Tag Archives: ΚΡΙΤΙΚΗ

***«Το σφαγείο» του Ιλάν Χατσόρ ΔΗΠΕΘΕ Σερρών – Θέατρο του Νέου Κόσμου

Εξαιρετικά επίκαιρο, αλλά και σημαντικό, το έργο του Ισραηλίτη συγγραφέα Ιλάν Χατσόρ. Η παράσταση του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου θα συζητηθεί

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Σπουδαίες ερμηνείες από τους Μιχάλη Οικονόμου, Γιώργο Παπαγεωργίου και Ορέστη Τζιόβα, στους ρόλους τριών Παλαιστίνιων αδελφών που βιώνουν την ασφυξία ενός ατελεύτητου πολέμου

Καλή προμηνύεται η χρονιά για το ΔΗΠΕΘΕ Σερρών: σε ένα θαυμάσια ανακαινισμένο θέατρο, το «Αστέρια», από τα καλύτερα της περιφέρειας, εγκαινιάζει με ένα πλούσιο και γόνιμο πρόγραμμα τον διάλογο με την τοπική κοινωνία. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει συνεργασίες του ΔΗΠΕΘΕ με το Εθνικό Θέατρο και το Θέατρο του Νέου Κόσμου, μετακλήσεις, αλλά και δικές του παραγωγές. Χώρια τα αφιερώματα, οι μουσικές βραδιές και οι κάθε λογής εκδηλώσεις που έχει σχεδιάσει ο καλλιτεχνικός διευθυντής Θοδωρής Γκόνης. Το δημοτικό θέατρο των Σερρών, με δυο λόγια, δείχνει να αντανακλά την εικόνα μιας πόλης μικρής μεν, αλλά ανήσυχης και εύρωστης.

Ενα από τα πρώτα εγχειρήματα της χειμερινής σεζόν περιλαμβάνει τη συμπαραγωγή, μαζί με το Θέατρο του Νέου Κόσμου, του έργου του Ιλάν Χατσόρ «Το σφαγείο». Η παράσταση θα κατεβεί σύντομα και στην πρωτεύουσα και, απ’ όσο μπορώ να κρίνω, θα αποτελέσει μία από τις σημαντικές και δυστυχώς εξαιρετικά επίκαιρες παραστάσεις της χρονιάς. Το ότι οι Σέρρες έχουν παρακολουθήσει πρώτες τη συγκλονιστική του μαρτυρία είναι μια μεγάλη επιτυχία.

Και αληθινά δύσκολα συγκρατεί κάποιος τον ενθουσιασμό του μπροστά στις αρετές του έργου του Χατσόρ. Η δομή είναι βέβαια γνωστή και ώς ένα βαθμό αναμενόμενη. Διαθέτει όμως μια άρτια τεχνική, με οικονομία και πυκνότητα, που θυμίζουν τις καλύτερες στιγμές του αμερικανικού θεάτρου. Εχει στο κέντρο την ένταση ενός αληθινού, όχι τεχνητού προβλήματος. Και ακολουθεί για την ανάλυσή του το υπόδειγμα της τραγικής διαλεκτικής: το πρόβλημα μετακινείται στη θέση του Αλλου και τα επιχειρήματα διατυπώνονται από αλλότριο στόμα.

Και όμως, όλα αυτά δεν αρκούν να μεταφέρουν την αίσθηση που νιώθει ο θεατής του «Σφαγείου». Γιατί λείπουν από αυτά η αίσθηση της ασφυξίας, ο εγκλεισμός του ανθρώπου, του μαλακού σαν το χόρτο, στον πόλεμο τον ατελεύτητο, που άλλες φορές μοιάζει με απελευθερωτικό κίνημα, άλλες με τρομοκρατία και άλλες με εμφύλιο.

Στον χώρο ενός σφαγείου στην Παλαιστίνη εργάζεται ο Χαλίντ, ο μικρός αδελφός μιας οικογένειας Παλαιστινίων, η οποία έχει ήδη δώσει στον αγώνα ένα θύμα, τον επτάχρονο Νιντάλ, και έναν αντάρτη στα βουνά, τον Ναΐμ. Αν, όμως, η ίδια έχει επιβιώσει, το οφείλει στον αγώνα για ζωή και προκοπή του μεγάλου αδελφού, του Νταούντ.

Αυτός ο κλειστός πυρήνας της οικογένειας συμπυκνώνεται, διασπάται και εκρήγνυται μπροστά μας σε λιγότερο από μιάμιση ώρα. Ωραίες, γνήσιες στιγμές ρεαλισμού. Και διπλή η έκπληξη, όταν κάποια στιγμή συνειδητοποιούμε πως η επώδυνη αυτή, σχεδόν μαρτυρική, ανατομία δεν προέρχεται από κάποιον Αραβα, αλλά από Εβραίο συγγραφέα. Το κυριότερο, μοιάζει να λέει ο Χατσόρ, είναι να κατανοήσουμε ότι στον χώρο του «σφαγείου» κανείς δεν μπορεί να παραμένει για πολύ αθώος ή ένοχος. Οι πράξεις και οι λέξεις που σημαίνουν κάτι, όπως τρομοκρατία, προδοσία, επανάσταση, θύμα, οικογένεια, αδελφός, γίνονται όχι μόνο αντίθετες, αλλά και ασύμβατες. Πράγματα δυστυχώς γνωστά σε εμάς – έχουμε και εμείς ένα δικό μας παλιό «σφαγείο» να θυμηθούμε, όπως και μια πρόσφατη «εξέγερση» να κατανοήσουμε.

Είναι ίσως η πιο ολοκληρωμένη δουλειά του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου τα τελευταία χρόνια. Ο σκηνοθέτης λειτούργησε περισσότερο με τη βιωματική, όχι μόνο την προσωπική αλλά και τη συλλογική, κατάθεση. Μπόρεσε έτσι να κάνει αισθητή τη φρίκη του αναπόδραστου: μια βρύση που στάζει εδώ, ένα τσιγκέλι που κρέμεται από το ταβάνι, ένα βάζο ελιές και στο τέλος το σώμα ενός ανθρώπου που μετατρέπεται σε σφάγιο: αυτά είναι τα σύμβολα μιας τραγικής ιστορίας, που μεταβάλλεται από την τέχνη σε τραγικό παράδειγμα.

Ο σπουδαίος ρεαλισμός δίνει τη βάση σε σπουδαίες ερμηνείες. Ο Νταούντ του Μιχάλη Οικονόμου συμπυκνώνει την αντίφαση ενός ανθρώπου που προδίδει τις συλλογικές αρχές, όχι για χάρη του άδικου, αλλά από φόβο και ελπίδα. Συλλογιόμαστε την ερμηνεία του μέρες μετά. Ο Ναΐμ του Γιώργου Παπαγεωργίου, όμορφος στην επανάσταση και στην πνιγμένη αγάπη του για τον αδελφό. Και ο μικρός Χαλίντ του Ορέστη Τζιόβα, η μεταφορά του Αστυάνακτα, το παιδί που ο παραλογισμός και η ματαίωση γκρεμίζουν από τα τείχη.

Στις Σέρρες το έργο παίχτηκε σε κυκλική σκηνή. Στο Θέατρο του Νέου Κόσμου ελπίζω να διατηρήσει την πρώτη αυτή ιδέα: να δούμε το «Σφαγείο» ενσωματωμένοι στη δισημία των λέξεών του. *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 29/12/2008

Ερωτες ροκοκό, έρωτες ταπείνωσης

Ενας a cheval νέος – παλιός Μαριβώ κι ένας βίαιος έρωτας – Κριτική Γιάννης Βαρβέρης

Μαριβώ Η Κληρονομιά, σκην.: Φώτης Μακρής. Θέατρο: Νέος λόγος (studio Μαυρομιχάλη)

Ανδρέας Μήτσου Ο κύριος Επισκοπάκης, σκην.: Στέλιος Μάινας. Θέατρο: «Εύπλους» (στο «104»)

Με αδιάκοπη ευφορία παρακολούθησα τον νεωτερικό Μαριβώ («Η κληρονομιά»-1736) που σκηνοθέτησε φρέσκα και μοντέρνα ο Φώτης Μακρής. Κράτησε τη θέρμη της αμφίρροπης ως εκ του χρήματος ερωτικής πλοκής, σεβόμενος απόλυτα τον μετρ του είδους μεταφραστή Ανδρέα Στάικο και τις γλωσσικές του ταχυδακτυλουργίες, ενώ ουσιαστικά ένωνε διαρκώς την κλασική εποχή με τη σημερινή νευρώδη κινητικότητα και τη συμπεριφορά μας. Εξυπνα γκαγκ, γυμνή, μπρεχτίζουσα όψη (Γ. Λυντζέρης) κι ένας συνδυασμός παραδοσιακής υποκριτικής και νεανικής «τρελής» δροσιάς και αθωότητας μέσα σε περιβάλλον που θύμιζε «φτωχό θέατρο» του Γκροτόφσκι, ελάφρυναν το κλασικό marivaudage.

Στον Μαριβώ ο κίνδυνος σήμερα είναι να ακινητοποιήσεις τον θεατή σου στη θέση του ακροατή, κίνδυνο που με πολλά ανάλαφρα τεχνήματα (συμμετοχή του κοινού, ειρωνικό παίξιμο, τεχνικοί αιφνιδιασμοί, καταιγιστική ή διακεκομμένη δράση) απέφυγε ο Μακρής. Συνάμα, πλούτισε την παράσταση με Γάλλους τραγουδοποιούς (Adamo, Legrand, Gainsbourg), κατά τις οδηγίες ενός έκπαλαι λάτρη αυτής (και όλης) της μουσικής, του Ιάκωβου Δρόσου. Τις πρωταγωνιστικές εδώ χορογραφίες και την κίνηση επιμελήθηκε με επιθετική ζωντάνια η Στέλλα Κρούσκα, ιδεώδης κάτοχος και χειρίστρια, μαζί με τη δυναμική Μαρία Μαλταμπέ, του συγκεκριμένου μεικτού πλην νόμιμου ύφους που ζήτησε η σκηνοθεσία. Τις πλαισίωσαν, όχι στο ίδιο επίπεδο αλλά με διδαγμένη επάρκεια, ο Αλ. Αλπίδης, η Μαρ. Κορδώνη, ο Δημ. Πλειώνης και ο ίδιος ο Φ. Μακρής.

