Category Archives: Χατζηγιαννίδης Βαγγέλης

Σασπένς και «Λάσπη» στο… ειδυλλιακό καταφύγιο

Σασπνς και «Λάσπη» στο... ειδυλλιακό καταφύγιο

Μια γυναίκα «δραπετεύει» απ’ τη μεγαλοαστική, τακτοποιημένη ζωή της και μετακομίζει σ’ ένα απομονωμένο σπίτι, ξεχασμένη κληρονομιά της θείας της. Ο αιφνιδιασμός της είναι τεράστιος όταν ανακαλύπτει πως στο σπίτι της έχει εισβάλει και κατοικεί εδώ και καιρό ένα νεαρό ζευγάρι με τρία παιδιά, με τη σιωπηλή συνενοχή ολόκληρου του χωριού. Το έργο του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, «Λάσπη» παρουσιάζεται στη Β Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας.

Το ειδυλλιακό καταφύγιο μετατρέπεται σε εφιάλτη και η μάχη για τη διεκδίκησή του θα είναι σκληρή και επώδυνη για όλους. Οι τρεις ήρωες υπερασπίζονται με νύχια και με δόντια τη «φωλιά» τους, ματώνουν και ματώνονται, αναμετρώνται με το σκοτεινό παρελθόν του σπιτιού, γλιστρούν σε επικίνδυνα παιχνίδια εξουσίας και υποταγής, γεύονται απαγορευμένους καρπούς, δοκιμάζουν τα όρια και τις αντοχές τους.

Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, ένας από τους πλέον σημαντικούς Νεοέλληνες λογοτέχνες, με ενδιαφέροντα δείγματα γραφής τόσο στην πεζογραφία («Οι Τέσσερις Τοίχοι», «Ο Φιλοξενούμενος», «Φυσικές Ιστορίες»), όσο και στο θέατρο («Η Μεταμφίεση», «Λα Πουπέ»), πλάθει μια ιστορία απόλυτα ρεαλιστική, αλλά και ταυτόχρονα εξωφρενικά παράλογη, με σασπένς, συνεχείς ανατροπές, αιχμηρό διάλογο και ανελέητο, καυστικό χιούμορ.

  • Τη σκηνοθεσία υπογράφει η Λίλλυ Μελεμέ, τα σκηνικά-κοστούμια η Ελένη Μανωλοπούλου και τη μουσική ο Σταύρος Γασπαράτος. Παίζουν: Μαρία Καλλιμάνη, Πηνελόπη Μαρκοπούλου, Δημήτρης Ξανθόπουλος.
Advertisements

Παιχνίδια εξουσίας στη λάσπη

«Τα τρία πρόσωπα  αλλάζουν κι εξελίσσονται. Τελικά  μάλιστα αποδεικνύονται ευκολόπλαστοι. Σαν λάσπη.  Γλιστρούν, βουτάνε,  λερώνονται», λει ο  συγγραφας Βαγγλης Χατζηγιαννίδης  για τους ήρως του  στη «Λάσπη», που  τους υποδύονται ο  Δημήτρης Ξανθόπουλος, η Πηνελόπη  Μαρκοπούλου και η  Μαρία Καλλιμάνη  (στη φωτογραφία)

ΝΕΟ ΕΡΓΟ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ «ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ»

Ένα καινούργιο, εξαιρετικό θεατρικό έργο- η «Λάσπη» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη- δοκιμάζεται στη Β΄ Σκηνή του θεάτρου «Οδού Κεφαλληνίας» σε σκηνοθεσία της καινούργιας Λίλλυς Μελεμέ

