Category Archives: Φωτοπούλου Λυδία

«Camille Claudel: το κύμα της τρέλας»

Την τραγική πορεία της ζωής της γλύπτριας Camille Claudel, έγκλειστης για τριάντα χρόνια σε άσυλο, διηγείται η Λυδία Φωτοπούλου.

Αθήνα
Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, έως 13 Απριλίου 2011
Θέατρο Μεταξουργείο. Τηλ. 210 5234 382 – Ακαδήμου 14
Ώρα 21.30. Διάρκεια 70΄. Εισιτήρια 20€ & 15€
Θεσσαλονίκη
Σάββατο 16 Απριλίου, ώρα 21:00
Κυριακή 17 Απριλίου, ώρα 19:00
Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης
Εγνατίας 154 (εντός ΔΕΘ-HELEXPO)
Τ: 2310 240002. Είσοδος 15€
  • Λίγα λόγια για την παράσταση
Ο Πολιτιστικός Οργανισμός ΑΙΩΝ παρουσιάζει από 23 Μαρτίου έως 13 Απριλίου 2011, στο θέατρο Μεταξουργείο τη παράσταση «Καμίγ Κλoντέλ: το κύμα της τρέλας», βασισμένη στην αλληλογραφία της γλύπτριας με τον μεγάλο της έρωτα Αύγουστο Ροντέν, καθώς και με τον αδελφό της διπλωμάτη και συγγραφέα Πωλ Κλoντέλ. Η σκηνοθεσία και η δραματουργική επεξεργασία είναι του Στέλιου Κρασανάκη, η μετάφραση της Ρούλας Τσιτούρη. Καμίγ είναι η Λυδία Φωτοπούλου, ενώ τα σκηνικά και τα κουστούμια σχεδιάστηκαν από τη Ντόρα Λελούδα. Το video έγινε από τον Χρήστο Δήμα και ο ηχητικός σχεδιασμός από τον Σπύρο Αραβοσιτά. Επιμέλεια κίνησης από την Αμάλια Μπέννετ. Φωτισμοί, Γιάννης Δρακουλαράκoς.
Η παράσταση παρακολουθεί τη διαδρομή της Καμίγ Κλoντέλ από τη δημιουργική της νιότη έως την παράφρονα «ώριμη ηλικία» και τον εγκλεισμό της για 30 χρόνια στο άσυλο έως το θάνατο της το 1943, ακολουθώντας τις μορφές και τις φόρμες που εκείνη πρώτη επινόησε. Το κείμενο ιχνηλατεί τη συντριβή της γυναίκας-δημιουργού με τη θριαμβευτική δύναμη σε μια εποχή έντονα συντηρητική, που κυριαρχείται από κοινωνικές ανακατατάξεις και ανδροκρατούμενες αντιλήψεις. Αν το έργο της Καμίγ Κλoντέλ αποπνέει τη παθιασμένη ψυχή της, η παράσταση αναζητά πως μέσα από τη συγκεκριμένη ιστορία διαφαίνεται το κύμα της τρέλας του μεσοπολέμου. Η κραυγή της Κλοντέλ όπως αναδύεται από τις επιστολές της αφορά όλους μας, εκφράζει κάθε αποκλεισμένο και έρχεται να συναντήσει εκείνες του ΄Έντβαρντ Μουνκ, του Φραντς Καρλ Μπύλερ και του Φράνσις Μπέικον.
Η παράσταση τελεί υπό την αιγίδα της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας και εντάσσεται στις παράλληλες εκδηλώσεις της έκθεσης «Αιτία θανάτου: Ευθανασία» – Έργα από τη συλλογή Prinzhorn (Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138, 21/1–13/3/2011). Θα παρουσιαστεί δε και στη Θεσσαλονίκη (16 & 17/4/2011 στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης) με αφορμή τη μεταφορά της έκθεσης στο ΚΜΣΤ, στη Μονή Λαζαριστών. Η επιστολογραφία της Καμίγ Κλοντέλ, βασισμένη στο βιβλίο-αφιέρωμα του Jacques Cassar, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη χώρα μας από την ηθοποιό Janie Gastaldi στο Φεστιβάλ Νάξου 2008 που είχε ως θεματικό άξονα «Τέχνη και Τρέλα».
  • Σημείωμα σκηνοθέτη: Η κραυγή της Καμίγ Κλοντέλ
Κι’ αν ο άνθρωπος σιωπά στα βάσανα
Εμένα μου ‘δωσε ένας Θεός τα λόγια
να πω πως υποφέρω
Torquato Tasso
Goethe

