Category Archives: Χαραλαμπόπουλος Βασίλης

Nτύνεται «Υπηρέτης» σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα

  • Εξαιρετικά συνεργάστηκαν το περασμένο καλοκαίρι στη «Λυσιστράτη» του Εθνικού Θεάτρου ο σκηνοθέτης Γιάννης Κακλέας με τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο, που εντυπωσίασε στον ομώνυμο ρόλο, και αποφάσισαν να το επαναλάβουν.
Nτύνεται «Υπηρέτης» σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα

O σκηνοθέτης θα καθοδηγήσει τον δημοφιλή ηθοποιό προκειμένου να υποδυθεί τον Τρουφαλδίνο-Αρλεκίνο στον «Υπηρέτη δύο αφεντάδων» του Κάρλο Γκολντόνι.

Πόλος της πλοκής του είναι η πλάνη γύρω από τα πρόσωπα. Το παιχνίδι του Είναι και του Φαίνεσθαι, καθώς οι ήρωές του είναι συχνά άλλο από εκείνο που φαίνονται. Ο Τρουφαλδίνο παρουσιάζεται πότε σαν υπηρέτης του ενός αφέντη, πότε του άλλου. Οι πράξεις σχεδόν όλων είναι διαφορετικές από εκείνο που οι άλλοι νομίζουν, κι από αυτές τις απάτες και τις αυταπάτες μπερδεύεται και ξεμπερδεύεται το κουβάρι του μύθου…

Κυρίαρχος είναι ο Τρουφαλδίνο-Αρλεκίνος που για τον επιούσιο μπαίνει στη δούλεψη δύο αφεντάδων μαζί, τα θαλασσώνει και τα… μπαλώνει ακαριαία, περιπλέκει τους πάντες με λόγια κι έργα και λύνει τα πάντα.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΟΥΖΙΩΤΗΣ, ΕΘΝΟΣ, 18/02/2011

Advertisements

Προφητική Λυσιστράτη των δύο φύλων

  • Οι γυναίκες είναι ντυμένες ασπρόμαυρα και οι άντρες σκαρφαλωμένοι σε τακούνια επιχειρούν ένα ταξίδι στη γυναικεία ψυχοσύνθεση
  • Της Γιωτας Συκκα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 4 Iουλίου 2010
  • Αυτή η πόλη είναι ερημωμένη. Σε μια διάσταση ονειρική. Οι αποχρώσεις του λευκού κυριαρχούν. Είναι η σκόνη μετά τον βομβαρδισμό που έπνιξε όλη την ατμόσφαιρα. Μια διασταύρωση δρόμων συγκεντρώνει το ενδιαφέρον μας. Επιπλα, ένα περιπολικό, μια αναπηρική καρέκλα, δεκάδες αντικείμενα σχηματίζουν ένα οδόφραγμα σε αυτό το παραιτημένο τοπίο που μοιάζει να το πλάκωσε το τσιμέντο.

Αρχηγός όλων αυτών που κυκλοφορούν σαν να είναι χτυπημένοι από κάποιον εφιάλτη, είναι η Λυσιστράτη, η ηρωίδα του Αριστοφάνη που το 411 π. Χ. με το εύρημα της σεξουαλικής απεργίας και τη γυναικεία εξυπνάδα βρήκε τη λύση για τη συμφιλίωση. Τώρα δίνει το στίγμα της στη σημερινή Ελλάδα. Μια παράσταση για τον έρωτα και τον πόλεμο, τον πόλεμο ανάμεσα στα δύο φύλα, τη φθορά των σχέσεων και τη διαφθορά των ανθρώπων. Σε αυτή τη θολή άσπρη πόλη που έστησε ο Μανώλης Παντελιδάκης, η Ελένη Μανωλοπούλου έβαλε τους ήρωες να κυκλοφορούν με πολύχρωμα κοστούμια φτιαγμένα από συνδυασμούς στηθόδεσμων. Τρεις χιλιάδες κομμάτια χρειάστηκαν γι’ αυτό τον σκοπό και πολλά ακροβατικά για να «σκαρφαλώσουν» οι άντρες ηθοποιοί στα τακούνια, επιχειρώντας ένα ταξίδι στη γυναικεία ψυχοσύνθεση και το σώμα.

