Tag Archives: Βασίλης Καραποστόλης

Σύγχρονοι θεατές, αρχαία αινίγματα και ο ρόλος του χορού

Πώς γίνεται σήμερα αντιληπτή η τραγωδία; Ποιοι είναι αυτοί που με μια φωνή υποδεικνύουν στους ήρωες τι θα πράξουν;

  • Του Βασιλη Καραποστολη*

Οι κερκίδες των αρχαίων θεάτρων γεμίζουν και πάλι με πλήθη. Οι θεατές προσέρχονται, τακτοποιούνται στις θέσεις τους, παρακολουθούν την παράσταση και επισφραγίζουν το τέλος της με ένα χειροκρότημα, που πιο πολύ και από το να ανταμείβει τους ηθοποιούς, σκεπάζει τις πολλές απορίες που γεννήθηκαν στο κοινό.

Είναι, πράγματι, αδύνατον να μην απορήσει ο σύγχρονος θεατής για τον τρόπο με τον οποίο οι ήρωες στην αττική τραγωδία βιώνουν τα πάθη τους. Τα βιώνουν φωναχτά! Τους βλέπουμε να ανακοινώνουν αυτά που εμείς θα θεωρούσαμε μύχιες υποθέσεις μας, σε μια περίεργη ομάδα συμπολιτών τους που τους περιτριγυρίζει, τους ακούει, τους θέτει ερωτήματα και τους δίνει τη γνώμη της. Είναι ο χορός, αυτό που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο δυσκολεύεται να καταλάβει σήμερα ο θεατής. Γιατί να παρουσιάζονται οπωσδήποτε αυτοί οι μεσολαβητές; Γιατί να ανακόπτουν κάθε τόσο τη δράση; Συνέχεια

Ο ΕΠΙΚΑΙΡΟΣ ΜΠΙΧΝΕΡ

  • ΤΗΣ ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ, Επτά, Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

Ο Γκέοργκ Μπίχνερ

Μερικά χρόνια πριν ο Μαρξ κυκλοφορήσει το «Κεφάλαιο», ο νεαρός Γκέοργκ Μπίχνερ διατύπωνε τις σοσιαλιστικές θέσεις του για την επανάσταση: «Αν η επανάσταση μπορούσε ποτέ να ευοδωθεί, θα συνέβαινε μόνο εξαιτίας της μεγάλης μάζας των ανθρώπων. Η αριθμητική τους υπεροχή και το κύρος τους έπρεπε να υπερνικήσουν το στρατό».

Επιστήμονας, θεατρικός συγγραφέας ολίγων αλλά σπουδαίων έργων, θερμός επαναστάτης, πέθανε μόλις 23 χρόνων. Αν και άφησε πίσω του τρία μόνο θεατρικά έργα, ο Μπίχνερ θεωρείται πρόδρομος του Μπρεχτ αλλά, μ’ έναν τρόπο, και του Μαρξ… Από το πανεπιστήμιο, όπου σπουδάζει ζωολογία και συγκριτική ανατομία, συνδέεται με αντικαθεστωτικούς διανοούμενους. Πολύ γρήγορα ιδρύει μαζί με φοιτητές και αγρότες την επαναστατική οργάνωση «Εταιρεία Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων». Το 1834 συντάσσει και εκδίδει ένα μανιφέστο για τους καταπιεσμένους αγρότες, από τα πρώτα σοσιαλιστικά κείμενα στην Ευρώπη. Οι αγρότες όχι μόνο αδυνατούν να το κατανοήσουν αλλά το παραδίδουν στην αστυνομία… Ο Μπίχνερ αποφεύγει τη σύλληψη και μέσα σ’ ένα μήνα γράφει τον «Θάνατο του Δαντόν», που σκηνοθετεί ο Στάθης Λιβαθινός στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών (Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, 22, 23, 26-30 Ιανουαρίου και 2-6, 9-12 και 16-18 Φεβρουαρίου) σε μετάφραση Γιώργου Δεπάστα και μ’ ένα πλήθος καλών ηθοποιών: Βασίλης Ανδρέου, Μελέτης Ηλίας, Στέλιος Ιακωβίδης, Νίκος Καρδώνης, Μαρία Ναυπλιώτου, Δημήτρης Μπίτος κ.ά.

