Daily Archives: 7 Δεκέμβριος, 2008

ΡΙΓΚΟΛΕΤΟ – Το πρωτοπαλίκαρο του φασισμού

Στην Ιταλία του Μουσολίνι μεταφέρει το αριστούργημα του Βέρντι η νέα παραγωγή της Λυρικής. Ο Νίκος Πετρόπουλος, που υπογράφει τη σκηνοθεσία, τα σκηνικά και τα κοστούμια, εξηγεί πώς κατέληξε σε ένα ανέβασμα κλασικό αλλά όχι ιστορικά ακριβές

της ΙΣΜΑΣ Μ.ΤΟΥΛΑΤΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008

Μιλάνο, 1938. Τρόμος και σκοτάδι παντού. Η Ιταλία είναι πλέον αυτοκρατορία και ο φασισμός βρίσκεται στο απόγειό του. Τυχοδιωκτισμός, έκπτωση ηθών, αλαζονεία της εξουσίας, ίντριγκες και δολοπλοκίες. Μέσα σε αυτό το «ζοφερό» πλαίσιο τοποθετεί τον «Ριγκολέτο» η νέα παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, τη σκηνοθεσία, τα σκηνικά και τα κοστούμια της οποίας υπογράφει ο Νίκος Πετρόπουλος. Προσφέροντας στο κοινό την ευκαιρία να προσεγγίσει το αριστούργημα του Βέρντι μέσα από μια νέα οπτική, η πρεμιέρα του φιλόδοξου ανεβάσματος θα δοθεί στο θέατρο Ολύμπια λίγα 24ωρα πριν από τα Χριστούγεννα. Την ευθύνη της μουσικής διεύθυνσης έχει ο Λουκάς Καρυτινός, στον ρόλο του τίτλου εναλλάσσονται οι βαρύτονοι Φράνκο Βασάλο και Δημήτρης Πλατανιάς, τον Δούκα της Μάντοβας ερμηνεύουν οι τενόροι Ζαν Φρανσουά Μποράς και Αντώνης Κορωναίος , ενώ την Τζίλντα οι υψίφωνοι Ελενα Κελεσίδη, Βασιλική Καραγιάννη και Μαρία Μητσοπούλου. Στους υπόλοιπους ρόλους εμφανίζονται- σε διπλή ή τριπλή διανομή- καταξιωμένοι αλλά και νεότεροι λυρικοί ερμηνευτές. Τέλος την κινησιολογία- χορογραφία επιμελείται ο Πέτρος Γάλλιας.

Βασισμένη σε λιμπρέτο του στενού συνεργάτη του Βέρντι Φραντσέσκο Μαρία Πιάβε- το οποίο με τη σειρά του στηρίχθηκε στο θεατρικό του Β. Ουγκό «Ο βασιλιάς διασκεδάζει», αναφερόμενο στον Φραγκίσκο Α΄ της Γαλλίας-, η τρίπρακτη όπερα συνετέθη μέσα σε διάστημα 40 ημερών το 1851 και η πρεμιέρα της δόθηκε στο θέατρο La Fenice της Βενετίας. Ο Βέρντι αναγκάστηκε να αλλάξει τις ταυτότητες των ηρώων του έργου του Ουγκό και από τη Γαλλία του Φραγκίσκου Α΄ να μεταφέρει τη δράση στην Ιταλία, αφού η ιστορική ακρίβεια ενόχλησε τις Αρχές της εποχής. Ο «Ριγκολέτο» έγινε αμέσως μεγάλη επιτυχία και έκτοτε ανήκει στο ρεπερτόριο των λυρικών θεάτρων όλου του κόσμου. Οσο για τον ομώνυμο ρόλο, θεωρείται από τους σημαντικότερους για βαρύτονο του Βέρντι.

Σε ό,τι αφορά την πορεία του έργου στην Ελλάδα, παράστασή του αναφέρεται το 1852 στην Κέρκυρα, η οποία τότε βρισκόταν υπό βρετανική προστασία. Στις 28 Οκτωβρίου του 1853 ο «Ριγκολέτο» παρουσιάστηκε και στην Αθήνα, στην ιταλική γλώσσα, ενώ στο ρεπερτόριο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής συμπεριελήφθη τον Ιανουάριο του 1948, όταν δόθηκε σε μουσική διεύθυνση Λεωνίδα Ζώρα, με τους Ευάγγελο Μαγκλιβέρα (Ριγκολέτο), Αντώνη Δελένδα (Δούκας της Μάντοβας) και Φραντσέσκα Νικήτα (Τζίλντα). Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από τον έρωτα της Τζίλντα, κόρης του καμπούρη γελωτοποιού Ριγκολέτο, για τον άσωτο Δούκα της Μάντοβας, ο οποίος της παρουσιάζεται ως φτωχός φοιτητής. Προκειμένου να εκδικηθεί για τη χαμένη τιμή της κόρης του ο Ριγκολέτο οργανώνει τη δολοφονία του Δούκα. Ανακαλύπτοντας τα σχέδια του πατέρα της, η Τζίλντα παίρνει την απόφαση να σώσει τον αγαπημένο της και να θυσιαστεί μπαίνοντας η ίδια στη θέση του.

Μια «τίμια» μεταφορά

Ο Ριγκολέτο

Μιλώντας για το επικείμενο ανέβασμα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, ο Νίκος Πετρόπουλος κάνει λόγο για μια «τίμια», όπως ο ίδιος τη χαρακτηρίζει, μεταφορά στον χρόνο.

«Κατ΄ αρχάς, στο να επιλέξω ως χρονιά δράσης το 1938 με προσανατόλισαν τρία γεγονότα» λέει. Και συνεχίζει:

«Ο θάνατος του Ντ΄ Ανούντσιο, ο οποίος συνέβη τον Μάρτιο της χρονιάς αυτής, η εισβολή των Γερμανών στην Αυστρία τον ίδιο μήνα και, δύο μήνες αργότερα, η επίσκεψη του Χίτλερ στη Ρώμη, οπότε αρχίζει να δημιουργείται ο Άξονας. Αυτή είναι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα της παράστασης, η οποία “κουμπώνει” με τα πρόσωπα και τις καταστάσεις του έργου».

Την επόμενη στιγμή ο σκηνοθέτης εξηγεί το πώς: «Την εποχή για την οποία μιλάμε, στην Ιταλία υπήρχαν οι λεγόμενοι Ras, όνομα που είχε αντληθεί από τον τίτλο των φυλάρχων της Αιθιοπίας και χρησιμοποιούνταν για τους επικεφαλής του φασιστικού κόμματος σε κάθε πόλη. Υπήρχε, δηλαδή, ο Ras di Μilano, ο οποίος θα μπορούσε να είναι ο αντίστοιχος Δούκας της Μάντοβας του 16ου αιώνα, με πλήρη εξουσία επί των υπηκόων του. Η Αυλή του βρίσκει εν προκειμένω την αντιστοιχία της σε όλον αυτόν τον συρφετό των ανθρώπων που αναρριχήθηκαν στην εξουσία την περίοδο του φασισμού. Ανάμεσά τους και ο Ριγκολέτο, ένας fascista della prima ora, ένα θρασίμι δηλαδή, από αυτά που εντάχθηκαν εξαρχής στις τάξεις του φασισμού δίνοντας μάχες στους δρόμους. Ο ήρωας είναι ένας ακόλαστος, ένας τυχοδιώκτης, στον οποίο ο Βέρντι επιφυλάσσει τη μεγαλύτερη τιμωρία: ζει τον θάνατο της κόρης του, τον οποίο ο ίδιος προκάλεσε. Στην προκειμένη περίπτωση, το μόνο ηθικό στοιχείο, μέσα στο πλαίσιο ενός δικού του κώδικα, είναι ο Σπαραφουτσίλε».

Σχολιάζοντας περαιτέρω την παράσταση, ο Νίκος Πετρόπουλος αναφέρεται στον πρωταγωνιστικό ρόλο της χορωδίας, ενώ αναφορικά με τα σκηνικά αποκαλύπτει πως αναπαριστούν κτίρια τα οποία τω όντι βρίσκονται στο Μιλάνο, έτσι ώστε να τονιστεί η αυθεντική ατμόσφαιρα. Εχοντας υπόψη του και τη μέχρι τούδε πορεία των προβών, ο σκηνοθέτης επισημαίνει τη νέα δυναμική που αποκτά η όπερα υπό το συγκεκριμένο πρίσμα και με δεδομένη τη ρεαλιστική ερμηνεία των ρόλων. Ωστόσο, πώς θα όριζε το προσωπικό του κίνητρο ως προς το επικείμενο ανέβασμα;

«Σκοπός μου είναι να δώσω στον θεατή έναν “Ριγκολέτο” διαφορετικό. Ένα ανέβασμα κλασικό αλλά όχι ιστορικό. Πρόκειται, δηλαδή, για μια παράσταση η οποία δεν είναι χρονολογικά ακριβής, εντούτοις ουδόλως προδίδει τη μουσική και το πνεύμα του συνθέτη και πιστεύω πως μπορεί να αντέξει στον χρόνο…».