Φαίνεται πως ο Θεός της τέχνης χάρισε στην Καμίγ Κλοντέλ εκτός από το ταλέντο να δίνει μορφή και κάλλος στις ιδέες της, την δυνατότητα να εκφράζει τις σκέψεις της με λόγο καθαρό και αξιοθαύμαστο. Ούτε το ένα ούτε το άλλο όμως κατάφεραν να αποτρέψουν τον εγκλεισμό της για 30 έτη έως το θάνατο της το 1943, σε ψυχιατρικό άσυλο. Φαίνεται πως οι δυνάμεις της συντήρησης έχουν μεγαλύτερη δύναμη από εκείνες της πρωτοπορίας και πως υπήρξε και εξακολουθεί να υπάρχει πρόσφορο έδαφος για διακρίσεις εις βάρος των γυναικών-καλλιτεχνών. Η Καμίγ συνθλίβεται ανάμεσα στον δυναμικό επιφανή δάσκαλο και αγαπημένο της Ροντέν και τον ανερχόμενο, φιλόδοξο συγγραφέα και πρέσβη αδελφό της, ανάμεσα στον πατέρα της, που την λάτρευε και την θεοσεβούμενη μητέρα της που ντρεπόταν για τη συμπεριφορά της.
Η νεαρή γλύπτρια λειτουργεί ως trickster, ως ζιζάνιο στον κύκλο του Ροντέν, στη συντηρητική οικογένεια της, στην αδιάλλακτη κοινωνία της εποχής της. Προκαλεί, διεκδικεί, χλευάζει. Καταφέρνει να σμιλέψει εξαιρετικά έργα και να δημιουργήσει τη δική της τεχνοτροπία με μεγάλη πνευματική πνοή, πριν βυθιστεί στο διωκτικό παραλήρημα και απογυμνωθεί από την διάνοια της, τη δημιουργική της ικανότητα. Οι οικείοι της την αντιμετωπίζουν χωρίς επιείκεια και εφησυχάζουν μετά τον εγκλεισμό της στο άσυλο. Την απορία μας, την οργή μας γι’ αυτήν την στάση απέναντι στην ανήσυχη δημιουργό, θελήσαμε να παρουσιάσουμε μέσα από την παράσταση που βασίζεται στις επιστολές της ακολουθώντας δικές της φόρμες. Επιστολές με δραματουργικό ενδιαφέρον, που αποτελούν μια ακόμη δημιουργική στιγμή της, μια απεγνωσμένη προσπάθεια επικοινωνίας με τον έξω κόσμο. Αλληλογραφία που εντάσσεται σ’ ένα ενιαίο ιδεολογικό και εικαστικό πλαίσιο, με τα γράμματα των προσώπων, που την ίδια ακριβώς περίοδο στη Γερμανία καταφέρνουν να δημιουργήσουν μέσα σε άσυλα και έργα τους βρίσκονται σήμερα στη Συλλογή Prinzhorn. Πολλοί από αυτούς τους καλλιτέχνες-ασθενείς εξοντώνονται από το Ναζιστικό πρόγραμμα «Ευθανασία», είτε στους θαλάμους αερίων, είτε από συστηματική ασιτία και παραμέληση ως άχρηστες υπάρξεις. Από παραμέληση στη περίοδο του πολέμου, παρά τις παρηγορητικές επιστολές των υπευθύνων προς τον αδελφό της, θεωρείται ότι κατέληξε και η Καμίγ, η προικισμένη γυναίκα που διεκδίκησε το δικαίωμα να είναι γλύπτρια. Η κραυγή της Κλοντέλ όπως αναδύεται από τις επιστολές της αφορά όλους μας, εκφράζει κάθε αποκλεισμένο και έρχεται να συναντήσει εκείνες του ΄Έντβαρντ Μουνκ, του Φραντς Καρλ Μπύλερ και του Φράνσις Μπέικον.

