Category Archives: Χειλάκης Αιμίλιος

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΕΙΛΑΚΗΣ: «Προτιμώ την Πάτρα από τη μιζέρια της Αθήνας»…

Η Αθηνά Μαξίμου (Κλερ) και ο Αιμίλιος Χειλάκης (Φελίς) υποδύονται τα αδέρφια – ήρωες στην «Κραυγή» του Τενεσί Ουίλιαμς.
Ηθοποιός σημαίνει «φως» αλλά και «νερό, τηλέφωνο…». Ο Αιμίλιος Χειλάκης, ηθοποιός που αγαπά πρωτίστως το θέατρο αλλά εμφανίζεται, επιλεκτικά, και στην τηλεόραση, προσυπογράφει το ρηθέν. Αναγνωρίζοντας ότι «ουκ εν τω πολλώ το ευ» αφήνει το κλεινόν άστυ κι «επιστρέφει» στην Πάτρα, μια πόλη όπου έχει ζήσει ενδιαφέρουσες καλλιτεχνικές εμπειρίες. Δεν τον αγχώνει, δεν τον ανησυχεί το ότι δεν θα βρίσκεται στο… επίκεντρο των γεγονότων; «Οι ηθοποιοί έχουν μαζευτεί στην Αθήνα, αλλά ξέρουμε ότι δεν παίζουν για το αθηναϊκό κοινό αλλά για τους ανθρώπους του χώρου. Για να έχουν και αύριο δουλειά… Εάν υπήρχαν τρία-τέσσερα ημικρατικά θέατρα στην περιφέρεια, θα ήταν διαφορετική η κατανομή των δυνάμεων». Για τον ίδιο τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. «Προτιμώ να παρουσιάσω το έργο που έχω επιλέξει στην Πάτρα, παρά να ζω τη (θεατρική) μιζέρια της Αθήνας».
Ο Αιμίλιος Χειλάκης άφησε το κλεινόν άστυ κι «επιστρέφει» θεατρικά στην Πάτρα με την «Κραυγή» του Τενεσί Ουίλιαμς, μια παραγωγή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της πόλης.
  • Η επιλογή σας για θεατρική αποκέντρωση ήταν συνειδητή. Ποιος ήταν ο λόγος που σας οδήγησε στην Πάτρα;

Θεωρώ ότι η Αθήνα έχει κορεστεί σαν θεατρικός τόπος. Μία παράσταση δύο ατόμων μέσα σε ένα θεατρικό τοπίο με άλλες πολλές ολιγοπρόσωπες παραγωγές -λόγω κρίσης- δεν θα ήταν κάποιο γεγονός. Γι’ αυτό κατεβαίνουμε στην Πάτρα, σε ένα κοινό που διψάει και ξέρει να βλέπει θέατρο. Είναι ένας τόπος όπου, όποτε έχουμε έλθει να παίξουμε και εγώ και η Αθηνά Μαξίμου (σ.σ. η συμπρωταγωνίστριά του), όχι μόνο έχουμε κάνει καλές παραστάσεις αλλά έχουμε περάσει και ωραία.

  • Πιστεύετε ότι η αθηναϊκή θεατρική πολυφωνία έχει γίνει πλέον «πρόβλημα»; Χάνεται το αξιόλογο στην πληθώρα;

«Πρόβλημα» υπάρχει εδώ και χρόνια. Οι μεγάλες παραστάσεις γεμίζουν αλλά όχι και οι μικρές σκηνές. Το κοινό -που τώρα πια θα πάει σε μία παράσταση τον μήνα, άντε πέντε τον χρόνο- γιατί να διαλέξει μια παράσταση δύο ατόμων κι όχι μία που να του προσφέρει θέαμα;… Διανύουμε μια περίεργη περίοδο. Θέλουμε να τα πετύχουμε όλα σε ένα… Κι εμείς δουλεύουμε για το εισιτήριο. Δεν είμαστε ένας επιχορηγούμενος θίασος. Πώς θα βγούμε διαφορετικά; Προτιμώ να είμαι στην Πάτρα, να παίζω στο έργο που έχω επιλέξει, παρά να ζω τη (θεατρική) μιζέρια της Αθήνας.

