Tag Archives: Το Πνεύμα του Τόνου

Οπως Αριστοφάνης

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
  • ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010

Ενα από τα σατιρικά δοµικά στοιχεία του Αριστοφάνη ήταν η παρατραγωδία, σάτιρα δηλαδή γνωστών σκηνών από πρόσφατα παιγµένες τραγωδίες, όπου στο αυθεντικό συχνά κείµενο παρενέβαλε «σφήνες». Συνήθως παρέπεµπε σε τραγωδίες του Ευριπίδη, γνωστές σε εµάς σήµερα αλλά και άγνωστες, έτσι ώστε οι παραποµπές του κωµικού ποιητή να χρησιµεύουν στους φιλολόγους ως τεκµήρια των χαµένων τραγικών έργων. Παρατραγωδία έκανε και κάνει συχνά η Επιθεώρηση. Πόσες φορές δεν σατίρισε την ερµηνευτική άποψη Ροντήρη µε το οµαδικό σπρεχ-κορ; Αλλά και η σάτιρα τηλεοπτικών σίριαλ ή ριάλιτι σόου στην ίδια λογική αναφέρεται.

Πριν από χρόνια ο Φλερύ στο Θεσσαλικό Θέατρο είχε διδάξει ένα έξοχο παραχορογράφηµα, αν επιτρέπεται ο νεολογισµός, όπου µαντράχαλοι άντρες ντυµένοι κύκνοι µε πουάντ χόρευαν µε τη µουσική του Τσαϊκόφσκι τη «Λίµνη των κύκνων». Αυτό το έξοχο εύρηµα ο Τσιάνος το επαναφέρει στη φετινή παράσταση των «Αγαπητικών της βοσκοπούλας». Εκεί όµως όπου η «παρα-µόρφωση» έδωσε ρέστα (γι’ αυτό και εξαίρω το πράγµα ξεχωριστά) ήταν το φινάλε της επιθεώρησης του Θεσσαλικού, όπου όλος ο θίασος ντυµένος µε σοβαρό συναυλιακό ένδυµα «παραποίησε» (να το πω «παρα-συναυλία», «παραορατόριο», «παρα-όπερα»;) ένα ορατόριο ή ρέκβιεµ τύπου Χέντελ, Μότσαρτ, Ντβόρζακ µε µιµήσεις φούγκας και αντιστικτικής σύνθεσης «φωνών», µε σολίστ την έξοχη ηθοποιό και σοπράνο Καρακάση. Ο Διονύσης Τσακνής εδώ θαυµατούργησε και τα «κείµενα» του Τσιάνου (παραλλαγές πάνω στους «στίχους»: «µπριζόλα µε πατάτες», «παϊδάκια», «στιφάδο µε κρεµµύδια») έσπαγαν κόκαλα, δοξάζοντας τα απλά αστικά φαγητά της παρελθούσης «ευηµερίας» σε εποχή λιτότητας και λόρδας.