Στέλιος Κρασανάκης

Ψυχίατρος-Σκηνοθέτης
Advertisements

ΛΥΔΙΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ: Βουτιά στο κύμα της τρέλας

  • Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011 Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
Η Λυδία Φωτοπούλου συναντά την Καμίγ Κλοντέλ στη γειτονιά του Μεταξουργείου (στο ομώνυμο θέατρο), όχι ενσαρκώνοντάς την, αλλά αποδίδοντας το «κύμα της τρέλας» που συνεπήρε τη σπουδαία γλύπτρια, αδελφή του Πολ Κλοντέλ κι ερωμένη του Ροντέν. Τη γυναίκα που καταδικάστηκε από την ίδια την οικογένειά της σε ισόβιο εγκλεισμό σε άσυλο μέχρι το θάνατό της, το 1943.
Στην παράσταση «Καμίγ Κλοντέλ: το κύμα της τρέλας», που συνέλαβε και σκηνοθετεί ο ψυχίατρος Στέλιος Κρασανάκης (παραγωγή του Πολιτιστικού Οργανισμού «Αιών»), επιχειρούνται να αναβιώσουν σκηνικά τόσο η τρέλα μιας εποχής μεταιχμιακής και μιας κοινωνίας που περιθωριοποιεί οτιδήποτε την προπορεύεται, όσο και οι μορφές και οι γλυπτικές φόρμες που επινόησε η ρηξικέλευθη γλύπτρια.
Η σταδιακή πτώση της Καμίγ Κλοντέλ, μετά την περιθωριοποίησή της από τη συντηρητική, καθολική και ανδροκρατούμενη κοινωνία της εποχής αλλά και από την οικογένειά της, διατρέχεται μέσα από την αλληλογραφία της.
«Σ’ αυτό το υλικό διαφαίνεται ένα είδος παλλόμενου συναισθήματος: είναι απίστευτη, ευτυχής για τη δουλειά της, αλλά αγωνιά γιατί δεν έχει πόρους. Το να διεκδικεί μια γυναίκα, τέλη του 19ου αιώνα, το δικαίωμα να υπάρξει στην τέχνη, και δη τη γλυπτική, είναι επανάσταση από μόνο του», τονίζει η Λυδία Φωτοπούλου.
Ο αγώνας της Κλοντέλ για την εξεύρεση πόρων, η κοινωνική απομόνωση αλλά και ο χωρισμός της με τον Ροντέν είχαν αποτέλεσμα το «νευρικό κλονισμό» της, όπως λέει η Φωτοπούλου. Δεν θεωρεί ότι η Καμίγ ήταν ψυχασθενής όταν κλείστηκε στο άσυλο. «Δεν μπορώ να δω από τα γράμματά της ένα σχιζοφρενές πλάσμα», τονίζει. «Η Καμίγ μιλά για τα έγκλειστα πλάσματα που βγάζουν κραυγές, λειτουργώντας αντιστικτικά απέναντί τους. Βρέθηκε σε ένα χώρο όπου δεν ανήκει. Σίγουρα, όμως, είχε ένα ψυχισμό πιο ευαίσθητο και ευάλωτο από την αδελφή της, που ήταν μια υπάκουη κόρη. Η Καμίγ ήταν μια κόρη και αδελφή που ενοχλούσε. Και γι’ αυτό την έκλεισαν…».
