Tag Archives: Η κυρία Κούλα

Ερωτας έξω από το «κουκούλι» του γάμου

«Η κυρία Κούλα» στη σκηνή του «Θεάτρου Τέχνης»

Εκείνος, ένας νεαρός 21 ετών. Ανήσυχος, αριστερός, φοιτητής ηλεκτρονικών. Βλαστάρι δεξιού τραπεζικού. Εκείνη, ώριμη, καλοστεκούμενη, απολίτικη εφοριακός.

Ο Μίμης - Γιώργος Φριντζήλας στην αγκαλιά της Κούλας - Λυδίας Κονιόρδου

Ο Μίμης – Γιώργος Φριντζήλας στην αγκαλιά της Κούλας – Λυδίας Κονιόρδου

Παντρεμένη με έμπορο, χωρίς έρωτα. Ηρεμη, μητέρα δυο κοριτσιών -δέκα και δεκατριών ετών. Ο Μίμης. Και η Κούλα. Δυο άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι. Και φαινομενικά, χωρίς κάποιο σημείο «σύγκλισης». Τυχαίοι συνεπιβάτες στη διαδρομή του Ηλεκτρικού από το Μοναστηράκι ώς τον Αγιο Νικόλαο.

«Εσμιγαν κάθε βράδυ στις οκτώ. Ο ένας έμπαινε Θησείο. Η άλλη Μοναστηράκι. (…) Συνήθως η στάση της Ομόνοιας τους έβρισκε καθισμένους αντικριστά. Τον πρώτο καιρό δεν έβγαζαν λέξη. Περιορίζονταν στο να ρίχνουν φευγαλέες ματιές».

Επειτα από δεκάδες κοινά, βουβά «ταξίδια», αυτοί οι δυο ξένοι με τη μεγάλη διαφορά ηλικίας, οι αγέραστοι ήρωες της διαχρονικής νουβέλας του Μένη Κουμανταρέα «Η κυρία Κούλα» («Κέδρος»), κάτι νιώθουν. Απρόσμενα ξυπνούν μέσα τους «αντιφατικά αισθήματα». Ακόμη και η απλή γνωριμία τους φαινόταν στην Κούλα αρχικά «εκτροχιασμός». Τελικά, ο νεαρός και η ώριμη γυναίκα, που υπήρξε πάντα «βράχος στις αποφάσεις της», θα ζήσουν έναν παθιασμένο, παράνομο έρωτα.

Η «Κυρία Κούλα» απέκτησε, όμως, νέο στόρι. Η παράσταση, που από τις 18 Νοεμβρίου θα ζωντανεύει τη νουβέλα στο «Θέατρο Τέχνης» της Φρυνίχου, με Κούλα τη Λυδία Κονιόρδου και Μίμη τον Γιώργο Φριντζήλα, παρ’ όλο που πατά με σεβασμό στο κείμενο του Κουμανταρέα, μαζί με το μοιραίο ζευγάρι εμφανίζει επί σκηνής, ως «δορυφόρο», μια μυστηριώδη ώριμη γυναίκα (Ειρήνη Ιγγλέση). Τη διασκευή υπογράφει ο Ακης Δήμου. Η σκηνοθεσία, τα σκηνικά, τα κοστούμια και η μουσική επιμέλεια είναι του Νίκου Μαστοράκη.

Η ερωτική ιστορία με το άδοξο τέλος, που ξεκινά στο τρένο και συνεχίζεται σε υπόγεια γκαρσονιέρα στον Αγιο Νικόλαο, στη νουβέλα του Κουμανταρέα εκτυλίσσεται το 1975. Αλλά πέραν του έρωτα και των «κραδασμών» του, που έτσι κι αλλιώς είναι διαχρονικότατα φαινόμενα, υπάρχει κι άλλο σημείο που το παρόν της νουβέλας συναντιέται με το δικό μας σήμερα. Και τότε η Αθήνα «καιγόταν από πανηγυρισμούς και διαδηλώσεις, όταν έπεφταν δακρυγόνα, στήνονταν οδοφράγματα…».

Πάντως, στην παράσταση της «Φρυνίχου» δεν θα υπάρχει ούτε βαγόνι Ηλεκτρικού ούτε γκαρσονιέρα. Ο ρεαλισμός παραδίδεται αμαχητί στον άπιαστο «έρωτα», που θα κορώνει και θα πεθαίνει σε ένα σκηνικό αφαιρετικό και υπερρεαλιστικό.

Με τα μάτια της Κούλας

«Η «Κυρία Κούλα» γράφτηκε ουσιαστικά μες στον Ηλεκτρικό», θυμάται σήμερα ο Μένης Κουμανταρέας. «Κάνοντας δρομολόγια για να πηγαίνω στη δουλειά μου -τότε εργαζόμουνα σε μια εταιρεία υπάλληλος- αλλά και στον αδελφό μου -που ήταν κλεισμένος σε μια κλινική στη Νέα Ερυθραία. Μέσα απ’ αυτές τις διαδρομές μού γεννήθηκε η επιθυμία να γνωρίσω ένα πρόσωπο που θα ήταν σαν τον Μίμη ή την κυρία Κούλα. Πάντα και παντού σκέφτομαι τι σχέση μπορεί να έχουν μεταξύ τους άγνωστοι άνθρωποι».