«Mια γυναίκα “δραπετεύει” από τη μεγαλοαστική, τακτοποιημένη ζωή της και μετακομίζει σ΄ ένα χωριό, σ΄ ένα απομονωμένο σπίτι- ξεχασμένο κληροδότημα μιας θείας της. Ο αιφνιδιασμός της είναι τεράστιος όταν ανακαλύπτει πως στο σπίτι της έχει εισβάλει και κατοικεί εδώ και καιρό ένα νεαρό ζευγάρι με τρία παιδιά, με τη σιωπηλή συνενοχή ολόκληρου του χωριού. Το ειδυλλιακό καταφύγιο μετατρέπεται σε εφιάλτη και η μάχη για τη διεκδίκησή του θα είναι σκληρή και επώδυνη για όλους. Οι τρεις ήρωες υπερασπίζονται με νύχια και με δόντια τη «φωλιά» τους, ματώνουν και ματώνονται, αναμετρώνται με το σκοτεινό παρελθόν του σπιτιού, γλιστρούν σε επικίνδυνα παιχνίδια εξουσίας και υποταγής, γεύονται απαγορευμένους καρπούς, δοκιμάζουν τα όρια και τις αντοχές τους».

Έτσι προσδιορίζεται η «Λάσπη». Το θεατρικό έργο του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, διακεκριμένου πεζογράφου της νεώτερης γενιάς, ο οποίος έχει δώσει ήδη και δύο πολύ ενδιαφέροντες θεατρικούς μονολόγους πρωτοπαρουσιάστηκε με τη μορφή «αναλογίου» την άνοιξη στις «Αναγνώσεις 2008» του Εθνικού Θεάτρου αφήνοντας εξαιρετικές εντυπώσεις σε όσους το παρακολουθήσαμε: ένα ολοκληρωμένο, σπιντάτο, πολυεπίπεδο, σκοτεινό αλλά και με χιούμορ θεατρικό για τρία πρόσωπα, ένα έργο που σε ανάλογά του δεν μας έχει συνηθίσει η σύγχρονη ελληνική δραματουργία. Εδώ και μερικές μέρες η «Λάσπη» παρουσιάζεται- πλήρης παράσταση πια- από τη Θεατρική Εταιρεία «Πράξη» της Μπέττυς Αρβανίτη, με πρωταγωνιστές τη Μαρία Καλλιμάνη, την Πηνελόπη Μαρκοπούλου και τον Δημήτρη Ξανθόπουλο, σε σκηνοθεσία, αυτή τη φορά, της Λίλλυς Μελεμέ. «Όταν μου δώσανε το έργο», λέει η σκηνοθέτρια, «το διάβασα απνευστί. Μου κέντρισε αμέσως το ενδιαφέρον. Ένα καταπληκτικό έργο! Ακαριαίος διάλογος, καυστικό χιούμορ, στοιχεία θρίλερ, σασπένς… Ο διάλογός του περισσότερο κρύβει παρά φανερώνει πράγματα, κάτι που πολύ με ενδιαφέρει στο θέατρο. Ένας διάλογος σε πολύ καλά ελληνικά, ένας διάλογος στη γλώσσα που χρησιμοποιούμε, ένας διάλογος που- επιτέλους!- είναι ζωντανός, “μιλιέται”…».

Το έργο ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης το έγραψε το 2004 και, έκτοτε, το ξαναδούλεψε. «Δεν βιαζόμουν αυτό το κείμενο να το δώσω» μου λέει και αναφέρεται στο έναυσμα που είχε για να το γράψει: «Η αφετηρία ήταν, όπως συνήθως συμβαίνει, κάτι πολύ ασήμαντο έως και αφελές: το τηλεφώνημα μιας φίλης που μου είπε πως πήγε στο σπίτι της στην Ύδρα, πως δεν μπορούσε να ανοίξει την πόρτα γιατί είχε φουσκώσει το ξύλο από τη βροχή και πως φώναξε έναν γείτονα που έτυχε να περνάει και που τη βοήθησε να μπει μέσα. Αυτή η εικόνα, όπως μου τη διηγήθηκε, μου φάνηκε πάρα πολύ έντονη. Ίσως ήταν και το ένστικτό μου που λειτούργησε. Έτσι, από το τίποτα, ξεκινάει και το έργο».