Το έργο διαδραματίζεται την εποχή της γαλλικής επανάστασης και της τρομοκρατίας την τριετία 1790-1793, όταν επικρατούσε αναρχία και χάος. Οι μάζες πεινούν, στερούνται των δικαιωμάτων που ευαγγελιζόταν η επανάσταση και παραπαίουν στο έλεος των δημαγωγών. Η γκιλοτίνα βρίσκεται σε διαρκή λειτουργία υποδεχόμενη κάθε φορά κεφάλια πρώην «σωτήρων» και νυν «εχθρών» της επανάστασης. Ο συγγραφέας εστιάζοντας στις προσωπικότητες των πρωτεργατών της επανάστασης, του Δαντόν και του Ροβεσπιέρου, ανατέμνει θεατρικά και ιδεολογικά την τραγωδία της ίδιας της πολιτικής. Ο ηγέτης των αντιβασιλικών δυνάμεων Δαντόν αντιμετωπίζει τώρα κριτικά τον νόμο που ευνοεί τις χιλιάδες πολιτικές δολοφονίες και ζητά «οικονομία στο ανθρώπινο αίμα». Ο αδιάλλακτος δικηγόρος Ροβεσπιέρος, αρχηγός της παράταξης των Ιακωβίνων, εμμένει στην προεπαναστική θέση ότι η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας που ίδρυσε, οφείλει να αποψιλώσει την κοινωνία από κάθε ύποπτο και αντεπαναστικό στοιχείο. Ο Δαντόν αρνείται να διαφύγει, οδηγείται σε μια παρωδία δίκης και στην εκτέλεση.

Οταν ο 20χρονος Μπίχνερ γράφει τον «Δαντόν», η Γερμανία βρίσκεται σε μια κατάσταση συγγενική εκείνης που επικρατούσε στην προεπαναστατική Γαλλία. Χωρίς να παίρνει ανοιχτά θέση υπέρ του Δαντόν ή του Ροβεσπιέρου, επικεντρώνεται στη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στους κοινωνικούς αγώνες για ελευθερία-δημοκρατία και στη δεσποτική εξουσία.

Και σήμερα; Καταμεσής της οικονομικής κρίσης, η βία ως τυφλή απάντηση στο πολιτικό σύστημα έχει ανοίξει βήμα στην Ελλάδα. Στη μετεπαναστατική Γαλλία το τσεκούρι της λαιμητόμου έπεφτε επί δικαίων και αδίκων. Τώρα, βομβιστικές επιθέσεις, προπηλακισμοί πολιτικών, χτυπήματα σε κτίρια της Δικαιοσύνης και της Αστυνομίας, απαντούν στη βία της σύγχρονης πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Αποτελεί όμως αυτός ο δρόμος ουσιαστικό πλήγμα στη βαρβαρότητα του συστήματος;

Ο καθηγητής του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών με ειδίκευση στην Πολιτική Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας (και αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ) Θάνος Βερέμης και καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Βασίλης Καραποστόλης (συγγραφέας του βιβλίου «Διχασμός και Εξιλέωση, περί πολιτικής ηθικής των Ελλήνων» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη) προσεγγίζουν με αυτή την αφορμή για το «Επτά» το φαινόμενο πολιτική βία και φανατισμός στις μέρες μας: 7

Η ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΑ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ

  • ΤΟΥ ΘΑΝΟΥ ΒΕΡΕΜΗ

ΑΞΙΟΛΟΓΕΣ κινηματογραφικές ταινίες της τελευταίας δεκαετίας ασχολούνται, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, με τη βιαιότητα που κοιμάται μέσα μας.

Η βιαιότητα εξεγείρεται συνήθως ως μέσον αυτοπροστασίας ενώπιον απειλής και κινητοποιεί τόσο έντονα τις αισθήσεις, ώστε τακτική αναρρίπισή τους είναι δυνατό να προκαλέσει σύνδρομο εθισμού. Πώς να ερμηνεύουμε την εισβολή της εικονικής βίας αλλά και εκείνης που συμβαίνει στην πραγματικότητα, όμως κάπου μακριά από την «τακτοποιημένη και πεζή ζωή μας» (Καβάφης «Θεόδοτος»); Ισως ο φόβος και ο οίκτος να γίνονται έτσι συναισθήματα καθαρκτικά της βίας που ενδημεί μέσα μας.