Ολη της τη ζωή περίμενε τη μητέρα της να την πάρει στο σπίτι. Η άτεγκτη μάνα δεν την επισκέφτηκε ποτέ. Κι ο αδελφός της; Σε τριάντα χρόνια τής έκανε το πολύ τέσσερις επισκέψεις.
«Εχει, όμως, ο καιρός γυρίσματα», λέει η Φωτοπούλου. «Οσο η Καμίγ ζούσε στο περιθώριο, ο Ροντέν ζούσε μεγάλη ζωή και τον τιμούσαν με μετάλλια και διακρίσεις». Μετά από έναν αιώνα, η Κλοντέλ όχι απλώς αναγνωρίστηκε, αλλά για αρκετούς το έργο της είναι σημαντικότερο από του Ροντέν. Το ’51 ο Πολ Κλοντέλ δώρισε όλα τα γλυπτά της στο Μουσείο Ροντέν. «Και μετά το θάνατο αυτοί οι δύο ξαναβρέθηκαν μαζί», σχολιάζει η Λυδία Φωτοπούλου.
Πώς αφομοιώνεται δραματουργικά, υποκριτικά το χειμαρρώδες αυτό υλικό; «Η μεγάλη δυσκολία είναι πώς χειρίζεται κανείς την αλληλογραφία. Γιατί δεν πρόκειται για έργο, αλλά για γράμματα», ξεκαθαρίζει η Φωτοπούλου. Το λόγο, πάντως, ενισχύουν στην παράσταση τα βίντεο του Τάσου Δήμα, από τα οποία «παρελαύνουν» έργα της Κλοντέλ, το ψυχιατρείο της, το πατρικό που πάντα ονειρεύεται να επιστρέψει.
«Κρατώ την αναγκαία απόσταση, για να μην την προδώσω», εξηγεί η ηθοποιός. «Αλλιώς θα ήταν μίμηση ενός πράγματος σοβαρού. Η σταδιακή, δηλαδή, απόκλισή της, ο νευρικός κλονισμός της προκύπτει μέσα από τα λόγια της και όχι από κραυγές. Γιατί την τρέλα ή την εμμονή την έχουμε συνδυάσει με το «ουρλιάζω». Για την Καμίγ η απόκλιση είναι τρόμος. Μιλάει για το κρύο και το φρικτό φαΐ του ασύλου που δεν τρώει και φτάνει να πεθάνει από ασιτία. Καταστάσεις που βλέπεις γύρω σου στην Αθήνα σήμερα. Δεν γίνομαι όμως Καμίγ», υπογραμμίζει. «Δεν θα μπορούσα να μεταμορφωθώ στην ίδια. Δεν μπορώ να την ξέρω».
* Μετάφραση: Ρούλα Τσιτούρη. Σκηνικά-κοστούμια: Ντόρα Λελούδα. Ηχητικός σχεδιασμός: Σπύρος Αραβοσιτάς. Επιμέλεια κίνησης: Αμάλια Μπένετ. Φωτισμοί: Γιάννης Δρακουλαράκος. Η παράσταση τελεί υπό την αιγίδα της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας και εντάσσεται στις παράλληλες εκδηλώσεις της έκθεσης «Αιτία θανάτου: Ευθανασία» από τη συλλογή «Prinzhorn» (Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138).