Ο Νίκος Πετρόπουλος ξεκαθαρίζει πως ο ίδιος είναι κάθε άλλο παρά υπέρμαχος της μεταφοράς για τη μεταφορά.

«Κατ΄ αρχάς αυτά τα πράγματα δεν γίνονται με όλα τα έργα» επισημαίνει. Και προσθέτει:

«Ο “Ντον Κάρλος”, ας πούμε, ή η “Αννα Μπολένα” είναι όπερες οι οποίες δεν μεταφέρονται. Στην προκειμένη περίπτωση ακούγοντας, βλέποντας και μελετώντας είδα ότι, πράγματι, το έργο βρίσκει τις αντιστοιχίες του στο 1938. Την ίδια στιγμή πρόκειται και για πράγματα σύγχρονα.

Η αλαζονεία της εξουσίας, ας πούμε, και η αυθαιρεσία είναι θέματα τα οποία μας απασχολούν εξαιρετικά έντονα και σήμερα…».

  • Ο «Ριγκολέτο» κάνει πρεμιέρα στις 19 Δεκεμβρίου στο θέατρο Ολύμπια. Παραστάσεις θα δοθούν και στις 20, 21, 23, 26, 27, 28, 30.12.2008 και 2, 3, 4, 6.1.2009. Ώρα έναρξης: 20.00.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΑΘΑΝΟΣ «Δεν δικαιούμαι να λέγομαι σκηνοθέτης»

ΠΡΟΣΩΠΟ

Ο ηθοποιός εξηγεί γιατί αποφάσισε να ανεβάσει την αστυνομική ιστορία «Οκτώ γυναίκες κατηγορούνται» μόνο με άνδρες

της ΜΥΡΤΩΣ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008

Η ιδέα του Νίκου Καραθάνου να ανεβάσει τις «Οκτώ γυναίκες» με άνδρες ηθοποιούς- η πρεμιέρα είχε δοθεί στο Φεστιβάλ Αθηνών το 2007- έδωσε νέα πνοή σε μια αστυνομική ιστορία που έχουμε γνωρίσει στο παρελθόν σε αθηναϊκά θέατρα.

«Αφορμή στάθηκε η γαλλική ταινία του Φρανσουά Οζόν» λέει ο σκηνοθέτης, που κρατά και τον ρόλο της νευρωτικής γεροντοκόρης Αυγούστας, «και κυρίως το τελευταίο τραγούδι της Ντανιέλ Νταριέ, που μιλάει για τον άνδρα και το πόσο δυστυχισμένος είναι (σ.σ.: «Ιl n΄y a pas d΄amour heureux»). Δεν υπάρχει ευτυχία στην αγάπη τραγουδούν οι γυναίκες για τον άνδρα, κι έτσι μου ήρθε η ιδέα.

Ότανμοιράστηκα τη σκέψη μου με τον Γιώργο Λούκο, εκείνος την αγκάλιασε αμέσως. Κι έτσι αρχίσαμε».

Γιατί όμως με άνδρες;

«Γιατί είναι ένα ψέμα. Στο θέατρο ψέματα κάνουμε και με ψέματα λέμε αλήθεια. Και όσο πιο ψέματα είσαι, τόσο μπορείς από το ανάποδό σου να μιλήσεις για το ορθό». Μέσα στο χιονισμένο τοπίο της σκηνής, στην Πειραιώς 260, το κοινό παρακολουθεί μια παράσταση«με ακρίβεια,ελαφρότητα και λεπτομέρεια. Ο τρόπος που κινείται το σώμα του καθενός σε σχέση με τους άλλους και τελικά το σύνολο των σωμάτων επί σκηνής θέλαμε να υπακούει σε έναν ρυθμό. Για μας ίσχυε ότι από την ώρα που αρχίζει η παράσταση, δεν μπορείς να ξεφύγεις». Πράγματι.

Για τον ηθοποιό Νίκο Καραθάνο είναι η δεύτερη σκηνοθεσία είχε προηγηθεί ο «Ιούλιος Καίσαρ» στο Εθνικό:

«Πάντοτε ήμουν περίεργος»ομολογεί.

«Σκεφτόμουν από την αρχή να πάω προς τη σκηνοθεσία,αλλά είμαι και αθεράπευτα ηθοποιός. Ήθελα όμως να είμαι αρχηγός της ιδέας μου. Επειδή έχω συνεργαστεί με μεγάλους σκηνοθέτες, δεν δικαιούμαι να λέγομαι σκηνοθέτης. Όταν όμως ξυπνήσει μέσα μου μια ιδέα ή κάποιος μου παραγγείλει κάτι, θέλω να το πραγματοποιήσω- δεν γίνεται αλλιώς».

Με ενδιαφέρουσες συνεργασίες στο ενεργητικό του, ο 41χρονος σήμερα Νίκος Καραθάνος έχει μια ποιητική διάθεση απέναντι στο θέατρο- εξωπραγματική, θα έλεγε κανείς.

«Πιστεύω ότι τα πράγματα οργανώνονται από μόνα τους. Χέρι με χέρι, όλα αλλάζουν. Εκεί που δεν υπήρχε ένα φεστιβάλ ζωντανό και για μας, ξαφνικά υπάρχει. Το ίδιο και οι χώροι. Άρχισαν να μας επισκέπτονται ξένοι, να δουλεύουμε μαζί τους. Κάτι γίνεται λοιπόν, κάτι κινείται. Άλλωστε, όταν γίνεσαι πολύ εύκολα κατεστημένο, βουλιάζεις. Πρέπει να είσαι σε μια ανάγκη, να ΄χεις πάντα την ανάγκη, να ΄χεις πάντα ένα ρίσκο. Κι εγώ αισθάνομαι πολύ ανασφαλής. Γι΄ αυτό και αγαπώ το θέατρο της παρέας. Μια ωραία παρέα για ταξίδι. Είναι ωραίο να νιώθεις μέρος μιας μεγαλύτερης αγκαλιάς». Ο ίδιος ωστόσο βρίσκεται στη μια πλευρά του θεάτρου- τη λεγόμενη μη εμπορική.

«Καλό είναι να κάνεις διάλογο. Δεν πιστεύω στα στεγανά. Αν αγαπάς κάτι πολύ, όλα μπορείς να τα κάνεις. Η αγάπη είναι λίγο σαν το μελάνι- πρέπει να χυθεί λίγο για να αλλάξουν τα πράγματα». Δεν είναι λίγο συναισθηματική η προσέγγισή του στο θέατρο; τον ρωτάω.

«Μα δεν υπάρχει πραγματικό στο θέατρο.Είναι η φύση της δουλειάς έτσι. Έχω συνεργαστεί με ξένους σκηνοθέτες, τον Λάνγκχοφ, τον Βασίλιεφ. Βλέπεις ότι είναι μετανάστες από μόνοι τους. Εκφράζουν το no man΄s land. Και σου μιλούν γιατί αγαπούν αυτό που κάνουν. Κι όχι μόνον οι ξένοι. Έχω δουλέψει πολύ με τον Μαυρίκιο, με τον Παπαβασιλείου, την Κονιόρδου» συμπληρώνει.

«Έχω συναντηθεί με καλλιτέχνες που έχουν καταθέσει τη ζωή τους στο θέατρο». Από την καλοκαιρινή του εμπειρία στην πολυσυζητημένη «Μήδεια» κράτησε «την πίστη του Βασίλιεφ σε αυτό που κάνει, σε αυτό που κάνω». Δεν ένιωσε την απειλή ότι το θέατρο κινδυνεύει από έναν νεοσυντηρητισμό.

«Φτιάχνουμε μια ζωή και μια τέχνη με τάξεις… Κι αυτό είναι τελείως αντίθετο με τον κόσμο που ζούμε. Ένιωσα μια μορφή βίας. Σαν να σε έχουν χτυπήσει στον ύπνο σου. Είναι δύσκολο να χειριστείς τέτοιες καταστάσεις. Και στον καθένα μας βγαίνει ο χαρακτήρας του. Στο θέατρο όμως χρειαζόμαστε το καινούργιο, ένα νέο ρεύμα».

Ύστερα από μια σειρά ρόλων, όπως ο διπλός Οιδίπους στο Εθνικό σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη ή ο Ερρίκος Δ΄ στη μεγαλειώδη παράσταση του Δημήτρη Μαυρίκιου, ο Νίκος Καραθάνος ετοιμάζεται για τον «Κλήρο του μεσημεριού» του Πολ Κλοντέλ, στη σκηνοθεσία του Γερμανού Γιόσι Βίλερ: Μαζί με την Αμαλία Μουτούση, τον Νίκο Κουρήκαι τον Ιερώνυμο Καλετσάνο ξεκινούν πρόβες για την παράσταση του Εθνικού που θα κάνει πρεμιέρα τον Φεβρουάριο στην Κεντρική Σκηνή. Κι έτσι συνεχίζει τις συναντήσεις-«τις πραγματικές, αλλά και τις άλλες, που κάνω στη σκέψη μου».