  • Αυτοβιογραφικό το έργο του Ουίλιαμς με όλους τους δαίμονες που τον στοίχειωναν. Σε μια εποχή όμως που όλα τρέχουν, που τα ευρώ έχουν αισθητά λιγοστέψει, όπου όλα έχουν αλλάξει και αλλάζουν με γρήγορους ρυθμούς, τι μπορεί να μας πει ένα τέτοιο κείμενο σήμερα;

Αυτός ο περίεργος εγκλεισμός, ο ιδρυματισμός που μας συμβαίνει ως χώρα, η εικονική ευμάρεια που είχαμε παλιά, αυτό που λέγαμε «έχει αύριο ο Θεός» και τώρα κατά πάσα πιθανότητα θεωρούμε ότι δεν υπάρχει Θεός, το ότι έχουμε χάσει όλη μας την αισιοδοξία – δείγμα των καιρών μας… Σκέφτομαι την αισιοδοξία του καλοκαιριού 2004, τότε που μας ανήκαν τα πάντα. Μέσα σε τέσσερα χρόνια δεν μας ανήκει τίποτα. Το έργο μιλάει για όλα αυτά.
Δύο αδέλφια παίζουν μία παράσταση και προσπαθούν να μιλήσουν για τη ζωή τους, να χαρούν για τη ζωή τους, να θυμηθούν ό,τι θα μπορούσε να είναι χαρούμενο: ηλιοτρόπια, σαπουνόφουσκες, καλοκαίρια στον αμερικανικό Νότο. Αλλά κι αυτό εφιάλτης καταντάει… Υστερα είναι η ανάγκη, ο βιοπορισμός: εάν δεν παίξουνε δεν θα βγάλουν λεφτά. Τι άλλο να σου θυμίζει την Ελλάδα του σήμερα; Κι εμείς Κλερ και Φελίς είμαστε. Πρέπει να δουλέψουμε για να ζήσουμε. «Θα παίξουμε απόψε; Αυτή η περιοδεία θα τελειώσει;» λέει η Κλερ. «Αν δεν παίξουμε απόψε θα τελειώσει!» απαντά ο Φελίς. Η παράστασή τους εξελίσσεται σε ένα ξεγύμνωμα δύο ταραγμένων ψυχών που η μόνη τους διαφυγή από το παρελθόν τους είναι η Τέχνη τους.

  • Διαφυγή ή καταφυγή είναι η τέχνη, ιδιαίτερα σήμερα; Για σας προσωπικά τι είναι;

Το μόνο που ξέρω να κάνω, να αναγνωρίζω και να συνδιαλέγομαι. Ακόμα και με ανθρώπους που μπορεί να μην επικοινωνούμε διαφορετικά, μπορούμε να επικοινωνήσουμε μέσω της τέχνης. Λέει ο Φελίς «Το μόνο που μας μένει είναι να αναρωτηθούμε πως αν δεν είμαστε καλλιτέχνες, είμαστε ένα τίποτα». Εμείς λέμε δείτε πώς είναι τα πράγματα και πώς θα μπορούσαν να είναι. Αρα δεν είναι θέμα ούτε καταφυγής ούτε διαφυγής. Είναι μέσο επιβίωσης… Διαβάζεις Σαίξπηρ και Μολιέρο και συνειδητοποιείς ότι έγραψαν αριστουργήματα σε μια περίοδο που προσπαθούσαν να επιζήσουν της εκκλησίας, του βασιλιά, της βασίλισσας, που έπρεπε να είναι αρεστοί… Για να φάνε και να πιούνε κάνανε τέχνη κι αυτοί. Απλά ήταν ικανοί στο να φάνε και να πιούνε μέσα από την τέχνη τους, αφήνοντας μεγάλα έργα.