Ελληνικό θέατρο: σκοτώνει τ’ άλογα και πριν γεράσουν;

  • Κάποτε τις Ιουλιέτες και Οφηλίες τις έπαιζαν 60άρες. Τώρα φτάσαμε στο άλλο άκρο. Οι σκηνές μας, ακόμα και το Εθνικό, αποθεώνουν τη νεότητα. Την είχαμε ανάγκη την ανανέωση σε όλα τα επίπεδα. Μήπως, όμως, χάσαμε το μέτρο; Μιλούν στην «Ε» οι Ρένη Πιττακή, Δημήτρης Καταλειφός, Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Λυδία Φωτοπούλου, Πέμυ Ζούνη, Γιάννης Χουβαρδάς, Εφη Θεοδώρου και Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος

Δημήτρης Καταλειφός: «Οι ηθοποιοί μετά τα 50 είμαστε οι πιο ριγμένοι απ' όλους». Στο «Ταξίδι» του Ο'Νιλ στο «Απλό Θέατρο».

Δημήτρης Καταλειφός: «Οι ηθοποιοί μετά τα 50 είμαστε οι πιο ριγμένοι απ’ όλους». Στο «Ταξίδι» του Ο’Νιλ στο «Απλό Θέατρο».

  • Η ηλικία αυτή καθ’ εαυτή είναι ένα απ’ τα λιγότερο ενδιαφέροντα «υποκείμενα» στο θέατρο. Εκτός κι αν συγγραφέας είναι ο Σέξπιρ -κληροδότησε επαρκέστατη παρακαταθήκη εμβληματικών ρόλων για τη μέση και την τρίτη ηλικία ερμηνευτών. Σήμερα, που η νεότητα λατρεύεται ως θεότητα, και όλοι πασχίζουν να παραμείνουν νέοι ή τουλάχιστον να συνυπάρχουν με τα νιάτα, το θεατρικό Λονδίνο επιμένει να κρατά ψηλά τη «σημαία» της θεατρικής τέχνης: σε αντιδιαστολή με την Αμερική, που ξορκίζει το γήρας σαν να είναι ο σατανάς, δίνει ελάχιστη σημασία στην ηλικία.
  • Στην «κοιτίδα» του σύγχρονου θεάτρου συνεχίζεται η τεράστια παράδοση σπουδαίων Βρετανών ηθοποιών που δουλεύουν αδιαλλείπτως, μέχρι τέλους -ανάμεσά τους και η πιο ευπαθής κατηγορία των γυναικών ηθοποιών: Βανέσα Ρεντγκρέιβ, Μάγκι Σμιθ, Τζούντι Ντεντς. Από κοντά, όπως σημείωνε πρόσφατα ο «Γκάρντιαν», μια ελαφρώς νεότερη, μεσήλικη πάντως γενιά ηθοποιών, όπως η Φιόνα Σο, η Λέσλι Σάρπ, η Τζ. Στίβενσον.
  • Εχετε αναρωτηθεί ποτέ τι γίνεται στην Ελλάδα των 380 παραστάσεων; Ποιο μοντέλο «αφομοιώσαμε»; Το βρετανικό ή το αμερικανικό; Η ανεργία πάντα έπληττε τις τάξεις των ηθοποιών -είναι, ούτως ή άλλως, υπερβολικά πολλοί, για να απορροφηθούν από την αγορά θεάτρου- ιδίως τους νέους. Κάθε χρονιά στις κορεσμένες τάξεις του προστίθενται επιπλέον 800 απόφοιτοι δραματικών σχολών. Και πάντα η γκρίνια αφορούσε το μέλλον και την τύχη των νεότερων. Προφανώς, δικαίως.
  • Από την άλλη, ποιος αρνείται ότι σήμερα ζούμε στην εποχή τής, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, επικράτησής τους, σε βαθμό που κάποιοι να μιλούν ακόμη και για «δικτατορία της νεότητας»; Να ξεκινήσουμε από τις επιχορηγούμενες και μη ομάδες και σκηνές, που κάνουν ό,τι μπορούν με πυρήνα νέες αποκλειστικά δυνάμεις; Ας μην ξεχνάμε ότι οι νεότεροι δεν προβάλλουν την αξίωση πληρωμών και ενσήμων. Για να καταλήξουμε στο νέο, επί Γιάννη Χουβαρδά, Εθνικό Θέατρο, που έχει μετατοπίσει το κεντρικό βάρος σε ένα νέο ηλικιακά δυναμικό ηθοποιών.

Λυδία Φωτοπούλου: «Η ροπή στους νεότερους πατά στον φόβο ότι ο 50χρονος-60χρονος ηθοποιός δεν είναι μοντέρνος». Με τη Ράνια Οικονομίδου στο «Ανάσα ζωής» στο «Απλό»