Ενας μπούσουλας

  • Το Πνεύμα του Τόνου

  • ΤΑ ΝΕΑ: Παρασκευή 28 Μαΐου 2010
  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
  • Παρόλο που τα τελευταία χρόνια με την ίδρυση των πέντε θεατρολογικών τμημάτων των πανεπιστημίων μας υπάρχει μια πλούσια παραγωγή μεταπτυχιακών και διδακτορικών εργασιών πάνω στην ιστορία και την παραστασιολογία και την πρόσληψη του θεάτρου μας, αλλά και επιμέρους μελέτες με οικονομικά και κοινωνιολογικά ζητούμενα του θεάματος στον τόπο, έλειπε ένα εργαλείο για την έρευνα, την τεκμηρίωση και την ταξινόμηση ενός πλούσιου και πολυθεματικού αρχειακού υλικού. Και επιτέλους ήρθε από τη διδάκτορα και ερευνήτρια σε πανεπιστημιακές μονάδες αλλά και πολύτιμη ερευνήτρια και υπάλληλο του Θεατρικού Μουσείου Αννα Μαυρολέων. Το βιβλίο της (Εκδόσεις Ι. Σιδέρη) έχει τον ενδεικτικό τίτλο «Η έρευνα στο θέατρο- ζητήματα μεθοδολογίας». Πρόκειται πράγματι για ένα εμπεριστατωμένο, ακριβές, επιστημονικά έγκυρο, εύχρηστο, μεθοδικό πασπαρτού, πολύτιμο βοήθημα για φοιτητές, μεταπτυχιακούς, ερευνητές αλλά και κάθε ασχολούμενο με την έρευνα και τη μελέτη των ποικίλων τεκμηρίων της θεατρικής μας ιστορίας τριών τουλάχιστον αιώνων. Το πόνημα της Αννας Μαυρολέων, που δούλεψε με μέντορες τον Γιάγκο Ανδρεάδη και την καθηγήτρια Βασιλάκου, αν εισαχθεί στα πανεπιστήμια θα αποτελέσει μπούσουλα πρώτης ανάγκης.

//

Μνήμες παλιάς επιθεώρησης

  • Της Εύας Κοταμανίδου, Τα Νέα, 27/04/2010

Η αναχώρηση της μεγάλης κυρίας του μουσικού θεάτρου, της Αννας Καλουτά – ό,τι και να γράψει κανείς για το ταλέντο, την αξιοσύνη, την προσφορά της, θα ΄ναι ελάχιστο- ξύπνησε μνήμες παλιές, άλλων χαμένων εποχών, όταν αυτό το είδος του θεάτρου, η επιθεώρηση, έλαμπε στην αθηναϊκή σκηνή, με ηθοποιούς πολυτάλαντους στον λόγο, στον χορό, στο τραγούδι. Μπορεί να εθεωρείτο, αδίκως, κατώτερο θεατρικό είδος, όπως έγραψε και ο αγαπητός Κ. Γεωργουσόπουλος, από τους ειδήμονες, ηγήτορες του τότε θεάτρου, ήταν όμως η λατρεία του απλού λαού. Τα θέατρα της επιθεώρησης γέμιζαν κάθε βράδυ και σε δύσκολους καιρούς, Κατοχή, χούντα, γίνονταν εστίες αντίστασης με πολυσήμαντα υπονοούμενα, χειρονομίες, ματιές, που ξεσήκωναν αυθόρμητα το χειροκρότημα και το γέλιο. Λάτρης της επιθεώρησης και ο πατέρας μου, μέγας θαυμαστής της Καίτης Ντιριντάουα, με οδήγησε, για πρώτη μου φορά στο θέατρο, μια Κυριακή απόγευμα, στο θέατρο Παπαϊωάννου της Πατησίων. Συνηθισμένη από το θέατρο στο μικρόφωνο του ραδιοφώνου, που ακούγαμε παθιασμένα όλη η οικογένεια, απορούσα γιατί κάθε τόσο η ιστορία σταματούσε και μια άλλη άρχιζε με μουσικές, χορούς και τραγούδια. Σσστ… θα σου εξηγήσω μετά. Δεν χρειάστηκε! Γρήγορα κατάλαβα κι έγινα κι εγώ λάτρης του είδους! Αγαπητή Αννα, επ΄ ευκαιρία, δώσε θερμούς χαιρετισμούς σ΄ όλη την παλιοπαρέα: Ορ. Μακρή, Αλ. Λειβαδίτη, Ρ. Ντορ, Μ. Νέζερ, Μ. Κρεβατά, Δ. Παπαγιαννόπουλο, Ν. Σταυρίδη, Β. Αυλωνίτη, Κ. Ντιριντάουα, Κ. Μαυρέα, Μ. Κοκκίνη, Τ. Μηλιάδη, Σπ. Βρανά, Μ. Φωτόπουλο, Ντ. Ηλιόπουλο, Κ. Χατζηχρήστο, Σ. Μουστάκα, Στ. Παράβα… και πες τους «πως είν΄ ακόμα ζωντανοί στη σκηνή». Μέσα μας! Δεν τους ξεχνάμε!