  • Η σχέση σας με τον Μολιέρο είναι στενότερη αφού με τον Δον Ζουάν πήρατε το βάπτισμα του πυρός ως σκηνοθέτης. Ποια η εμπειρία σας;

Το «πώς το έχεις κάνει έτσι». Υπάρχει δογματισμός σε μερικά πράγματα. Σου λένε «μην αγγίζεις. Απαγορεύεται». Είναι ίδιον της θέσης «μη λες τη γνώμη σου». Αυτοί που μας απαγορεύουν να πούμε τη γνώμη μας, έτσι τους έχουν μάθει. Δεν το καταλαβαίνουν και οι ίδιοι.

  • Η σκηνοθεσία είναι το επόμενο βήμα; Αυτό που οραματίζεστε για το μέλλον;

Ξέρω εγώ; Είναι η μόνη απάντηση που μπορώ να δώσω. Από το να θες μέχρι να το κάνεις υπάρχει μεγάλο χάσμα. Με ποιον θα το κάνεις, πώς, αν θα με αφήσουν, να θέλω να το κάνω. Δεν πιστεύω σε θεωρίες συνωμοσίας. Ετυχε πέρυσι ένα όνειρο που είχα να γίνει πραγματικότητα. Ποτέ δεν ξέρεις ωστόσο…

  • Για κοινωνικό αποκλεισμό μιλάει το έργο διαφορετικό από αυτό που βιώνουν δεκάδες μετανάστες καθημερινά. Πώς τοποθετείστε ως πολίτης απέναντι στο ζήτημα;

Θα σας απαντήσω με μια αληθινή ιστορία που μου έλεγε η μητέρα μου: Σε έναν οικισμό Τσιγγάνων, οι Τσιγγάνοι φτωχοί, ζούσαν στο τσαντίρι. Μια μέρα μπαίνει στο τσαντίρι ένας άλλος Τσιγγάνος και τους ρωτάει εάν υπάρχει κάτι για να φάει. Και τον δείρανε!… Εδώ εμείς δεν ξέρουμε για μας, αν θα υπάρχουμε ως κράτος, εάν θα χρωστάμε την ύπαρξή μας κάπου αλλού… Γιατί δεν μας κυβερνάει το ΠΑΣΟΚ ή η ΝΔ. Επαρχοι είναι, διορισμένες κυβερνήσεις, που θα πρέπει να υλοποιήσουν τις αποφάσεις της μεγαλύτερης κυβέρνησης που εδρεύει εκτός χώρας. Δεν θεωρώ ότι έχουμε εθνική κυβέρνηση. Σε μια τέτοια κατάσταση έρχονται, ξαφνικά, κάποιοι άνθρωποι που πεινάνε και θέλουν να γίνουν νόμιμοι μετανάστες σε μια μη νόμιμη χώρα. Είναι το θέατρο του παραλόγου.

  • Θα μπορούσαμε να κάνουμε κάτι άλλο;

Οικονομολόγος δεν είμαι, οπότε σίγουρα δεν ξέρω. Εικάζω όμως ότι εάν είχαμε αποφασίσει να πτωχεύσουμε εδώ και δύο χρόνια που τέθηκε το θέμα, ίσως να είχαμε να ανακαλύψει, πλέον, τρόπους για να μπορούμε να επιβιώσουμε. Τώρα βρισκόμαστε μονίμως υπό την απειλή της πτώχευσης, του πέλεκυ. Δεν μπορώ έτσι. Προτιμώ να δω την καταστροφή μπροστά στα μάτια μου και να την αντιμετωπίσω. Να παίζω θέατρο στους φίλους μου για να μου δώσουν κανένα αβγό να φάω, παρά να ζω με αυτόν τον φόβο. Βρισκόμαστε διαρκώς υπό το καθεστώς φόβου και δεν φταίνε μόνον αυτοί που μας κυβερνάνε αλλά και όσοι ανακυκλώνουν αυτόν τον φόβο.