Οσο για τις γυναίκες, αυτές ντυμένες ασπρόμαυρα κινούνται στο επίπεδο της επιθυμίας. «Μοιάζουν με γυναίκες φετίχ».

Είναι η ματιά του Γιάννη Κακλέα, ο οποίος μετά από 30 χρόνια δουλειάς που έφερε σε πολλά άνω κάνω το θέατρο -ειδικά τη δεκαετία του ’80- με το ανατρεπτικό του βλέμμα, κάνει το… ντεμπούτο του στην Επίδαυρο (16 και 17 Ιουλίου), με Λυσιστράτη τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο.

  • Βασίλης Χαραλαμπόπουλος
  • Δεν θέλω επ’ ουδενί να κοροϊδέψω τη γυναίκα

«Δεν μπορούμε να πείσουμε ότι είμαστε γυναίκες όσοι παίζουμε τους ρόλους αυτούς. Το στοίχημα είναι να μη φαίνεται ότι σατιρίζουμε και κοροϊδεύουμε τις ηρωίδες. Από παραστάσεις που είδα στο παρελθόν θυμάμαι πως οι περισσότερες έμεναν στην κωμική πλευρά της. Υπάρχουν ωστόσο πράγματα που λέει η Λυσιστράτη και οι φιλενάδες της, τα οποία είναι πάνω από το γέλιο. Εχουν βάθος».

Εχει έρθει βιαστικός ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος στο καφέ του Εθνικού Θεάτρου και ορεξάτος για τσιγάρο που δεν μπορεί να καπνίσει, αφού απαγορεύεται. «Τότε φέρε ένα χυμό καλύτερα» λέει ευγενικά στον σερβιτόρο, αν και η όρεξή του τραβάει καφεδάκι.

  • Ψηλοτάκουνα

Τι τον δυσκόλεψε περισσότερο στη «Λυσιστράτη»; Ο γυναικείος εξοπλισμός, απαντά. Κι αν με τα γυναικεία ρούχα τα κατάφερε, με τα παπούτσια παιδεύτηκε αρκετά. «Πρώτα ήθελα να βρω την κίνηση. Πώς περπατάτε οι γυναίκες. Δεν σημαίνει ότι άρχισα να τις προσέχω περισσότερο. Ετσι κι αλλιώς, στη φύση του άντρα από την ώρα που αισθανόμαστε τον ερωτισμό, εκεί γύρω στην εφηβεία, δεν περνάει στιγμή που να μην παρατηρούμε τις γυναίκες. Φορώντας τα ψηλά τακούνια όμως συνειδητοποίησα πόσο σωστό είναι αυτό που λένε γι’ αυτές: «Μπρος στα κάλλη τι ’ναι ο πόνος». Πόσα περνάνε για να φορέσουν τα τακούνια, γιατί δεν υπάρχει περίπτωση να είναι άνετα σε καμία γυναίκα. Επίσης κατάλαβα γιατί μερικές φορές κουβαλούν μαζί τους κι ένα δεύτερο ζευγάρι».

«Επ’ ουδενί δεν θέλω να κοροϊδέψω τη γυναίκα με αυτή την παράσταση» επαναλαμβάνει πολλές φορές, και καταλαβαίνω ότι αυτό είναι το άγχος του. «Σεμνά προσπαθώ να αγγίξω την ηρωίδα ή να την σατιρίσω».

Μια φωτογραφία από τις πρόβες μου θύμισε τον γκέι κομμωτή που έπαιζε στους «Μήτσους» του Λ. Λαζόπουλου: «Ολοι οι γυναικείοι ρόλοι της παράστασης που ερμηνεύονται από άντρες ηθοποιούς δεν μοιάζουν με επιθεωρησιακούς χαρακτήρες. Δεν είναι παρωδία αλλά επίκληση του θηλυκού στοιχείου» απαντάει ευγενικά.

Οι μεταμφιέσεις του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου, για να λέμε την αλήθεια, είναι πάντα έξυπνες και πετυχημένες. «Μετά από τόσα χρόνια αισθάνομαι πως οι Απόκριες δεν υπάρχουν για μένα. Αυτή η χαρά της μεταμφίεσης, του τι θα φορέσεις. Από τη στιγμή που μπήκα σε αυτή τη δουλειά συνειδητοποίησα ότι γιορτάζω τις Απόκριες όλη μου τη ζωή. Ντύνομαι με ένα άλλο κοστούμι, ενός άλλου χαρακτήρα, ενός ρόλου. Νομίζω πως η πιο βαρετή γιορτή για έναν ηθοποιό είναι οι Απόκριες».