Ο θεατρικός οργανισμός «Νέος Λόγος» εργάζεται ποιοτικά αλλά ως πλάνης από το 1997. Στον δικό τους πια χώρο τα μέλη της ομάδας έλυσαν με απλότητα αλλά και πολλή προσοχή και φαντασία το αίνιγμα του εν ευφραδεία βαρύφορτου και περίπλοκου Μαριβώ ως ευχάριστου σημερινού θεατρικού επιχειρήματος. Δεν είναι καθόλου λίγο.

«Ο κύριος Επισκοπάκης»

Μια άλλου είδους επιτυχία κατήγαγε ο σημαντικός μας πεζογράφος Ανδρέας Μήτσου: μετέφερε χωρίς τραύματα ή μάλλον με πρόσθετες θεατρικές αρετές τη νουβέλα του «Ο κύριος Επιτροπάκης» στη σκηνή. Με ζωντανούς διαλόγους, βίαιες ανατροπές, ηθικές απογυμνώσεις ακραίων περιοχών της συνείδησης, «ταπείνωσε» το δειλό και συμβατικό άρρεν ως ανάξιο της μοιχείας, εφόσον επιστρέφει στον οικογενειακό κλωβό. Το θήλυ, ψηφίζοντας την ποίηση της ανδρείας, θα ακολουθήσει τον Βούλγαρο μόρτη, που από εκβιαστής οικογενειών μεταβάλλεται σε ερωτευμένο βιταλιστή εραστή.

Αν εξαιρέσει κανείς τη φιλολογική σκευή του Μήτσου, η οποία κατά σημεία τον οδηγεί στον εκφραζόμενο στοχασμό ή στο φιλοσοφικό τσιτάτο, το νεύρο της γραφής του, η λαϊκή του έως και λούμπεν γλώσσα και το πλούσιο μεταλλείο των ψυχογραφικών του παρατηρήσεων πλαισιώνουν το ερωτικό του τρίγωνο χαρίζοντάς του αλήθεια, οδύνη, αισθαντικότητα, πικρές γεύσεις και βαθύτερες καταγγελίες της ερωτικής αναπηρίας.

Νεοελληνικό θέατρο άρτιο παρέλαβε ο Στέλιος Μάινας (που έπαιξε με επιθετική «απόγνωση» έναν ουτιδανό και γελοίο Επισκοπάκη) και μας το παρέδωσε με όλους τους χυμούς, τη σφοδρότητα και τα απροσδόκητά του. Βοηθήθηκε πολύ και πολύ ουσιαστικά από τους αλλοδαπούς συσκηνοθέτες Κρίστοφερ Μπίτσινγκ και Ντάγκλας Φουτ, που κατηύθυναν με εμπνευσμένο και σίγουρο χέρι τους φωτισμούς, την εικόνα, τους ήχους. Ο Πάνος Βασιλονικολός, με εξαίρετα μουσικά κομμάτια, έντυσε αισθηματικά την παράσταση, ενώ, πέρα από τα αρμόδια κοστούμια, η Αγγελική Αθανασιάδου χρησιμοποίησε ως ιδιοφυές σκηνικό ένα μεγάλο «μεκανό» για πολλές μεταμορφώσεις και χρήσεις.

Ο νταής του Κώστα Καζανά ήταν νομίζω ό,τι καταλληλότερο, αβίαστο, φυσικό και λάμπον μέσα στο όλο εγχείρημα. Κολακεύομαι που τον είχα ξεχωρίσει από το 1982 στο «Θεατρικό Εργαστήρι Θεσσαλονίκης» του Νίκου Ναουμίδη, στα «Γούστα του κυρίου Σλόαν» του Ορτον. Τέλος, η Κάτια Σπερελάκη (το γυναικείο διακύβευμα) χάρισε στον εαυτό της μια χρησιμότατη μαθητεία μέσα σ’ αυτό το εντυπωσιακό σύνολο.

* «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» Εθνικό Θέατρο – Παιδική Σκηνή

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
Η«Αλίκη» της παιδικής σκηνής του Εθνικού Θεάτρου είναι μια ελεύθερη διασκευή του Βασίλη Μαυρογεωργίου, της Αστερόπης Λαζαρίδου και όλου του θιάσου πάνω στο κείμενο του Λιούις Κάρολ. Στηρίζεται στην κοινή παραδοχή πως πρόκειται για κείμενο που μπορεί να απευθυνθεί αδιαμεσολάβητα σε παιδιά μικρής ηλικίας. Το κλασικό αριστούργημα του Κάρολ είναι βέβαια πολλά περισσότερα. Είναι μια σύνθετη αλληγορία, στην οποία η παιδικότητα χρησιμοποιείται σαν το άλλοθι αμφισβήτησης της ωριμότητας. Στον κόσμο της Αλίκης τα σχήματα και τα προσχήματα του ορθολογισμού παραμένουν προς το παρόν ανενεργά και η φαντασία παραμένει ελεύθερη να καλπάζει με τη βιαιότητα παιδικού ονείρου.

Ευδοκία Κακιούζη, Λένα Παπαληγούρα, Βασιλική Τρουφάκου, τα τρία μέρη της ομοούσιας και αδιαίρετης τριαδικής Αλίκης

Η πολυπλοκότητα αυτή δεν εμποδίζει τον Μαυρογεωργίου να χτίσει πάνω στο αρχικό κείμενο μια ακόμη πιο σύνθετη ιστορία. Στη διασκευή του λοιπόν, η Αλίκη μετά την πτώση της στο πηγάδι σπάει στα τρία: στο σώμα, στο μυαλό και στην καρδιά της. Το καθένα από τα τρία μέρη περιπλανάται στο δάσος, ζει μια περιπέτεια σχετική με το -ας πούμε- είναι του, έως ότου συνειδητοποιήσει πως έχει ανάγκη τα άλλα δύο μέρη για να είναι ευτυχισμένο. Ετσι τελικά, όλα τα μέρη ενώνονται πάλι σε μια ομοούσια και αδιαίρετη τριάδα.

Ωραία ιδέα και δημιουργικό θέμα για ένα θεατρικό εργαστήρι. Ειδικά αν, όπως στην περίπτωση του Εθνικού, ο θίασος αποτελείται από αξιόλογους νέους ηθοποιούς (ανάμεσα στους οποίους κυριαρχεί με το καταπληκτικό φιζίκ της σαν Αλίκη-Καρδιά η Λένα Παπαληγούρα), ηθοποιοί οι οποίοι παίζουν και τραγουδούν περίφημα. Θα έπρεπε να είναι αρκετό αυτό για παιδικό θέατρο· δεν είναι όμως: γιατί από ένα σημείο και μετά η παράσταση δείχνει να χάνει τον στόχο της και ο αυτοσχεδιασμός της ομάδας μοιάζει με αυτοσκοπό. Θέλω να πω πως η παράσταση παίζεται από κάποιο σημείο και μετά ερήμην των θεατών της, οι οποίοι μάλιστα δεν δείχνουν καμιά διάθεση να συμμετάσχουν στο παιχνίδι κάποιων άλλων.

Δεν με εμπόδισε αυτό να αντιληφθώ την πραγματικά δεμένη ομάδα και τον επαγγελματισμό της. Κάποια ζητήματα όμως θέλουν περισσότερη προσοχή: τα παιδιά, λόγου χάρη, δεν είναι υποχρεωμένα να γνωρίζουν τι είναι το Ντόντο και ασφαλώς δεν είναι υποχρεωμένα να γνωρίζουν τα φλαμίνγκο. Ακόμη διέκρινα στην παράσταση ένα είδος γλωσσικού πατερναλισμού, ο οποίος όχι μόνο δεν εμπλουτίζει το λεξιλόγιο των παιδιών (αν αυτός ήταν ο αρχικός σκοπός), αλλά αντίθετα τα απομακρύνει από την παράσταση. Η λέξη «αυταπατάσαι», για παράδειγμα, δικαιολογείται ίσως σαν κωμικός γλωσσοδέτης, η φράση όμως «βιώνω μια αλλαγή», ανάμεσα σε άλλες, ακούγεται επιτηδευμένη και δημιουργεί σύγχυση. Και αν το καλοσκεφτεί κανείς, δεν είναι τελικά καλή φράση ούτε για το ενήλικο θέατρο.

Έτσι, από τις πρώτες κιόλας στιγμές απλώνεται στην πλατεία μια αμηχανία, που γρήγορα οδηγεί στην αδιαφορία. Αυτά τουλάχιστον για την παράσταση που παρακολούθησα και έχοντας κατά νου ότι στο παιδικό θέατρο κάθε παράσταση μπορεί να είναι διαφορετική, λόγω των αστάθμητων παραγόντων που διαμορφώνουν τη συμμετοχή των παιδιών. Εκείνο το κυριακάτικο μεσημέρι, ωστόσο, η μαρτυρία των συν-θεατών μου ήταν σαφής. Αντίθετα από ό,τι θα θέλαμε, παρακολουθούσαν με απάθεια όσα συνέβαιναν στην από ‘κει μεριά της σκηνής. Και αντίθετα από την Αλίκη, στύλωναν πεισματικά τα πόδια τους στην από ‘δω πλευρά του καθρέφτη. *

Ελευθεροτυπία / 2 – 27/12/2008

* «Παραμυθ… issimo» Μικρή Πόρτα

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Για τυπικούς μονάχα λόγους ας σημειώσουμε ότι η παράσταση απευθύνεται πρωτίστως σε παιδιά. Στην πραγματικότητα, η νέα πρόταση της Ξένιας Καλογεροπούλου και του Θωμά Μοσχόπουλου είναι αντάξια κάθε ενήλικης θεατρικής εξόδου, μάθημα θεάτρου για σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Ο όρος του παιδικού θεάτρου δίνει μόνο την πρόφαση (και την ευκαιρία) στους δύο καλλιτέχνες να μιλήσουν από καρδιάς, με ποιητική διάθεση, χιούμορ και απλότητα για τα λαϊκά παραμύθια. Και το κάνουν υπέροχα για μια ακόμη φορά. Το έχω πει και παλιότερα: Η «Πόρτα» υπηρετεί ένα θέατρο τόσο καλό, ώστε να το δίνουμε και στα παιδιά μας.