  • Παίζετε στη δημοφιλέστατη τηλεοπτική σειρά του Μέγκα «Το Νησί». Κάνετε τηλεόραση από ανάγκη ή γιατί σας αρέσει;

Μου αρέσει το θέατρο. Θα περάσω μπροστά από την τηλεοπτική κάμερα, υπό συγκεκριμένες συνθήκες που έχουν να κάνουν με έναν συνδυασμό καλλιτεχνικο-οικονομικών παραγόντων. Αλλά δεν συμβαίνει συχνά, παρά το ότι προτάσεις υπάρχουν. Είναι άλλη τέχνη η τηλεόραση. Εντελώς διαφορετική από το θέατρο.

  • Θα συμμετείχατε σε ριάλιτι;

Είναι ερώτηση-παγίδα! Δεν θα συμμετείχα σε ριάλιτι ούτε ως παρουσιαστής ούτε έως παίκτης. Βέβαια εάν μου έδιναν 1 εκατ. ευρώ θα το σκεφτόμουν! Σοβαρά τώρα… Εγώ ιστορίες λέω. Αρα η δουλειά μου δεν είναι αυτό.

  • Ανατροπές και χιούμορ

«Η Κραυγή» είναι, σε έναν μεγάλο βαθμό, έργο αυτοβιογραφικό. Η Κλερ είναι βασισμένη στην αδελφή του Ουίλιαμς, Ρόουζ, και ο Φελίς στον ίδιο τον Ουίλιαμς. Ο εγκλεισμός αποτελεί μια κύρια θεματική του έργου του Ουίλιαμς και η «Κραυγή» θεωρείται η πιο προσωπική του κατάθεση. Αν και το έργο ξεφεύγει από τον ρεαλισμό που χαρακτηρίζει τα κλασικά του έργα, ως προς τη θεματολογία του παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με τα προηγούμενα έργα, όπως τον εγκλεισμό εξαιτίας κάποιας ψυχικής ασθένειας, την καταπίεση που οδηγεί στον κοινωνικό αποκλεισμό, την τυραννική εξουσία και την κλειστοφοβία. Εχοντας κερδίσει κριτικούς και κοινό με τα προηγούμενα έργα του, ο Τ. Ουίλιαμς θέλησε εδώ να πειραματιστεί ακραία.

Χρειάστηκε πάνω από δέκα χρόνια για να ολοκληρώσει το κείμενο (ο Ουίλιαμς έγραψε και εξέδωσε τρεις διαφορετικές εκδοχές του έργου. Η πρώτη και η τελευταία παραλλαγή του έργου με τον τίτλο «Το έργο των Δύο Χαρακτήρων» ολοκληρώθηκαν το 1967 και 1979 αντίστοιχα και η δεύτερη το 1971 με τον τίτλο «Η Κραυγή»), περισσότερο από κάθε άλλο του έργο, και αποτελεί μια καινοτομία στο ύφος του.
Η πλοκή του είναι σύνθετη αφού εξελίσσεται ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα: παρακολουθούμε τους ήρωες να παίζουν ένα έργο μέσα στο έργο. Καθώς οι ηθοποιοί μπαινοβγαίνουν στους ρόλους τους, χάνονται εσκεμμένα τα όρια ανάμεσα στον ρόλο και τον ηθοποιό, στην τέχνη και τη βιογραφία, στην πραγματικότητα και την παραίσθηση. Πρόκειται για ένα έργο γεμάτο ανατροπές και χιούμορ που μας φέρνει αντιμέτωπους με τη σκοτεινή αλήθεια του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.

  • Που και πότε
    «Η Κραυγή» του Τενεσί Ουίλιαμς. Μετάφραση: Ελλη Παπακωνσταντίνου – Αθηνά Μαξίμου. Σκηνοθεσία: Ελλη Παπακωνσταντίνου. Σκηνογραφία: Κένι ΜακΛέλαν. Μουσική: Λάμπρος Πηγούνης. Κίνηση: Αμάλια Μπένετ. Παίζουν: Α. Χειλάκης, Α. Μα­ξί­μου. ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, Θέατρο «Απόλλων». Καθημερινά, εκτός Δευτέρας, Τρίτης.