  • Αγαπημένοι ηθοποιοί

Από τεσσάρων χρόνων δήλωνε στους γονείς του ότι θα γίνει ηθοποιός, στο Αίγιο που γεννήθηκε. Στηνόταν μπροστά στην ασπρόμαυρη τηλεόραση για να δει τις ίδιες ελληνικές ταινίες που θαύμαζε, με τους αγαπημένους του παλιούς ηθοποιούς. Στην εφηβεία βρήκε την ευκαιρία να παίξει έναν ήρωα του Δ. Ψαθά, σε ένα μαθητικό διήμερο. «Εκεί το μικρόβιο ρίζωσε σαν ίωση μέσα μου».

Σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών το 1988 και τελειώνοντας το 1992, συμμετείχε στο «Καμπαρέ στόρι», μια μουσικοχορευτική παράσταση του Βαγγέλη Σειληνού. Συνεργάστηκε στον «Μορμόλη» με την Ξένια Καλογεροπούλου, στη Μεγάλη Πόρτα έπαιξε στις «Υπηρέτριες» του Γκολντόνι σε σκηνοθεσία Θ. Μοσχόπουλου, με τον Γρηγόρη Βαλτινό στη συνέχεια και ύστερα συζητήθηκαν οι ρόλοι του στην ομάδα «Δράσις». Κυρίως του Ισπανού στο «Μόλις χώρισα» που τον καθιέρωσε πριν κλέψει τις τηλεοπτικές καρδιές στο «Είσαι το ταίρι μου».

«Μικροί λέμε θα γίνω διάσημος, θα βγάλω λεφτά. Στη σχολή συνειδητοποιείς ότι αυτά είναι τα τελευταία που σκέφτεσαι. Στην πορεία διαπιστώνεις ότι ποτέ δεν υπάρχει τέλος στη μάθηση. Ο ηθοποιός που πιστεύει ότι τα ξέρει όλα, είναι στο τέλος του».

  • Η πρώτη επιτυχία φέρνει το άγχος των επιλογών

Δεκαοκτώ χρόνια ηθοποιός διαπιστώνει κάθε χρόνο πόσο δονκιχωτικά κυνηγάει την επιτυχία. «Στη σχολή παίζεις μεγάλους ρόλους και μόλις βγεις στη ζωή κυνηγάς μέσα από οντισιόν τους μικρούς. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να δουλεύεις σκληρά και να κυνηγάς την ευκαιρία. Οταν όμως κάνεις επιτυχίες αρχίζει το άγχος των επιλογών. Να μην παρεκκλίνεις από τις αρχές σου. Να μην κάνεις ρόλους μανιέρα».

Συχνά του λένε ότι έχει τη στόφα του παλιού κωμικού. Του αρέσει, το παραδέχεται. Ειδικά όταν του επισημαίνουν ότι έχει τη συστολή και την ευγένεια του Ντίνου Ηλιόπουλου. «Ηταν από τους αγαπημένους μου, μαζί με τον Θανάση Βέγγο και τον Κώστα Βουτσά. Μπορεί να θεωρούμαι κωμικός ηθοποιός και είναι τιμητικό να μου το λένε, αλλά μου αρέσει να δοκιμάζω και άλλα πράγματα. Προσπαθώ ό, τι κάνω να μοιάζει αληθινό. Μοιάζει κοινότοπο, αλλά έτσι είναι. Προτιμώ να γελάσει ο άλλος με τα βάσανα που θα περνάω, το δράμα μου, παρά με χαζομάρες. Παίζει ρόλο πώς φιλτράρονται όλα μέσα μας. Πού έχουμε βάλει τα όριά μας στο χιούμορ. Αυτό που δεν μου αρέσει είναι ο εξαναγκασμός στο γέλιο». Θέατρο, τηλεόραση, σινεμά, διαφημίσεις. «Τηλεόραση πάντως, σε κανονική σειρά, παίζω ανά τρία χρόνια. Οι επαναλήψεις δημιουργούν τέτοιες εντυπώσεις. Δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτα με πίεση ή αν κάτι δεν ισορροπεί μέσα μου». Στη διαφήμιση, για παράδειγμα, του αρέσει να κάνει ρόλους. «Δεν μπορώ να βγω και να πω είμαι ο Β. Χαραλαμπόπουλος, αγοράστε αυτό. Θέλω καλό σενάριο και μια ιστορία. Σαν μικρού μήκους ταινία».