  • Ποια όμως ήταν τα εναύσματα και της σκηνοθεσίας;
«Υπήρξαν άλλα δύο στοιχεία που ανακαλύψαμε στη διάρκεια των δοκιμών και τα τονίσαμε», λέει η Λίλλυ Μελεμέ. «Ο περιβάλλων χώρος όπου διαδραματίζεται αυτή η ακραία ιστορία είναι το ένα: το παλιό αυτό σπίτι που είναι ο τέταρτος πρωταγωνιστής. Που κρύβει στους τοίχους του και στις γωνιές του σημάδια και αποτυπώματα από παλιές ζωές, που έχει χαραγμένα πάνω του τα ίχνη των ανθρώπων οι οποίοι έχουν περάσει από ΄κεί, που επηρεάζει την εξέλιξη της ιστορίας και τους ήρωες οι οποίοι αλλάζουν στη διάρκεια του έργου. Το άλλο στοιχείο είναι όλη αυτή η σκοτεινή συνωμοσία του χωριού που έχει δημιουργήσει έναν κλοιό προστασίας- άνθρωποι που παρακολουθούν πίσω από τον φράχτη την ιστορία και έχουν αποδεχτεί τους νεαρούς εισβολείς και έχουν κάνει μαζί τους μία σιωπηλή συνωμοσία ενάντια στη γυναίκα που έρχεται, την “ιδιοκτήτρια”».
ΙΝFΟ: Στο θέατρο «Οδού Κεφαλληνίας/ Β΄ Σκηνή (Κεφαλληνίας 16, Κυψέλη, τηλ.
210-8838.727). Εισιτήρια: 23, 19, (φοιτητικό) 16 ευρώ.

Μία παράσταση γυμνή

Μιλάμε για τον τρόπο που η Λίλλυ Μελεμέ ανέβασε το έργο και αν σχετίζεται με την αυτοσχεδιαστική μέθοδο δουλειάς του δασκάλου της Στάθη Λιβαθινού. «Ευχαριστώ στον Στάθη για ό,τι μου έχει διδάξει. Μου έχει μάθει μία μέθοδο δουλειάς. Αλλά ο τρόπος αλλάζει ανάλογα με το κείμενο με το οποίο έχεις να ασχοληθείς. Δεν μπορείς να αντιμετωπίζεις όλα τα κείμενα με τον ίδιο τρόπο. Στο συγκεκριμένο έργο δώσαμε μεγάλη έμφαση στο κείμενο, στον διάλογο, στην αμεσότητα της ατάκας… Δεν υπάρχουν τόσα αυτοσχεδιαστικά στοιχεία γιατί δεν τα ζητούσε το ίδιο το έργο. Είναι μια παράσταση αρκετά γυμνή. Ελπίζω όμως ουσιαστική». Το έργο παρουσιάζεται με σκηνικά και κοστούμια Ελένης Μανωλοπούλου, μουσική Σταύρου Γασπαράτου και φωτισμούς Αλέκου Αναστασίου. [Του Γιώργου Δ. Κ. Σαρηγιάννη, ΤΑ ΝΕΑ: Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009]

«Λάσπη» στο θέατρο της «Οδού Κεφαλληνίας»

«Λάσπη» στο θατρο της «Οδού Κεφαλληνίας»
ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 18/12/2008, Του Γιώργου Βαϊλάκη

Το έργο του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη «Η Λάσπη» παρουσιάζει, από την Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου, στη Β΄ Σκηνή του Θεάτρου της «Οδού Κεφαλληνίας», η θεατρική εταιρεία «Πράξη» (Μπέττυ Αρβανίτη).

Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης είναι χωρίς αμφιβολία ένας από τους πλέον σημαντικούς νεοέλληνες λογοτέχνες. Εχει δώσει μερικά πραγματικά εξαιρετικά δείγματα γραφής τόσο στην πεζογραφία -«Οι Τέσσερις Τοίχοι», «Ο Φιλοξενούμενος», «Φυσικές Ιστορίες»- όσο και στο θέατρο: «Η Μεταμφίεση», «Λα Πουπέ».