Σκηνή από το έργο που έγραψε η Ξένια Καλογεροπούλου και σκηνοθέτησε ο Θωμάς Μοσχόπουλος

Το πρώτο υλικό το δίνει τώρα η ιταλική ψυχοτροπία, που γέννησε από τις Άλπεις ώς τη Σικελία τα δικά της υπόκωφα όνειρα. Ο Ιταλο Καλβίνο τα μάζεψε από την ιταλική επαρχία και με λαογραφική επιμέλεια τα παρακολούθησε να συνθέτουν από τη ρευστή τους φύση ένα αυτοτελές, γόνιμο σώμα. Επόμενο ήταν να μαγευτεί από την κατάφαση του μαγικού. Στα λαϊκά παραμύθια κρυσταλλώνεται το σκοτάδι και το φως από τη σοφία του αλλόκοτου, όπως αυτή εκφράστηκε συλλογικά στη δική της γλώσσα, στο ύφος και στα δικά της μονοπάτια έκφρασης και αντίληψης.

Κι όμως παρά την κοινή πηγή, τα λαϊκά παραμύθια της Ιταλίας είναι πολύ διαφορετικά από εκείνα της κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, όπως και από τα δικά μας. Φέρουν μια δική τους γεύση, όσφρηση και αφή, μια πιπεράτη διάθεση μαζί με μια τραχιά, βακχική αίσθηση. Σου ζητούν όχι μόνο να τα αφηγηθείς και να τα ακούσεις, αλλά και να τα παίξεις.

Σε αυτό ακριβώς στήριξαν την παράστασή τους η Ξένια Καλογεροπούλου και ο Θωμάς Μοσχόπουλος, στο παιχνίδι ανάμεσα στο υλικό της φαντασίας και την πραγματικότητα, στη σκηνή και την πλατεία. Στο εμπνευσμένο σκηνικό της Ελλης Παπαγεωργακοπούλου το ένα παραμύθι εγκιβωτίζει το άλλο, σαν το κινέζικο κουτί μιας κυκλικής και αέναης αφήγησης. Ένας παπαγάλος παραμυθάς αποκαλύπτει την ιστορία της αμαζόνας πριγκίπισσας, που κι αυτή αποκαλύπτει την ιστορία ενός βασιλιά βοσκού, που κι αυτή δίνει τη θέση της στην ιστορία της κοπέλας που ταξιδεύει με ξύλινο φόρεμα. Κοινό θέμα σε όλα η μεταμόρφωση και η αποκάλυψη της αληθινής φύσης και του πραγματικού εαυτού πίσω από ένα παιχνίδι ρόλων και μαγικών αντικειμένων. Οπως συμβαίνει στα παραμύθια, δύο δυνάμεις δρουν από κοινού: η πρώτη κρύβει τον κόσμο και η δεύτερη τον αποκαλύπτει.

Δεν τελειώνει όμως εδώ το ενδιαφέρον: για τους προσεκτικούς θεατές βρίσκεται στον τρόπο που το παιχνίδι των ιταλικών λαϊκών παραμυθιών στο «Πόρτα» κτίζεται με μερικά από τα βασικότερα υλικά της ιταλικής σκηνικής παράδοσης: την προοπτική, τα σπετσάτα, την ενέργεια της κομέντια ντελ άρτε, καθώς και το γενικό πανηγύρι γύρω από το σώμα και την κίνηση του ηθοποιού.

Αυτό εν τέλει στο οποίο φτάνουν συγγραφέας και σκηνοθέτης, σκηνογράφος και ηθοποιοί ξεπερνάει ακόμα και την πιο απαιτητική προσδοκία μας, ακόμα και τις καλύτερες δουλειές τους. Είναι χάρμα. Η σύνθετη όμως δομή, ο καταιγισμός των εμπνεύσεων, όπως και μερικά σημεία στο σώμα της παράστασης δυσερμήνευτα και δυσπρόσληπτα κάνουν την παράσταση περισσότερο κατάλληλη για παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας.

Αναφέρω τους ηθοποιούς ονομαστικά, επισημαίνοντας ότι για μια ακόμη φορά το θέατρο «Πόρτα» γίνεται πόρτα εισόδου νέων ονομάτων στο θέατρό μας: Μιχάλης Σαραντής, Τατιάνα-Αννα Πίττα, Χρίστος Νικολάου, Στέλιος Χλιαράς, Ηλιάνα Γαϊτάνη, Δάφνη Μαρκάκη, Τώνια Γελεκλίδου, Μιχάλης Σαράντης και Γιάννης Κουκουράκης. Σε όλους, μπραβίσιμο! *

Ελευθεροτυπία / 2 – 27/12/2008

ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ. Πρωτότυπα είδη και τεχνικές

«Χορεύοντας με τα χρώματα»

(ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 25/12/2008, Του Θανάση ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ).–Δημ. Σεϊτάνης «Χορεύοντας με τα χρώματα» από το «ΘΕΑΤΡΟ ΝΕΩΝ» στον Πολιτιστικό Πολυχώρο «BIOS»

Ο Δημ. Σεϊτάνης επιχειρεί εδώ και ορισμένα χρόνια την παραγωγή μιας ιδιότυπης θεατρικής παράστασης με μια πρωτοποριακή, και μοναδική στα ελληνικά δεδομένα, τεχνική, όπου με τη βοήθεια ηλεκτρονικού θεάματος (multimedia), και τη συμμετοχή ενός ταλαντούχου ηθοποιού, βοηθά τα παιδιά – θεατές, να σκεφτούν, να παρατηρήσουν και να προβληματιστούν συμμετέχοντας σε ομαδικές δραστηριότητες. Η πρώτη στην Ελλάδα διαδραστική – συμμετοχική παράσταση εισήχθη, με πρωτοβουλία του Δημ. Σεϊτάνη, με την παράσταση «Γιαπωνέζικοι κήποι», στα 2005. Ακολούθησε η παράσταση: «Ιταλικοί κήποι» και κατά την τρέχουσα θεατρική περίοδο παρουσιάζει την παράσταση: «Χορεύοντας με τα χρώματα».

Με τη βοήθεια της τεχνολογίας, τα παιδιά καλούνται να παίξουν θεατρικά και να δημιουργήσουν με το σώμα, κυρίως, να διασκεδάσουν, να εκφραστούν (θεατρικό παιχνίδι) πάνω σε ένα μαγικό χαλί. Πρωταγωνιστής της παράστασης και συγχρόνως εμψυχωτής είναι ο Παναγιώτης Αλεξανδράκης. Συμμετέχει η χορεύτρια Δήμητρα Βλαγκοπούλου με εκφραστικές χορευτικές παρεμβάσεις, συνδέοντας τον αφηγηματικό λόγο του ηθοποιού με τις δραστηριότητες της κάθε ομάδας παιδιών. Η μουσική του Χρήστου Κραβαριώτη, καθώς και οι παράξενοι ηλεκτρονικοί ήχοι, που χρησιμοποιεί στα δρώμενα, είναι ανατολίτικου ύφους και τεχνοτροπίας και δένει αρμονικά με τα σχέδια και τις δράσεις του ζωγράφου Ρεμπουάρ, που υποδύεται ο Παν. Αλεξανδράκης. Χειριστής του προγράμματος είναι ο Στίβεν Παρτσιγκιάν.

«Παραμυθί…ssimo»

Τα παιδιά – θεατές της παράστασης και συμμετέχοντες, συγχρόνως, στα δρώμενα, έχουν τη δυνατότητα να μάθουν τα χρώματα, να παίξουν με αυτά και παράλληλα να κατανοήσουν ότι οι τέχνες είναι «συγκοινωνούντα δοχεία», συνεργάζονται μεταξύ τους, και όλες βοηθούν τους ανθρώπους να εκφράσουν τον ψυχικό τους κόσμο, τα συναισθήματά τους, τον πόνο και τα βάσανά τους, τα όνειρά τους (χορός, μουσική, ζωγραφική). Επίσης, τα παιδιά, μαζί με τα χρώματα της φύσης, μαθαίνουν και για τα φυτά, τα λουλούδια, τα ζώα, τις λειτουργίες της φύσης. Τα χρώματα διηγούνται την ιστορία τους, με έναν πρωτότυπο τρόπο και τα παιδιά αφουγκράζονται τις αόρατες και μυστικές δυνάμεις της φύσης, ταξιδεύοντας στο μαγικό κόσμο των χρωμάτων.Από το ταξίδι αυτό δε λείπουν οι άνθρωποι, οι ανάγκες και τα προβλήματά τους, οι μετανάστες και ο αγώνας τους για την επιβίωση και την ανάγκη δημιουργίας και κοινωνικής προσφοράς.

Ξένια Καλογεροπούλου – Θωμάς Μοσχόπουλος «Παραμυθ…issimo». Στο θέατρο «ΠΟΡΤΑ»

«Για να ‘ν’ το παραμύθι μέλι / κάτι από σένα θέλει», μας λέει μια παροιμία από την Τοσκάνη της Ιταλίας. Βέβαια, ο θίασος της «Μικρής Πόρτας» δεν έκανε κάτι, αλλά πολλά, έτσι που τα τέσσερα ιταλικά παραμύθια, που διασκεύασε και σύνθεσε για θεατρική παράσταση η Ξένια Καλογεροπούλου σε συνεργασία με τον Θωμά Μοσχόπουλο, να γίνουν γλυκύτατο μέλι. Η μαεστρία του σκηνοθέτη Θωμά Μοσχόπουλου, στη συνέχεια, και των άλλων συντελεστών της παράστασης τα έκαναν ακόμη γλυκύτερα.

«Λοκαντιέρα»

«Ο Παπαγάλος» (σανσκριτική εκδοχή ινδικών και περσικών παραμυθιών) εδώ ως παραμυθάς διηγείται άλλα τρία επιλεγμένα παραμύθια: «Η πανέμορφη Φανταγκίρο» (Τοσκάνη), «Η ξύλινη Μαρία» (Ζανάτσο, Ρώμη), «Ο βοσκός στο παλάτι» (Τοσκάνη). Η επιλογή των παραμυθιών έγινε από μία συλλογή 200 ιταλικών λαϊκών παραμυθιών που επιχείρησε στα μέσα του 20ού αι. ο Ιταλός συγγραφέας Ιταλο Καλβίνο.Ευρηματική κρίνεται η κατασκευή σκηνής γεωμετρικού τύπου έξι επιπέδων, σε βάθος, ώστε τα δρώμενα να εξελίσσονται σε διάφορα επίπεδα και να διευκολύνουν τους ηθοποιούς, να πέφτουν σε καταπακτές, ν’ ανεβαίνουν βουνά, να κάνουν κονταρομαχίες, να ταξιδεύουν με άλογα κ.ο.κ. Οι αφηγητές των παραμυθιών είναι οι ίδιοι ηθοποιοί σε διαφορετικούς κάθε φορά ρόλους, με άλλα κοστούμια και άλλες μάσκες. Τραγουδούν όλοι, είτε μονοφωνικά είτε χορωδιακά (πολυφωνικά), με ποιοτικό αισθητικά αποτέλεσμα, ιταλικές μελωδίες. Η κίνηση των ηθοποιών και η εκφραστικότητα των προσώπων, καθώς και η υποκριτική τους δεινότητα, μαγεύουν παιδιά και μεγάλους θεατές της παράστασης, σκορπούν γέλιο και πλούσια συναισθήματα. Οι ήρωες αγωνίζονται να ξεπεράσουν δυσκολίες της ζωής τους, με αποφασιστικότητα, με ψυχική δύναμη και με αισιοδοξία.