Γράφει και ο ίδιος. Από 20 χρόνων. Οι άλλοι βέβαια το έμαθαν στα 37 του όταν παρουσίασε το πρώτο του σενάριο, το «Big Bang», για το σινεμά. «Μου αρέσει πολύ ο κινηματογράφος. Οπως το μοντάζ. Είναι το χόμπι μου. Αυτό με βοήθησε στη συγγραφή του σεναρίου». Τον Σεπτέμβριο σαρανταρίζει. Κανένα άγχος, θα το σκεφτεί τότε. «Είμαι ευτυχισμένος με ό, τι έχω κάνει ώς τώρα. Με ενδιαφέρει ότι επικοινωνώ με τον κόσμο. Οτι ζω το ταξίδι που ονειρεύτηκα από παιδί. Ξέρεις, όταν περνάνε τα χρόνια μεταξύ μας οι ηθοποιοί δεν λέμε “θυμάσαι εκείνη την επιτυχία;”. Οταν βρισκόμαστε, μας ενώνουν η εγωπάθεια, τα βιώματα: “θυμάσαι ρε τι τραβήξαμε σε εκείνο το γύρισμα; Τι ταλαιπωρίες;».

  • Γιάννης Κακλέας
  • Η παράσταση δεν είναι drag show, αλλά ούτε και Δελφινάριο

Η «Λυσιστράτη» που θυμάται ακόμη είναι εκείνη που ανέβασε πολλά χρόνια πριν ο Σπύρος Ευαγγελάτος με τον Λευτέρη Βογιατζή και τον Ηλία Λογοθέτη. Στο ντεμπούτο του στην Επίδαυρο πάντως, ο Γιάννης Κακλέας ανεβάζει τη δική του Λυσιστράτη, κάνοντας ένα ταξίδι στη γυναικεία ψυχοσύνθεση. Και το γυναικείο σώμα όπως και το μυαλό που προσπαθούμε να αντιγράψουμε και να το καταλάβουμε.

Στην παράσταση οι γυναικείοι ρόλοι ερμηνεύονται από άνδρες ηθοποιούς, όχι με σκοπό να την ειρωνευτούν, αλλά «ως επίκληση του θηλυκού στοιχείου που έχει τη δύναμη να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού. Είναι ένα ταξίδι προς τη γυναίκα ώστε να καταλάβουν και να συμπληρώσουν το άλλο μισό. Η παράσταση βασίζεται στη σκέψη του Αριστοφάνη για το ανδρόγυνο, όπως διατυπώνεται στο Συμπόσιο του Πλάτωνα. Η ιστορία του Αριστοφάνη στο Συμπόσιο του Πλάτωνα μας παραπέμπει σε μια θεμελιακή έλλειψη του ανθρώπινου είδους. Ο καθένας μας είναι το μισό ενός όντος που αρχικά ήταν τέλειο και ολοκληρωμένο. Η νοσταλγία της ενότητας μας κάνει να νιώθουμε την έλλειψη του άλλου μας μισού.

Οι γυναίκες εμφανίζονται στο έργο στα χορικά που έγιναν δρώμενα, και εκεί παρουσιάζεται η αληθινή γυναικεία φύση με την αυθεντική γυναικεία συμπεριφορά. «Συγκρίνουμε μια προσέγγιση της γυναίκας, αλλά ταυτόχρονα και την ίδια τη γυναίκα. Παίζουμε και γελάμε με τη γυναικεία φύση όσο παίζει και ο Αριστοφάνης με αυτό. Δεν είναι δηλαδή drag show η παράσταση όπου θέλουμε να ειρωνευτούμε τη γυναικεία προσωπικότητα».