  • Η παράσταση «Οκτώ γυναίκες κατηγορούνται» παίζεται στη σκηνή της οδού Πειραιώς 260 ως τις 11 Ιανουαρίου 2009. Πληροφορίες στο τηλ. 210 81081.81.

Το πνεύμα του Σατί

«Χωρίς μουσική» σε σκηνοθεσία Κ. Γάκη στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, «Βlanching» σε σκηνοθεσία Ζωής Ξανθοπούλου στο Νixon

ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008

«Aν και είχα αποφασίσει να μη γράψω ποτέ μπαλέτο, ο Ερίκ Σατί με έπεισε να το κάνω» δήλωνε ο Φρανσίς Πικαμπιά τον Δεκέμβριο του 1924 λίγο μετά την πρεμιέρα τού Rel che. Η παράσταση έμελλε να αφήσει εποχή ως καρπός συνεργασίας δύο πρωτοπόρων της εποχής: του εικαστικού και σκηνοθέτη Πικαμπιά και του συνθέτη Σατί.

Εκείνο το βράδυ ο βασικός χορευτής αρρώστησε και μια ανακοίνωση με τη λέξη Rel che- που σημαίνει «δεν θα γίνει παράσταση απόψε»- αναρτήθηκε στην πόρτα του Τh tre des Champs-Εlys es. Το κοινό νόμιζε πως επρόκειτο για μία ακόμη τυπική ντανταϊστική φάρσα, όσοι όμως επισκέφθηκαν ξανά το θέατρο λίγες μέρες αργότερα βρήκαν ένα εντυπωσιακό θέαμα να τους περιμένει.

Στην πρώτη πράξη, μια σειρά από ταυτόχρονες δράσεις γέμισαν τη σκηνή, με φόντο έναν τοίχο από φωτισμένους μεταλλικούς δίσκους. Ενας άνδρας βημάτιζε πάνω κάτω μετρώντας τις διαστάσεις του χώρου. Ενας πυροσβέστης άδειαζε νερό ανάμεσα σε δύο κουβάδες καπνίζοντας ασταμάτητα. Μια γυναίκα με βραδινό φόρεμα, ακολουθούμενη από μια ομάδα ανδρών με φράκο και ημίψηλα καπέλα (οι χορευτές τού Βallet su dois) άρχισαν σταδιακά να αφαιρούν τα ρούχα τους. Από κάτω φορούσαν ολόσωμα μαγιό.

Στο διάλειμμα προβλήθηκε το φιλμ του Πικαμπιά με τίτλο Εntr΄acte: η κάμερα έδειχνε έναν μουσάτο χορευτή με τούλινη φούστα, στη συνέχεια μια παρτίδα σκάκι στην ταράτσα του κτιρίου, και τέλος μια επικήδειο πομπή με οδηγό μια καμήλα να σέρνει τη νεκροφόρα μπροστά από τον Πύργο του Αϊφελ. Η πτώση του φέρετρου αποκαλύπτει ένα χαμογελαστό «πτώμα». Σκίζοντας τότε τη χάρτινη οθόνη τα μέλη του θιάσου εισέβαλαν στη σκηνή σηματοδοτώντας την έναρξη της δεύτερης πράξης. Πανό που διακήρυσσαν ότι «ο Ερίκ Σατί είναι ο μεγαλύτερος συνθέτης στον κόσμο» και «αν δεν είστε ευχαριστημένοι μπορείτε να αγοράσετε σφυρίχτρες στο ταμείο» αιωρούνταν πάνω από τους χορευτές που εκτελούσαν «μελαγχολικούς χορούς». Στο φινάλε ο Σατί διέσχισε τη σκηνή μέσα σε μια μινιατούρα Citro n πέντε ίππων.

Η βραδιά τέλειωσε με σάλο. «Αντίο, Σατί…» έγραφε την επομένη ο Τύπος για τον 58χρονο συνθέτη που είχε υπογράψει τη μουσική και το σκάνδαλο έμελλε να τον συνοδεύσει ως τον θάνατό του, λιγότερο από έναν χρόνο αργότερα. Ο Πικαμπιά ήταν ενθουσιασμένος. «Το Rel che είναι ζωή», έγραφε, «η ζωή όπως μου αρέσει, όλα για το σήμερα, τίποτε για το χθες, τίποτε για το αύριο». Ο ζωγράφος Φερνάν Λεζέ πανηγύριζε με τη σειρά του: «Στο διάολο το σενάριο και όλη η λογοτεχνία! ΤοRel che είναι πολλές κλωτσιές σε πολλούς πισινούς, καθαγιασμένους ή μη». Πάνω απ΄ όλα όμως εξυμνούσε τη ριζοσπαστική συνύπαρξη των ειδών: «Ο συγγραφέας, ο χορευτής, ο ακροβάτης, η οθόνη, η σκηνή, όλα αυτά τα μέσα “παρουσίασης μιας παράστασης” συγκροτούνται και οργανώνονται σε ενιαίο σύνολο ώστε να πετύχουν ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα». Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία που ένα φιλμ είχε συμπεριληφθεί σε ένα μπαλέτο.

Ο συγγραφέας, ο χορευτής, η οθόνη: η χρήση αυτών των μέσων σε μία παράσταση είναι πλέον, στις μέρες μας, συνηθισμένη, σχεδόν κοινότοπη. Πόση όμως πραγματική ελευθερία υπάρχει σήμερα στη σύνθεση των ειδών; Πόσο ζωντανή παραμένει η ενέργεια του άναρχου πνεύματος σε όλες αυτές τις συνδυαστικές προσπάθειες;

Μια μικρή μπάντα μάς υποδέχεται καθώς παίρνουμε τις θέσεις μας στη μικρή κινηματογραφική αίθουσα του Νixon, όπου φιλοξενείται η παράσταση «Βlanching- σαν όνειρο που προέκυψε από μια ταινία». «Πόσο λυπάμαι» του Κώστα Γιαννίδη είναι το νοσταλγικό, ερωτικό άσμα που παίζεται ζωντανά και σε λίγα λεπτά πέφτουν οι τίτλοι έναρξης από το «Λεωφορείον ο Πόθος» του Ελία Καζάν. Τα όσα συμβαίνουν από εκεί και πέρα δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με την ταινία: μια σειρά από σκετσάκια, άλλα ανόητα, άλλα χαριτωμένα, διαδραματίζονται σπονδυλωτά δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα περιρρέουσας ευθυμίας και χαλαρότητας. Ένα μπάτσελορ πάρτι, μια παρεξήγηση στο βιντεοκλάμπ, ένας διαγωνισμός τραγουδιών, τρεχαλητά στα σκαλοπάτια, χορευτικά με χέρια, ο μελαγχολικός με τα γυαλιά ηλίου, αποσπάσματα από το έργο και η Βίβιαν Λι «ξασπρισμένη» στην οθόνη… Χωρίς πλοκή, χωρίς νόημα, ξεδιπλώνεται η αίσθηση μιας ομάδας παιδιών που κάνουν το κέφι τους και προσπαθούν απλώς να μας το μεταδώσουν χωρίς προθέσεις «αποδόμησης» ή «σχολιασμού». «Πάνω που θες να τους χτυπήσεις, τους συνηθίζεις και περνάς καλά» είναι το

Η Μαρία-Δάφνη Καμμένου, η Ιωάννα Αγγελίδη,ο Κώστας Γάκης και η Γεωργία Γεωργόνη ερμηνεύουν τους ρόλους και υπογράφουν το κείμενο του «Χωρίς μουσική»

εύστοχο σχόλιο του παρακαθήμενού μου θεατή.

Στο «Χωρίς μουσική» τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα: ο ανυπότακτος πιανίστας βρίσκεται εξορισμένος από τη δικτατορία σε ένα ξερονήσι, όπου γνωρίζει τον έρωτα με μια μουγκή. Παράλληλα βρίσκει τρόπο να στέλνει κρυφά τα τραγούδια του σε παράνομο καμπαρέ της πόλης που άφησε πίσω του. Τρεις κοπέλες χορεύουν, τραγουδούν, μοιράζονται τους ρόλους του λακέ Λινγκουίνι, του καλόκαρδου βαρκάρη, της διπρόσωπης πράκτορος, ενώ ο Γάκης υποδύεται τον εαυτό του, δηλαδή τον συνθέτη που δεν μπορεί να ζήσει «χωρίς μουσική» ακόμη και στο πιο απομακρυσμένο σημείο του πλανήτη.