  • «Δεν μπαίνουν ντιρεκτίβες στους δημιουργούς. Δεν μπορείς να θέσεις σε έναν σκηνοθέτη όριο ηλικίας για τους ηθοποιούς του. Είναι λεπτό το ζήτημα», επισημαίνει εύστοχα η Ρένη Πιττακή. Ετσι λοιπόν υπάρχουν ώριμοι ηθοποιοί που παρέκαμψαν τον «σκόπελο» της ανεργίας επειδή συνδέθηκαν καλλιτεχνικά με ένα σκηνοθέτη -όπως η Ράνια Οικονομίδου με τον Αντώνη Αντύπα, και, τελευταία, η Ολια Λαζαρίδου με την Αντζελα Μπρούσκου, για να φέρω δύο μόνο παραδείγματα.
  • Σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει ο κλασικός προσωποπαγής θίασος του πρωταγωνιστή (όπως των Γ. Κιμούλη, Γρ. Βαλτινού, Γ. Αρμένη, Κάτιας Δανδουλάκη, Κατερίνας Μαραγκού, Μπέττυς Αρβανίτη, Αννας Κοκκίνου κ.ά.), πόσο συχνά οι καλοί, μέσης και βάλε ηλικίας, ηθοποιοί θα έβρισκαν δουλειά; Γιατί, τελευταία, έχουν να αντιμετωπίσουν κι ένα επιπλέον ζήτημα: ηλικιακά οι ρόλοι διολισθαίνουν διαρκώς προς τη… νεότητα: τους 50άρηδες ακόμη και 60άρηδες, σήμερα τους υποδύονται «γεροί» 40άρηδες.
  • «Το μέτρο έχει πράγματι χαθεί. Τα τελευταία χρόνια έχει επικρατήσει σχεδόν απόλυτα το «τόπος στα νιάτα»», παραδέχεται η Πιττακή. «Οταν έβγαινα στο θέατρο υπήρχε τέτοια γεροντοκρατία, που οι Οφηλίες και οι Ιουλιέτες ήταν 6Οάρες. Σήμερα έχουμε φτάσει στο άλλο άκρο. Εχει επικρατήσει η λατρεία των νέων και φρέσκων. Αυτό μπορώ να το αντιληφθώ στην πασαρέλα ή στη διαφήμιση. Αλλά όχι στο σινεμά και στο θέατρο, που πρέπει να υπάρχει άλλο εύρος». Το πρόβλημα του «εκτοπισμού της μέσης ηλικίας» το εντοπίζει η καλή ηθοποιός στις γυναίκες, «που ίσως είμαστε περισσότερες. Παρ’ ότι αρχίζω πλέον να το βλέπω και στους άνδρες».
  • «Ηρθε η ώρα να χτυπήσει ένα καμπανάκι!», καταλήγει σκεπτική η Πιττακή, και βρίσκει απολύτως σύμφωνο και τον Δημήτρη Καταλειφό. «Γενικά, μετά τα 50 είναι δύσκολα τα πράγματα για τους ηθοποιούς στην Ελλάδα, εφόσον δεν έχουν δική τους δουλειά ή δικό τους θίασο. Είναι οι ριγμένοι της υπόθεσης», υποστηρίζει ο ηθοποιός. «Αυτό σε ένα μεγάλο βαθμό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν έχουμε θέατρα ρεπερτορίου, όπως ήταν παλαιότερα το «Θέατρο Τέχνης». Τα ανεβάσματα των έργων είναι υπόθεση της σεζόν, οπότε το πού θα βρεθείς είναι θέμα συμπτώσεων και συγκυριών».

Γιώργος Μιχαλακόπουλος: «Η δική μου γενιά δεν έχει παραγκωνιστεί». Εδώ με τον Γ. Μοσχίδη και την Κατερίνα Μαραγκού στον «Μπόρκμαν» του Ιψεν