Μέσα από τη «Λάσπη» δημιουργεί μία ιστορία όχι μόνο απόλυτα ρεαλιστική, αλλά και -ταυτόχρονα- εξωφρενικά παράλογη, με σασπένς, συνεχείς ανατροπές, αιχμηρό διάλογο και ένα ανελέητο, καυστικό χιούμορ. Η υπόθεση του έργου αφορά σε μια γυναίκα η οποία «δραπετεύει» από τη μεγαλοαστική, τακτοποιημένη ζωή της για να μετακομίσει σε ένα απομονωμένο σπίτι -ένα ξεχασμένο, όπως αρχικά νόμιζε, κληροδότημα της θείας της.

  • Εισβολή

Ο αιφνιδιασμός της, όμως, είναι τεράστιος όταν ανακαλύπτει ότι στο σπίτι της έχει εισβάλει και κατοικεί εδώ και καιρό ένα νεαρό ζευγάρι με τρία παιδιά, με τη σιωπηλή μάλιστα συνενοχή ολόκληρου του χωριού. Κάπως έτσι το -κατά άλλα- ειδυλλιακό καταφύγιο θα μετατραπεί από τη μια στιγμή στην άλλη σε έναν άνευ όρων εφιάλτη και η επερχόμενη μάχη για τη διεκδίκησή του θα αποδειχτεί σκληρή, αδυσώπητη και οδυνηρή για όλους.

Οι τρεις, λοιπόν, ήρωες υπερασπίζονται με νύχια και με δόντια τη «φωλιά» τους, τον χώρο τους, ματώνουν και ματώνονται, αναμετρώνται με το σκοτεινό παρελθόν του σπιτιού, γλιστρούν σε επικίνδυνα σκοτεινά παιχνίδια εξουσίας και υποταγής, γεύονται απαγορευμένους καρπούς και δοκιμάζουν εν τέλει τα όρια και τις αντοχές τους.

Παίζουν οι Μαρία Καλλιμάνη, Πηνελόπη Μαρκοπούλου, Δημήτρης Ξανθόπουλος. Τη σκηνοθεσία υπογράφει η Λίλλυ Μελεμέ, τα σκηνικά-κοστούμια είναι της Ελένης Μανωλοπούλου, η μουσική είναι του Σταύρου Γασπαράτου, τους φωτισμούς επιμελείται ο Αλέκος Αναστασίου, ενώ βοηθός σκηνοθέτη είναι η Δώρα Νικολάου.

Κι άλλες πρεμιέρες…

«Λάσπη» στη Β΄Σκηνή του «Θεάτρου της οδού Κεφαλληνίας»

Η «Πράξη» ανεβάζει (19/12) στη Β΄ Σκηνή του «Θεάτρου Οδού Κεφαλληνίας» το έργο του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη «Η λάσπη». Σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ, σκηνικά – κοστούμια Ελένης Μανωλοπούλου, μουσική Σταύρου Γασπαράτου. Παίζουν: Μαρία Καλλιμάνη, Πηνελόπη Μαρκοπούλου, Δημήτρης Ξανθόπουλος. Μια γυναίκα «δραπετεύει» από τη μεγαλοαστική ζωή της και μετακομίζει σ’ ένα απομονωμένο σπίτι, κληροδότημα θείας της. Ο αιφνιδιασμός της είναι τεράστιος, όταν ανακαλύπτει πως στο σπίτι εισέβαλε και κατοικεί ένα ζευγάρι με τρία παιδιά, με τη σιωπηλή συνενοχή ολόκληρου του χωριού. Το ειδυλλιακό καταφύγιο μετατρέπεται σε εφιάλτη. Η μάχη για τη διεκδίκησή του είναι επώδυνη. Τα τρία πρόσωπα υπερασπίζονται με νύχια και δόντια τη «φωλιά» τους, ματώνουν και ματώνονται, αναμετριούνται με το σκοτεινό παρελθόν του σπιτιού, γλιστρούν σε επικίνδυνα παιχνίδια εξουσίας και υποταγής.