Αντίθετα από τον κόσμο της αρχαίας τραγωδίας, ο μεταμοντέρνος κόσμος είναι χωρίς έρμα. Η βία του είναι ανεξήγητη και γι’ αυτό ανεξέλεγκτη. Η ταύτιση του θεατή με τους μεταμοντέρνους ήρωες είναι εξαιρετικά δυσχερής. Καθώς απομακρύνονται οι γενιές που έζησαν και στη συνέχεια εκλογίκευσαν τη βία του μεγάλου πολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου, οι υπόλοιποι, προϊόντα της παρατεταμένης μεταπολεμικής ειρήνης, γνωρίζουν μόνο την εικονική βία του κινηματογράφου και τη μακρινή βία στην Ασία ή την Αφρική από ΜΜΕ. Ως θεατές των συγκρούσεων αυτών εισερχόμαστε σταθερά στη μεταμοντέρνα εποχή της ανεξήγητης και ανεξέλεγκτης βίας. Σε περιοχές με πολιτικές ηγεσίες που επικοινωνούν με τον Θεό (ανατολικές και δυτικές) και διεθνείς οργανισμούς που αγωνίζονται να περισώσουν το πνεύμα του ρασιοναλισμού από το οποίο γεννήθηκαν, ακόμα και η βία του κινηματογράφου ή των ειδήσεων στην τηλεόραση, αποδίδουν τον παραλογισμό των σημερινών συγκρούσεων.

Ο «Θάνατος του Δαντόν» του Γκέοργκ Μπίχνερ με υπότιτλο «Δραματικές εικόνες από την τρομοκρατία της Γαλλίας» απέχει μόλις 45 χρόνια από τα γεγονότα της ιακωβινικής φάσης των γάλλων επαναστατών του 1789. Αντίθετα από τους λογικοκρατούμενους δημίους του ιακωβινισμού, ο Μπίχνερ πίστευε ότι το άτομο δεν είναι αυτόβουλος οργανισμός αλλά ελέγχεται από ανεξήγητους κοινωνικούς νόμους. Ούτε ο ηρωισμός, ούτε η ιδιοφυΐα των ηρώων ή μάλλον των αντιηρώων του, τους σώζουν. Στο πιο προχωρημένο έργο του, τον «Βόιτσεκ», που έμεινε ημιτελές, η συνείδηση του ήρωα ή του αντιήρωα αντιδρά στο κοινωνικό χάος με την τρέλα ή το έγκλημα. Ετσι η βία όταν δεν είναι μεθοδευμένη σαν αυτή του Ροβεσπιέρου, αλλά εκείνη του αδύναμου μικρού ανθρώπου, του Βόιτσεκ. Ο ρασιοναλιστής Δαντόν δεν έχει καμιά ελπίδα να επικρατήσει στο καθεστώς μεθοδευμένου χάους που οικοδομεί ο αντίπαλός του, ο Ροβεσπιέρος. Η στροφή του Δαντόν προς τη μετριοπάθεια τον έχει από την αρχή καταδικάσει σε θάνατο.

Ο Μπίχνερ βρίσκεται πολύ κοντά στην εποχή της μεταμοντέρνας βίας. Η ερμηνεία που επιχειρεί ο Δαντόν της προσωπικότητας του αντιπάλου του αποτελεί μια σύγχρονη αποδόμηση του δήθεν λογικοκρατούμενου επαναστάτη. Ο Χίτλερ, ο Στάλιν και ο Μάο θα μπορούσαν να αποτελέσουν συναρπαστικό αντικείμενο μιας νέας θεατρικής ανάγνωσης από έναν σύγχρονο Μπίχνερ. Ο ριζοσπάστης διανοούμενος και ποιητής του 1835 Μπίχνερ, ίσως βρει έτσι στη σημερινή Γερμανία έναν απόγονό του. Κάποιον σαν τον Χανς Μάγκνους Αϊζενμπεργκ.

ΤΟΤΕ ΑΔΙΚΙΑ, ΤΩΡΑ ΕΞΑΠΑΤΗΣΗ

  • ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΚΑΡΑΠΟΣΤΟΛΗ

ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ της σημερινής κρίσης αντιστοιχούν στα χαρακτηριστικά της σημερινής βίας.