Το θεατρικό παιχνίδι και η παντομίμα είναι στοιχεία της παράστασης, όπου αρωγοί έρχονται τα υφάσματα, οι γιγαντόκουκλες, τα καπέλα, οι μάσκες, οι ξυλοπόδαροι, τα ξύλινα άλογα, οι μηχανικές γιγαντόκουκλες κ.ά. Ομολογώ ότι δεν πρόλαβα να σημειώσω και άλλα σκηνοθετικά και σκηνογραφικά ευρήματα, λόγω του ότι με συνέπαιρνε η μαγευτική ατμόσφαιρα, που δημιουργούνταν στην παράσταση.

Μια μικρή παρατήρηση: Η μουσική, κατά σημεία, δεν πρέπει να είναι τόσο δυνατή, έτσι ώστε να μην ακούγεται ευκρινώς ο λόγος, ο οποίος σημειωτέον καλό είναι να εκφέρεται από ορισμένους, πάλι κατά σημεία, με περισσότερη δύναμη και καθαρότητα.

Σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος, σκηνικά – κοστούμια: Ελλη Παπαγεωργακοπούλου, χορογραφία: Μάρθα Κλουκίνα, μουσική: Κορνήλιος Σελαμσής, φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος. Διανομή των ρόλων: Μιχ. Σαράντης, Τατιάνα – Αννα Πίττα, Χρίστος Νικολάου, Στέλιος Χλιαράς, Ηλιάνα Γαϊτάνη, Δάφνη Μαρκάκη, Τώνια Γελεκλίδου και Γιάννης Κουκουράκης.

Κάρλο Κολντόνι «Η Λοκαντιέρα» στο θέατρο «ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΗ ΓΕΦΥΡΑ»

Είναι η δεύτερη φορά που ο Νίκος Δαφνής ανεβάζει αυτό το έργο για παιδιά των μεγαλυτέρων τάξεων του Δημοτικού Σχολείου, καθώς και για εφήβους (μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου). Η πρώτη ήταν κατά τη θεατρική περίοδο 2003-2004. Είναι προς τιμήν του σκηνοθέτη, και ηθοποιού στην παράσταση, Νίκου Δαφνή, το ανέβασμα της κλασικής κωμωδίας του Κάρλο Γκολντόνι (1707-1793), «Η Λοκαντιέρα».

Ο Γκολντόνι προσπάθησε μέσα από την κωμωδιογραφία του να σατιρίσει ξεπεσμένους αριστοκράτες κόμηδες, μαρκησίους και ιππότες, και να τονίσει την έπαρση και ματαιοδοξία τους.

Το έργο απευθύνεται σε κοινό ενηλίκων. Ομως, τα κλασικά θεατρικά έργα του παγκόσμιου δραματολογίου, κατάλληλα διασκευασμένα, είναι δυνατό – και πρέπει – να ανεβαίνουν για παιδιά και εφήβους. Το εγχείρημα της μετάφρασης – διασκευής του έργου είναι δουλειά του Γιάννη Καλατζόπουλου, το οποίο έφερε σε πέρας με πλήρη επιτυχία στα 1984. Οι στίχοι του Γ. Καλατζόπουλου είναι υπέροχοι, η δε λαϊκή γλώσσα και το ύφος της θεατρικής μετάφρασης είναι προσεγμένα, έτσι ώστε να κατανοούνται εύκολα από τους νεαρούς θεατές, αλλά και να διατηρούν συγχρόνως και τη λογοτεχνικότητα του πρωτότυπου κειμένου. Απαραίτητη, βέβαια, κρίνεται πριν και μετά από την παράσταση από τον εκπαιδευτικό η εισαγωγή των μαθητών του στην κοινωνική εποχή του Γκολντόνι, στο έργο του και στην προσφορά του σ’ αυτό, στα θεατρολογικά στοιχεία της παράστασης, έτσι ώστε οι νεαροί θεατές να διαμορφώνουν, σταδιακά, θεατρική συνείδηση, ιδεολογικό και κοινωνικό προβληματισμό, μέσα και από τις ιστορικές συντεταγμένες, αλλά και να ωφελούνται παιδαγωγικά, από τους φωτισμένους παιδαγωγούς τους, που έχουν ήδη συνειδητοποιήσει την παιδευτική αξία του θεάτρου.

Η Λοκαντιέρα είναι μια γυναίκα με έντονη προσωπικότητα για την εποχή της, η οποία διαθέτει παρρησία και καπατσοσύνη, ώστε να μη γίνεται ούτε θύμα, ούτε υποχείριο των πλούσιων ή ξεπεσμένων ευγενών πελατών της. Ετσι, μέσα από κωμικές καταστάσεις, διαγράφεται η κοινωνική πραγματικότητα της εποχής, με όχημα την αξιόλογη γκολντονική γραφή και την ουσιαστική υποκριτική του συνόλου των ηθοποιών της συγκεκριμένης παράστασης (Γιάννης Τσίκης: Μαρκήσιος, Βαγγέλης Μελής: Κόμης, Νίκος Δαφνής: Ιππότης, Κατερίνα Τσεβά: Μιραντολίνα (Λοκαντιέρα), Μπάμπης Αρώνης: Φαμπρίκης, Μαρουσώ Γεωργοπούλου: Ορτένσια, Γιώτα Βόκαλη: Δηιάνειρα, Κώστας Μπούρμπας: Υπηρέτης.

Ενα έργο του παγκόσμιου θεατρικού ρεπερτορίου με κοινωνικές και έμμεσα πολιτικές αιχμές, με χιουμοριστικές καταστάσεις, καθώς και με ιστορικές αναφορές, χρήσιμες εγκυκλοπαιδικά και παιδευτικά για τους εφήβους.

Η σκηνοθετική άποψη του έμπειρου Νίκου Δαφνή μπορεί να μην έχει κάτι το νεοτερικό και πρωτοποριακό, εντούτοις διατηρεί αξιόλογα στοιχεία των παραδοσιακών παραστάσεων, αποδίνοντας μιαν εξαιρετική ατμόσφαιρα συναισθηματικών καταστάσεων των γκολντονικών χαρακτήρων, με το χιούμορ, την ειρωνεία και τη σατιρική διάθεση που τους διακρίνει. Ευχάριστη και ενταγμένη στο κλίμα της εποχής είναι η μουσική του Σάκη Τσιλίκη, τα σκηνικά και τα κοστούμια του Χάρη Σεπεντζή, καθώς και η χορογραφία της Κων/νας Σαραντοπούλου.

Μια διευκρίνιση: Οσον αφορά την παράσταση του έργου «Της φύσης μυστικό», την οποία παρουσιάσαμε στο φύλλο της Παρασκευή 19/12, διευκρινίζουμε ότι αφορά και μόνο στους αισθητικούς, κοινωνικούς και παιδαγωγικούς στόχους του έργου.

Μια «γηραιά κυρία» επιστρέφει ακμαία


«Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ…» ΤΟΥ ΝΤΙΡΕΜΑΝΤ ΣΤΟ «ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ» / ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΜΠΕΤΤΥ ΑΡΒΑΝΙΤΗ

Του  Λέανδρου ΠΟΛΕΝΑΚΗ, Η Αυγή, 21/12/2008

«Η επιστροφή της γηραιάς κυρίας» είναι το γνωστότερο στην Ελλάδα δράμα του Ελβετού Φρίντριχ Ντύρενματ (1921-1990), και ο τίτλος του έχει γίνει σχεδόν παροιμιακή φράση στη γλώσσα μας, μετά τη θρυλική παράσταση του Εθνικού Θεάτρου, σε μετάφραση του Γ.Ν. Πολίτη, με τη μεγάλη Παξινού στον κεντρικό ρόλο πριν μισό σχεδόν αιώνα (1961), σε σκηνοθεσία του Μινωτή όταν ακόμη η πρώτη Κρατική Σκηνή «επαίδευε» θεατρικά την Ελλάδα. Το πολυπρόσωπο και απαιτητικό αυτό έργο παίχτηκε από τότε στην ελληνική σκηνή άλλες πέντε φορές, πάντοτε στα Κρατικά Θέατρα, με μια μόνο παρουσίαση από ιδιωτικό θίασο του Αλεξανδράκη και της Γαληνέα το 1991. Έχει άρα, ιδιαίτερη σημασία που σήμερα το παρουσιάζει η Θεατρική Εταιρεία «Πράξη», σε καλή μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθηνού (επιμέλεια κίνησης Μαρία Γοργία), με πρωταγωνίστρια τη Μπέττυ Αρβανίτη.

Τα αδυσώπητα σκληρό και αμείλικτο, αυτό έργο, «κουρδισμένο» σαν ελβετικό ρολόι, σήμερα πράγματι «χτυπάει» την ώρα της Ευρώπης, όταν όλοι οι μεγάλοι μύθοι, μεγάλες αφηγήσεις και μεγάλες παραστάσεις που έφτιαξαν τον πολιτισμό της, κατέληξαν και καταλήγουν ξανά στην ανελευθερία της βίας. Δεν είναι η στιγμή ν’ αναλύσουμε το γιατί και το πώς αυτής της παταγώδους αποτυχίας του πολιτισμού των φώτων και του ορθού λόγου, να κρατήσει όρθιο το οικοδόμημα του ανθρωπισμού, στο όνομα του οποίου εξακολουθεί να ασκεί την παγκόσμια κυριαρχία του. Απ’ την άλλη όμως μεριά θα ήταν λάθος ν’ αποδώσουμε στον Ελβετό συγγραφέα μια διαλεκτική σύλληψη του κόσμου και της ιστορίας, που δεν διαθέτει. Η «Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» αντανακλά, τουλάχιστον εν μέρει, έναν σκληροπυρηνικό, μεταφυσικό, προτεσταντικό, κλειστό πυρήνα σκέψης, όπου ο άνθρωπος, είναι φύσει αμαρτωλός ή θέσει αδύναμος να επιλέξει το καλό, έχοντας ξεφύγει από τον άνωθεν προορισμό του, και θα έρθει εξάπαντος η ημέρα της τιμωρίας. «Έσεται Ήμαρ». Η γραφή του Ελβετού δραματουργού συγγενεύει, με αυτόν τον τρόπο, με τις κινηματογραφικές «Dies irae» του Καρλ Ντράγιερ, και ως επιγόνους της έχει τις ομόλογες ταινίες του Λαρς Φον Τρίερ, με αποκορύφωνα το αμφιλεγόμενο «Ντόγκβιλ».