Συνέντευξη στην Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 20/3/2011

Ο Αιμίλιος Χειλάκης άφησε το κλεινόν άστυ κι «επιστρέφει» θεατρικά στην Πάτρα με την «Κραυγή» του Τενεσί Ουίλιαμς, μια παραγωγή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της πόλης.

«Δεν υπάρχουν πια Δον Ζουάν»

  • Είναι είρων, κυνικός, λάτρης της ομορφιάς. Πιστεύει μόνο στη δύναμη της λογικής, στην ύλη. Χαίρεται να διασύρει τα ιερά και τα όσια, να καταστρατηγεί ηθικές και κοινωνικές νόρμες όπως ο γάμος, η πίστη, η τιμή. Αρνείται την αθανασία της ψυχής, τη δέσμευση, την υποδούλωση στη μία και μοναδική αγάπη.

Είναι ο Δον Ζουάν, ένας μοναχικός διανοούμενος, ένας προκλητικά ελεύθερος άντρας. Το έργο του Μολιέρου παίζεται στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, σε μετάφραση Κοσμά Φοντούκη, σκηνοθεσία Αιμίλιου Χειλάκη, με πρωταγωνιστή τον Γιάννη Μπέζο.

Το σκηνικό και τα κοστούμια του Αγγελου Μέντη είναι σύγχρονα. Ελάχιστα τα σκηνικά στοιχεία, κάποια δέντρα που από κήπος των Βερσαλλιών γίνονται δάσος του τρόμου κι ένα τραπέζι. Οι μουσικές που έχει γράψει ο Τηλέμαχος Μούσσας λειτουργούν ως νύξεις αντί της σιωπής.

Ο Αιμ. Χειλάκης επιχειρεί την πρώτη του σκηνοθεσία, ενώ συγχρόνως ερμηνεύει τον Σγαναρέλ, τον υπηρέτη του Δον Ζουάν. «Η παράσταση αναδεικνύει το σκοτεινό κομμάτι του έργου κι όχι τη χαρά της ζωής» επισημαίνει. «Αναδεικνύει τη στάση μας απέναντι στο ιδιωτικό και το δημόσιο: άλλα λέμε κρυφά κι άλλα φανερά».

Το σύγχρονο δεν αφορά τόσο τη φόρμα όσο το περιεχόμενο της σκηνοθετικής άποψης. Μια πολύχρωμη, κωμικοτραγικά συντηρητική κοινωνία στέκεται απέναντι σ’ έναν άνθρωπο -ντυμένο με απλό μαύρο κοστούμι και παλτό- που αντιμετωπίζει τα πάντα με πρωτοφανές αίσθημα ελευθερίας, πιέζοντάς τον να «συμμορφωθεί», να γίνει σαν κι αυτούς.

Αλλά ποιος είναι ο Δον Ζουάν; «Είναι ο Γιάννης Μπέζος ενώ παίζει ένα υπέροχο κείμενο» λέει ο Αιμ. Χειλάκης. «Ο Δον Ζουάν δεν είναι ρόλος, αλλά μύθος. Πώς να παίξεις έναν μύθο; Γι’ αυτό, βρισκόμαστε στη σκηνή ως σημερινοί άνθρωποι και μιλάμε για την ελευθερία με την ακρότητα που προσφέρει το θέατρο. Δεν ήθελα έναν Δον Ζουάν ευειδή, γυναικά που απολαμβάνει τη ζωή του. Τον ήθελα ώριμο, έναν επικούριο που προκαλεί ανενδοίαστα τον θεό και τον θάνατο».