Για την Αννα Καλουτά από τον Κώστα Γεωργουσόπουλο

  • Ο κανόνας
  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
  • ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 21 Απριλίου 2010

Με την Αννα Καλουτά με συνέδεε μια βαθιά φιλία και εκ μέρους μου απεριόριστος θαυμασμός. Ο θάνατός της παρ΄ όλο που ήταν ένα προσεχές ενδεχόμενο μ΄ έχει αφήσει να αναθυμάμαι βουβός τα μαθήματα που σε ανύποπτους χρόνους πήρα από την αφοπλιστική τέχνη της. Υπήρξα, και μου το αναγνώριζαν οι μαστόροι της επιθεώρησης, πράγμα που μου περιποιούσε μεγάλη τιμή, ο πρώτος κριτικός που όχι απλώς έγραψα θριαμβικά, θετικά και με ιστορικά επιχειρήματα για την επιθεώρηση αλλά ο πρώτος που έγραψα απλώς κριτική. Οι συνάδελφοι του παρελθόντος «αγνοούσαν» και περιφρονούσαν το είδος. Πλην του Φώτου Πολίτη που το θεωρούσε, όταν έγραψε μια κι έξω, ντροπή και παρακμή και ηθική έκπτωση του θεάτρου. Λάτρεψα την επιθεώρηση γιατί λάτρεψα τα «θηρία» της και κυρίως την Αννα Καλουτά, τον Κανόνα του ιδιώματος, το Μέγα Υπόδειγμα και την Ανεπανάληπτη Δασκάλα.

Φεγγαρίσιος πιερότος

  • Το Πνεύμα του Τόνου

  • ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2010
  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

Θα ήθελα κι εγώ να νεκρολογήσω τον Θάνο Αρώνη που έφυγε μοναχικός όπως έζησε, πικραμένος, σπρωγμένος στην εξορία της τέχνης από μια αδιάφορη συντεχνία που ρητορεύει, αμηχανεί, πλειοδοτεί στο μηδέν, αλλά τσαλαπατάει ευαίσθητους φεγγαρίσιους κλόουν, όπως ο Αρώνης. Έτσι τον θυμάμαι το 1982, πιθανόν την τελευταία του εμφάνιση, που άνοιγε βουβός αλλά πλήρως εκφραστικός την αυλαία κρατώντας ένα κηροπήγιο με τη στολή ενός παλατινού υπηρέτη στο σπίτι του Δόγη στον «Οθέλλο» του Ευαγγελάτου. Μαθητής του Καραντινού, μαζί με άλλους άξιους συναδέλφους του μυήθηκαν σε ένα θέατρο «ύφους». Γνώριζαν τα αυστηρά στυλ, το μπαρόκ, το ροκοκό, το ελισαβετιανό, το μολιερικό, πράγμα που σήμερα σπανίζει ή γίνεται γελοιογραφικά από άγνοια.

Αλλά ο Αρώνης με το ψευδώνυμο Αλέξανδρος Φερέντης υπήρξε ποιητής μελαγχολικός, άξιος να σταθεί δίπλα στον Φιλύρα, τον Μπουφίδη, τον Λαπαθιώτη, τον Καρυωτάκη. Με ένα υποδόριο χιούμορ, την άλλη όψη της απελπισίας, αλλά και άκρα ταπείνωση (Ρieta) και άκρα κατανόηση των ανθρωπίνων παθών.

Τραγικό σκεύος εκλογής

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου, TA NEA, Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

Ο Σπύρος Ευαγγελάτος έχει ανεβάσει στην Επίδαυρο όλες τις τραγωδίες του Αισχύλου (μερικές δύο φορές), έξι από τις επτά τραγωδίες του Σοφοκλή και δώδεκα τραγωδίες του Ευριπίδη, σύνολο είκοσι πέντε τραγικά θέματα. Περισσότερα από όλους τους Έλληνες και ξένους βέβαια διεθνώς συναδέλφους του. Αλλά φαίνεται πως η μούσα της τραγωδίας δεν χόρτασε.