Η «Επίσκεψη…» δεν είναι μια αληθινή τραγωδία είναι μία, βιβλικής φύσης, ρωμαλέα αλληγορία, κάτω απ’ το πρόσχημα της τραγωδίας. Δεν μας μιλά για το σύγχρονο οικονομικό χάος, αποτέλεσμα εγκληματικών πολιτικών επιλογών, αλλά για τα «θανάσιμα αμαρτήματα» που το προκάλεσαν ως «οργή του Θεού». Σε αυτήν, η μόνη πράξη που έχει νόημα είναι η πράξη προς την ελευθερία. Την πράττει στο τέλος ο κεντρικός ήρως, Ιλ, αποδεχόμενος την ενοχή και την τιμωρία του, αλλά όχι ελεύθερα? είναι μια πράξη ελευθερίας από αδήριτη ανάγκη. Όχι από ελευθερία.

Με αυτήν την έννοια νομίζω ότι ήταν λάθος επιλογή του σκηνοθέτη να «διαβάσει» το έργο διαλεκτικά και να θελήσει να το αποδώσει έμμεσα, «μπρεχτικά», περι-γραφικά, σαν «τραγωδία από απόσταση» και «θέατρο μέσα στο θέατρο». Απομακρύνοντας το έργο από τον συμπαγή κεντρικό πυρήνα της σκέψης που το γέννησε, δεν αντιλαμβάνεται, ίσως, ότι έτσι του αφαιρεί το αρχετυπικό προφίλ, το αδυνατίζει. Το έργο είναι αυτό που είναι ριζικό, φέρει το υπερβατικό φορτίο που φέρει, κάθε «διαλεκτική» «μοντέρνα» προσέγγιση για το να «ελαφρύνει» τάχα, του έρχεται «ξένο ρούχο».

Ευτυχώς, κόντρα σχεδόν στη σκηνοθεσία, οι κεντρικοί και δεύτεροι ρόλοι βρίσκουν τη θέση, τον άξονα και την ιστορία τους. Η Μπέττυ Αρβανίτη (Κλαίρ Τσαχανασιάν), με έξοχα μέσα, ως αντι – Παξινού, βυθίζεται στο σκοτεινό, το εσώτερο, το απρόσιτο, για να αναδυθεί στο φως ξανά, σύμβολο διπλό, μιας πληγωμένης γυναίκας και μιας απρόσωπης τυφλής μοίρας. Ένα κατόρθωμα υποκριτικής σύνθεσης.

Ο Γιάννης Φέρτης (Ιλ) είναι μεστός, μια πλήρης εικόνα «χαρμολύπης» και αποδοχής της μοίρας στον καλύτερο ίσως ρόλο του των τελευταίων ετών.

Ο Κώστας Γαλανάκης, ένας εργάτης του θεάτρου, ηθοποιός «για όλες τις εποχές», στον βουβό του ρόλο (Μπόμπυ) διαθέτει, όπως πάντα, μέγεθος, όγκο και ουσία.

Ο Βασίλης Καράμπουλας (Δάσκαλος και τρίτος πολίτης) με υποκριτικό προφίλ που «κόβει» από μακριά.

Ωραία και ομαδικά, δημιουργικά, κινούνται, στο πλαίσιο μιας τραγικωμωδίας οι Νίκος Αλεξίου (απορητικός δήμαρχος), Μπάμπης Σαρηγιαννίδης, Θανάσης Δήμου, Δημήτρης Μυλωνάς, Παναγιώτης Παναγόπουλος, η Τζίνη Παπαδοπούλου με πολύ ωραία φωνή και κίνηση, Ελένη Ουζουνίδου (ταλέντο «μπούφο»), Άκης Λυρής και Ηλίας Κουνέλας, «Μπεκετικές» φιγούρες. Μια παράσταση κυρίως των ηθοποιών, που σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος της.

Θετική γνώμη έχω για τα σκηνικά και τα κοστούμια (Ελένη Μανωλοπούλου), τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς (Αλέκος Αναστασίου) και την ωραία μουσική (Θοδωρής Αμπαζής).

Η «Γηραιά Κυρία» και το… λίφτινγκ

Μια δουλειά που φλερτάρει με το εξωπραγματικό και τον ρεαλισμό – Κριτική Σπύρος Παγιατάκης

Φρίντριχ Ντίρενματ Η Επίσκεψη της Γηραιάς Κυρίας, σκην.: Στάθης Λιβαθινός. Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας

Δεν ξεχνά τίποτα αυτή η γηραιά κυρία. Κι ας πέρασε σχεδόν μισός αιώνας. Και δεν εννοώ βέβαια την παγκοσμίως γνωστή ως «Γηραιά Κυρία» του ποδοσφαίρου, δηλαδή την ιταλική FC Juventus. Οχι. Εννοώ την Κλαίρη Τσαχανασιάν η οποία μη ξεχνώντας το άδικο που της έγινε στα νιάτα της στη μικρή –ελβετική– πόλη Γκίλεν όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, επιστρέφει τώρα –πάμπλουτη μετά από εννέα πλούσιους γάμους κι οκτώ διαζύγια– αποφασισμένη να πάρει την εκδίκησή της. Εκδίκηση με όρους: να γίνει μεν «Μέγας Δωρητής» με την προϋπόθεση όμως ότι κάποιος από τους κατοίκους θα σκοτώσει τον πρώτο της εραστή. Αυτόν που την ανάγκασε να φύγει μ’ ένα παιδί στην κοιλιά – και να εξοκείλει. Πάνω από πενήντα χρόνια πέρασαν από τότε –στις 29 Ιανουαρίου 1956– που η μεγάλη γερμανόφωνη ηθοποιός Τερέζε Γκίζε πρωτοεμφανίστηκε στο ρόλο της γηραιάς Κλαίρης, στο γνωστότερο θεατρικό του Ελβετού Φρίντριχ Ντίρενματ. Ενα έργο που ο συγγραφέας του το χαρακτήριζε «κωμωδία», παρόλο που οι περισσότεροι σκηνοθέτες επέλεγαν σχεδόν μόνιμα να το παρουσιάζουν ψυχο-δραματικά, τονίζοντας κυρίως τις μαύρες σκιές που υπάρχουν γύρω απ’ όλους τους χαρακτήρες του.

Ο ρόλος του χρήματος

Κεντρική σκιά του ζόφου είναι αυτή που φέρει το σύνθημα πως το χρήμα έχει τη δύναμη να αμαυρώνει ανενόχλητα προσωπικότητες και συνειδήσεις. Σύμφωνοι. Είναι κάτι το οποίο βλέπουμε πάντα. Ειδικά στην σύγχρονη υλιστική εποχή το χρήμα είναι ενδεχομένως ακόμα πιο υπολογίσιμο παρά πριν από πενήντα χρόνια. Κι αναρωτιέμαι αν σήμερα οι διάφοροι χαμένοι του χρηματιστηρίου βρισκόταν μπροστά σ’ ένα ανάλογο ερώτημα μ’ αυτό των κατοίκων του Γκίλεν ώστε να πάρουν πίσω τα χαμένα πως θ’ απαντούσαν. Σίγουρα με ελάχιστες επιφυλάξεις!

Και η μεν ποδοσφαιρική Juventus διατήρησε το κεφάλι της ψηλά ως «Γηραιά Κυρία», όμως τούτοι οι κυρτωμένοι ώμοι ενός έργου το οποίο δικαίως θεωρείται φλύαρο και αυτοεπαναλαμβανόμενο αντέχουν άραγε πάντα να κουβαλάνε πέντε δεκαετίες; Είναι μεγάλη η εξέλιξη στο θέατρο. Οχι, δεν το αντέχουν κι αυτό φάνηκε στην πάνω από τρεις ώρες «ορθόδοξη» παράσταση που σκηνοθέτησε ο Στάθης Λιβαθινός σεβόμενος –φευ!– απόλυτα το κείμενο, στο «Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας» με την Μπέττυ Αρβανίτη στον κεντρικό ρόλο. Ενδεχομένως να είμαι και προκατειλημμένος. Είδα πέρυσι μία μοναδική και πέρα για πέρα «ανορθόδοξη» γερμανική παράσταση του ίδιου έργου από την ανατρεπτική σκηνοθετική ομάδα της Rimini Protokoll (Πρωτόκολλο Ρίμινι) όπου οι βασικοί προβληματισμοί του έργου –τιμωρία, απληστία, εκδίκηση, συνειδησιακά προβλήματα– γίνονται απόλυτα κατανοητοί παρ’ όλο που το έργο ήταν «πειραγμένο».

Πρωτοτυπία

Οι τρεις συν-σκηνοθέτες (Χέλγκαρντ Χάουγκ, Στέφαν Κέγκι και Ντάνιελ Βέτσελ) στήριξαν την πρωτοτυπία τους παρουσιάζοντας ως ντοκουμέντο το πώς έγινε η πρώτη, η προ πενηκονταετίας, παράσταση. Εκείνη στη Ζυρίχη με την Τερέζε Γκίζε. Τέλος πάντων. Το δικό μας θέμα μας σήμερα είναι η αθηναϊκή παράσταση. Μία παράσταση η οποία έρχεται τώρα 47 χρόνια μετά την πρώτη παρουσίαση του έργου στη χώρα μας, στο Εθνικό Θέατρο με την Κατίνα Παξινού και τον Αλέξη Μινωτή, σε σκηνοθεσία –τότε– του τελευταίου.