Ανάλαφρη διάθεση, χιούμορ, αυτοσχεδιασμός, μελωδία, σε μια παράσταση συμπαθητική, που πάσχει στον βαθμό που αφηγείται την ιστορία με λογική συνέπεια, αγγίζοντας ενίοτε απλοϊκές, διδακτικές νότες (η κακή δικτατορία, ο καλός καλλιτέχνης). Πόσο πιο ενδιαφέρον θα είχε αν ο εφιάλτης της λογοκρισίας αναδυόταν μέσα από φράσεις και εικόνες, συνειρμούς και αναμνήσεις, αν όλη η δράση ήταν το όνειρο του συνθέτη εγκλωβισμένου στον φάρο, ένα όνειρο ρυθμικό, σουρεαλιστικό, και όχι μια ιστορία με αρχή, μέση, τέλος και μασημένα μηνύματα. Ο Γάκης έχει τη δυνατότητα να το κάνει αυτό, όπως μας έδειξε μαζί με τον Μαυρογεωργίου στην Κατσαρίδα: ας αφεθεί να πέσει λοιπόν χωρίς δίχτυ ασφαλείας.

Οι ντανταϊστές μάς έμαθαν ότι στην τέχνη δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Το άγχος του κατανοητού σκοτώνει το παράλογο, καταπνίγει το φαντασιακό. Αυτό που λείπει σήμερα περισσότερο από ποτέ είναι το ξάφνιασμα- αισθητικό, λεκτικό, νοητικό απρόοπτο. Χρειαζόμαστε το παράλογο, ειδάλλως θα τρελαθούμε. Ενας άνδρας με μούσι που χορεύει σαν μπαλαρίνα, ένα φράκο που κρύβει μαγιό, μια καμήλα που σέρνει ψεύτικο φέρετρο: όλα αυτά μαζί και σε όποιον δεν αρέσει, υπάρχουν πάντα σφυρίχτρες στο ταμείο για να διαμαρτυρηθεί με όλη τη δύναμη των πνευμόνων του.

«Ταξίδια» στο θέατρο «Φούρνος»

«Ταξίδια» στο θ�ατρο «Φούρνος»

Ο Δημήτρης Πετρόπουλος πρωταγωνιστεί στο έργο «Ταξίδια» της Κατερίνας Διακουμοπούλου που θα παρουσιάζει κάθε Δευτέρα και Τρίτη από μεθαύριο (και έως τις 6 Ιανουαρίου) στο θέατρο «Φούρνος» η θεατρική ομάδα «Νουκέντρα».

Το έργο που είχε τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου θεατρικού συγγραφέα (2007) και με το Βραβείο Ουνέσκο (2008) αποτελείται από δύο μονόπρακτα, τα «Έως την πύλη του φόρου» και «Το μήλο της Χιονάτης» που σκηνοθετεί η Κάτια Βήχα.

Ένας Ελληνας οικονομικά κατεστραμμένος πρώην γαιοκτήμονας και ένας Αλγερινός δούλος σε αμπέλια συναντιούνται στον… πάτο της θάλασσας, ο ένας θύμα εκδίκησης, ο άλλος θύμα ρατσισμού. Στο δεύτερο μονόπρακτο τρεις πάμπλουτοι επιφανείς πολίτες του δυτικού κόσμου ετοιμάζονται για το πρώτο διαστημικό ταξίδι.

Ανατομία της βίας χωρίς εφέ

Κριτική στη δυτική κοινωνία αποτελεί ο «Ρομπέρτο Τσούκο» του Κολτές, που ανεβαίνει στη «Νέα Σκηνή – Νίκος Κούρκουλος» του Εθνικού, από την Εφη Θεοδώρου, χωρίς σκηνικά

Ένας νέος, άγγελος-εξολοθρευτής, σε μια ξέφρενη πορεία μέσα στο σκοτεινό τούνελ της σύγχρονης κοινωνίας. Ο τρόμος που γεννά και η γοητεία που εκπέμπει τον συνοδεύουν παντού. Μέχρι τον θάνατο. Μέχρι την έξοδό του στο φως. Με αφορμή την πραγματική ιστορία ενός κατά συρροή δολοφόνου, του Ρομπέρτο Ζούκο, ο Γάλλος συγγραφέας Μπερνάρ Μαρί Κολτές, που χάθηκε πρόωρα στα 41 του χρόνια, συνθέτει το αρτιότερο ίσως έργο του, τον «Ρομπέρτο Τσούκο». Μια παραβολή για τη βία, γραμμένη σε δεκαπέντε σκηνές γεμάτες σαρκασμό, τρυφερότητα, απελπισία. Η Έφη Θεοδώρου εγκαινιάζει με αυτό το κείμενο την καινούρια περίοδο της «Νέας Σκηνής-Νίκος Κούρκουλος» του Εθνικού Θεάτρου (πρεμιέρα 12 Δεκεμβρίου), δίνοντας το έναυσμα για επίκαιρες, πρωτότυπες και τολμηρές προσεγγίσεις του σύγχρονου ρεπερτορίου.

Ανατομία της βίας χωρίς εφ

Ενα «μαύρο κουτί»

Η καινούργια Νέα Σκηνή του Εθνικού είναι φτιαγμένη στο μοντέλο της παλαιάς, αλλά δεν βρίσκεται στην ίδια θέση, έχει «μετακινηθεί» λίγο, στη γωνία Μενάνδρου και Σατωβριάνδου, στο πίσω μέρος δηλαδή του κτιρίου. Είναι ένα «μαύρο κουτί» που δίνει πολλές δυνατότητες διαφορετικής διαμόρφωσης του σκηνικού χώρου, μέσω της διαφορετικής διάταξης των καθισμάτων.

Ανατομία της βίας χωρίς εφ

Αυτή είναι η ευκολία και η δυσκολία της. Κατά κάποιο τρόπο είναι σαν να «προτρέπει σε στοιχειώδεις σκηνοθετικές οπτικές, κάποια ευρήματα που θα στηρίζονται στις αλλαγές του χώρου. Δεν επιτρέπει τις μεγάλες διατάξεις σκηνικών, τις μεγάλες σκηνογραφίες» εξηγεί η Έφη Θεοδώρου. «Διάλεξα τον Τσούκο γιατί είναι ένα έργο το οποίο μόνο έτσι θα ήθελα να δω. Στηριγμένο στην ανυπαρξία σκηνικών» τονίζει.

Και προσθέτει ότι είναι σημαντικό να «ξαναεφεύρουμε το θέατρο στη μίνιμουμ βερσιόν του, δηλαδή στη στοιχειώδη αλλά πολύ ουσιαστική σχέση ανάμεσα στα πρόσωπα. Το θέατρο στηρίζεται στον ηθοποιό. Να ξαναδούμε το θέατρο, λοιπόν, μέσα στη βασική σχέση των ηθοποιών μεταξύ τους, χωρίς να κρύβονται πίσω από σκηνικά και να καμουφλάρονται πίσω από την πλοκή αλλά ελεύθερους κι εκτεθειμένους απέναντι στον συμπαίκτη τους και στους θεατές».

Εξάλλου ο Κολτές μάς «προβοκάρει και πειραματίζεται με τα όρια της δραματουργίας. Στέγες των φυλακών στην πρώτη πράξη, σε δύο σελίδες βρισκόμαστε στην κρεβατοκάμαρα της μητέρας του, στην τρίτη σκηνή στην κουζίνα ενός σπιτιού, στην τέταρτη στο μετρό, ύστερα σε ένα πάρκο. Είναι φανερό ότι δεν προέχει η αναπαράσταση των τόπων όσο κάτι περισσότερο διαλεκτικό που έχει να κάνει με τη σχέση των προσώπων σε μη χώρο, σε ένα no mans land που μπορεί να είναι αποκύημα του μυαλού. Είναι πολύ πιο σημαντικό να υπάρξουν οι σχέσεις και ο πυρήνας των σχέσεων παρά να αναπαρασταθεί το όλον σκηνογραφικά».

Ο χώρος, όπως έχει διαμορφωθεί, είναι «πι» και στην καρδιά του, στο κέντρο του, παίζουν οι ηθοποιοί χωρίς καθόλου σκηνικά. «Σαν μικρή αρένα ανάμεσα στους θεατές». Η σκηνοθεσία είναι στηριγμένη εξαρχής στη «δυναμική των σχέσεων και των σωμάτων στον χώρο. Κάτι το οποίο θεώρησα σωστό μια και ο Ρομπέρτο Τσούκο είναι θύμα μιας κοινωνίας περισσότερο από θύτης».

