Category Archives: Χατζησάββας Μηνάς

Mαρά, Ντε Σαντ και ροκ διάθεση…

H Eφη Θεοδώρου σκηνοθετεί το έργο του Πέτερ Bάις, ένα αιχμηρό σχόλιο για την επανάσταση και τη σύγκρουση της ατομικής ελευθερίας με το ιστορικό και κοινωνικό καθήκον

Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά τη Γαλλική Eπανάσταση, ο Mαρκήσιος ντε Σαντ σκηνοθετεί στο άσυλο του Σαραντόν την ιστορία της δολοφονίας του πρωταγωνιστή της επανάστασης, Zαν Πoλ Mαρά, με ηθοποιούς τους ίδιους τους τροφίμους του ασύλου. Bήμα βήμα, καθώς εξελίσσονται στη «σκηνή» τα γεγονότα που οδήγησαν στη δολοφονία του Mαρά, τα όρια ανάμεσα στην παράσταση και την πραγματικότητα γίνονται δυσδιάκριτα και το έργο μετατρέπεται σε ένα αιχμηρό και επίκαιρο σχόλιο για την επανάσταση και τη σύγκρουση της ατομικής ελευθερίας με το ιστορικό και κοινωνικό καθήκον.

O Kώστας Bασαρδάνης με τον Mηνά Xατζησάββα στο «Mαρά/Σαντ», που ανεβαίνει στη «Nέα Σκηνή - Nίκος Kούρκουλος» του Eθνικού Θεάτρου
O Kώστας Bασαρδάνης με τον Mηνά Xατζησάββα στο «Mαρά/Σαντ», που ανεβαίνει στη «Nέα Σκηνή – Nίκος Kούρκουλος» του Eθνικού Θεάτρου

«H καταδίωξη και η δολοφονία του Zαν Πoλ Mαρά, όπως παίχτηκε από τον θεατρικό όμιλο του Aσύλου του Σαραντόν με τη διεύθυνση του κυρίου ντε Σαντ», όπως είναι ολόκληρος ο τίτλος του έργου, γράφτηκε από τον Πέτερ Bάις το 1963. H Eφη Θεοδώρου το παρουσιάζει στη «Nέα Σκηνή – Nίκος Kούρκουλος» του Eθνικού Θεάτρου, από τις 15 Iανουαρίου, με τον τίτλο «Mαρά/Σαντ» (παραστάσεις έως 28/3).

H παράσταση αναζητά, με αφορμή μία από τις πιο καθοριστικές περιόδους της παγκόσμιας Iστορίας, τις δικές της απαντήσεις για τη φύση της επανάστασης, αφού το έργο, ενώ εκφράζει πολύ ισχυρές θέσεις, αφήνει ερωτήματα ανοιχτά.

«Tο Mαρά/Σαντ ήταν ένας τίτλος μυθικός για μένα: δύο πρόσωπα με κοινό σημείο το πάθος τους για το απόλυτο και την αφοσίωσή τους σε αυτό. O Mαρά έχει τάξει τον εαυτό του στην ιδέα της επανάστασης. H γραφή του Bάις τον συλλαμβάνει στον προθάλαμο του θανάτου -την τελευταία μέρα, λίγο πριν τον σκοτώσει η Σαρλότ Kορντέ- και τον ανακρίνει για όλες του τις πράξεις και τις παραλείψεις. Aυτό θέτει τον Σαντ προ των ευθυνών του, τον βάζει να αναρωτηθεί για τη χρησιμότητα της επανάστασης, για τα κέρδη και τις ζημιές της» σημειώνει η σκηνοθέτρια.

  • Ο μηδενιστής

Tον ίδιο τον Bάις τον συγκινούσε η ιδέα του ήρωα, του επαναστάτη καθηλωμένου μέσα στην μπανιέρα του, ακινητοποιημένου από τα τραύματα και τις δερματικές παθήσεις του, που συνεχίζει να αγωνίζεται με όπλο την πένα. O Σαντ, από την άλλη, εμφανίζεται ως εκφραστής της ενδοσκόπησης. Mηδενιστής, δεν τρέφεται από ουτοπίες, αναγνωρίζει τη θνητότητα ως μοίρα του ανθρώπου και αφήνεται να ζει μέσα σε φαντασιώσεις. Eχει πληρώσει γι’ αυτές, έχει βασανιστεί, έχει περάσει κυριολεκτικά τη μισή ζωή του στη φυλακή, καταδιωκόμενος από την κοινωνία σαν άτομο περιθωριακό, ακραίο, επικίνδυνο για τα ήθη.