Βιώνουμε τις τελευταίες εβδομάδες μία περίοδο εύλογης και έντονης αμφισβήτησης. Γνωρίζουμε ήδη ότι τίποτα δεν θα είναι πλέον όπως χθες. Τουλάχιστον τίποτα δεν θα παραμείνει τόσο εύκολα αποδεκτό όπως γινόταν μέχρι τώρα. Η εποχή της γαλαζομάτικης αθωότητας έχει παρέλθει. Στο θέατρο η αλλαγή έχει ήδη γίνει πλατιά αντιληπτή τα τελευταία χρόνια. Τουλάχιστον σε άλλες, σε ξένες θεατρικές πιάτσες. Δύσκολα θα δει κανείς πλέον έργα τα οποία παρουσιάζονται «απείραχτα». Οχι, βέβαια, ότι τα πειράματα έχουν πάντα αίσιο τέλος. Ακριβώς όπως και στην «Επίσκεψη» όπου η συνείδηση πάει περίπατο δίνοντας τη θέση της στον πονηρό υπολογισμό.

Μάλλον το αντίθετο. Ελάχιστες είναι οι σκηνοθετικές «παραξενιές» που πετυχαίνουν. Ακριβώς όπως και στην «Επίσκεψη» η θεμελιωμένη σκηνοθετική άποψη συχνά πάει περίπατο δίνοντας τη θέση της στον πονηρό υπολογισμό. Ο Στάθης Λιβαθινός είναι ανάμεσα στους καλούς –επειδή αποτελεσματικά πειραματιζόμενους– σκηνοθέτες που διαθέτουμε. Στο μεταίχμιο ανάμεσα στην παράδοση και το λεγόμενο μοντέρνο έχει βρει μια ικανοποιητική ισορροπία. Φλερτάροντας με το εξωπραγματικό και με τον ρεαλισμό στην «Επίσκεψη» παρουσίασε μια ενδιαφέρουσα δουλειά. Περιορισμένος από τον τετραγωνικό χώρο του συγκεκριμένου θεάτρου, υποχρεώθηκε σε μια σκηνική αφαίρεση η οποία συχνά υπέφερε από την πολυλογία του –δυστυχώς απείραχτου– κειμένου. Καλύτερο στοιχείο της παράστασης οι πρωταγωνιστές της, Γιάννης Φέρτης και Μπέττυ Αρβανίτη.

Συγκλονιστικοί

Η εξέλιξη του χαρακτήρα του Αλφρεντ Ιλ (Γ. Φέρτης) στις λίγες μέρες που διαρκεί η Επίσκεψη –από το «την-έχω-στο-τσεπάκι-μου» μέχρι την συνειδητοποίηση της απόλυτης εγκατάλειψής του– μιλάει από μόνη της τόμους. Από τις χαμηλόφωνες αλλά καλύτερες ερμηνείες που δύσκολα ξεχνιούνται. Συγκλονιστική η Κλαίρη της Μπέττυς Αρβανίτη. Συγκλονιστική γιατί ανακαλύπτεις μία «μοχθηρή εκδικήτρια», ένα αδίστακτο, σκληρό χαρακτήρα ο οποίος όμως εξακολουθεί –πάνω απ’ όλα– να είναι ουσιαστικά ερωτευμένη με την πρώτη της αγάπη.

Ακριβώς όπως το θέλει και «Η επίσκεψη» όπου η γηραιά κυρία έχει προ-κατασκευάσει ένα υπέρλαμπρο μαυσωλείο στο Κάπρι για ν’ αποσυρθεί εκεί με το λείψανο του παλιού (;) αγαπημένου της. Είναι ακριβώς αυτή η αμφισημία, αυτές οι σχέσεις αγάπης–μίσους, ανιδιοτέλειας–συμφέροντος που είναι ανάμεσα στις μεγάλες αρετές του συγκεκριμένου έργου του Ντίρενματ. Υπάρχουν ήδη τρεις ή τέσσερις ελληνικές μεταφράσεις του έργου. Οπως τα πάντα, έτσι και η γλώσσα καλπάζει τα τελευταία χρόνια. Αναγκαία λοιπόν η τωρινή καλή μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα. Το φόρτε της Ελένης Μανωλοπούλου είναι εμφανέστατα τα κοστούμια. Εκεί το θεατρικό της αισθητήριο μπορεί να κάνει τις ενδιαφέρουσες εικαστικές υπερβάσεις δίχως να την εκθέσει. Και δεν εννοώ μόνο τις ενδυματολογικές εκκεντρικότητες της Μαντάμ Τσαχαναζιάν.

ΥΓ.: Τον περασμένο Απρίλιο το 12ο Ευρωπαϊκό Βραβείο Θεάτρου που είχε φιλοξενηθεί για δύο συνεχείς χρονιές στις εγκαταστάσεις του ΚΘΒΕ (το 2009 πηγαίνει στην Πολωνία) δόθηκε στον Γάλλο σκηνοθέτη Πατρίς Σερό. Παράλληλα, το 10ο Βραβείο «Νέες Θεατρικές Πραγματικότητες» που προβάλλει τη δουλειά νέων πρωτοπόρων καλλιτεχνών μοιράστηκε στα τρία: Στη Γερμανίδα χορογράφο Σάσα Βαλτς, στον Πολωνό σκηνοθέτη Κρίστοφ Βαρλικόφσκι και στην σκηνοθετική ομάδα της Γερμανίας «Πρωτόκολλο Ρίμινι» που πειραματίζεται πάνω στις θεατρικές συμβάσεις. Ο πειραματισμός της ομάδας με την «Επίσκεψη» ήταν από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που έχω δει τα τελευταία χρόνια.

**«Βάκχες» – Θέατρο «Πορεία»

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Οι «Βάκχες» στο «Πορεία» προκαλούν γενικευμένη αμηχανία. Οχι γιατί το κοινό αδυνατεί να κατανοήσει τις αρετές τους όσο γιατί δυσκολεύεται να μπει στη λογική τους. Αν κάποιες παραστάσεις μπορούν να δείξουν από μακριά την καταγωγή του σκηνοθέτη τους, τότε, ναι, αυτή η παράσταση αποκαλύπτει εξαρχής το καλλιτεχνικό γονίδιο της Αυστριακής Ρενάτε Τζετ: οι «Βάκχες» της, στον ελαχιστοποιημένο από σημεία και σημαινόμενα χώρο τού «Πορεία», ακολουθούν την τυπικά γερμανική διαλεκτική παράδοση, στη σειρά του Στάιν, που ζητά να θέσει τη θερμοκρασία τήξης του έργου στο μηδέν και να ενεργοποιήσει την προσοχή του θεατή στο μέγιστο.

Σκηνή από την παράσταση της Ρενάτε Τζετ

Εμείς βέβαια έχουμε συνηθίσει αλλιώς: προσεγγίζουμε παραδοσιακά τη ζωτική ενέργεια της συγκεκριμένης τραγωδίας μέσα από την αναζήτηση ζεστών, λαϊκών διαχύσεων και φασαριόζικων εκφράσεων – μας είναι, λόγου χάριν, δύσκολο να κατανοήσουμε τις «Βάκχες» σαν αστικό πρόβλημα. Η παράσταση στο «Πορεία» όμως ζητά κάτι άλλο: να συμβιβαστούμε με μια ήπια, σχεδόν ντροπαλή προσέγγιση, που στοχεύει κυρίως στην περίσκεψη· με μια συζήτηση μεταξύ κυρίων που κάποια στιγμή παρεκτρέπεται.

Με αυτά τα δεδομένα κατανοώ γιατί πολλοί βρίσκουν το αποτέλεσμα άρρυθμο και άθυμο. Είναι αλήθεια ότι ξενίζει η έλλειψη διάθεσης από τη μεριά των ηθοποιών και της σκηνοθεσίας να κάνουν το έργο ζωντανό και ζεστό. Η διαλεκτική διαδικασία όμως επιτάσσει ακριβώς αυτό: να μη συγκρούονται τα αντίθετα, αλλά να συμπλέκονται σε μια κοινή πορεία. Η μυθική πράξη δεν επαναλαμβάνεται, αλλά αναπαρίσταται σαν παράδειγμα υπερβατικής σύνθεσης.

Σε αυτό το πλαίσιο ένα από τα κλειδιά της παράστασης βρίσκεται στον τρόπο που η σκηνοθεσία διαχέει στο έργο έναν επιτηδευμένα χαλαρό ρυθμό σαν μούδιασμα μέθης. Σπασμωδικές κινήσεις, μειωμένα αντανακλαστικά και σκόρπια λόγια: μπροστά μας μια πόλη έχει γίνει έρμαιο της διονυσιακής παραζάλης, σαν να έχει μόλις βγει από το χθεσινοβραδινό μεθύσι και περιμένει το πρωινό χανγκόβερ. Απέναντι σε αυτή την πόλη ο Πενθέας μοιάζει αποσυνάγωγος: είναι ο μόνος νηφάλιος, ο μόνος αλύγιστος, ο μόνος αμύητος. Είναι γενικά μόνος.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση οδηγεί τη σκηνοθέτιδα σε κάτι ακόμα: πέρα από τον ρεαλισμό ή τον συμβολισμό, επιλέγει να καταργήσει το κυνήγι του συμβατικά αρεστού και σημασιολογικά «όμορφου» και να στραφεί στο καθαρό σημείο. Αφήνει έτσι βέβαια πολλά να γίνουν από τη μεριά του θεατή. Στον τελευταίο ανήκει η ευθύνη των διασυνδέσεων, η συμπλήρωση των κενών, η μεταφορά της χαμένης θερμότητας.

Βοηθάει σε αυτό πολύ η ευρηματική διάταξη του χώρου στο «Πορεία», που παραπέμπει στα φεστιβαλικά αντανακλαστικά της Πειραιώς. Και βοηθάει βέβαια η μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά: διαλεκτική και σημαίνουσα, αποκαλύπτει τη συνομιλία στο έργο του ορθού με τον πλάγιο λόγο.