Η δική του «Λυσιστράτη» έχει να κάνει με το τώρα. Ενα σύγχρονο ζευγάρι που βιώνει τη ρήξη, τη σύγκρουση και τον έρωτα. Περισσότερα δεν αποκαλύπτει ο Γ. Κακλέας γιατί θα χαλάσει το εύρημα της παράστασή του. «Οι νέες προτάσεις γύρω από τον Αριστοφάνη είναι αρκετά αμήχανες. Χρησιμοποιούν μια τον μεσοπόλεμο ή το 1930, έχουν όμως και τον Σάκη Ρουβά για άλλοθι. Αυτό το θεωρώ σιχαμερό. Δεν δέχομαι ότι ο Αριστοφάνης μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όχημα για να σατιρίσουμε με επιθεωρησιακά στοιχεία. Μπορεί να γελάει ο κόσμος αν μιλάμε για τον Καραμανλή, τον Παπανδρέου ή οποιονδήποτε άλλο, αλλά δεν μου ταιριάζει ως γούστο παράστασης. Αυτό δεν είναι Αριστοφάνης αλλά Δελφινάριο».

Πρώτη σκηνοθεσία στην Επίδαυρο δεν είναι κάπως αργά; «Μα πριν τον Χουβαρδά δεν με είχαν φωνάξει ούτε στο Εθνικό Θέατρο. Πάντως, δεν έχω αγωνία με τη γενική έννοια του όρου. Εχω μια γλυκιά περιέργεια. Πώς θα ενωθεί το ενεργειακό τοπίο της Επιδαύρου με την πρόταση της παράστασης. Προσμονή θα το χαρακτήριζα. Δεν έχω να παλέψω με την Επίδαυρο».

«Ο ΒΡΟΧΟΠΟΙΟΣ» ΜΕ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟ ΣΤΟ «ΔΙΑΝΑ»

Τα μπλουζ της ξηρασίας

Του Γιώργου Δ. Κ. Σαρηγιάννη, ΤΑ ΝΕΑ: Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2008

«Έχουμε  την ανάγκη  του ονείρου»  λει ο  σκηνοθτης  Γιάννης  Κακλας

Aπελπιστική ξηρασία. Αφόρητη ζέστη. Ένα τοπίο άνυδρο. Στον Αμερικανικό Νότο- στο Τέξας. Και μια οικογένεια που τα μέλη της βράζουν μέσα στις ανεκπλήρωτες επιθυμίες και τους καταπιεσμένους πόθους τους, στις διαφορές και τα χάσματα ανάμεσά τους, στα όνειρά τους που κινδυνεύουν να ματαιωθούν. Περιμένουν τη βροχή να τους λυτρώσει και να τους σώσει. Και ξαφνικά ένας απροσδόκητος, ακάλεστος επισκέπτης, ο Αστρολέων, ένα κράμα θαυματοποιού και απατεώνα, θα εμφανιστεί ως «βροχοποιός»: υποστηρίζει ότι μπορεί έναντι αμοιβής να φέρει βροχή στη δοκιμαζόμενη από την παρατεταμένη ξηρασία περιοχή. Θα δοκιμάσει την πίστη και τους φόβους τους, τις αντοχές, μα πιο πολύ τη λογική τους. Το έργο του Αμερικανού Ν. Ρίτσαρντ Νας «Ο βροχοποιός» επανέρχεται στην ελληνική σκηνή σε παραγωγή, μετάφραση και διασκευή Ελένης Ράντου- η οποία δεν παίζει στην παράσταση-, σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα, με πρωταγωνιστές τον εξαίρετο Βασίλη Χαραλαμπόπουλο στον επώνυμο ρόλο και την επίσης εξαίρετη Αγγελική Παπαθεμελή στον ρόλο της Λίζι, καθώς και με έναν πολύ καλό θίασο.

ΙΝFΟ: Από αύριο, στο θέατρο «Διάνα» (Ιπποκράτους 7, τηλ. 210-3626596).
Εισιτήρια: 25, 22, (φοιτητικό) 18 ευρώ.

Είναι η ένατη χρονιά που η Ελένη Ράντου διαχειρίζεται τις τύχες του «Διάνα». Φέτος, όμως, απασχολημένη με κινηματογράφο και τηλεόραση, δήλωσε υπερκόπωση. «Φοβήθηκα πως δεν θα τα βγάλω πέρα. Και αποφάσισα να μην παίξω. Έπεσαν πολλά έργα στο τραπέζι. Καταλήξαμε σ΄ αυτό γιατί, αφότου το είχα διαβάσει, μου είχε γλυκάνει την ψυχή. Έψαχνα ένα τέτοιο έργο- όχι πια