Bασική συνθήκη στο έργο του Bάις είναι αυτή του ασύλου. O Σαντ στήνει την παράστασή του στο άσυλο του Σαραντόν με ηθοποιούς τους έγκλειστους «ασθενείς». Στη δική της προσέγγιση το άσυλο και η τρέλα απουσιάζουν. «Φεύγει το άσυλο, αλλά μένει το θέατρο ως χώρος και ως περιορισμός δράσης». Eτσι το Mαρά Σαντ δεν παρουσιάζεται σαν ένα έργο για την τρέλα αλλά για τα «όρια της τέχνης, τα οποία είναι απεριόριστα». H μουσική (Nίκος Πλάτανος) παίζει προεξάρχοντα ρόλο και συναντά την εποχή μας με ροκ διάθεση. Mαρά ή Σαντ, εν τέλει; «Tαυτίζομαι με τον Mαρά, αλλά με πείθει ο Σαντ γιατί η δύναμη της φαντασίας για την οποία μιλάει είναι η δύναμη του θεάτρου» απαντά η Eφη Θεοδώρου.

H μετάφραση είναι του Mάριου Πλωρίτη, τα σκηνικά της Eύας Mανιδάκη και τα κοστούμια της Iωάννας Tσάμη. Παίζουν (αλφαβητικά): Mιχ. Aφολαγιάν, K. Bασαρδάνης, K. Kαρβούνη, Hλ. Kουνέλας, Π. Λάρκου, Θ. Πάνου, M. Παπαδημητρίου, Δ. Πασσάς, N. Πλάτανος, Γ. Tζαβάρας, Eλ. Tοπαλίδου, Πρ. Tσινικόρης, Γ. Xατζηπασχάλη, M. Xατζησάββας.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΡΑΛΗ, ΕΘΝΟΣ, 04/01/2010

Μηνάς Χατζησάββας: «Ας κάνουμε την Επίδαυρο μουσείο ή μόνο αξιοθέατο…»