  • Την κωμωδία «Ζορζ Νταντέν» του Μολιέρου ανεβάζει (19/12) το θέατρο «Τόπος Αλλού», σε μετάφραση Ανδρέα Στάικου και σκηνοθεσία Νίκου Καμτσή. Το έργο μιλά, απολαυστικά, για τη ζήλια. Ενας ζηλιάρης υπερήλικας που είχε τη φαεινή ιδέα να διαλέξει γυναίκα αριστοκράτισσα, αλλά νέα και απένταρη, υποφέρει και λιώνει σαν κερί, σκορπίζοντας το γέλιο στο θεατή, προβληματίζοντάς τον ταυτόχρονα. Στον Γολγοθά της νεότητας μιας αιθέριας ύπαρξης αυτός σέρνει το σταυρό του. Σκηνικό – κοστούμια: Μίκα Πανάγου. Μουσική: Κώστας Χαριτάτος. Επιμέλεια κίνησης: Βίβιαν Ιωάννου. Παίζουν: Δημήτρης Οικονόμου, Ναταλία Στυλιανού, Λευτέρης Ζαμπετάκης, Ασπασία Πίκου, Πάνος Ροκίδης, Χρύσανθος Παύλου, Μαρίνα Δανέζη. Πιάνο: Γιάννης Παπλωματάς. Τραγούδι: Κατερίνα Μπαλαμώτη.
  • Την επίκαιρη κωμωδία του Ντάριο Φο «Δεν πληρώνω…», παρουσιάζει το ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας, στο «Θέατρο του Μύλου». Εργο κοινωνικής διαμαρτυρίας και ταυτόχρονα φάρσα, ξορκίζει τα κακώς κείμενα, με νοικοκυρές που ψωνίζουν στο σούπερ μάρκετ αλλά δεν …πληρώνουν. Με καυστικότητα, ευρηματικότητα και χιούμορ ο Ντάριο Φο σχολιάζει την ακρίβεια και την οικονομική κρίση, που απασχολεί και τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα. Η παράσταση του «Θεσσαλικού», χρησιμοποιώντας τους κώδικες του λαϊκού θεάτρου, παρουσιάζει το έργο ως επιθεώρηση, στην οποία καταστάσεις του έργου αντιστοιχούν με καταστάσεις της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας. Σκηνοθεσία Ελένης Μποζά, σκηνικά – κοστούμια Μυρτώς Σταμπούλου. Παίζουν: Πόπη Πελτεκοπούλου, Δήμητρα Φράντζιου, Χάρης Φλέουρας, Ζωή Μωραΐτη, Κώστας Καλλιβρετάκης.

«Λάσπη» για τρεις στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας

Από αριστερά, Δημήτρης Ξανθόπουλος, Μαρία Καλλιμάνη και Πηνελόπη Μαρκοπούλου

Το έργο του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη «Η λάσπη» θα διαδεχθεί το «Φρίντα-Φρίντα» που ολοκληρώνει αύριο τον κύκλο των παραστάσεών του, στη Β΄ Σκηνή του Θεάτρου της οδού Κεφαλληνίας. «Η λάσπη», που ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ, πραγματεύεται ένα πρωτότυπο θέμα: Μια γυναίκα, για να δραπετεύσει από την τακτοποιημένη ζωή της, βρίσκει καταφύγιο σε ένα ξεχασμένο κληροδότημα της θείας της. Εκεί, έκπληκτη συνειδητοποιεί ότι έχει εγκατασταθεί ένα ζευγάρι με τα τρία παιδιά του. Ετσι, το καταφύγιο μετατρέπεται σε εφιάλτη. Παίζουν η Μαρία Καλλιμάνη, ο Δημήτρης Ξανθόπουλος και η Πηνελόπη Μαρκοπούλου . Η πρεμιέρα θα δοθεί στις 19 Δεκεμβρίου.