άλλο επιθετικό, σκληρό, όπως τα προηγούμενα. Το χρειαζόμουνα: κάτι που να μαλακώνει τις πληγές και να μην τις ξύνει. Όταν το ξαναδιάβασα, το βρήκα τόσο κοντινό με τα περιβαλλοντολογικά προβλήματα- ανομβρία, ξηρασία… Αλλά και ξηρασία ιδεών… Το έργο είναι της δεκαετίας του ΄50, αλλά έχει τόση μαεστρία ο τρόπος που ο Νας το έχει γράψει. Μια σπάνια γραφή, μια μαγεία! Είχα μεγάλη ανάγκη, τελικά, για μια απλή ιστορία όπου οι ήρωες λένε ό,τι σκέφτονται χωρίς δεύτερα και τρίτα επίπεδα».

«Έχουμε την ανάγκη του ονείρου», λέει ο σκηνοθέτης.

«Και το έργο πραγματεύεται το θέμα ελπίδα και όνειρο, αλλά μέσα από μία σύνθετη διαδικασία, όχι αφελώς, με χολιγουντιανή αντίληψη. Ο Αστρολέων δεν είναι ένας χάρτινος ήρωας.

Εύχεται και ό ίδιος να μπορέσει να κάνει το θαύμα. Αυτή η αδυναμία του με ενδιαφέρει πολύ. Και αυτό κάνει το έργο επίκαιρο. Είναι ένα παραμύθι, αλλά παραμύθι σχέσεων. Και ο Αστρολέων είναι ένας περιπλανώμενος, ένας καταζητούμενος αλήτης που κυκλοφορεί στον Νότο και που συναντάει μια κοπέλα που δεν έχει ανθίσει ερωτικά. Είναι τρυφερό έργο.

Σαν ένα τραγούδι του Τομ Γουέιτς, σαν ένα μπλουζ – καθώς διαδραματίζεται μάλιστα στον Αμερικανικό Νότο- που η ιστορία του είναι πάρα πολύ απλή, αλλά έχει τις ρίζες του σε επιθυμίες αρχέγονες».

Έτσι, «σαν ένα τραγούδι μπλουζ, απλό και καθαρό, ταυτόχρονα θρησκευτικό και ερωτικό», βλέπει το έργο η σκηνοθεσία του. Με μία σημερινή αίσθηση αλλά και «σαν ένα ταξίδι της μνήμης στο παρελθόν».

  • Ξεκλειδώνει τη φαντασία

«Ένας Δον Κιχώτης είναι κατά κάποιο τρόπο ο Αστρολέων», τοποθετεί τον ρόλο του ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, του οποίου την επομένη της πρεμιέρας του «Βροχοποιού» κάνει πρεμιέρα στις αίθουσες και η ταινία του «Βank Βang» – υπογράφει το σενάριο και πρωταγωνιστεί. «Δεν προσπαθεί να παραπλανήσει, να εξαπατήσει τους άλλους. Μέσα από τον τρόπο της σκέψης του ξεκλειδώνει τη φαντασία και τα κλειδωμένα όνειρα των άλλων.

Αναπτερώνει το ηθικό και τις ελπίδες τους. Επιφανειακά φαίνεται σαν ένας απατεώνας. Αλλά έχει μία δύναμη: πιστεύει πως μπορεί να κάνει το θαύμα. Και αγωνίζεται. Είναι μία πάλη μεταξύ απάτης, ψέματος, ονείρου και αλήθειας αυτός ο ρόλος. Ναι, έχει κάποια στοιχεία χιούμορ το έργο, αλλά δεν είναι κωμωδία.

Έχει, όμως, τόση αλήθεια και τόσο γλυκιά ατμόσφαιρα και τόση διαχρονικότητα. Έχουμε ανάγκη από ένα διάλειμμα για να ονειρευτούμε».

«Ο βροχοποιός» ανεβαίνει με σκηνικά Μανώλη Παντελιδάκη, κοστούμια Μανώλη Γαλετάκη, μουσική επιμέλεια Ιάκωβου Δρόσου και φωτισμούς Παναγιώτη Μανούση. Στους άλλους ρόλους οι Ορφέας Αυγουστίδης, Ερρίκος Λίτσης, Μιχάλης Ιατρόπουλος, Αλέξανδρος Παρίσης και σε πρώτη εμφάνιση ο Νεκτάριος Λουκιανός.