  • «Εάν δεν θέλουμε να ανεβαίνουν στην Επίδαυρο αναγνώσεις αρχαίων έργων με σύγχρονη ματιά, ας της αλλάξουμε χρήση. Ας την κάνουμε μουσείο ή μόνο αξιοθέατο για τους τουρίστες που ανεβαίνουν στη θυμέλη και δοκιμάζουν την ακουστική του χώρου…».
  • Λάβρος είναι ο Μηνάς Χατζησάββας, μιλώντας στην «Κ» για τις αντιδράσεις που υπήρξαν από μικρή μερίδα του κοινού της Επιδαύρου την περασμένη Παρασκευή και Σάββατο στην παράσταση «Πέρσες» του Εθνικού Θεάτρου, στην οποία παίζει το ρόλο του Δαρείου. «Οσοι αντιδρούν στις παραστάσεις με σύγχρονη ματιά, ας πάνε στα μπουζούκια», μας είπε, χθες λίγο πριν αρχίσει η πρόβα για την επόμενη παράσταση του θιάσου, στο Αρχαίο Θέατρου του Αργους. Εχουν περάσει 12 χρόνια από την παράσταση των Βακχών σε σκηνοθεσία του Ματίας Λάνγκχοφ από το ΚΘΒΕ. Τότε, από το κοίλον της Επιδαύρου, ο Χατζησάββας – Διόνυσος και οι άλλοι ηθοποιοί άκουσαν το «Σήκω Μινωτή, σήκω Παξινού, να δείτε πού μας κατάντησαν». «Δυστυχώς, αποδεικνύεται ότι ελάχιστα έχουν αλλάξει από τότε. Εκτιμώ πως η συμπεριφορά του κοινού αλλά και παραγόντων του θεατρικού χώρου απέναντι στους ξένους σκηνοθέτες αναδεικνύει τα κόμπλεξ μας και τις εθνικιστικές αντιλήψεις μας. Πιστεύουμε ότι εμείς γνωρίζουμε τον τρόπο που πρέπει να παρουσιάζονται τα αρχαία έργα. Αρα είμαστε αρνητικοί σε κάθε ξένο που παρουσιάζει μια άλλη ανάγνωση από αυτή που θέλουμε και περιμένουμε. Και όμως, στην καριέρα μου έχω συναντήσει σημαντικούς ξένους θεατρανθρώπους, που έχουν μελετήσει βαθιά την ελληνική γραμματεία. Τι ενόχλησε στην παράσταση; Η σύγχρονη ματιά της; Οτι ο Δαρείος και ο Ξέρξης δεν φορούσαν χλαμύδες; Οτι παρουσιάζονταν ως δικτατορίσκοι; Κοιτάξτε γύρω μας ποιοι μας κυβερνούν. Από τον Χίτλερ στον Τσαουσέσκου και τον Μπερλουσκόνι. Γελοίοι μάς κυβερνούν, όπως ο Ξέρξης και ο Δαρείος, που αγκυλώνονται στην εξουσία και την καθεστηκυία τάξη. Γιατί λοιπόν ενοχλεί μια σύγχρονη ανάγνωση των Περσών, όπως αυτή του Γκότσεφ;
  • «Η πρότασή του ήταν μια μεγάλη στιγμή για το θεσμό του Φεστιβάλ Επιδαύρου», λέει ο Μηνάς Χατζησάββας. Ο σημαντικός ηθοποιός είναι απόλυτος, ξεκάθαρος. «Το θέατρο είναι για το σήμερα. Τώρα πρέπει να μας μιλάει ένα κείμενο του Αισχύλου. Μια παράσταση πρέπει να εγείρει ερωτήματα και να επιτρέπει στον θεατή να προβληματιστεί για τη σημερινή κατάσταση. Και αυτό δεν γίνεται με όρους του ’60 και του ’70. Οφείλουμε ως καλλιτέχνες να προχωρούμε την τέχνη. Αλλιώς, ας πάψουμε να υποστηρίζουμε ότι κάνουμε θέατρο και ας λέμε ότι υπηρετούμε ένα μουσειακό είδος», καταλήγει.
  • Αποστολος Λακασας, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Πέμπτη, 6 Aυγούστου 2009

Κάθε Πέρσες και καλύτερα

  • Η παράσταση του έργου του Αισχύλου που σκηνοθέτησε ο Ντ. Γκότζεφ είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει. Αυτό επιζητεί, άλλωστε…

Ο Μηνάς Χατζησάββας, σαν άλλος δικτάτορας, μπροστά στον μπλε περιστρεφόμενο τοίχο, το σκηνικό της παράστασης.

Ο Μηνάς Χατζησάββας, σαν άλλος δικτάτορας, μπροστά στον μπλε περιστρεφόμενο τοίχο, το σκηνικό της παράστασης.

Ο Ντίμιτερ Γκότζεφ το είχε δηλώσει: «Στο έργο του Αισχύλου μ’ ενδιαφέρει ο ήχος που δημιουργείται όταν μια αυτοκρατορία διαλύεται. Πώς η εξουσία, παρά την ήττα που έφερε, συνεχίζει κραταιά να παραδίδει τα σκήπτρα από οικογένεια σε οικογένεια». Μια διαφορετική ανάγνωση των «Περσών» του Αισχύλου παρουσιάζει με το Εθνικό Θέατρο ο βούλγαρος σκηνοθέτης, την Παρασκευή και το Σάββατο, στην Επίδαυρο.

Μια παράσταση «ανάμεσα στη σιωπή και τον ήχο», με πολλές καινοτομίες: Γυναίκες αντί άντρες στον χορό, πολυμελής ο ρόλος του Αγγελιοφόρου.

Ο σκηνοθέτης επικεντρώθηκε στους ρυθμούς, στους ήχους, στο «συντακτικό» των λέξεων και των σκηνών. Η μουσική και η κίνηση βασίστηκε στον λόγο. Ο σκηνοθέτης συνεργάστηκε με τους ηθοποιούς πριμοδοτώντας την ενέργειά τους. Αλλαζε συνεχώς πράγματα στη διάρκεια των προβών, κάτι που έβαλε σε δοκιμασία τα νεύρα τους αλλά κινητοποίησε διαφορετικούς τρόπους σκέψης και δράσης.