Η Αννα Κοκκίνου ανάμεσα στη μυθοπλασία, την αλληγορία και τον σουρεαλισμό

Η Αννα Κοκκίνου συνεχίζει και φέτος το επιτυχημένο ράψιμο των φορεμάτων της «Λα Πουπέ». Μετά τον πρώτο κύκλο παραστάσεων της προηγούμενης σεζόν, το μονόπρακτο θεατρικό έργο «Λα Πουπέ» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη με την Αννα Κοκκίνου παρουσιάζεται ξανά στο θέατρο «Σφενδόνη», με μικρές… επιδιορθώσεις και νέα ευρηματικά φινιρίσματα.

Αννα Κοκκίνου

Ο θεατρικός αυτός μονόλογος -μια «μαύρη» κωμωδία- αποτελεί την αφορμή για την πρώτη συνεργασία της Άννας Κοκκίνου με τον συγγραφέα Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη. Η Ρίκα είναι η πιο επιδέξια ράφτρα φορεμάτων κούκλας στην Αθήνα. Διαθέτει σπάνια κουμπιά και υφάσματα κι ένα ακόμα πιο σπάνιο ταλέντο. Ωστόσο, η ενασχόλησή της αυτή μοιάζει να την έχει καθηλώσει σε μια αφύσικη παιδικότητα.

Κλεισμένη στον κοριτσίστικο κόσμο της, δυσκολεύεται να καταλάβει τους άλλους, πληγώνεται και τότε γίνεται τρομακτική. Ευτυχώς υπάρχει η υπέργηρη κυρία Νέλλη του διπλανού διαμερίσματος και το σκαθάρι στο παράθυρό της που με τις ισχυρές του κεραίες την καθοδηγεί. Επίσης, η Ρίκα λατρεύει τα γλυκά και το τραγούδι…

Ανάμεσα στη μυθοπλασία, την αλληγορία και τον σουρεαλισμό κινείται το πολύ ενδιαφέρον κείμενο στο οποίο η Ρίκα της Άννας Κοκκίνου (αυτοσκηνοθετούμενη) κατάφερε να βρει τις ισορροπίες και τα μυστικά του. «Βασίλισσα» στο τεράστιο χαρτόκουτό της (σκηνικό Νίκος Αλεξίου) θα μας μεταφέρει νοητά σε πολύβουους δρόμους, συνοικιακά μαγαζάκια και αραχνιασμένα αθηναϊκά διαμερίσματα.

Σαν ένα ανθρώπινο «καρτούν», μέσα στο εξαιρετικό της κοστούμι της Χριστίνας Μαθέα -αφράτη αφράτη, ντυμένη κουκλίστικα, σαν μια μεγαλόσωμη κούκλα του κουτιού με φούξια φόρεμα, δαντελένια γάντια, τουρλωτά οπίσθια και τεράστια περούκα- φλυαρεί ακατάσχετα κραυγάζοντας την απέραντη μοναξιά της.

Αυτό το πονεμένο μικρομέγαλο πλάσμα, σηκώνει τα μανίκια ψηλά και τα βάζει με τον χειρότερο εχθρό του: το μίσος. Μ’ όλη του τη δύναμη αντιστέκεται στη γλυκιά σαγήνη των φθονερών σκέψεων και της εκδικητικότητας. Είναι και θα μείνει για πάντα μια μεγάλη ροζ τσιχλόφουσκα – το αποφάσισε. Ο εχθρός όμως είναι πιο δυνατός. Εχει τρυπώσει μέσα για τα καλά, ζει και βασιλεύει στα σωθικά της. Ολοστρόγγυλη, ζουμερή, με άρωμα φράουλα, αλλά στην καρδιά μια σταξιά δηλητήριο. Και η ανατροπή δεν αργεί να έλθει… [Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 24/11/2008]