Ο Ρομπέρτο Ζούκο -το πραγματικό όνομα του ήρωα- ήταν ένας κατά συρροή δολοφόνος. Ο Κολτές πήρε αυτό το πρόσωπο, εμπνεύστηκε από αυτό και σχεδόν έφτιαξε ένα «πορτρέτο ενός μυθικού ήρωα, θύματος μιας κοινωνίας κι έκανε ένα έργο-μεταφορά για τη βία στον κόσμο. Δεν είναι η παράστασή μας, ούτε το έργο του Κολτές, μια περιγραφή της πορείας ενός ψυχικά διαταραγμένου ατόμου, αλλά είναι πιο πολύ μια απολογία της συμπεριφοράς ενός υπερευαίσθητου ανθρώπου μέσα σε έναν κόσμο βίας. Ταυτόχρονα βέβαια, τίθενται ερωτήματα για την καταγωγή της βίας και κάνει μια ανατομία της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας και της βίας της».

Δεν στηρίζεται η σκηνοθεσία, ούτε οι ερμηνείες και οι σχέσεις των ηθοποιών επί σκηνής στην πραγματική φυσική βία. «Δεν αναπαράγουμε τη φυσική βία. Πιο εύκολο είναι να κραυγάζεις και να βιαιοπραγείς. Δεν είναι εκεί το θέμα. Η γλώσσα του Κολτές διαθέτει τη διαύγεια, την ακρίβεια και την απαιτητικότητα που έχουν τα μεγάλα κλασικά κείμενα. Θέλει ακρίβεια στον χειρισμό της. Ακροβατεί ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον ποιητικό λόγο με έναν τρόπο μοναδικό. Προσπαθούμε να το κυκλώσουμε αυτό και να το αναπαραγάγουμε».

Η βία, ωστόσο, υπάρχει μέσα «στον λόγο, στην αδυναμία και την άρνηση της ικανοποίησης του στοιχειώδους ανθρωπίνου αιτήματος για επικοινωνία και αγάπη. Αυτό το αίτημα μένει ανικανοποίητο και η βία ξεσπά, προτάσσεται ως μοναδική διέξοδος… Είναι πικρή η διαπίστωση αυτή αλλά μ έναν τρόπο επικοινωνεί με τη σημερινή ζωή του πολιτισμένου κόσμου».

Ένας εικοσιτετράχρονος νέος δραπετεύει από μια φυλακή υψίστης ασφαλείας και ακολουθεί μια ξέφρενη πορεία μέσα στο σκοτεινό τούνελ της σύγχρονης κοινωνίας: ενός κόσμου στεγνού από αισθήματα, παράλογου, αντιφατικού, που πρέπει να «εκκαθαριστεί».

Τι γοήτευσε την Εφη Θεοδώρου στο έργο; «Η μορφή και το περιεχόμενό του. Η ίδια η δομή του. Δεκαπέντε σκηνές πυκνής γραφής στο μεταίχμιο του ρεαλισμού και της ποιητικότητας. Κι αυτό είναι ένα δύσκολο στοίχημα, πώς εξασφαλίζεται αυτή η αμεσότητα των σχέσεων αλλά και η ποιητικότητα που έχει η γλώσσα του συγγραφέα. Ταυτόχρονα συναντάμε τα πρόσωπα στις ακραίες τους εκφάνσεις. Εχουμε ακραίες σχέσεις, συγκινησιακά φορτισμένες».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
«Ρομπέρτο Τσούκο» του Μπερνάρ Μαρί Κολτές. Μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης.

Σκηνοθεσία: Εφη Θεοδώρου. Σκηνικά-κοστούμια: Εύα Μανιδάκη. Μουσική: Νίκος Πλάτανος. Ρομπέρτο Τσούκο ο Γιάννος Περλέγκας. Παίζουν: Γιάννης Αναστασάκης, Μιχάλης Αφολαγιάν, Γιάννης Βογιατζής, Ευθύμης Θέου, Γιώργος Κοζομπόλης, Παναγιώτης Λάρκου, Πάρις Λύκος, Ηλέκτρα Νικολούζου, Δημήτρης Ντάσκας, Αγορίτσα Οικονόμου, Μάκης Παπαδημητρίου, Ερατώ Πίσση, Μαρία Πρωτόπαππα, Σοφία Σεϊρλή, Μιχάλης Τιτόπουλος, Ελενα Τοπαλίδου.

Εθνικό Θέατρο-Κτίριο Τσίλερ Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος». Πρώτη παράσταση: 12/12/2008. Τελευταία παράσταση: 01/02/2009.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΡΑΛΗ, ΕΘΝΟΣ, 07/12/2008

«Δεν πρόλαβα, Κωνσταντίνε…»

Είχε χτυπήσει με τη μηχανή του. Άσχημα. Λίγο πριν από την παράσταση. Στο καμαρίνι του ο γιατρός που τον εξέτασε του συνέστησε να μην παίξει. Εκείνος δεν τον άκουσε. Η πλατεία του Σύγχρονου Θεάτρου Αθήνας ήταν κατάμεστη – δεν ήθελε να δυσαρεστήσει τόσο κόσμο. Βγήκε και έπαιξε για τρεις περίπου ώρες χωρίς στιγμή να φανεί ότι πονούσε.

Εξαιρετικός επαγγελματίας -από τότε που βγήκε από τη σχολή. Όλοι μιλούσαν για αυτόν από τις εξετάσεις του ακόμα. Και δεν σταμάτησαν να μιλούν. Στη συνέχεια ήρθαν οι δυνατές ερμηνείες, τα βραβεία, το θερμό χειροκρότημα του κοινού, η καταξίωση στον χώρο. Τίποτα από όλα αυτά δεν τον άλλαξαν όπως άλλους – ξέρετε ποιους εννοώ.

Είχε χτυπήσει με τη μηχανή του. Κυριακή βράδυ πριν από δύο εβδομάδες. Είχα δει το «Ξύπνημα της άνοιξης» και είχα μαγευτεί όπως όλοι. Οι παλάμες μου κατακόκκινες από το δυνατό χειροκρότημα. Σκέφτηκα να τον συγχαρώ και από κοντά, αλλά ξέροντας πως ήταν γιατρός στο καμαρίνι του, δεν θέλησα να τον ενοχλήσω. Θα τον πάρω τηλέφωνο, σκέφτηκα.

Είχε χτυπήσει με τη μηχανή του. Μέρες μετά ετοίμαζα το απολογιστικό της χρονιάς. Στην κατηγορία Καλύτερη ανδρική ερμηνεία της χρονιάς έγραψα το όνομά του χωρίς δεύτερη σκέψη. Δεν του τηλεφώνησα.

Ήθελα να του κάνω έκπληξη. Μα δεν πρόλαβα. Η είδηση ότι έσβησε ξημερώματα Τρίτης σε τροχαίο -αχ αυτή η μηχανή του, που ήταν η μεγάλη του ερωμένη!- με συγκλόνισε κι εμένα όπως όλους. 30 μόλις χρόνων. Αχ αυτή η μηχανή του!

Είχε χτυπήσει με τη μηχανή του. Κι εγώ σχεδίαζα να μιλήσω μαζί του αργότερα. Πάντα έχουμε την ψευδαίσθηση ότι ναι, υπάρχει χρόνος να πούμε όσα θέλουμε κι ας διαψευστήκαμε πολλές φορές. Αναβάλλουμε να πούμε όσα νιώθουμε κι όταν έρχεται η ώρα να δεις ότι έχασες την ευκαιρία να πεις τα όσα ήθελες, γίνεσαι κομμάτια. Οπως κομμάτια γίναμε όλοι μας απ’ τον χαμό του Κωνσταντίνου. Μήπως να γίνει μάθημα αυτό; Μήπως να προλάβουμε να πούμε όσα θέλουμε σε αυτούς που θέλουμε; Μήπως να προλάβουμε να εκφράσουμε την αγάπη μας σε αυτούς, χωρίς αναβολές; Νομίζω πως επιβάλλεται.

Γιατί μετά είναι πολύ αργά. Και τι να χωρέσει μια «Άποψη». Μια συγνώμη, που δεν πρόλαβα να πω όσα ήθελα να πω, τότε που δεν θα ήταν αργά!

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΟΥΖΙΩΤΗΣ, ΕΘΝΟΣ, 07/12/2008

Η κρίση δεν πλήττει το θέατρο

1. Η Σοφία Φιλιππίδου και ο Παύλος Ορκόπουλος χαρίζουν το γέλιο στο κοινό του Θεάτρου Δημήτρης Χορν στο έργο «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης» 2. Η Αννα Κοκκίνου είναι η «Λα Πουπέ» στη Σφενδόνη 3. Ο Πέτρος Φιλιππίδης στο εντυπωσιακό σκηνικό του «Μπακαλόγατου» – στη φωτογραφία, με τον Τάσο Κωστή

ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Με τις κωμωδίες να ξεχωρίζουν το κοινό αποδεικνύει ότι πάει κυρίως στις παραστάσεις που ξέρει ότι θα το κάνουν να γελάσει

της ΜΥΡΤΩΣ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008

Η οικονομική κρίση δεν ανέβηκε στη σκηνή!

Προς το παρόν, τουλάχιστον.