Χρειαζόταν κι άλλο δράμα, κι άλλο κλάμα κι άλλα μοιρολόγια. Και τον διάλεξε ως σύζυγο και πατέρα για να τον καταστήσει ζωντανό τραγικό πρόσωπο.

Ήρωα τραγωδίας. Ποια ήταν τάχα η Ύβρις του; Το ταλέντο του το σκηνοθετικό, μεταφραστικό, μουσικό, επιστημονικό. Η πλησίστια πορεία του μέσα στις αντιξοότητες μιας ανώριμης κοινωνίας με τις σπουδές του, τη σπάνια γλωσσομάθειά του (πεντάγλωσσος!), την πρωτοπόρα ερευνητική του δεινότητα στα μεγάλα και σκοτεινά προβλήματα της κρητικής και της επτανησιακής λογοτεχνικής και θεατρικής παραγωγής, η μαγεία του πανεπιστημιακού δασκάλου, η θεατρική του πρωτοπορία όταν όλα σ΄ αυτόν τον τόπο περί άλλα τυρβάζονταν («Ερωτόκριτος», «Γκάσπαρ», «Πείνα και δίψα», «Ιφιγένεια εν Ληξουρίω», «Ηλέκτρα», «Επιτρέποντες», «Ψυχοστασία», η πρώτη μεταμοντέρνα πραγματικά παράσταση στη χώρα: «Η Λυσιστράτη»), ο χαριτωμένος άνθρωπος με το κεφαλονίτικο χιούμορ και την κρητική ευθύτητα. Παλαιότερα μιλούσαν για «βλάσφημο μοίρα».

Δεν μπορώ τίποτε άλλο να σκεφτώ αλλά η θεά της τραγωδίας φαίνεται πως κρατάει την αρχαία παράδοση: χτυπάει τις κορυφές, δοκιμάζει τους γενναίους και όσους παρεκκλίνουν από τον κανόνα της μετριότητας. Όσοι αγαπούν το θέατρο και την επιστήμη σ΄ αυτόν τον τόπο σφίγγουν σήμερα το χέρι του Ευαγγελάτου, της ταλαντούχας κόρης του και εύχονται, μαζί του, την εξ ύψους παρηγοριά και τη μόνη παρηγοριά πέρα από κείνη που είναι «νάρκης του άλγους δοκιμές»: εν Φαντασία και Λόγω.

Τρίτη γέννηση [Εθνικό Θέατρο]

Του Κώστα Γεωργουσόπουλου, ΤΑ ΝΕΑ: Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2009

Το κτίριο του Εθνικού Θεάτρου, που άρχισε ήδη ανακαινισμένο να λειτουργεί και που αναμένεται επίσημα να αρχίσει την νέα του πορεία, είναι η δεύτερη φορά που ανακαινίζεται. Ύστερα από την ολιγόχρονη (1901-1908)

λειτουργία του ως Βασιλικού Θεάτρου με χορηγία των Ανακτόρων και διαχειριστή τον παλατιανό Θων, διευθυντή τον Άγγελο Βλάχο και πρώτο σκηνοθέτη τον Θωμά Οικονόμου, παραδόθηκε σε περιθωριακές εμφανίσεις ιδιωτικών θιάσων, σε αποκριάτικους χορούς, ερασιτεχνικές παραστάσεις και σε καταφύγιο προσφύγων μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Όταν επί κυβερνήσεως Ελευθερίου Βενιζέλου και υπουργού Παιδείας (τότε δεν υπήρχε υπουργείο Πολιτισμού) Γεωργίου Παπανδρέου (του παππού!!) δόθηκε ως έδρα του οργανισμού Εθνικού Θεάτρου, ανέλαβε να το ανακαινίσει και να το παραδώσει προς χρήση με σύγχρονο εξοπλισμό ο αρχιτέκτων Κλεόβουλος Κλώνης. Αυτός ο μυθικός άνθρωπος περίμενε τον μυθικό θίασο του 1932 (Βεάκης, Παπαδάκη, Παξινού, Μινωτής, Σαπφώ Αλκαίου, Δενδραμής, Γληνός κ.τ.λ.) στην είσοδο και βέβαια τον Φώτο Πολίτη και τους διοικητικούς Γρυπάρη, Μελά, Ξενόπουλο, Καρθαίο και τον μεγάλο Αντώνη Φωκά. Έκτοτε ο αρχιτέκτων έγινε και για πενήντα χρόνια ήταν ο μοναδικός σχεδόν σκηνογράφος του Εθνικού, της Επιδαύρου και του Ηρωδείου. Το Βασιλικόν Θέατρον έφερνε τα σκηνικά και τα κοστούμια για κάθε παράσταση του δραματολογίου του με τρένο από τη Γερμανία. Ο Κλώνης οργάνωσε έξοχα τα εργαστήρια στο Ρουφ.

