Tag Archives: Aναγνωσεις

Κι αν αλλάζαμε ρούχα;

  • Aναγνωσεις
  • Tης Mαριας Kατσουνακη , Η Καθημερινή, 02-05-10

Ενα παιχνίδι μεταμορφώσεων είναι ό, τι πρέπει γι’ αυτήν την εποχή. Πώς η Ολίβια ερωτεύεται τον Σεζάριο, ο Σεζάριο αποδεικνύεται ότι είναι η Βιόλα και η Βιόλα μεταμορφώνεται σε Σεβαστιανό; Η σύλληψη του μεγάλου βάρδου στη «Δωδέκατη νύχτα» μπορεί να τροφοδοτήσει με ιδέες. Μόνο που θα πάσχουν σε χιούμορ, κέφι και ευρηματικότητα…

Πριν από μια εβδομάδα ακριβώς δόθηκε στο θέατρο Αλίκη η τελευταία διπλή παράσταση που εμπνεύστηκε ο Θωμάς Μοσχόπουλος «συνενώνοντας» δύο έργα: «Τι είδε ο μπάτλερ» του Τζο Ορτον και «Δωδέκατη νύχτα» του Σαίξπηρ. Το πνεύμα των swinging sixties προεκτάθηκε μέσα από ελισαβετιανά στοιχεία και εκείνα με τη σειρά τους τροφοδότησαν τη συγγενή στο μπουλβάρ ορτονική κωμωδία με την πίκρα της παραίσθησης και την πλάνη. Επιτυχημένη μείξη, ενός σκηνοθετικού μυαλού που ξέρει να «ξαναδιαβάζει» τα έργα, ανανεώνοντας το στίγμα και τη σημασία τους.

Κυριακή απόγευμα, λοιπόν, κι ένα ρυθμικό χάπενινγκ μας υποδέχεται στο φουαγιέ. Ηθοποιοί της παράστασης «μεταμορφωμένοι» σε Μπιτλς τραγουδούν το «I want to hold your hand» και όχι μόνο. Οι συνωστισμένοι στις σκάλες θεατές είναι η αποτύπωση της οικονομικής κρίσης. Και να μην ξέραμε ότι έχουμε πτωχεύσει θα το καταλαβαίναμε… Αγέλαστοι, σκυθρωποί, υπομειδιούν μετά κόπου και δύο – τρεις απαθανατίζουν με τα κινητά το στιγμιότυπο. Είναι η ύψιστη συμμετοχή. Δύο πενηντάρες, οι μόνες που ακολουθούν τους στίχους με το σώμα και τα χέρια τους.

Είμαστε άραγε ανέκαθεν τόσο κατηφείς, κοινωνικά αναλφάβητοι ή αντιστεκόμαστε με σθένος στην απροσδόκητη χαρά γιατί προϋποθέτει άλλη ελευθερία κινήσεων; Ποιος ξέρει… Δεν είναι της ώρας. Η ανταμοιβή, πάντως, με το ζεστό χειροκρότημα ήρθε τη σωστή στιγμή και γενναιόδωρα.

Ο, τι ακολούθησε στη σκηνή ήταν μια πολυποίκιλη άσκηση ανακλαστικών και αναλογίας με τη σημερινή πραγματικότητα. Οι ήρωες, ο καθένας χωριστά, απατούν τους άλλους και κοροϊδεύουν τον εαυτό τους. Η απάτη της απάτης. Μέσα, όμως, από αυτόν τον παροξυσμό ψέματος, από τη διαρκή εναλλαγή ρόλων, τη διφορούμενη φύση, την αλογία του κόσμου, αποκαθίσταται, στο τέλος, η τάξη. Εδραιώνεται, δηλαδή, μια νέα ισορροπία, ήρεμη και αποδεκτή. Οι χαρακτήρες γεννούν αισθήματα συμπάθειας και οίκτου.

«Μα τι άλλο είναι η ζωή του ανθρώπου, από μια κωμωδία όπου μπαίνεις προστατευμένος πίσω από τη μάσκα και παίζεις τον ρόλο σου, ώσπου να σε βγάλει έξω από τη σκηνή ο χορηγός; Αυτός, άλλωστε, συχνά ζητάει από τον ίδιο τον ηθοποιό να παίξει πολύ διαφορετικούς ρόλους: ένας που φορούσε τη βασιλική πορφύρα ξαναφαίνεται με κουρέλια δούλου. Ωστε όλα είναι πλαστά; Και βέβαια! Μα η κωμωδία της ζωής δεν παίζεται διαφορετικά!» (Εράσμου, «Μωρίας εγκώμιον», μετάφραση Στρ. Τσίρκας).