Αυτό θα μπορούσε να αποτελεί ένα πρώτο συμπέρασμα για την κίνηση των θεάτρων από την αρχή της σεζόν ως το τέλος Νοεμβρίου. Ο κόσμος άλλη μια χρονιά έχει ανάγκη να γελάσει και το αποδεικνύει. Στις μεγάλες σκηνές της πόλης η κωμωδία καλά κρατεί (ελληνική, κυρίως), όπως και οι επαναλήψεις. Είναι σαν το κοινό να κινείται ποντάροντας στα «σίγουρα», σαν να μη ρισκάρει. Επιλέγει αυτούς που ξέρει. Παράλληλα, ως συνήθως, κινούνται και οι πιο μικρές σκηνές, οι λεγόμενες περιφερειακές, με δουλειές που συνοδεύονται από το επίθετο «ποιοτικές»λες και οι άλλες δεν έχουν δικαίωμα στην ποιότητα. Ανάμεσα στις εκατοντάδες παραστάσεις κάποιες έχουν ήδη ξεχωρίσει.

  • Επιτυχίες για γέλια…

Η Ράνια Οικονομίδου και ο Δημήτρης Καταλειφός συνεχίζουν στο Απλό Θέατρο το «Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα»

Το καινούργιο έργο των Ρέππα- Παπαθανασίου «Συμπέθεροι απ΄ τα Τίρανα» στο Θέατρο Λαμπέτη ηγείται της λίστας (με εισπράξεις που υπολογίζονται γύρω στις 90.000 ευρώ την εβδομάδα) ενώ επικεφαλής του θιάσου είναι η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου. Ακολουθούν άλλες δύο κωμωδίες: η σύγχρονη του Ακη Δήμου «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης», σε σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή, με τη Σοφία Φιλιππίδουσε έναν ρόλο που της πάει πολύ (στο Χορν), και ο «Μπακαλόγατος» ή «Της κακομοίρας» με τον Πέτρο Φιλιππίδη στο Μουσούρη, όπου παρατηρείται το αδιαχώρητο, δεύτερη συνεχή χρονιά, με τον πρωταγωνιστή και σκηνοθέτη να κερδίζει τις εντυπώσεις- και τα δύο με εισπράξεις γύρω στις 70.000 ευρώ την εβδομάδα. Τι ακολουθεί; Κωμωδίες, οι περισσότερες από τις οποίες συνεχίζονται δεύτερη χρονιά, όπως το μιούζικαλ στο Αλίκη «Δύο τρελοί τρελοί παραγωγοί», με τους Παύλο Χαϊκάλη και Αντώνη Λουδάρο (γύρω στις 50.000 ευρώ), που δεν έχει τίποτα ως παραγωγή να ζηλέψει από τα ξένα. Η Κιβωτός με το «Δεν θέλω να μείνω μόνη μου» της Δήμητρας Παπαδοπούλου (45.000 ευρώ) συνεχίζει την περυσινή επιτυχία, ενώ στην Αποθήκη η «νιοστή» επανάληψη του «Σεσουάρ για δολοφόνους» (με εισπράξεις περί τις 35.000 ευρώ την εβδομάδα) εντυπωσιάζει με τη διάρκειά της- ίσως σε αυτό να συμβάλλει το interactive στοιχείο.

Με αντίστοιχες εισπράξεις, γύρω στις 30.000 ευρώ την εβδομάδα, ακολουθούν: η κωμωδία «Φούστα μπλούζα» των Ρέππα – Παπαθανασίου στο Θέατρο της οδού Πειραιώς 131, το «Φιόρο του Λεβάντε» του Γρ. Ξενόπουλου, με τον Σπύρο Παπαδόπουλο να υποδύεται τον Ζακυνθινό Νιόνιο Νιονιάκη με ιδιαίτερο μπρίο, σε μια μουσική και ευφρόσυνη παράσταση στο Ανεσις. Σε αντίστοιχες εισπράξεις κινείται και το Βρετάνια με τον Γρηγόρη Βαλτινό και την κομεντί «Μη γελάτε, είναι σοβαρό». Στο Μικρό Παλλάς η επιτυχής συνέχεια των «Ηρώων» της Ελένης Γκασούκα προκαλεί το ενδιαφέρον, μια που δεν βασίζεται σε εμπορικά ονόματα (πραγματοποιώντας εισπράξεις γύρω στις 28.000 ευρώ). Αντίστοιχα κινείται και το Ηβη με την κωμωδία «Στις κουζίνες ολοταχώς» (με 27.000 ευρώ).

Ωστόσο οι κοινές εισπράξεις δεν σημαίνουν και αντίστοιχη επιτυχία. Κάθε θέατρο έχει τη δική του χωρητικότητα, κάθε παραγωγή το δικό της κόστος και στόχο. Αλλιώς γεμίζει ένα θέατρο 100 θέσεων και αλλιώς ένα με 500 καθίσματα…

Ένα σύγχρονο βρετανικό έργο το «Πιο κοντά» του Πάτρικ Μάρμπερ, με τον Γιώργο Κιμούλη, στη σκηνή του Θεάτρου Αθηνών μπαίνει «σφήνα» στις τόσες και τόσες κωμωδίες που πάνε καλά (με μέσο όρο εβδομαδιαίων εισπράξεων 25.000 ευρώ).

  • Περιφερειακά και μικρά θέατρα

Στιγμιότυπο από τη «Φούστα – μπλούζα» στο Θέατρο Πειραιώς 131

«Η επίσκεψη της Γηραιάς Κυρίας» στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας, με την Μπέττυ Αρβανίτη και τον Γιάννη Φέρτη, διανύει με επιτυχία τη δεύτερη εβδομάδα της με ένα θέατρο γεμάτο (με την ίδια πληρότητα ολοκληρώνει σήμερα τις παραστάσεις της και η «Φρίντα- Φρίντα» στη ΒΔ Σκηνή του ίδιου θεάτρου). Το έργο του Ντίρενματ, κλασικό και σημαντικό, ξεχωρίζει σε μια παράσταση που σκηνοθετεί ο Στάθης Λιβαθινός . Με πληρότητα 100% άρχισε και συνεχίζεται το έργο του Αρκά «Εχθροί εξ αίματος» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Το ιδιότυπο χιούμορ του συγγραφέα, η πρωτοτυπία του θέματος (ήρωες είναι τα όργανα ενός ανθρώπου έπειτα από αυτοκινητικό ατύχημα) και οι ενδιαφέρουσες ερμηνείες προφανώς δεν πέρασαν απαρατήρητες. Ο μονόλογος που κέρδισε πέρυσι το κοινό με τη Νένα Μεντή ως «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου» δεν θα μπορούσε παρά να συνεχίσει την ξεχωριστή πορεία του και στην καινούργια στέγη όπου μετακόμισε, στο Θέατρο Βασιλάκου, και ας διαθέτει πολλαπλάσιες θέσεις. Στο Ιλίσια-Βολανάκη η Ρένη Πιττακή δέχεται «Έξι μαθήματα χορού σε έξι εβδομάδες» και καταχειροκροτείται από το κοινό που γεμίζει τις «κερκίδες», μια που και η ίδια, από την πλευρά της, παραδίδει μαθήματα υποκριτικής. «Το ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα», με τον Δημήτρη Καταλειφό, τη Ράνια Οικονομίδου και τον Αλκι Κούρκουλο δίνει παραστάσεις στο γεμάτο Απλό Θέατρο με δυνατές ερμηνείες. Για την Αννα Βαγενάτο «Γάλα» του Βασίλη Κατσικονούρη που σκηνοθετεί ή ίδια και πρωταγωνιστεί στο Βασιλάκου αποδείχθηκε σοφή επιλογή της, μια που για δεύτερη χρονιά κερδίζει το κοινό. Αλλά και η Αννα Κοκκίνουμε τον μονόλογο του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη «Λα Πουπέ» στη Σφενδόνη προκαλεί αίσθηση με την ερμηνεία και τη φιγούρα της. Με επιτυχία συνεχίζει δεύτερη χρονιά ο «Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Ιψεν, με τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο στο Θέατρο Άλμα, αλλά και το αστυνομικό «Η γυναίκα με τα μαύρα» στο Μέλι, με τον Δάνη Κατρανίδη και τον Γιώργο Κέντρο.