Τώρα, 55 χρόνια μετά, το Θέατρο αναβαθμίζεται με νέες και ηλεκτρονικές μηχανές, εκτός από την αποκάλυψη της ασβεστωμένης (!) διακοσμήσεώς του.

Να ευχηθούμε και ανάλογη καλλιτεχνική ευδοκίμηση.

Για τον Τάσο Ζωγράφο

  • ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 6 Μαΐου 2009
  • Το Πνεύμα του Τόνου
  • «Σκηνικό ζωής»
  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

https://i1.wp.com/www1.rizospastis.gr/getImage.do

  • Ο Τάσος Ζωγράφος είναι ένας σπουδαίος θεατρικός τεχνίτης. Σκηνογράφος του θεάτρου αλλά κυρίως του κινηματογράφου, του λόγιου και του λαϊκού, κουβαλάει ατμόσφαιρες και υγρασίες, μιζέρια και μεγαλείο του Έλληνα λούμπεν και του Έλληνα μικροαστού και τα έχει καταστήσει αισθητικά γεγονότα που έχουν μείνει αξέχαστα. Συνεργάστηκε με τους μεγάλους του σινεμά, αλλά στην Τέχνη τον εισήγαγε ο Νίκος Κούνδουρος, που βρέθηκαν μαζί στην εξορία, κοντά κοντά με τον Κατράκη και τον Βέγγο, τον Μπιθικώτση και τον Ρίτσο. Το ύφος του ανάμεσα στον Καραγκιόζη και το λαϊκό πανηγύρι, το κουκλοθέατρο και το προσφυγικό γούστο της Καισαριανής, δημιούργησε σχολή. Τώρα χάρη στον δημοσιογράφο και συγγραφέα Χρήστο Σιάφκο κατέγραψε τον βίο του, τη φτώχεια του, τις εμπνεύσεις του, τις χαριτωμένες πανέξυπνες λύσεις του σ΄ ένα βιβλίο απομνημονευμάτων με τον τίτλο «Σκηνικό ζωής» (Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα). Κι έτσι ξεφύτρωσε ξαφνικά κι ένας έξοχος λαϊκός αυθόρμητος με έξοχο χιούμορ αφηγητής, γεμάτος ανθρωπιά, ευσέβεια για τα ταπεινά και χλεύη για τα χυδαία. Χαίρομαι που εμπλουτίζεται η προφορική παράδοση μαστόρων και παραγωγών Τέχνης. Πλάι στην αυτοβιογραφία του Μ. Φωτόπουλου, του Χρέλια, του Λεμπέση, του Βαμβακάρη, η κατάθεση του Τάσου Ζωγράφου φωτίζει σκοτεινές πλευρές του μεταπολεμικού ελληνικού μικρόκοσμου της Τέχνης.

