν Σιξού, της δίνει την ευκαιρία να επιστρέψει στον 19ο και 20ό αιώνα, αναζητώντας την εποχή της «τρελής ελπίδας», όταν «μέσα σε ένα κλίμα υπέροχης πίστης στην πρόοδο εφευρίσκονταν τα πάντα: ο ηλεκτρισμός, το τηλέφωνο, το σινεμά, τα αεροπλάνα, τα υποβρύχια, ο Φρόιντ, ο Μαρξ… Ολα ήταν εκεί ώστε ο κόσμος να γίνει αυτό που θα μπορούσε… Αυτή η καταπληκτική ελπίδα προσέκρουσε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο όταν άνοιξε η πόρτα της απογοήτευσης. Θέλησα να επιστρέψουμε στην περίοδο της ελπίδας για να δούμε ποιος θα μπορούσε να είναι ο σημερινός της απόηχος».

Στην πρόσοψη της «Καρτουσερί» είναι εγχάρακτο το «τρίπτυχο» έμβλημα της Γαλλικής Δημοκρατίας: «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη». Στην ουσία του θέλει να επιστρέψει η Μνουσκίν με το καινούργιο «χαρούμενο, αλλά με τη χαρά που μας ισχυροποιεί» θέαμά της. «Γιατί να μην ξαναγυαλίσουμε», αναρωτιέται, «τα όπλα του ιδανικού; Το περίφημο έμβλημά μας είναι αλήθεια «μουχλιασμένο»; Κάποιοι προσπαθούν να μας κάνουν να το πιστέψουμε, ενώ γελούν με ένα γέλιο ολέθριο. Υπάρχει όμως κι ένα άλλο γέλιο, ανανεωτικό. Θα ήταν υπέροχο αν κατορθώναμε να ξαναδώσουμε φρεσκάδα σε μερικές λέξεις, επιθυμίες και όνειρα».

  • Υπεύθυνος: ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ, Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Ariane Mnouchkine surprend en adaptant Jules Verne

AFP/STÉPHANE DE SAKUTIN L'animatrice du Théâtre du Soleil et metteure en scène, Ariane Mnouchkine, à Paris, en mars 2008.

Malgré le soleil, l’air est glacial sous les arbres du bois de Vincennes. A la Cartoucherie, la grande nef du Théâtre du Soleil se prépare pour un nouveau voyage. J – 10. Le bateau doit impérativement être mis à quai mercredi 3 février. Branle-bas de combat. Le capitaine, Ariane Mnouchkine, dans son uniforme habituel – poncho afghan en laine naturelle -, est comme toujours au four et au moulin, dirigeant son équipage avec son autorité maternelle.

Le grand foyer du théâtre, où la troupe accueille toujours le public une heure avant la représentation, est en voie de transformation complète. Les frises de bouddhas méditatifs ont laissé place à une imagerie début de XXe siècle, droit sortie des gros volumes de cuir rouge des Voyages extraordinaires de Jules Verne aux éditions Hetzel. Au mur, les affiches promettent «de l’aventure, de l’inconnu, du danger, de l’amour…».

Ariane Mnouchkine a fêté en 2009 ses 70 ans et les 45 ans de sa compagnie. Son Théâtre du Soleil est la troupe française la plus connue dans le monde. Ses créations mythiques, de 1789 aux Ephémères, en passant par L’Histoire terrible mais inachevée de Norodom Sihanouk, sont entrées dans l’histoire du théâtre. Mais, à chaque nouveau spectacle, Mnouchkine la flamboyante recommence tout, réinvente tout, et surprend. Et le moins que l’on puisse dire, c’est qu’elle intrigue, avec cette nouvelle création intitulée Les Naufragés du fol espoir.

«Eh oui, après Les Ephémères, j’étais partie pour refaire un cycle Shakespeare, s’amuse-t-elle. J’avais surtout envie de monter Macbeth, pour des raisons politiques évidentes, et très contemporaines. Mais je me suis rendu compte que pour parler vraiment d’aujourd’hui, j’étais obligée de tordre Shakespeare : le monde politique actuel, quels que soient sa férocité, son cynisme, n’est pas celui de Macbeth. Et je suis tombée sur ce roman méconnu de Jules Verne. C’était exactement la fable qu’il nous fallait, pour travailler sur un certain sentiment du présent : ce désenchantement prophétique qui semble devenu le seul horizon.»

Ce mystérieux roman posthume de l’auteur de Vingt Mille Lieues sous les mers, terminé et publié par son fils en 1909 sous le titre Les Naufragés du «Jonathan«, conte l’histoire de migrants – ouvriers, artisans, entrepreneurs, intellectuels… – qui partent pour l’Afrique, et échouent sur une île après le naufrage de leur bateau.

Pour Ariane Mnouchkine, la fable offrait l’occasion de repartir d’une époque de «fol espoir», ce tournant du XIXe et du XXe siècle «où tout s’invente, dans une formidable croyance dans le progrès : l’électricité, le téléphone, le cinéma, les avions, les sous-marins, Freud, Marx… Tout est là pour que le monde devienne tel qu’il pourrait être, et ce n’est pas le cas. Ce formidable espoir subit un premier coup d’arrêt avec la guerre de 14-18, qui ouvre la porte du désenchantement. J’ai eu envie de nous plonger juste avant ce coup d’arrêt, pour voir ce qui pourrait être retenté aujourd’hui.»

Ariane Mnouchkine a demandé à Hélène Cixous, compagne de route du Théâtre du Soleil depuis Norodom Sihanouk et L’Indiade, dans les années 1980, d’adapter la fable pour le théâtre. La troupe, parallèlement, a inventé une «histoire dans l’histoire» au gré des improvisations menées sur le plateau. La fable, très fidèle à Jules Verne sur le fond, se réinvente avec de nouveaux personnages. Mais la directrice du Théâtre du Soleil assume entièrement la dimension de roman d’aventures de ces Naufragés.

Plus que jamais, Ariane Mnouchkine, qui a toujours gardé inscrite au fronton de son théâtre la devise de la République française, «Liberté, Egalité, Fraternité», veut créer un spectacle populaire «et joyeux ! De cette gaieté dont Ninon de Lenclos disait qu'»elle donne de la force»».

«Pourquoi ne pas refourbir les armes de l’idéal ?, conclut une Mnouchkine chez qui rien, même la morosité ambiante, ne semble pouvoir entamer l’ardeur à combattre et à créer. Cette fameuse devise «Liberté, Egalité, Fraternité», est-ce que c’est vraiment moisi ? On essaye de nous le faire croire. Et on rit d’un rire destructeur. Mais il y a aussi un autre rire, rénovateur, revivifiant. Ce serait bien que nous arrivions à redonner de la fraîcheur à certains mots, à certains désirs, à certains rêves.»


«Les Naufragés du fol espoir (Aurores)», une création collective du Théâtre du Soleil, mi-écrite par Hélène Cixous, d’après Jules Verne. Mise en scène : Ariane Mnouchkine. Théâtre du Soleil, Cartoucherie de Vincennes, route du Champ-de-Manoeuvre, Paris-12e. Mo Château-de-Vincennes, puis navette. Tél. : 01-43-74-24-08. Mercredi, jeudi et vendredi à 19 h 30, samedi à 14 heures et 20 heures, dimanche à 13 heures, jusqu’en juin. De 14 € à 25 €. Durée : 4 heures, avec un entracte.

  • Fabienne Darge,
  • LE MONDE | 03.02.10 | 16h51  •  Mis à jour le 03.02.10 | 16h51