  • Εθνικό Θέατρο

Αρκάς και «Εχθροί εξ αίματος» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου

Με έξι παραγωγές να «τρέχουν» και δύο να ετοιμάζονται για πρεμιέρα πριν από τις εορτές το Εθνικό Θέατρο μπήκε αισίως στη δεύτερη χρονιά υπό τη διεύθυνση του νέου καλλιτεχνικού διευθυντή Γιάννη Χουβαρδά- από το γραφείο του οποίου μας δόθηκαν τα παρακάτω στοιχεία που αφορούν την πληρότητα των παραστάσεων της πρώτης σκηνής της χώρας από την αρχή της σεζόν ως τις 30 Νοεμβρίου 2008. Συγκεκριμένα: «Το ξύπνημα της άνοιξης» του Βέντεκιντ σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη παρουσιάζει πληρότητα 88% σε εισιτήρια και 95% μαζί με τις προσκλήσεις και τις ατέλειες, στο Σύγχρονο Θέατρο της Αθήνας, ενώ στη Β΄ Σκηνή του ίδιου θεάτρου ο «Βόλφγκανγκ» του Γιάννη Μαυριτσάκη αντιστοίχως συγκεντρώνει ποσοστά 56% και 67%. Στο Κοτοπούλη-Ρεξ «Το ημέρωμα της στρίγκλας» του Σαίξπηρ,σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη, συγκεντρώνει ποσοστά 72% και 83%, ενώ στο Παξινού το Παιδικό Στέκι με την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» του Βασίλη Μαυρογεωργίου κινείται στο 74% και 86% και ο «Καραγκιόζης» αντιστοίχως σε ποσοστά 48% και 55%. Τέλος, οι «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» που ανέβασε ο Γιάννης Χουβαρδάς στη Σκηνή της Πειραιώς 260 παρουσίασαν πληρότητα 48% η οποία μαζί με τις προσκλήσεις άγγιξε το 55%.

Για το Θέατρο Τέχνης η εφετινή χρονιά άρχισε καλά με την επανάληψη της «Μεθόδου Γκρόνχολμ» σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου στο Υπόγειο (ολοκληρώθηκαν οι παραστάσεις) και συνεχίζεται εξίσου καλά με τις παραστάσεις του Βιζυηνού και το έργο «Το αμάρτημα της μητρός μου» από τον Ηλία Λογοθέτη. Από τα υπόλοιπα τρία που παίζονται αυτή την εποχή («Ηθοποιοί»,«Νευροδύσσεια», «Αθήνα- Μήλος μ.Χ.»), μόνο το πρώτο βρίσκεται σε καλή πορεία.

  • Και η έκπληξη

Η Νένα Μεντή υποδύεται την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου στο Θέατρο Βασιλάκου με ιδιαίτερη επιτυχία

Τέλος, το αστυνομικό έργο του Ρομπέρ Τομά «Οκτώ γυναίκες κατηγορούνται», που ανέβηκε πρώτη φορά το καλοκαίρι του 2007 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών στη Σκηνή της οδού Πειραιώς 260 και επανήλθε την τρέχουσα χειμερινή σεζόν στον ίδιο χώρο για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων, τι να πει κανείς; Γεμίζει κάθε βράδυ και έχει ήδη παραταθεί ως τις 11 Ιανουαρίου 2009. Είναι η έκπληξη της χρονιάς. Ο εννεαμελής θίασος ανδρών, σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου, αποδεικνύει ότι τις καλές και πρωτότυπες παραστάσεις ο κόσμος βρίσκει τρόπο να τις εντοπίζει… Ευτυχώς!

ΥΓ.:

Πρόσφατες οι αφίξεις του Λάκη Λαζόπουλου με τον «Βιοπαλαιστή στη στέγη» στο Θέατρον- Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος» και «Το Σ΄ αγαπώ δεν είναι ντεμοντέ» με τη Μιμή Ντενίση στο Ιλίσια, γι΄ αυτό και δεν συμπεριλαμβάνονται.

Τρέισι Λετς, Άντον Τσέχοφ, Ντέιβιντ Μάμετ…

National Theatre-Lyttelton

http://www.nationaltheatre.org.uk

«August: Osage County». Τιμημένο με 8 βραβεία Τόνι, ανάμεσά τους και του καλύτερου θεατρικού έργου του 2008, το έργο του Τρέισι Λετς, σκηνοθετημένο από την Αννα Σαπίρο, έχει ως πρωταγωνιστές τα μέλη μιας παλιάς οικογένειας στην Οκλαχόμα που βρίσκεται στα πρόθυρα της διάλυσης. Οπως έγραψαν οι κριτικοί, ο Λετς πραγματεύεται το θέμα της καταρρέουσας αμερικανικής οικογένειας με άγριο χιούμορ και σπαρακτική συγκίνηση. Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε από τον θίασο του περίφημου Στέπενγουλφ Θίατερ στο Σικάγο, έκανε μια δεύτερη θριαμβευτική σταδιοδρομία στο Μπρόντγουεϊ και τώρα παρουσιάζεται από τον ίδιο θίασο στο Γουέστ Εντ. Ανάμεσα στους ερμηνευτές, η Ντιάνα Ντούναγκαν, ο Τζεφ Πέρι και η Εϊμι Μόρτον. Ως τις 21 Ιανουαρίου.

Nέα Υόρκη. Walter Kerr Theatre

http://www.walterkerrtheatre.com

«The Seagull». Ο «Γλάρος» του Τσέχοφ, σε σκηνοθεσία του Ιαν Ρίκσον, έρχεται να προστεθεί στις επιτυχημένες μεταφορές βρετανικών παραγωγών στο Μπρόντγουεϊ. Η Κριστίν Σκοτ Τόμας παίζει την Αρκάντινα, ερμηνεία για την οποία κέρδισε το βραβείο Ολίβιε την περασμένη σεζόν στο Λονδίνο. Μαζί της εμφανίζονται ο Πίτερ Σάργκααρντ (Τριγκόριν), η Κάρεϊ Μάλιγκαν (Νίνα), ο Μακένζι Κρουκ (Κονσταντίν), ενώ η Ζόε Καζάν, εγγονή του Ελληνοαμερικανού σκηνοθέτη, ερμηνεύει τη Μάσα. Ως τις 21 Δεκεμβρίου.

Barrymore Theatre

http://www.speedtheplowonbroadway.com

«Speed-the-Plow». Μετά τη θριαμβευτική παρουσίασή του στο Λονδίνο, με πρωταγωνιστές τον Κέβιν Σπέισι και τον Τζεφ Γκόλντμπλουμ, το έργο του Ντέιβιντ Μάμετ, καυστική σάτιρα του Χόλιγουντ, ανέβηκε σε νέα παραγωγή στο Μπρόντγουεϊ σκηνοθετημένο από τον Νιλ Πέπε. Πρωταγωνιστούν ο βραβευμένος με Εmmy (για τον ρόλο του στην τηλεοπτική σειρά Entourage) Τζέρεμι Πίβεν, ο Ραούλ Εσπάρζα και η Ελίζαμπεθ Μος.

Eπιμέλεια: Aγγελικη Στουπακη, Η Καθημερινή, Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008

Ολα μουντά και γεροντοκοριασμένα

Αισθηματο–ερωτικά συμπλέγματα και παντελής έλλειψη χιούμορ

Κριτική Σπύρος Παγιατάκης, Η Καθημερινή, Kυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

Γιώργος Σκούρτης, Οι ηθοποιοί, σκην.: Θόδωρος Γράμψας. Θέατρο: Τέχνης – Κάρολος Κουν

Σε ένα σημείο του έργου (Γιώργου Σκούρτη, «Οι Ηθοποιοί») ένα από τα κύρια πρόσωπα λέει: «Σήμερα ο Οιδίπους θα κυκλοφορούσε με χαρτοφύλακα και θα κουβαλούσε μέσα του ομόλογα και μετοχές». Κάτι τέτοιο έχει κιόλας συμβεί. Ηδη πριν από μερικά χρόνια η Σέρβα σκηνοθέτις Βίντα Ογκνιενόβιτς μάς παρουσίασε σε μια ξεχωριστή παράσταση με το Εθνικό Θέατρο του Βελιγραδίου έναν σύγχρονο πολιτικό Οιδίποδα, ο οποίος εκμεταλλεύεται στο έπακρο τη δύναμη του χρήματος και των ΜΜΕ. Η παράσταση φιλοξενήθηκε πριν από δύο μήνες στο ΚΘΒΕ στη Θεσσαλονίκη. Εδώ κι ενάμιση μήνα η –διαρκώς ξεπουλημένη– ανάλογη παράσταση στο Εθνικό Θέατρο στο Λονδίνο (στην αίθουσα Ολιβιέ) είναι ένας εξίσου εκσυγχρονισμένος «Οιδίπους Τύραννος» με σύγχρονα κοστούμια και αναφορές στη πολιτική τού σήμερα – σε σκηνοθεσία Τζόναθαν Κεντ με πρωταγωνιστή τον Ραλφ Φάινς.