Εκτός από την Αμαλία Μουτούση στον ρόλο της Ατοσσας, ένας εκλεκτός θίασος συμπληρώνει τη διανομή τόσο στον χορό (Στεφανία Γουλιώτη, Αλεξία Καλτσίκη, Κόρα Καρβούνη, Σύρμω Κεκέ, Ρηνιώ Κυριαζή, Εύη Σαουλίδου, Ελενα Τοπαλίδου), όσο και στο ρόλο του Αγγελιοφόρου που παρουσιάζεται από επτά ηθοποιούς (Βασίλης Ανδρέου, Γιώργος Γάλλος, Λαέρτης Βασιλείου, Δημήτρης Ήμελλος, Νίκος Κουρής, Δημήτρης Παπανικολάου, Πρόδρομος Τσινικόρης). Ολοι λειτουργούν σαν ένα σώμα και μια φωνή.

  • Ο Δαρείος δικτάτορας

Η Αλεξία Καλτσίκη τονίζει ότι η επιλογή να αντιστραφεί το φύλο του χορού είναι μέρος μιας ευρύτερης συλλογιστικής για την παράσταση: «Δεν βοηθάει σε τίποτα να απομονώνεται ο χορός. Οι κοπέλες έχουν η καθεμιά τη δική της εμπειρία και διαδρομή στο θέατρο. Η δουλειά μας είναι συλλογική και είναι χαρά να συναντιέμαι μαζί τους. Με τον Γκότζεφ δουλεύουμε ξεχνώντας ότι είναι ξένος σκηνοθέτης. Μας ενδιαφέρει η γλώσσα του θεάτρου και όχι αποκλειστικά η γλώσσα της καθημερινής επικοινωνίας. Αλλωστε δεν είναι και τόσο μακρινός μας. Είναι Βούλγαρος που απέκτησε τη θεατρική και πνευματική του παιδεία σε μια μεγάλη χώρα όπως η Γερμανία».

Το σκηνικό (Μαρκ Λάμερτ) περιορίζεται σ’ έναν μπλε περιστρεφόμενο τοίχο. Απ’ αυτόν θα ξεκολλήσει κάποτε το φάντασμα του Δαρείου (Μηνάς Χατζησάββας), που δεν θα είναι και τόσο… φάντασμα. Θα περπατήσει σαν δικτάτορας στην ορχήστρα, θα κουβεντιάσει με την Ατοσσα. Οσο για τη Λένα Κιτσοπούλου, είναι το «ένα άλλο πρόσωπο» της παράστασης που μπροστά σε μικρόφωνο ερμηνεύει αποσπάσματα χορικών.

«Σου δίνει την ελευθερία να δημιουργείς και να συνδημιουργείς» λέει ο Μ. Χατζησάββας για τον Ντ. Γκότζεφ: «Εχουμε συνηθίσει τους σκηνοθέτες λίγο σαν θεούς. Εκείνος είναι έτοιμος ν’ ακούσει και να δεχθεί την άποψή σου αν συμφωνήσει. Με προκαλεί να φτάσω στα άκρα. Επί έντεκα χρόνια αρνιόμουν να κάνω τραγωδία. Με ενδιαφέρουν οι διαφορετικές αναγνώσεις του αρχαίου δράματος. Τόσα χρόνια ζούμε με το καμτσίκι μήπως ξεφύγουμε λίγο απ’ το κείμενο, μην τυχόν κι αλλάξουμε μια κουβέντα του Αισχύλου… Η Ατοσσα και ο Δαρείος είναι δυο ρόλοι άχρωμοι μπροστά στα μεγέθη άλλων τραγικών ηρώων. Ε, λοιπόν, σ’ αυτή την παράσταση πήραν υπόσταση και αντί ξερών βασιλικών ρήσεων βλέπουμε σημερινές μεγάλες αλήθειες και δυστυχίες, όπως τους μηχανισμούς που κινούν την εξουσία μέσα από οικογένεια σε οικογένεια».