Υψηλή ραπτική

Λα Πουπέ του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη στο θέατρο Σφενδόνη σε σκηνοθεσία Αννας Κοκκίνου

ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ

Ενα γιγάντιο γλειφιτζούρι ανεβαίνει επί σκηνής: στρογγυλό, φούξια, με πλήθος μπούκλες στην κορυφή, αυτό το υπερμέγεθες πλάσμα με τις παχουλές γάμπες, το ολόλευκο πρόσωπο και το κοριτσίστικο μίνι φόρεμα μαγνητίζει το βλέμμα και αφοπλίζει τις αντιστάσεις από την πρώτη στιγμή. Λα Πουπέ, όνομα και πράγμα: μόνο που αυτή η τροφαντή μεσήλικη κούκλα δεν βάζει γλώσσα μέσα της. Δεν χρειάζεται να την κουρδίσεις, κουρδίζεται από μόνη της. Ολα γύρω της, τα πιο απλά και τετριμμένα, την ερεθίζουν και ενεργοποιούν τον χειμαρρώδη λόγο της. Καμία κούκλα στην ιστορία του είδους δεν έχει υπάρξει πιο ομιλητική.

Τα αφράτα γλυκά που δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους, η σιχαμένη κυρία Αστερίου που έψαχνε αφορμή να την εκδικηθεί και ο κουτσός ψιλικατζής που την είπε «χαμούρα» και την πέταξε στον δρόμο αντί να πάρει το μέρος της, συνθέτουν το εναρκτήριο δράμα των χαμένων αμυγδαλωτών, το πιο πρόσφατο αλλά όχι και πιο ταραχώδες, όπως αποδεικνύεται, επεισόδιο στην επιφανειακά ατάραχη ζωή της.

«Κάποτε ίδρωνα πολύ. Τώρα σχεδόν καθόλου. Η ζέστη είναι πολύ μεγαλύτερη. Ο ιδρώτας πολύ λιγότερος. Αυτό είναι που βρίσκω τόσο υπέροχο. Τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος προσαρμόζεται. Στις συνθήκες που αλλάζουν» λέει η Γουίνι από τις Ευτυχισμένες Μέρες του Μπέκετ και η Πουπέ θα έβρισκε πολλά να συζητήσει μαζί της, για τον χρόνο που έχει παγώσει γύρω τους και τις μέρες που περνούνε απαράλλακτες, ενώ χτίζουν στην άμμο πύργους με μεταξωτά μουαρέ υφάσματα και κουμπιά από πάστα ροδοπέταλου για να κλείσουν έξω από την πόρτα τους τον τρόμο του κενού.


Η Αννα Κοκκίνου σε στιγμιότυπο από την παράσταση


Ο Χατζηγιαννίδης συνθέτει ένα σύμπαν γλαφυρό, σουρεαλιστικό, χρησιμοποιώντας τα πιο καθημερινά υλικά: και αυτή είναι η δύναμη της γοητείας του. «Να το διευκρινίσω: δεν είμαι μοδίστρα. Ράβω φορέματα για κούκλες. Ή για μικρά κοριτσάκια, που κι αυτά τα φορέματα μοιάζουν για κουκλίστικα» εξηγεί η ηρωίδα του. Ενα τόπι από λέξεις ξετυλίγεται αβίαστα για να αποκαλύψει τη λαβυρινθώδη σκέψη ενός φαινομενικά απλοϊκού πλάσματος, μιας «εκτροχιασμένης ψυχής», όπως την αποκαλεί ο ίδιος ο συγγραφέας, η οποία «ζει και κινείται ανάμεσά μας», μοναχική και ξεχασμένη, αποφασισμένη να αφηγηθεί την ιστορία της και να μας παρασύρει έστω φευγαλέα στον κόσμο της: εκεί όπου ο γλοιώδης σπιτονοικοκύρης κρύβει το φάντασμα του μεταφραστή και η υπερήλικη της διπλανής πόρτας βρίσκει παρηγοριά σε άσματα που της τραγουδά το «κουνελάκι» της, ενώ ένα σκαθάρι παρακολουθεί τα πάντα από το τζάμι, γνωρίζοντας τους βαθύτερους φόβους, το κάθε ανομολόγητο και θαμμένο μυστικό του παρόντος, του παρελθόντος και του μέλλοντος· ποιος μαχαίρωσε τον κουτσό την ώρα που έκλεινε το μαγαζί του και ποιος σημάδευε με πέτρες τα παρμπρίζ των αυτοκινήτων ένα βράδυ στην Αττική οδό.