Αναρωτιέμαι πόσοι θα επέλεγαν για τον ρόλο του Διόνυσου τον Νίκο Ελευθεριάδη. Η ανατρεπτική φιγούρα του δίνει εξαρχής στον Διόνυσο τη σημασία της έννοιας, όχι του προσώπου. Ο Μπλέιν Ράινινγκερ αναλαμβάνει τον άχαρο προλογικό ρόλο – προτιμώ τη μουσική του παρέμβαση. Ο Πενθέας του Δημήτρη Τάρλοου, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μορφή: εγκλωβισμένος στο σώμα του, αδυνατεί να ενταχθεί και να συνταχθεί με το γενικό κλίμα. Κρίσιμη και η Αγαύη της Ναταλίας Καποδίστρια, καθώς δείχνει προς το πένθος. Ο Τειρεσίας του Γιούργκεν Στέσινγκερ δίνεται μέσα από τα χάσματα ενός ελλειπτικού λόγου· λειτουργώντας συμπληρωματικά, ο Κάδμος του Γιώργου Μωρόγιαννη θέτει το μέγεθος μιας παλιάς μυθικής μορφής. Στον Αγγελο του Απόστολου Πελεκάνου εντοπίζεται όμως η πλήρης μεταφορά του παραδείγματος με λίγα μέσα, αρκετά κενά και περισσή τιμιότητα. Οι τρεις Βάκχες (Ιωάννα Κανελλοπούλου, Εύα Κεχαγιά, Ελίτα Κουνάδη) μεταφέρουν στην παράσταση την ατμόσφαιρα της παραίσθησης. *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 20/12/2008

**«Η ώρα που δεν ξέραμε τίποτε ο ένας για τον άλλο» του Πέτερ Χάντκε, στο Θέατρο «Σημείο»

Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ

Η υπόθεση. Δεν υπάρχει. Σύμφωνα με το κείμενο, σε μια ηλιόλουστη πλατεία, εκατό άτομα βαδίζουν, τρέχουν, χαζεύουν, χειρονομούν, κοντοστέκονται, προσπερνούν ή χαιρετούν ο ένας τον άλλον, σε ομάδες, ανά δύο, ή μόνοι. Αργόσχολοι, Τεχνοκράτες, Αθλητές, Εργάτες, Παιδιά, Περιθωριακοί, Αδιευκρίνιστοι, Καλόγριες, Νοικοκυρές, Ζητιάνοι, Μετανάστες, αλλά και πρόσωπα μυθικά, ο Μωυσής, ο Αβραάμ, ο Ισαάκ. Μια διάσταση μεταφυσικού ορίζοντα στον ανθρώπινο μικρόκοσμο της καθημερινότητας. Φιγούρες ετερόκλιτες, βουβές, σαν πίνακες του Ντε Κίρικο ή σαν παλιές γιαπωνέζικες ξυλογραφίες.

Ολοι οι ηθοποιοί της παράστασης που σκηνοθέτησε ο Νίκος Διαμαντής

Μέσα στον βομβαρδισμό από λέξεις και μηνύματα, το σιωπηλό έργο του Χάντκε έχει κάτι το ευεργετικό, που φέρει συνάμα και μια περίεργη ένταση. Καμιά κουβέντα, καμιά σκέψη, καμιά ανάλυση. Μόνο η αέναη, κυματοειδής κίνηση εικόνων που εγκιβωτίζουν την «αιώνια επιστροφή» της ζωής -μέρες, μήνες, χρόνια, αποχαιρετισμούς, θανάτους, συναντήσεις, προσπεράσματα- στον χρόνο μιας τυχαίας ώρας, καθώς πίνουμε καφέ σε κάποια πλατεία, χαζεύοντας τους περαστικούς (όπως ο συγγραφέας κατά τη σύλληψη του έργου).

Σημειώσεις μου από την παράσταση στο παρισινό θέατρο Σατλέ («Ε», 14.1.95): «ο θεατής μαντεύει τις παραξενιές, τις επιθυμίες, την κούραση, την εσωστρέφεια και τη μοναξιά αυτών των άγνωστων μεταξύ τους ανθρώπων. Είναι γραμμένα στο σώμα και στις κινήσεις τους. Σαν μαέστρος ορχήστρας, ο Λουκ Μποντί σκηνοθετεί τη σιωπή με μουσική ακρίβεια. Επιτέλους «μια ώρα που δεν ξέραμε τίποτε ο ένας για τον άλλο». Επιτέλους σιωπή».

Αυτή η σιωπή, η πεμπτουσία ενός έργου που αδράχνει προς την εσώτερη εμπειρία του ρεμβασμού, την αμιγή χαρά τού βλέπειν, απουσιάζει ολοσχερώς από την παράσταση του «Σημείου». Με αφοπλιστική αμεριμνησία και σιγουριά, ο Νίκος Διαμαντής αποφασίζει να καταργήσει τις παγίδες ενός «μουγγού» έργου και την πρόκληση της αναμέτρησης με μια «εξοργιστική» 90λεπτη αλαλία. Οταν σπουδαίοι συνάδελφοί του (Μποντί, Πάιμαν) σπαζοκεφάλιασαν πώς να σκηνοθετήσουν την απουσία γλώσσας, σε μια σπάνια ευκαιρία συμφιλίωσης τέχνης και ζωής, ο Διαμαντής επιλέγει την υπερκινητικότητα και την πολυλογία. Το πρόβλημα δεν είναι, αν σε μια επίδειξη «φτωχού θεάτρου» οι εκατό ρόλοι με τα ανάλογα κοστούμια και αξεσουάρ συμπτύσσονται σε εφτά. Είναι η απορία, ποιο όραμα υπηρετούν αυτοί οι δυναμικοί και επιδέξιοι νέοι ηθοποιοί, σε αθλητικές φόρμες και επιγονατίδες(!), επιδιδόμενοι σε ατελέσφορες διαδικασίες. Στην αναπαράσταση ενός κόσμου αισθήσεων, όπως η μουσική και η ζωγραφική, μέσα από κοπιώδη παντομίμα, αυτοσχεδιασμούς, μίμηση ήχων (πουλιά, αεροπλάνα, κορναρίσματα) και -το πιο ολέθριο- την ακατάσχετη απαγγελία με θεατρικό στόμφο των σκηνοθετικών οδηγιών του συγγραφέα (μετάφραση Κατερίνα Σχινά).

Ολοι μιλούν, μόνοι ή ως Χορός, με κορυφαία την Ιωάννα Μακρή. Περιγράφουν τι συμβαίνει («ένας διασχίζει τρέχοντας»), τι πρόκειται να συμβεί, δραστηριότητες και καταστάσεις που δεν βλέπουμε, ποιος είναι τι, ποια η σχέση του με τα ανιστορούμενα. Κάποια στιγμή, τα πήγαιν’ έλα κοπάζουν και η βραδιά δείχνει να αποκτά ενδιαφέρον.

Σημάδια βίας σκιάζουν τις ομαδικές «ανακοινώσεις», ο ένας σπρώχνει τον άλλο, μουγκρητά και ψαλμωδίες αντηχούν στην τετράγωνη, άδεια σκηνή. Κατόπιν, σταδιακά οι τόνοι ημερεύουν, επέρχεται σιγή και ένα συλλογικό ατένισμα κάποιου «ιερού φωτός» πάνω ψηλά, υπό τον ήχο μιας υπερκόσμιας μελωδίας, δίνει την αίσθηση πλησιάσματος αυτού του διασκορπισμένου όχλου.

Μια ωραία στιγμή άσκησης ζωής, έπειτα από μια μακριά ώρα μονολιθικών πειραματισμών, χωρίς θεατρική κοκεταρία και χωρίς χώρο για ποίηση και σαγήνη. Τόσα λόγια, τόση κίνηση και πίσω το κενό -μέχρι 10′ πριν το τέλος.

Ηθοποίοι: Αυγουστίνος Ρεμούνδος, Ελενα Αρβανίτη, Γιώργος Μερτζιάνης, Νάσια Κυριάκου, Νίκος Παντελίδης, Δανάη Παπαδοπούλου. *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 20/12/2008

Κλασικά μιούζικαλ και γεύση από κομέντια ντελ άρτε

«Της φύσης μυστικό»

[ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 19 Δεκέμβρη 2008. Του Θανάση ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ].–

  • Μαριάννα Τόλη «Η Μαίρη Πόπινς συναντά τους Μπιτλς» στο θέατρο «Ιλίσια – Ντενίση»

Δυο αγαπημένα θέματα για τους μεγάλους επέλεξε ως περιεχόμενο του θεατρικού έργου της για παιδιά, κατά την τρέχουσα θεατρική περίοδο, η Μαριάννα Τόλη: α) το παλιό και γνώριμο κλασικό παραμύθι της Π. Τράβερς και β) τις μουσικές επιτυχίες των «σκαθαριών», του αξέχαστου συγκροτήματος των Μπιτλς της δεκαετίας του ’60. Ετσι, οι γονείς αδράχνουν την ευκαιρία να φέρουν σε επαφή τα παιδιά τους και οι εκπαιδευτικοί τους μαθητές τους με τη μαγεία του παραμυθιού και τις περιπέτειες της αγαπημένης σε όλους Μαίρης Πόπινς, αλλά και με τη μουσική πορεία του θρυλικού συγκροτήματος. Στα δεξιά της σκηνής είναι στημένο το κίτρινο υποβρύχιο (σήμα κατατεθέν) και στ’ αριστερά τετραμελές μουσικό σχήμα παίζει ζωντανά, καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, μεγάλες και γνωστές επιτυχίες των Μπιτλς (σε μουσική ενορχήστρωση – διασκευή Γιώργου Θεοδοσιάδη). Το πολυμελές θεατρικό σχήμα αποδίδει θαυμάσια στην καλοστημένη παράσταση – μιούζικαλ με μπρίο, χιούμορ και ενθουσιασμό τα διασκευασμένα από την Μαριάννα Τόλη επεισόδια του κειμένου της Τράβερς, αλλά και προσφέρει παράλληλα μια μουσική πανδαισία με συντελεστές θαυμάσιους τραγουδιστές, με προεξάρχουσα την πολυτάλαντη καλλιτέχνιδα Μαριάννα Τόλη.

Η μαγευτική αισθητική απόλαυση και η συγκινησιακή φόρτιση που παράγεται κατά την έκβαση του μύθου, απογειώνουν μικρούς και μεγάλους θεατές, δυναμώνοντας τη δημιουργική φαντασία τους, δημιουργώντας αισθητική απόλαυση και προβληματίζοντας ιδεολογικά τους θεατές (για τις υπάρχουσες προβληματικές οικογενειακές σχέσεις και τη μοναξιά, το στείρο εγκυκλοπαιδισμό στα σχολεία και την έλλειψη παιχνιδιού και δημιουργικών δραστηριοτήτων, την ανυπαρξία της ανάπτυξης της συναισθηματικής νοημοσύνης, μέσα από ευκαιρίες που μπορεί να προσφέρει η φύση και ο πολιτισμός κλπ.). Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί είναι δυνατό να συζητήσουν, μετά την παράσταση, με τα παιδιά για τις οικογενειακές σχέσεις, τα οικονομικά και κοινωνικά αδιέξοδα στην αστική κοινωνία και ότι φυσικά δε λύνονται τα προβλήματα με μεταφυσικές αντιλήψεις και μαγικά τρικ.