  • «Κι εγώ σήμερα που μιλάμε δεν έχω καμία σιγουριά», αποκαλύπτει. «Μετά τον μονόλογο του Μπέκετ, που ήρθα να ερμηνεύσω στο ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης, δεν ξέρω τι θα κάνω. Ψάχνομαι. Αυτό συμβαίνει αν δεν έχεις τον δικό σου χώρο. Το ζω από τα 46 μου και μετά, οπότε διαλύθηκε η ομάδα του «Εμπρός». Και με το πέρασμα των χρόνων επιδεινώνεται η κατάσταση. Γενικώς, η ζωή είναι δύσκολη μετά τα 50 για όλους. Η μεσαία ηλικία, ακόμα και στο ρεπερτόριο, δεν υπάρχει. Οι μεγάλοι ρόλοι είναι είτε πολύ νεανικοί είτε πολύ γεροντικοί». «Το καλό», προσθέτει, «θα ήταν να αξιοποιούνται όλες οι ηλικίες, όπως στα θέατρα ρεπερτορίου. Οι «Εφήμεροι» από το «Θέατρο του Ηλιου» της Μνουσκίν είχαν ερμηνευτές από 5 έως 80 ετών».
  • Ο Δημήτρης Καταλειφός αναγνωρίζει, όπως και αρκετοί συνάδελφοί του, ότι στο Εθνικό Θέατρο υπάρχει πια η τάση «να ανεβαίνουν έργα για νεότερους». «Παρ’ ότι όμως είναι γεγονός, η ροπή προς κάτι πιο νεανικό, θεωρώ ότι είναι συμπτωματική», καταλήγει.
  • Υπάρχει και η πλευρά του… μισογεμάτου ποτηριού. Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, όπως λέει, δεν έχει νιώσει «ούτε έλλειμμα», ούτε «περιθωριοποίηση της μέσης ηλικίας», ούτε «καμία παραχώρηση».
  • «Δεν νιώθω κανένα παραγκωνισμό», υποστηρίζει. «Η δική μου γενιά δεν έχει πρόβλημα: ο Γιάννης Φέρτης δουλεύει διαρκώς, όπως και ο λίγο μεγαλύτερός μας Γιώργος Μοσχίδης. Αλλωστε, οι μεγάλοι ρόλοι δεν πάνε με τη ζυγαριά. Παλαιότερα υπήρχε η παράδοση οι μεγάλοι ηθοποιοί να παίζουν και τους νέους. Ετσι κι αλλιώς, για να ανεβεί ο «Λιρ» χρειάζονται 30 ηθοποιοί. Οπότε μόνο ένα Εθνικό και ένα ΚΘΒΕ -στο δεύτερο με τον Τσακίρογλου βλέπουμε να συμβαίνει- μπορούν να ανεβάζουν έργα για ώριμους ρολίστες. Δεν είναι εφικτό για το ελεύθερο θέατρο».
  • Ο Μιχαλακόπουλος θέτει και μια ακόμη παράμετρο, που συνήθως παραβλέπεται ή κομψά αποσιωπείται: «Για να είμαστε αντικειμενικοί, δεν μπορούν όλοι οι ώριμοι ηθοποιοί να φέρουν τα φορτία ενός μεγάλου ρόλου για μεγάλες ηλικίες -είτε γιατί ξεπουλήθηκαν στην πορεία, είτε γιατί δεν έχουν πλέον τις φυσικές αντοχές, είτε…. Το ότι υπάρχει ένα «υλικό» αναξιοποίητο είναι γεγονός. Αλλά, επιμένω, η ηλικία δεν είναι τεκμήριο».
  • «Η ροπή προς τους νεότερους είναι φαινόμενο των καιρών, πιο αμερικανικό σαφώς, που πατάει στο φόβο ότι μπορεί ένας ηθοποιός 50-60 ετών να μην είναι μοντέρνος», είναι η ερμηνεία των νέων «ηθών» που δίνει η Λυδία Φωτοπούλου. «Δεν μου φαίνεται πάντως περίεργο που επιβάλλονται οι νεότεροι και στο θέατρο, αφού παντού πλέον πλασάρεται το «νέος κι ωραίος». Από την άλλη, θεωρώ καλό που οι ρόλοι νέων παίζονται από τόσο νέους -υπάρχει το καλό δυναμικό. Δεν μ’ ενοχλεί, ώστε να φτάσω να πω «παραγκωνίστηκα»».
  • «Υπάρχει όντως «τσουνάμι» νέων ταλαντούχων ηθοποιών αλλά και η εποχή μας θέλει «φρέσκο κρέας». Ομως, κανείς από τη γενιά μου δεν έχει παροπλιστεί πραγματικά», τονίζει η Πέμυ Ζούνη. «Απλώς, έχουμε γίνει πιο επιλεκτικοί. Οι νέοι έχουν αντοχές και ορμούν. Αυτό είναι κάτι που, για παράδειγμα, ο Χουβαρδάς στο Εθνικό Θέατρο το ενισχύει». *