Οπου και να πέσει το βλέμμα, στα διαδραματιζόμενα στη σκηνή, στα επιλεγμένα κείμενα του προγράμματος, στους θεατές, η φάρσα, λες, και κυριαρχεί ενώ υποβόσκει το δράμα. Αν αλλάζαμε ρούχα; Οπως συμβαίνει στο έργο του Τζο Ορτον: «Ολόκληροι πολιτισμοί θεμελιώθηκαν και διατηρήθηκαν πάνω σε θεωρίες που δεν είχαν καμία επαφή με την πραγματικότητα», εξηγεί ο δρ Ρανς, εκλογικεύοντας την ημίγυμνη παρουσία της δίδος Μπάρκλεϊ στην ψυχιατρική κλινική του δρος Πρέντις.

Στο «Τι είδε ο μπάτλερ», όταν πατιέται ο συναγερμός, όλα τα σύνορα και οι προσωπικότητες έχουν ήδη διαλυθεί. «Αλλά ο εφιάλτης της αταξίας έχει μεταμορφωθεί στιγμιαία σε αρμονικό παραμύθι», επισημαίνει ο συγγραφέας Τζον Λαρ, στη βιογραφία του Ορτον.

Η τετράωρη θεατρική εμπειρία (από τις ευτυχέστερες της φετινής περιόδου) ολοκληρώνεται. Στην έξοδο, τα ίδια δύσθυμα πρόσωπα, κάπως ανακουφισμένα. Σαν να είχε αναλάβει η τέχνη να ερμηνεύσει τις μεταμορφώσεις του βίου, να μοιραστεί ένα μερίδιο της ευθύνης. Ποιος εξαπατήθηκε; Η Ολίβια ή ο Ορσίνο; Ποιον ξεγέλασαν τα φαινόμενα; «Ο άνθρωπος είναι ικανός για κάθε αγριότητα· και όλα τα ηθικά πιστεύω είναι ηρωικά όνειρα, η πολυτέλεια της αφθονίας». Κυριακή έντεκα το βράδυ. Αμερικής, Ακαδημίας, Σκουφά, με ελάχιστο κόσμο να κυκλοφορεί. Τα σπρεντ δεν υπάρχουν πια.

Μετά το χειροκρότημα, τόση σιωπή… [Για τον Θόδωρο Έξαρχο]