«Η Μαίρη Πόπινς συναντά τους Μπιτλς»

Στο φόντο της σκηνής το βίντεο παίζει αδιάκοπα κινηματογραφημένα στιγμιότυπα από τις δραστηριότητες των Μπιτλς, παρουσιάζει υπέροχες εικόνες και βίντεο με το βυθό της θάλασσας, με το μαγικό πάρκο, με το καρουσέλ, με τους πιγκουίνους στο Νότιο Πόλο, με κινούμενα σχέδια κ.ο.κ. Οι χορογραφίες του Αλέξανδρου Κουζίτζκιν είναι υπέροχες, όπως και τα μουσικά μέρη, είτε σε μονοφωνικό είτε σε χορωδιακό επίπεδο. Η παράσταση ανήκει ασφαλώς στο λυρικό θέατρο και νομίζω ότι είναι αισθητικά πετυχημένη απόλυτα.Τα σκηνοθετικά ευρήματα της Μαριάννας Τόλη είναι πλούσια (η χιουμοριστική αφήγηση του πλοιάρχου, οι τσαγιέρες, οι πιγκουίνοι, οι ξυλοπόδαροι, η τράπεζα, οι οδοκαθαριστές στις στέγες, η άνοδος της Πόπινς στον ουρανό κ.ά.), τα κοστούμια της Ιωάννας Κουρμπέλα εντυπωσιακά και η σκηνογραφία της Δέσποινας Βολίδη ευφάνταστη. Η μουσική των Τζον Λένον, Πολ Μακάρντεϊ, Ρίνγκο Σταρ σκορπίζει ρίγη συγκίνησης, με στίχους της Μαριάννας Τόλη.

Κατά τη γνώμη μου ο ρόλος των τεσσάρων μικρών κοριτσιών που συμμετέχουν στην παράσταση είναι εντελώς περιφερειακός και δευτερεύων, και ως εκ τούτου δεν κρίνεται απαραίτητη η συμμετοχή τους. Επίσης, στα αρνητικά της παράστασης είναι η ενσωμάτωση στο θεατρικό κείμενο και η προβολή ενός από τους χορηγούς, κατά την ώρα της παράστασης.

Από τους θαυμάσιους ηθοποιούς – τραγουδιστές ξεχωρίζουν οι: Γιάννης Φίλιας (υπέροχη φωνή), Αννα Φιλιππάκη, Γιώργος Χουλιάρας (ταλαντούχος κωμικός), Βαγγέλης Κρανιώτης και Ανδρέας Βασσιούκ Μπαμπάνιν.

  • «Ο Πουλτσινέλα και το γελαστό δάσος» στον πολυχώρο «Μορφές Εκφρασης»

Πρόκειται για μια συμπαθητική μουσικοθεατρική παράσταση, όπου κυριαρχεί ο αφηγηματικός παραμυθιακός λόγος, με στοιχεία μιμικής, θεατρικού παιχνιδιού και σωματικού θεάτρου, με μέσα φωνητικά και χειρονομιακά, καθώς και με έντονες τις εκφράσεις του προσώπου των ηθοποιών. Συχνά επιζητείται από τους μικρούς θεατές η συμμετοχή τους. Οι μεταμορφώσεις των ρόλων πραγματώνονται με απλά μέσα (γκροτέσκες μάσκες της κομέντια ντελ άρτε, φορέματα, αντικείμενα).

«Ο Πουλτσινέλα και το μαγικό δάσος»

Στο περιεχόμενο του παραμυθιού επιχειρείται μείξη στοιχείων των λαϊκών παραμυθιών με τις παραδόσεις της κομέντια ντελ άρτε, όπου ο περιφερόμενος θίασος αποτελείται από μαριονέτες, με πρωταγωνιστή τον κλασικό τύπο (υπηρέτη) Πουλτσινέλα, που διεκδικεί την ελευθερία του και ενώ κόβει τα σκοινιά του, παρασυρμένος και από τις «φωνούλες της νύχτας», σκέφτεται να κάνει το ίδιο και για την Ντορατέλα, τη φίλη του μαριονέτα. Η αίσθηση της ελευθερίας είναι καταπληκτική. Ο σκύλος, τελικά, δεν τους τρώει, αφού είναι ξύλινοι, αλλά αντιθέτως γίνεται φίλος και συνεργάτης τους.Τα μηνύματα είναι εμφανή: αγάπη για την ελευθερία, τη φιλία, το γέλιο και τη χαρά. Το αφιλόξενο δάσος τους βάζει σε περιπέτειες, καθώς και ο Πάποκ, ένα συντηρητικό και κακόβουλο (ξωτικό) πλάσμα του δάσους, που δεν ανέχεται την όποια αλλαγή και εξέλιξη. Οι νεράιδες, όμως, μαζί με τις πρώην μαριονέτες θα δημιουργήσουν τις συνθήκες για ένα όμορφο και γελαστό δάσος, συμπαρασύροντας και τον Πάποκ στη θετική μεταμόρφωσή του. Οι συμβολισμοί της παράστασης εντείνουν την αναγκαιότητα για συνειδητοποίηση των παιδιών ότι η ζωή είναι δύσκολη (σκοτεινό δάσος), αλλά η θέληση, η συνεργασία, η αγωνιστικότητα και αποφασιστικότητα των ανθρώπων είναι δυνατό να αλλάξουν τη ζωή τους προς το καλύτερο (γελαστό δάσος).

Λυρικό παραμύθι, που εξάπτει τη φαντασία των παιδιών και τους διεγείρει το συναισθηματικό τους κόσμο. Οι τρεις ηθοποιοί (Κλεονίκη Καραχάλιου: Ντορατέλα, Αννα Σεβαστή – Τζίμα: Πουλτσινέλα και Μαρία Καλλινάκη: Πάποκ), με εύπλαστες κινήσεις του σώματος, με υποκριτικές ικανότητες, αλλά ωστόσο με μέτριες μουσικές επιδόσεις, κατορθώνουν μέσα από γρήγορους ρυθμούς (συνεχόμενες αλλαγές ρόλων και επαναφορές) να μεταδώσουν στα παιδιά τη μαγεία του παραμυθιού. Παίζουν αισθησιακή μουσική, ζωντανά, κυρίως ρυθμικά μοτίβα, με φλάουτο, φλογέρα, μεταλλόφωνο, ξυλόφωνο και κρουστά.

Το «σενάριο» – δραματικό κείμενο υπογράφουν οι: Αννα Σεβαστή-Τζίμα και Σύλβια Κουτσουφλάκη. Τη σκηνοθεσία επιμελήθηκε ο Θωμάς Κινδύνης, τις χορογραφίες η Κλεονίκη Καραχάλιου και τη σκηνοθεσία – κοστούμια η Αννα Σεβαστή-Τζίμα. (Αλκμήνης 13, Κάτω Πετράλωνα).

  • Μιχάλης Κουκουλομμάτης «Της φύσης μυστικό» στο θέατρο «ΑΡΓΩ», από την Παιδική Σκηνή «Παρών»

Ενα παραμύθι με οικολογικά μηνύματα, με δραματικό χώρο την Αχνοχώρα και ήρωες τους καλούς, χαμογελαστούς και ήρεμους κατοίκους της. Οι δυο ήρωες, ο Αχνούλης και η Αχνούλα, ρίχνονται σε περιπέτειες, ψάχνοντας τη χειμωνιάτικη φίλη τους Παχνούλα, αφού η κακιά Αράχνη κάνει σε όλους τη ζωή δύσκολη. Τελικά, η φύση αποδεικνύεται σοφή, αφού χρειάζεται όλα τα πλάσματα και διατηρεί όλα τα φαινόμενα. Τα στοιχεία του όμορφου μαγικού παραμυθιού συνεπαίρνουν τους μικρούς θεατές και τους ταξιδεύουν στη χώρα της φαντασίας και του ονείρου με την υπέροχη μουσική του Δαμιανού Πάντα, την ενδιαφέρουσα δραματουργική, κατέχει και το ρόλο του αφηγητή, σκηνοθετική άποψη του Μιχάλη Κουκουλομμάτη, το αφαιρετικό σκηνικό και τα λιτά κοστούμια της Δέσποινας Βολίδη και τις αξιόλογες χορογραφίες της Αννας Φιλιππάκη. Την ευθύνη για τους φωτισμούς έχει ο Σοκόλ Τομτσίνι. Οι στίχοι του Μιχάλη Κουκουλομμάτη είναι αρκετά καλοί.

Ευρηματικά τα κινούμενα σχέδια του Γιώργου Μπιγιάκη, που συνομιλούν με τους ηθοποιούς, έτσι που να συμπλέουν με επιτυχία τέχνες και τεχνικές και να δένονται αρμονικά. Φιλότιμες οι προσπάθειες των ηθοποιών: Δόξας Πάντα (αρκετά καλή), Μαρίας Βλαχοδημήτρη, Γιώργου Μπανταδάκη και Ειρήνης Καζάκου. Στα αρνητικά της παράστασης είναι, κατά τη γνώμη μου, η βιντεο-προβολή της ηθοποιού – παρουσιάστριας γνωστού τηλεοπτικού σταθμού, Χριστίνας Λαμπίρη, διαφημίζοντας έμμεσα ιδιωτικά συμφέροντα. Θα μπορούσε απλά ν’ ακούγεται η φωνή της, χωρίς αναφορά στο, έστω παραπλανητικά ονομαζόμενο «ΑΧΝΑ-CHANNEL». Η αναφορά στη βοήθεια και χορηγία οποιουδήποτε στο θεατρικό πρόγραμμα είναι άλλη υπόθεση, τουλάχιστο βρίσκεται εκτός της δραματουργίας. Στο βίντεο παρουσιάζεται και ο ηθοποιός Σπύρος Μπιμπίλας.

Επίσης, αρνητικά κρίνονται και τα μαγνητοφωνημένα τραγούδια. Νομίζω ότι όταν οι ηθοποιοί τραγουδούν ζωντανά, συγκινούν περισσότερο συναισθηματικά.

Χρειάζεται σκληρή δουλειά και είναι βέβαιο ότι σύντομα θα έρθουν οι ποθητές επιτυχίες. Η τέχνη, αναμφίβολα έχει απαιτήσεις.

(Ελευσινίων 15 – Μεταξουργείο).