Στο κείμενο (μετάφραση Ελένης Βαροπούλου) έχουν γίνει κοψίματα και μεταθέσεις. Οσο για το περίφημο «Ιτε, παίδες Ελλήνων», που συνήθως προκαλεί ρίγη πατριωτικής διέγερσης στους θεατές, ακούγεται χαμηλά, σχεδόν αδιάφορα. Ο Μ. Χατζησάββας συνεχίζει:

«Γιατί όχι πειραματισμοί στην Επίδαυρο; Πρέπει να παίζουμε με χλαμύδες, να επιστρέψουμε στη θρησκεία, στον Αγιο Αισχύλο; Φυσικά πρόκειται για σπουδαίους ποιητές, αλλά δεν καταλαβαίνω τι θα υποστούν αν, σήμερα, τραγουδήσουμε το μέλος ή αν ο Δαρείος δεν εμφανιστεί ως πατροπαράδοτο φάντασμα. Ε, λοιπόν, εγώ είμαι άθεος… Επειδή έχουν ήδη αρχίσει τα σχόλια κι επειδή τελευταία οι δυσαρεστημένοι -είτε ως αποκλεισμένοι του φεστιβάλ, είτε ως ενοχλημένοι για την, κατά τη γνώμη τους, δήθεν πρωτοπορία- αρχίζουν προβοκάτσιες, εγώ πηγαίνω έτοιμος για παν ενδεχόμενο. Αν συμβεί κάτι, θα τους κατασπαράξω! Φτάνει να μην πάθω ανεύρυσμα. Τι έχω να φοβηθώ; Μήπως μου τσαλακώσουν την καριέρα; Εχω μεγαλώσει, δεν φοβάμαι τίποτα».

Τον ρόλο του Ξέρξη ερμηνεύει ο Νίκος Καραθάνος: «Ενας ηγέτης που έφτασε πολύ μακριά κάνοντας και παθαίνοντας φοβερά πράγματα. Ενας δικτάτορας που θα μπορούσε να είναι ο Μπάστερ Κίτον… Η παθολογία των ηγετών είναι πάντα κωμική στο βάθος, άσχετα αν εμείς δεν γελάμε γιατί στεκόμαστε στον τρόμο που προκαλούν». *

  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ – φωτ.: Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / Επτά, Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