«Σήμερα δεν υπάρχουν Δον Ζουάν» πιστεύει ο Γ. Μπέζος. «Το έργο είναι ουτοπικό, ποιητικό, συμβολικό. Πιστεύω ότι ο ρόλος πρέπει να παίζεται από ηθοποιό μεγαλύτερης ηλικίας. Δεν είναι αυτός που ξελογιάζει, το ασυνήθιστο που φέρει ελκύει τις γυναίκες. Η παράσταση γενικεύει το θέμα της θρησκευτικής υποκρισίας ευρύτερα στην κοινωνία. Ζούμε σε μια χώρα όπου φοβόμαστε να μιλήσουμε δημόσια για τις σκέψεις, τα αισθήματά μας. Επιλέγουμε την υποκρισία γιατί βολεύει. Ο Μολιέρος υπήρξε μεγάλος καλλιτέχνης. Το σημαντικό είναι η καρδιά του μέσα στο έργο παρά το εικαστικό μέρος. Ν’ ακουστεί ο λόγος, κι ας είναι περίτεχνος. Οι νεότεροι ηθοποιοί δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν με τη συγκεκριμένη γλώσσα, αλλά εγώ θεωρώ ότι αποτελεί γι’ αυτούς γοητευτική άσκηση. Το έργο εμπεριέχει όλες τις σχολές θεάτρου, από το κωμικό μέχρι το μεταφυσικό στοιχείο. Και, ενώ η σκηνοθετική πρόθεση, ορθώς, ήταν η ανάδειξη του σκοτεινού μέρους, δεν φοβηθήκαμε τις σκηνές που αποζητούν το γέλιο του θεατή».

Τα κωμικά μέρη παίζονται με ρυθμό, γρήγορη ατάκα. «Μέσω της κωμωδίας ο Μολιέρος ξεγλιστρά για να μην τον κρεμάσει ο βασιλιάς» λέει ο Αιμ. Χειλάκης. «Δεν παίζουμε με την ερωτική πρόθεση του Δον Ζουάν, παρ’ όλο που κι αυτή ακόμα είναι υπόθεση της ελευθερίας παρά της ερωτοτροπίας του. Μήνες πριν, συζητώντας με τον Γ. Μπέζο για τη φόρμα της παράστασης, αποφασίσαμε να μην πούμε ψέματα. Γιατί να κρύψουμε τους ήρωες φορώντας τους μάσκες; Ας ανεβούμε εμείς οι ίδιοι στη σκηνή χωρίς μακιγιάζ κι αποκριάτικα κοστούμια».

Δον Ζουάν και Σγαναρέλος παραπέμπουν στα μεγάλα λογοτεχνικά δίπολα όπως Οθέλος-Ιάγος, Δον Κιχώτης-Σάντσο Πάντσα. Στον αντίποδα του Δον Ζουάν, ο Σγαναρέλ θα επιβιώσει. Οπως λέει, δεν μπορεί να είναι ελεύθερος, διότι ο ουρανός τιμωρεί την ελευθερία. Κι όταν ο αφέντης του πεθαίνει, θρηνεί τους μισθούς που δεν πληρώθηκε.

Αλλά το μεταφυσικό κομμάτι του έργου πώς εντάσσεται στη σκηνοθετική πρόταση;

«Μήπως μια συναυλία των Ρόλινγκ Στόουνς ή η υπέροχη θεατρική στιγμή ενός σπουδαίου ηθοποιού δεν εμπεριέχουν κάτι μεταφυσικό όπου ο τόπος και ο χρόνος χάνονται; Ο Δον Ζουάν είναι άθεος, αιρετικός, επικούριος. Το θείο τον τιμωρεί. Ενα άγαλμα που μιλάει τον οδηγεί στον θάνατο. Προηγουμένως όμως ο Δον Ζουάν αποφασίζει να γίνει σαν τους άλλους: να θανατωθεί πνευματικά. Ο Μολιέρος διαμορφώνει στο έργο μια πολιτική σκέψη για την κοινωνία και το κράτος που συνεχίζεται μέχρι τον Ντε Σαντ και τον Μπακούνιν».

Ο Αιμ. Χειλάκης αντιλαμβάνεται τη σκηνοθεσία μέσα από τα μάτια του ηθοποιού. «Ηταν δύσκολο να σκηνοθετώ και να παίζω, αλλά αυτό είναι που με ενδιαφέρει. Εχω κακοπάθει από σκηνοθέτες, γι’ αυτό σκηνοθετώ ως ηθοποιός. Δεν θέλω να νιώθω βλάκας που δεν κατάλαβα τι εννοεί ο θεός!» *

  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ, ΚΥΡ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Επτά, Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010