«Παιδείας καταφύγιο» του Κώστα Γεωργουσόπουλου

Δεν χρειάζεται καμιά βαρύγδουπη κοινωνιολογική μελέτη για να εξηγηθεί ένα φαινόμενο που, αφού επανειλημμένα επαληθεύεται, δεν χρειάζεται άλλους μάρτυρες είτε την επιστράτευση λεπτών μεθόδων έρευνας. Μετά το Γουδή, κατά τους Βαλκανικούς Αγώνες, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στην περίοδο της δικτατορίας Μεταξά, στην Κατοχή, στον Εμφύλιο, στη χούντα και τώρα με την οικονομική κρίση ο κόσμος, σε σύγκριση με άλλες εποχές, πάει στο θέατρο. Η σημαντικότερη περίοδος του Εθνικού Θεάτρου ήταν ανάμεσα στο ΄34 έως το ΄40. Ο Κουν δοξάστηκε στην Κατοχή, στον Εμφύλιο και στη χούντα, όπως και το Ελεύθερο Θέατρο αλλά και τα κρατικά θέατρα (το πιο μοντέρνο ρεπερτόριο και στα δύο από Χάντκε, Μπρεχτ και Ιονέσκο έως Βίτκιεβιτς και Ντίρενματ, για πρώτη φορά τότε τους παρουσίασαν). Έστω κι αν το ψυχολογικό αίτιο είναι η καταφυγή σε περιόδους κινδύνου στο κύρος της ποιότητας από την ανεμελιά της φτηνής διασκέδασης, το κέρδος είναι υπέρ της παιδείας. Διότι ακόμη και το ανάλαφρο θέατρο είναι παιδευτικότερο από τα σκυλάδικα, που μαθαίνω πως μαζί με τις διασκεδαστικές καζάρμες περνάνε κρίση!!

[ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 22 Απριλίου 2009]

«Το ημερολόγιο ενός απατεώνα» είχε παιχτεί από τον Δημήτρη Ποταμίτη το 1990

  • Προστάτις άγνοια

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

Από την εποχή που κάποιοι φιλέρευνοι και οπωσδήποτε ακομπλεξάριστοι σκηνοθέτες, παραγωγοί κ.λπ. αποφάσισαν να μην κρύβουν παραστάσεις του ίδιου έργου κατά το παρελθόν, έγιναν σχεδόν απαραίτητη ενημέρωση και πολύτιμη για τους θεατές. Δεν είναι δυνατό να πιστεύει κανείς πως θα έχει επιπτώσεις στο ταμείο ενός θιάσου, αν οι θεατές μάθαιναν πως ένα έργο, κυρίως κλασικό ή νεοκλασικό αλλά και σύγχρονο, έχει απασχολήσει και άλλους θεατρανθρώπους και έχει ανεβαστεί με μια άλλη κατά κανόνα αισθητική και άλλο σκεπτικό. Δεν είναι δυνατόν να πιστεύουν κάποιοι πως θα αποτραπεί ένας θεατής να δει ένα έργο του Ίψεν, του Μαριβώ ή του Σαίξπηρ γιατί το έπαιξε πριν από είκοσι χρόνια κάποιος άλλος θίασος. Εξάλλου αν η πληροφορία μπει στο πρόγραμμα, ο θεατής θα το μάθει αν έχει προσέλθει στο θέατρο και έχει πληρώσει το εισιτήριό του. Αν τώρα το αποσιωπούν οι καλλιτεχνικοί συντάκτες αυτό βέβαια σημαίνει άγνοια, αμέλεια ή προστασία (;). Δεν είναι κομψό τουλάχιστον να αποσιωπάται πως το έργο του Οστρόφσκι «Το ημερολόγιο ενός απατεώνα» που παίζει τώρα το Εθνικό ανέβηκε μόλις το 1990 από τον αείμνηστο Δημήτρη Ποταμίτη στο «Θέατρο Έρευνας». Μια ανέξοδη ερώτηση στο «Θεατρικό Μουσείο» θα απάλλασσε συντάκτες και κριτικούς από το να εκστασιάζονται για ένα πράγματι αριστούργημα που έως τώρα το αγνοούσαμε!  [ΤΑ ΝΕΑ: Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009]