Αλλοτε το πρόβλημα στις δυτικές κοινωνίες ήταν η αδικία, σήμερα είναι η εξαπάτηση. Αυτό που προβάλλει απειλητικό ως εχθρός των πολλών δεν είναι ο ανεξέλεγκτος εκμεταλλευτής της εργασίας τους, είναι η αμυδρή εικόνα ενός συλλογικού απατεώνα. Δεν διακρίνεται καθαρά το πρόσωπο και η ταυτότητά του. Είναι όμως άκρως αισθητές οι πράξεις του και οι πράξεις αυτές αφήνουν πίσω τους τα ίχνη ενός κλέφτη, ενός σφετεριστή. Το «σύστημα» λοιπόν περισσότερο εξαπατά, παρά καταπιέζει. Αρα, ουσιαστικά, δεν είναι σύστημα. Ο καπιταλισμός αποσυντίθεται για να μετατραπεί σ’ αυτό που γράφουν και στα πανό τους οι διαδηλωτές στις πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής: σ’ ένα τεράστιο καζίνο. Αλλά και πάλι δεν είναι η τύχη που κυβερνά εδώ, είναι η πανουργία των καλύτερα πληροφορημένων και των πιο αδίστακτων. Ετσι, δεν είναι παράδοξο που η αντίδραση των χαμένων σ’ αυτό το στημένο παιγνίδι δεν θυμίζει σε τίποτα την εξέγερση άλλων καιρών.

Τώρα μαζί με το πορτοφόλι θίγεται και το μυαλό, και μάλιστα πιο πολύ αυτό. Η απατεωνιά του «συστήματος» προσβάλλει κατ’ ευθείαν τη νόηση του αγρότη, του εργάτη, του μισθωτού, του ελεύθερου επαγγελματία, του καλλιτέχνη και του επιστήμονα. Ολοι τους θεωρούνται «κορόιδα», λίγο ώς πολύ, αφού βλέπουν εμβρόντητοι τα εισοδήματά τους να μειώνονται και τις καταθέσεις τους να απειλούνται. Κάποιοι τους ξεγέλασαν, αυτό είναι το μόνο που καταλαβαίνουν, κι αυτό βέβαια είναι τόσο πιο προσβλητικό όσο πιο υψηλή είναι η εκπαίδευσή τους. Το να σε θεωρούν κουτό αφού πρώτα σ’ έχουν σπουδάσει, αυτή είναι η κύρια αντίφαση της σημερινής κοινωνίας. Γι’ αυτό και η βία που γεννιέται είναι άγρια και τυφλή. Τυφλή επίτηδες, για να δείξει πως σε όποιο σχολείο να πάει κανείς, σ’ όποιο πανεπιστήμιο, δεν θ’ ανοίξουν τα μάτια του ποτέ. Η σημερινή βία εκδικείται τη γνώση και την εκπαίδευση πιο πολύ και από την πολιτική. Ή για να το πούμε με μεγαλύτερη ακρίβεια: το σχολείο πληρώνει τα σπασμένα της πολιτικής. Ηδη στις ΗΠΑ οι ιθύνοντες ανησυχούν πολύ για το φαινόμενο. Σε πρόσφατη ομιλία του ο Ομπάμα έκανε έκκληση στους εφήβους να επιστρέψουν στις τάξεις τους. Το ίδιο και στην Αγγλία και τη Γαλλία. Αυξάνεται ο αριθμός των νέων που δεν βρίσκουν τον λόγο να πάνε στο σχολείο.

Στην Ελλάδα τα πράγματα, προς το παρόν, είναι διαφορετικά. Δεν εγκαταλείπουν το σχολείο οι νέοι, αλλά αδρανούν μέσα σ’ αυτό. Τι μπορούμε άραγε να τους πούμε; Ισως μόνον αυτό: εάν θέλουν ν’ αλλάξουν τον κόσμο πρέπει να τον καταλάβουν και για να τον καταλάβουν πρέπει να μάθουν ορισμένα πράγματα, κι ανάμεσα σ’ αυτά το κυριότερο: πως ποτέ το δίκιο δεν το κατέχει κάποιος εντελώς. Ούτε καν οι δυστυχισμένοι. Είναι δύσκολο, βέβαια, να τους πείσουμε. Είναι άλλωστε δύσκολο να πειστούμε και εμείς οι πρεσβύτεροι. Πρέπει να το προσπαθήσουμε όμως. Οχι για ν’ αθωώσουμε κάποιους ανάξιους πολιτικούς ή άπληστους τραπεζίτες, αλλά για να σώσουμε το μυαλό μας. Ο Δαντόν έλεγε: «Δεν θέλουμε να καταδικάσουμε τον βασιλιά, θέλουμε να τον σκοτώσουμε». Εμείς μετά από όσα έχουν συμβεί στην Ιστορία, πρέπει να πάμε πιο πίσω, πρέπει να μάθουμε να δικάζουμε.