Το μόνο κατά τη γνώμη μου αδύναμο σημείο του κειμένου βρίσκεται προς το τέλος, όταν ο συγγραφέας νιώθει την ανάγκη να «εξηγήσει» την ηρωίδα του, να θυσιάσει τον σουρεαλισμό για χάρη της δραματουργικής αλήθειας και να φανερώσει το ψυχολογικό υπόβαθρο του παιδικού τραύματος έτσι ώστε να την καταστήσει πιο «κατανοητή», πιο «ανθρώπινη» στα μάτια μας.

Το σκηνικό του Νίκου Αλεξίου, ένα χάρτινο βασίλειο εξαιρετικά λιτής και εύστοχης σύλληψης, δεκάδες κουτιά σε όλα τα πιθανά και απίθανα μεγέθη, από το πλέον μικροσκοπικό ως το πλέον γιγάντιο, κουτιά σαν αυτά που έβαζαν παλιά τις κούκλες και τώρα δεν χρησιμοποιούνται πια. Ανάμεσά τους, η Πουπέ της Αννας Κοκκίνου δεν σταματά να ψαχουλεύει, να τακτοποιεί, να μιλά, να τραγουδά, να εκτονώνει τον εκνευρισμό της και να προβάλλει πληθωρικά το μπρίο της. Δεν είναι ότι δεν έχει συναίσθηση της κατάστασής της: την αντιμετωπίζει με χιούμορ όμως και συνεχίζει τις δραστηριότητές της απτόητη. Παγιδευμένη, αλλά σε διαρκή κίνηση, ράβει τον μονόλογο της ζωής της και μας διασκεδάζει, ακόμη κι αν κατά βάθος ξέρει πως δεν υπάρχουν άλλες ευτυχισμένες μέρες στον ορίζοντα της ύπαρξής της, μονάχα ίσως λίγες στιγμές πρόσκαιρης λύτρωσης απ’ όλες τις κυρίες Αστερίου της οικουμένης: «Είμαι δειλή, κλεισμένο στρείδι/ μα θα λευτερωθώ με το βρισίδι. Αντε γαμήσου μαλακισμένη/ Και μάθε το πως σ’ έχω πια γραμμένη».

Είναι πραγματικά σπάνιες τόσο ευτυχείς συναντήσεις στο θέατρο: όταν το σύγχρονο και σαγηνευτικό κείμενο του Χατζηγιαννίδη βρίσκει όχι μόνο την ιδανική όψη του στη σκηνογραφία του Αλεξίου και στα κοστούμια της Χριστίνας Μαθέ, αλλά και την απόλυτη ερμηνεύτριά του στο πρόσωπο της Αννας Κοκκίνου. Η ηθοποιός πλάθει αριστοτεχνικά την περσόνα της Πουπέ, μοδίστρας-θεατρίνας: μια πραγματική μεταμόρφωση, ένα αξιοθαύμαστο επίτευγμα φαντασίας, ευαισθησίας και υποκριτικής, γεννά αυτό το ακραίο δημιούργημα, μια καρικατούρα με κωμική φλέβα και τραγικό ψυχισμό, γκροτέσκα, ζωντανή, απολαυστική, υπέροχη. Σε περίπτωση που επιθυμείτε να επικοινωνήσετε μαζί της για να κάνετε κάποια παραγγελία, αφήστε το μήνυμά σας στο 6978 401.549.

Το ΒΗΜΑ, 23/11/2008