Το τέταρτο κουδούνι: Μαρά-Σαντ, Ο Θείος Βάνιας, Μαύρη γαλήνη…

O Μηνάς Χατζησάββας (στη φωτογραφία) θα ΄ναι ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, ο Νίκος Κουρής ο ασθενής που υποδύεται τον Ζαν- Πολ Μαρά και η Κόρα Καρβούνη η τρόφιμη του ψυχιατρείου της Σαραντόν που υποδύεται την Σαρλότ Κορντέ, τη δολοφόνο του- εξαιρετικό τρίο- στο «Μαρά- Σαντ» του Πέτερ Βάις που θ΄ ανεβάσει τον επόμενο χειμώνα στο Εθνικό- στην Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»- η Έφη Θεοδώρου. Το έργο του Γερμανού Βάις- εν έτει 1808, επί Ναπολέοντος Α΄, όταν η Γαλλική Επανάσταση έχει καταντήσει αυτοκρατορία, ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, έγκλειστος στο ψυχιατρικό άσυλο της Σαραντόν, σκηνοθετεί τους τροφίμους σ΄ ένα έργο του που αναπαριστά τη δολοφονία τού εκ των πρωτεργατών της Επανάστασης Ζαν- Πολ Μαρά το 1793 και σε μια παράσταση με πολλές παραμέτρους…-, γραμμένο το 1963-πρωτότυπος τίτλος «Η καταδίωξη και δολοφονία του Ζαν- Πολ Μαρά όπως παραστάθηκε από τους τροφίμους του ασύλου της Σαραντόν υπό τη διεύθυνση του Μαρκήσιου ντε Σαντ»-, έκανε πρεμιέρα το 1964 στο θέατρο «Σίλερ» του- τότε- Δυτικού Βερολίνου. Η φήμη του όμως εκτοξεύτηκε μέσα απ΄ την παράσταση, την ίδια χρονιά, του Πίτερ Μπρουκ στο Λονδίνο, με τον Βασιλικό Σαιξπηρικό Θίασο και με Σαντ τον Πάτρικ Μαγκί, «Μαρά» τον Ίαν Ρίτσαρντσον και «Κορντέ» την Γκλέντα Τζάκσον. Παράσταση που την επόμενη χρονιά μεταφέρθηκε στο Μπρόντγουέι ενώ το 1967 ο Πίτερ Μπρουκ τη μετέφερε, με τους ίδιους πρωταγωνιστές, στον κινηματογράφο. Στην Ελλάδα το βαθύτατα επηρεασμένο απ΄ το «θέατρο της σκληρότητας» του Αντονέν Αρτό και τον Μπέρτολτ Μπρεχτ έργο πρωτοπαρουσίασε- βέβαια…ο Κάρολος Κουν με το «Θέατρο Τέχνης» τη σεζόν 1965-΄66 με Δημήτρη Χατζημάρκο, Γιώργο Λαζάνη, Μάγια Λυμπεροπούλου στους αντίστοιχους ρόλους. (Φανταστείτε: Και μόνο μέσα στο χειμώνα αυτό ο Κουν ανεβάζει για πρώτη φορά εδώ «Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ» του Άλμπι, για πρώτη φορά «Επιστάτη του Πίντερ, για πρώτη φορά «Μαρά- Σαντ»!!!). Το πιο πρόσφατο ελληνικό ανέβασμα του έργου έχει γίνει το χειμώνα του 2003-2004 (με επανάληψη την επόμενη σεζόν) απ΄ την ομάδα «Νέμεση» της Θεσσαλονίκης σε σκηνοθεσία Τίνας Στεφανοπούλου. Στο Εθνικό έχει ανεβεί μια μόνο φορά, με τον τίτλο «Η δολοφονία του Μαρά»: τη σεζόν 1988/ ΄89- επαναλήφθηκε και την επόμενη-, στο, τότε, «Γκαράζ» απ΄ τον Κοραή Δαμάτη με Γιώργο Τσιτσόπουλο, Τάσο Χαλκιά, Όλγα Δαμάνη.Ο Νίκος Χατζόπουλος (φωτογραφία) θα ερμηνεύσει τον επώνυμο ρόλο, ο Ακύλας Καραζήσης τον γιατρό Άστροφ, η Μαρία Σκουλά την Ελένα και η Άλκηστις Πουλοπούλου την Σόνια στον «Θείο Βάνια» του Τσέχοφ που θ΄ ανεβεί στο Εθνικό, τη σεζόν 2009- 2010, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά.

Για τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού θα ΄ναι ο δεύτερος Τσέχοφ που ανεβάζει. Το 1994- ΄95 είχε κάνει με το «Θέατρο του Νότου», στην Κεντρική Σκηνή του «Αμόρε», τις «Τρεις αδελφές».

Το έργο έχει να παιχτεί στην ελληνική σκηνή απ΄ την περσινή σεζόν 2007-2008, όταν το ανέβασε ο Γιώργος Μιχαηλίδης στο «Ανοιχτό Θέατρό» του. Στο Εθνικό έχει παρουσιαστεί μόνο μια φορά: το 1952- ΄53 απ΄ τον Κάρολο Κουν- η πέμπτη και τελευταία του σκηνοθεσία στο Εθνικό- με Βάνια τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, Άστροφ τον Θάνο Κωτσόπουλο, Ελένα την Ρίτα Μουσούρη, Σόνια την Μαρία Αλκαίου και Σερεμπριακόφ τον Νίκο Παρασκευά.

Ό,τι πιο καλτ στο θέατρό μας φέτος. Ως τίτλος τουλάχιστον (διότι ως χώρος ήταν οι τουαλέτες του «Βios» όπου παίχτηκε η «Τριλογία» του Χάινερ Μίλερ): «Κορσεδία» απ΄ την ομάδα «Κούλα η Πλανιδού»! Δεύτερη Σκηνή στο θέατρο «Άσκηση», πίσω απ΄ το Πάντειο. Όπου, πάντως, το κείμενο μπορεί να ΄ναι λίγο από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα, αλλά η παράσταση των παιδιών πολλά καλά έχει. Και, ιδιαίτερα, ενέργεια και καθόλου συνηθισμένη αισθητική.