  • Tης Mαριας Kατσουνακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 17/5/2009
  • Ηταν δύσκολος άνθρωπος ο Θόδωρος Εξαρχος. Απαιτητικός με τους άλλους (αλλά και με τον εαυτό του), συχνά πιεστικός όταν οι όποιες εκκρεμότητες δεν διευθετούνταν στον χρόνο και με τον τρόπο που εκείνος επιθυμούσε. Επίμονος και ανθεκτικός, μπορούσε να αφιερώσει ώρες ολόκληρες για να ανακαλύψει το τηλέφωνο ενός ηθοποιού από τον οποίο αναζητούσε στοιχεία για να συντάξει το βιογραφικό του ή για να διασταυρώσει τον τίτλο ενός έργου ή την ημερομηνία παρουσίασής του. Κινητό και σταθερό, σε συνεχή λειτουργία. Το «ρεπορτάζ» του, αξιοζήλευτο. Μεθοδικός, σταθερός, ανυποχώρητος. Κάπως έτσι κατόρθωσε να ολοκληρώσει την εγκυκλοπαίδεια των Ελλήνων ηθοποιών, που ξεκινάει από τα τέλη του 18ου αιώνα και φθάνει ώς τους γεννημένους το 1950 (ο τελευταίος τόμος θα κυκλοφορήσει σύντομα).
  • Ολα στο γραφείο του τακτοποιημένα σε φακέλους, αρχειοθετημένα και ταξινομημένα. Το παλιό κερκυραϊκό έπιπλο, η καρέκλα με το μαξιλάρι, γραφική ύλη (τα στοιχεία τα συγκέντρωνε σε χειρόγραφα και τα έδινε να δακτυλογραφηθούν), οι δεκάδες φωτογραφίες από αγαπημένους του ρόλους, αρκετές με προσωπικές αφιερώσεις από τον Μινωτή ή τον Κατράκη. Η πλούσια και επιμελής συλλογή με τα γραμματόσημα, με τα νομίσματα, με τις κάρτες.
  • Ακόμη και οι προσωπικοί χώροι των ηθοποιών θυμίζουν καμαρίνια. Ισως γιατί η διαδρομή από το θέατρο στο σπίτι είναι μόνο χιλιομετρική. Επί της ουσίας, τίποτα δεν αλλάζει. Οσο μεγαλώνουν, αυξάνεται και ο «πληθυσμός» γύρω τους: από ρόλους που υποδύθηκαν, πρόσωπα που συναναστράφηκαν στη σκηνή, σχέσεις τις οποίες βίωσαν για μερικούς μήνες. Οι ζωές των άλλων, όσο περνάει ο καιρός, γίνονται και δικές τους ζωές. Τις αφομοιώνουν και αφομοιώνονται από αυτές.
  • Ο ηθοποιός Θ. Εξαρχος κηδεύτηκε την περασμένη Δευτέρα σε ηλικία 79 ετών. Το 1995 κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος «Ελληνες ηθοποιοί. Αναζητώντας τις ρίζες. Από τα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι το 1899», με πρόλογο του Κώστα Γεωργουσόπουλου. «Ο Εξαρχος κατανόησε πόση σημασία έχει για το σύγχρονο θέατρο η ανίχνευση των ριζών του, η ανακάλυψη των πατέρων του, η γνώση της ιστορικής συνέχειας, η επίγνωση της συνοχής του επαγγέλματος του ηθοποιού», έγραφε μεταξύ άλλων. Κωνσταντίνος Αριστίας, Πιπίνα Βονασέρα, Διονύσιος Ταβουλάρης, Μήτσος Μυράτ, Μερόπη Νέζερ, Γεώργιος Μαμίας… Ονόματα λιγότερο ή περισσότερο γνωστά, δεκάδες βιογραφικά, για τους «ηρωικούς σκαπανείς», εκείνους που έκαναν την εμφάνισή τους «μέσα στον γενικό εμπαιγμό, τις προκαταλήψεις και την αμάθεια». «Κάθε όνομα μια ψηφίδα σε αυτό το τεράστιο οικοδόμημα που λέγεται Ελληνικό Θέατρο», σημείωνε ο συγγραφέας – ερευνητής, φωτίζοντας και τα απόμακρα κέντρα του Ελληνισμού, την Οδησσό, το Βουκουρέστι, όπου φυτεύονται οι πρώτοι σπόροι.
  • Για εκείνον, το λεξικό ήταν μια «συναρπαστική περιπλάνηση». Ετσι συνέχισε για 15, σχεδόν, χρόνια. Με κόπο, πείσμα (εξοντωτικό για τους συνεργάτες του) και ταυτόχρονα αγάπη και αίσθημα ευθύνης. Οταν το έργο του βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών, η ικανοποίηση ήταν μεγάλη. Καύσιμο για να συνεχίσει.
  • Οταν παρέδωσε και τον τελευταίο τόμο, πριν από λίγους μήνες, το κενό ήταν τυραννικό. Σαν να τον κύκλωσε μια ξηρή, αμείλικτη, σιωπή. Και μοναξιά αφόρητη. Ούτε τηλέφωνα ούτε ονόματα ούτε στοιχεία που πρέπει να διασταυρωθούν. Καθόλου λέξεις. Μόνο σιωπή. Τα τελευταία χρόνια, ο Θόδωρος Εξαρχος βίωνε μόνο αποχωρισμούς. Απρόσμενους και επώδυνους. Συγκέντρωνε τις όλο και λιγότερες δυνάμεις του για να παίξει ένα (μικρό ήθελε) ρόλο στο θέατρο, στο σινεμά, στην τηλεόραση. Σπάνια, είναι η αλήθεια, και με πολλή προσπάθεια.
  • Στο τέλος, λίγοι τον περιέβαλαν. Δυο – τρεις μαθητές του, δυο – τρεις φίλοι σταθεροί από το θέατρο, τα δύο εγγόνια του, μετρημένοι στα δάχτυλα συγγενείς. «Υστερα από το χειροκρότημα, τόση σιωπή», μονολογούσε και επεδίωκε να κρατήσει ζωντανή την επαφή του με τους (ελάχιστους) άλλους, αναζητώντας την αφορμή σε πράγματα καθημερινά, που φάνταζαν σχολαστικά ή χωρίς σημασία Αγωνιούσε για πολλά, αλλά το λεξικό ήταν η ζωή που έφευγε και έτρεχε να την προλάβει. Οπως έγραφε σε μία από τις ποιητικές συλλογές του, τις «Διαδρομές», ο στόχος βρίσκεται ανάμεσα στη Δικαίωση και στην ποθητή Λύτρωση. Με τον θάνατό του πύκνωσε τις δύο επιθυμίες σε μία.