«Δεν δυσκολεύτηκα πολύ να γράψω αυτό το βιβλίο», προσθέτει ο Μ. Κουμανταρέας. «Δεν είχα να ερευνήσω στοιχεία ντοκιμαντερίστικα. Ηξερα την υπόθεση απ’ έξω. Αφού την είχα ζήσει ως επιβάτης στο τρένο». Το μόνο κώλυμα που είχε στην αρχή της συγγραφής του, και σύντομα ξεπέρασε, ήταν «ο προσδιορισμός του φύλου τού Μίμη». «Γιατί θα μπορούσε να είναι και κορίτσι», αποκαλύπτει ο Κουμανταρέας. «Ευτυχώς, ένας φίλος με απέτρεψε. Θα ήταν σαν να έπαιζα κρυφτό στον εαυτό μου».

Ηδη από τον τίτλο του βιβλίου προδίδεται όμως η προτίμησή του. «Τα πάντα είναι ιδωμένα μέσα από τα μάτια της Κούλας, που εντέλει είναι τα δικά μου μάτια», παραδέχεται. «Ο Μίμης ήταν εύκολος, προβλέψιμος. Οχι ελαφρόμυαλος, αλλά συνεπαρμένος από την ηλικία του και την ευκολία του να κάνει σχέσεις με γυναίκες μικρές, όπως η αρχιτεκτόνισσα, ή μεγαλύτερες, όπως η Κούλα, που τον γοητεύει περισσότερο. Η σοφία της Κούλας», προσθέτει, «έγκειται στο ότι η ίδια σταματά την ιστορία τους. Υπήρξε μια τολμηρή γυναίκα. Κατορθώνει να βγει από το κουκούλι της παντρεμένης νοικοκυράς. Ηθελα πράγματι να διαπραγματευτώ κάτι που ξεφεύγει από την κανονικότητα».

Τι αποζητούν οι ήρωες από την ερωτική περιπέτειά τους; «Αυτό που αποζητάμε όλοι», απαντά ο Μ. Κουμανταρέας. «Αυτό το πράγμα που δεν κάναμε στη ζωή μας. Είτε είναι ερωτικό είτε επαγγελματικό. Είναι μια βουτιά στο άγνωστο. Εξω από εμάς…».

Στην εποχή των κινητών τηλεφώνων, θα μπορούσε να «αναπνεύσει» μια σχέση σαν της Κούλας και του Μίμη, που πλάστηκε εν μέρει από τον παράγοντα του τυχαίου; «Νομίζω ότι τόσο τα κινητά όσο και η τεχνολογία δεν έχουν διαφοροποιήσει τη ζωή μας στα ουσιαστικά. Γιατί στην «Κούλα» διακυβεύονται τα ουσιαστικά πράγματα», τονίζει ο Μένης Κουμανταρέας. «Βεβαίως και θα μπορούσε η ιστορία να γίνει σήμερα. Δεν είναι η «Κούλα» έργο εποχής. Δεν πρέπει να κρατήσουμε τα χαρακτηριστικά της δεκαετίας εκείνης».

Τη μεταφορά της νουβέλας παλιότερα στην οθόνη από τον Διαγόρα Χρονόπουλο, με τη Βέρα Ζαβιτσιάνου και τον Φίλιππο Σοφιανό, τη χαρακτηρίζει «τίμια». Στην τωρινή παράσταση του «Θεάτρου Τέχνης» δεν έχει ανακατευτεί και ουσιαστικά δεν ξέρει πώς θα είναι. «Είδα μόνο το πρώτο χέρι του Ακη Δήμου», λέει ο συγγραφέας. «Θα πάω στην παράσταση ως ένας θεατής. Ετοιμος να δεχτώ τα πάντα, αρκεί να είναι κάτι το ωραίον, χωρίς να είναι κιτς. Αλλά και κιτς να είναι, επειδή είναι πολύ στη ζωή μας πλέον, το δέχομαι -εκτός από την πολιτική».

Νέος χαρακτήρας

«Δεν έγραψα ένα νέο έργο», ξεκαθαρίζει ο Ακης Δήμου. «Αλλά ένα θεατρικό που πατάει, και μάλιστα γερά, στη νουβέλα του Κουμανταρέα. Τα «κλειδιά» δηλαδή του θεατρικού ανήκουν στον Μένη. Μ’ αυτά ξεκλειδώνω την ιστορία του. Δεν μιλάμε για ένα κείμενο θεατρικό που καταργεί το λογοτεχνικό, αλλά για ένα θεατρικό που υποκλίνεται στο λογοτεχνικό». Ο Μ. Κουμανταρέας ήταν εξαιρετικά ακριβής στις παρατηρήσεις του. «Το εντυπωσιακό είναι ότι οι παρατηρήσεις του ήταν θεατρικές και όχι λογοτεχνικές», τονίζει ο Α. Δήμου.

Τι άλλαξε στο στόρι τής επί σκηνής «Κούλας»; «Η ιστορία, η εξέλιξή της, η ψυχοσύνθεση, οι ανάγκες, τα μυστικά της Κούλας και του Μίμη παραμένουν ίδια», λέει ο Δήμου. Πρόσθεσε, όμως, μια ώριμη γυναίκα, που «εκ των υστέρων βλέπουμε να έχει παρακολουθήσει όλη την ιστορία του ζευγαριού», μας «μαρτυράει» ο συγγραφέας. *

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010