Όποιος διυλίζει τον κώνωπα, και γκρινιάζει, και ταλαιπωρεί κόσμο αυτά παθαίνει… Στο «Τέταρτο Κουδούνι» της περασμένης Πέμπτης η φωτογραφία της Αννίτας Δεκαβάλλα που παίζει στο «Πολύ καλά!» της Λίζας Κρον- ανεβαίνει στο «Θέατρο Εξαρχείων»- είχε πάρει τη θέση της φωτογραφίας της Μαρίας Κίτσου η οποία θα παίξει στα σονέτα του Σαίξπηρ που πρόκειται να ανεβούν στο «104». Και τούμπαλιν. Το μόνο κοινό που υπάρχει είναι πως τα δυο θέατρα είναι στον ίδιο δρόμο, σχεδόν απέναντι…

Ο Γιάννης Τσορτέκης είναι «επίσημα» στο σανίδι απ΄ το ΄95. Δεν είναι γνωστός στο «ευρύτερο κοινό». Αλλά έχει κάνει πολλά πράγματα στο θέατρο. Με το σπαθί του. Και με το Ήθος του. Έχει κάνει εξαιρετικά ρόλους σημαντικούς, είναι πιστωμένος με ενδιαφέρουσες σκηνοθετικές προτάσεις, έχει γράψει κείμενα θεατρικά- ένας άνθρωπος ζυμωμένος με το θέατρο.

Φέτος, όμως, απ΄ το «Δώμα» του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου», μας δίνει μια γερή γροθιά. Πήρε το, έτσι κι αλλιώς, συγκλονιστικό κείμενο του Δημήτρη Μαρωνίτη «Μαύρη γαλήνη», μαρτυρία του απ΄ τη βασανιστική κράτησή του στο ΕΑΤ/ ΕΣΑ τα χρόνια της χούντας ας μην ξεχνάμε…-, ταυτίστηκε απόλυτα μ΄ αυτό, βούλιαξε μέσα του, έμπλεξε την κάθε ίνα του κορμιού του με την κάθε λέξη του και σ΄ ένα σκληρά γυμνό χώρο, «εκφωνώντας» το κείμενο μπροστά σ΄ ένα μικρόφωνο με πόδι, σιωπώντας συνταρακτικά μπροστά στα κάγκελα ενώ καπνίζει- κι η κάθε ρουφηξιά είναι μαχαιριά- σ΄ αρπάζει απ΄ το λαιμό και σε ταρακουνάει. Για να δώσει τέρμα εκρηκτικό στα σαράντα ασφυκτικά λεπτά ορμώντας και σπάζοντας ένα λαμπτήρα. Μια συναρπαστική στιγμή του θεάτρου μας. Και δεν εννοώ μόνο για φέτος.

Μετά το Μουσείο Μπενάκη και τη θεατρική εκδοχή του στο «Άγνωστο αριστούργημα» του Μπαλζάκ που παρουσίασε εκεί τον Σεπτέμβριο του 2007, ο νεαρός σκηνοθέτης Γρηγόρης Χατζάκης περνάει στο Μουσείο Σπύρου Βασιλείου- το σπίτι του ζωγράφου στην οδό Γουέμπστερ, στην Ακρόπολη. Που τον κάλεσε για μια παράσταση η οποία να σχετίζεται με τον αξέχαστο ζωγράφο.

Έτσι προέκυψε, σε κείμενα Διαμαντή Γκιζιώτη, «Η ξενάγηση- 12 ζωγραφιές του Σπύρου Βασιλείου»: μια θεατρική «ξενάγηση» σε δώδεκα πίνακες του ζωγράφου απ΄ τους οποίους θα ξεπηδούν- από 17 Μαρτίου- θεατρικές εικόνες. Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Δανάης Χατζάκη, η κινησιολογική επιμέλεια της Φρόσως Κορρού κι η μουσική του Χρήστου Θεοδώρου που θα συνοδεύει απ΄ το πιάνο τους τέσσερις ηθοποιούς.

  • Του Γιώργου Δ.Κ. Σαρηγιάννη, ΤΑ ΝΕΑ: Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009