Η τραγωδία του Σοφοκλή με τον μυθικό βασιλιά των Θηβών αντέχει κάπου 2.500 χρόνια. Αντίθετα, γραμμένοι πριν από λίγες –μόνο– δεκαετίες «Οι Ηθοποιοί» του Γιώργου Σκούρτη λυγίζουν από το βάρος μιας εποχής που δύσκολα αντέχει πλέον μεγαλοστομίες, περιπεπλεγμένα, μπαροκοειδή αισθηματο–ερωτικά συμπλέγματα και, το κυριότερο, την παντελή έλλειψη χιούμορ. Ιδού πώς ο ίδιος ο συγγραφέας περιγράφει το –«κατ’ εξοχήν υπαρξιακό» όπως το χαρακτηρίζει– έργο του: «Εδώ, οι άνθρωποι –ως ήρωες πια του εαυτού τους– κατορθώνουν να αντισταθούν στα εξουσιαστικά εμφυτεύματα φτάνοντας στην αυτογνωσία κι από κει στην καινούργια ζωή, με εμπιστοσύνη και αγάπη ο ένας για τον άλλον».

  • Η πλοκή

Κι επειδή υποθέτω πως δεν καταλάβατε και πολλά πράγματα, θα επιχειρήσω να σας τα πω πιο απλά. Δύο άνδρες και μια γυναίκα που ζούνε στον χώρο του θεάτρου μπλέκονται σ’ ένα ερωτικό τρίγωνο. Ο ένας τους, «δάσκαλος» και σκηνοθέτης (Αγγελος Αντωνόπουλος), είναι μεγάλος στην ηλικία και καθοδηγεί τόσο τη νέα κι όμορφη ηθοποιό (Ελισάβετ Μουτάφη) με την οποία συνδέεται στενά, όσο και τον φέρελπι πρωταγωνιστή (Μάνο Ζαχαράκο) σε «εφιαλτικές στιγμές εσώψυχων αποκαλύψεων, με κίνδυνο να τιναχτούν όλοι στον αέρα…» για να προχωρήσω στα λόγια του συγγραφέα. Με δυο λόγια ο ώριμος σπρώχνει το νέο ζευγάρι σε ερωτική σχέση. Βέβαια, υπάρχει κι ένα παλιότερο μυστικό: Ο σκηνοθέτης τα είχε και με τη μητέρα του νεαρού, οπότε…

Τέλος πάντων. Μια πλοκή είναι μια πλοκή. Το ζήτημα είναι με τι τρόπο αφήγησης αυτή η πλοκή θα παρασταθεί στη σκηνή. Απλά και κατανοητά ή μήπως μέσα από μια προσπάθεια «…να αγγίξω την κόλαση της ψυχής των ηρώων μου με ειλικρίνεια και αγάπη, δείχνοντας πως ο άνθρωπος μπορεί να νιώσει τη γαλήνη της ερωτικής και συντροφικής συνύπαρξης, παρ’ όλα τα “αγκάθια” της καθημερινής εγωιστικής ανταγωνιστικότητας». Χρησιμοποιώ πάλι τσιτάτα του συγγραφέα για να καταδείξω μια γλώσσα, μια νοοτροπία, μια κοσμο–φιλοσοφία την οποία προσωπικά τουλάχιστον θεωρώ φλύαρη και ξεπερασμένη, έτσι που είναι τόσο στενά συνδεδεμένη με παλιές και χωνεμένες δεκαετίες. Ευτυχώς στο μεταξύ ο τρόπος σκέψης κι έκφρασης έγινε πιο σβέλτος, πιο απλός.

Ο χρόνος και η αντοχή του σ’ αυτόν είναι η μόνη μεζούρα για ν’ αντιληφθεί κανείς αν κάτι εξακολουθεί ν’ αναπνέει μετά από μεγάλα –ή ακόμα και μικρά– διαστήματα. Είναι κάτι που αντιλαμβάνεται κανείς ιδιαίτερα στον κινηματογράφο. Ταινίες του Μικελάντζελο Αντονιόνι, του Αλεν Ρενέ και κυρίως του Ζακ–Λικ Γκοντάρ είναι σήμερα αφόρητες. Μήπως το ίδιο δεν συνέβη προσφάτως και με την τελευταία ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου όταν προβλήθηκε πριν από δύο εβδομάδες στη Θεσσαλονίκη; Κι από την άλλη μεριά υπάρχει βέβαια ο Ερνστ Λούμπιτς, ο Μπίλι Ουάιλντερ, ο Τσάρλι Τσάπλιν, που δεν θα γεράσουν ποτέ ακόμα και μετά 100 χρόνια.

Ο Γιώργος Σκούρτης έγραψε το έργο αυτό για τον συγκεκριμένο σκηνικό και παρασκηνιακό χώρο του Υπογείου του Θεάτρου Τέχνης. Δεν πρόλαβε να το ανεβάσει ο Γιώργος Λαζάνης κι ανεβαίνει τώρα στη σκηνοθεσία ενός άλλου απογόνου, του Θόδωρου Γράμψα, ο οποίος τόνισε όλες τις γκρίζες –και σκονισμένες– αποχρώσεις του κειμένου. Με δυο λόγια: Μουντά και γεροντοκοριασμένα. Οχι! Η κληρονομιά που άφησε ξωπίσω του ο Κάρολος Κουν σίγουρα δεν μπορεί να θυμίζει τόσο έντονα την πρωτοπορία των δεκαετιών ’50, ’60 και ’70.

Σωστός –επειδή στην ηλικία του μπορεί άνετα να υποδυθεί τον «ώριμο» καλλιτέχνη– ο Αγγελος Αντωνόπουλος. Λάθος ο διαρκώς αμήχανα κι ανέκφραστα συνοφρυωμένος Μάνος Ζαχαράκος. Κι από την Ελισάβετ Μουτάφη με εντυπωσίασαν τα ωραία κόκκινα μαλλιά της. Δίχως την παραμικρή έμπνευση τα θαμπά σκηνικά – κοστούμια της Κατερίνας Σωτηρίου και με επιμελημένη οικονομία στη ΔΕΗ οι φωτισμοί του Νίκου Σωτηρόπουλου.

«Απάχηδες των Αθηνών» στη Λυρική Σκηνή

«Οι απάχηδες των Αθηνών», η δημοφιλής οπερέτα του Νίκου Χατζηαποστόλου, επέστρεψε στην Εθνική Λυρική Σκηνή. Παρουσιάζεται σε νέα παραγωγή, στο θέατρο «Ακροπόλ» (Ιπποκράτους 9-11), κάθε Τετάρτη – Πέμπτη (6.30μμ) και Παρασκευή – Σάββατο – Κυριακή (8μμ), ιστορώντας την αγνή αγάπη δυο φτωχών νέων και σατιρίζοντας παράλληλα συνήθειες των αστών και νεόπλουτων. Με αφορμή τον έρωτα του Κώστα και της Τιτίκας, ο Ν. Χατζηαποστόλου – ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες αθηναϊκής οπερέτας – πλάθει μια ηθογραφία, σκιαγραφώντας τις δυσκολίες και τις αντιθέσεις της αθηναϊκής κοινωνίας την περίοδο του μεσοπολέμου και σατιρίζει τη νεόπλουτη αστική τάξη. Η τρίπρακτη οπερέτα, σε ποιητικό κείμενο του Γιάννη Πρινέα, ανεβαίνει σε μουσική διεύθυνση Γιώργου Κατσαρού, Χρύσανθου Αλισάφη και Γιώργου Αραβίδη (εκ περιτροπής). Διασκευή από το πρωτότυπο: Ισίδωρος Σιδέρης, Κωνσταντίνα Ψωμά. Σκηνοθεσία: Ισίδωρος Σιδέρης. Σκηνικά – Κοστούμια: Γιάννης Κατρανίτσας. Χορογραφία: Κυριάκος Κοσμίδης. Φωτισμοί: Κώστας Μπλουγουράς. Σκηνοθετική επιμέλεια προβολών: Θανάσης Τότσικας. Διεύθυνση χορωδίας: Κώστας Δρακάκης.

Ερμηνεύουν: Νίκος Στεφάνου, Δημήτρης Σιγαλός, Χάρης Ανδριανός, Ζαφείρης Κουτελιέρης, Αντώνης Καλογήρου, Αρης Τσαμπαλίκας, Αγγελος Παπαδημητρίου, Μενέλαος Χαζαράκης, Χαρά Κεφαλά, Ελένη Σταμίδου, Γωγώ Ηλιοπούλου, Ελπινίκη Ζερβού, Σωτηρία Ρουβολή, Κατερίνα Δοξαστάκη, Κωνσταντίνα Ψωμά, Ελένη Δάβου, Αλεξάνδρα Ματθαιουδάκη, Ντόρα Χατζηγιάννη, Γιώργος Γιαννόπουλος, Κωστής Ρασιδάκης, Παύλος Σαχπεκίδης, Σπύρος Περδίου, Μιχάλης Καλαμπόκης, Λάζαρος Βαρτάνης, Ευδοκία Χατζηιωάννου, Χαρά Καλατζίδου, Αντώνης Καλογήρου, Λάζαρος Βαρτάνης, Σπύρος Περδίου, Παύλος Σαχπεκίδης, Αρης Τσαμπαλίκας. Παραστάσεις μέχρι 12 του Απρίλη.