Το Εθνικό δεν περνάει εφηβεία

«Το ξύπνημα της άνοιξης» του Φ. Βέντεκιντ (φωτ.) έριξε τον μέσο όρο ηλικίας των ηθοποιών του Εθνικού στα 25 χρόνια. Δεν είναι η μοναδική παράσταση

«Το ξύπνημα της άνοιξης» του Φ. Βέντεκιντ (φωτ.) έριξε τον μέσο όρο ηλικίας των ηθοποιών του Εθνικού στα 25 χρόνια. Δεν είναι η μοναδική παράσταση

  • Σύμφωνα με τον Γ. Χουβαρδά, στις παραγωγές του αντιπροσωπεύονται όλες οι ηλικίες: 52% των ηθοποιών είναι 22-35 ετών, 30% , 36-50 και 18% από 51 και άνω. Δεν πάει καιρός που ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, Γιάννης Χουβαρδάς, άνοιγε στο γραφείο του στην Αγ. Κωνσταντίνου μια πραγματικά παράξενη επιστολή. Η άγνωστη αποστολέας, προφανώς θεατής της πρώτης κρατικής σκηνής, εξέφραζε το αίτημα της συσπείρωσης σε μια παράσταση του Εθνικού παλαιών μεγάλων πρωταγωνιστριών του ελληνικού θεάτρου, άνω των 60, ακόμη και 70 ετών. Το αίτημα ίσως να είναι ανέφικτο, ωστόσο δεν παύει ως χειρονομία να υπογραμμίζει τη «στροφή» που έχει τελευταία πάρει το Εθνικό Θέατρο, πλην ελαχιστότατων εξαιρέσεων -όπως η αείμνηστη Αλέκα Παΐζη και ο Γιάννης Βογιατζής, που δίνουν ή έδιναν συχνά το παρών στις παραστάσεις του.
  • Χωρίς να αμφισβητεί κανείς ότι έχει στελεχωθεί από το πιο ταλαντούχο κι ακμαίο κομμάτι των ενεργών ηθοποιών μας, εμφανίζει την εικόνα ενός διευρυμένου «Αμόρε», με «πρώτη ύλη» κυρίως νέες δυνάμεις. Ο ηλικιακός «δείκτης» έχει κατέλθει κατακόρυφα. Είναι ενδεικτικές τρεις μόνο απ’ τις επερχόμενες παραγωγές του. Τον καζαντζακικό Ζορμπά στην παράσταση του Τσεζάρις Γκραουζίνις θα υποδυθεί το χειμώνα ο Μανώλης Μαυροματάκης. Την Κυρά της Θάλασσας του Ιψεν (σκηνοθεσία: Ε. Στούμπε) η Μαρία Ναυπλιώτου, ενώ τον ρόλο της Ατοσσας το καλοκαίρι, στους «Πέρσες» του Ντ. Γκότζεφ, θα επωμιστεί η Αμαλία Μουτούση, που ώς χθες υποδυόταν τη νεαρή Αντιγόνη.
  • «Δεν υπάρχει καμία επίσημη γραμμή στο Εθνικό θέατρο να κατεβαίνουν οι ηλικίες των ρόλων. Αντίθετα, γίνεται προσπάθεια οι ρόλοι να παίζονται στις ηλικίες που υπαγορεύονται από τους συγγραφείς», υποστηρίζει ο Γιάννης Χουβαρδάς. Και υπογραμμίζει με έμφαση: «Στις παραγωγές του Εθνικού αντιπροσωπεύονται όλες οι ηλικίες». Για του λόγου το ασφαλές δίνει στη δημοσιότητα και νούμερα. «Τα ποσοστά των ηλικιών είναι 52% από 22 ώς 35 ετών, 30% από 36 ώς 50 ετών και 18% από 51 και άνω, ποσοστά ισορροπημένα αλλά και απολύτως αναμενόμενα, λαμβάνοντας υπόψη ότι στο ρεπερτόριό μας περιλαμβάνονταν κατά την τρέχουσα σεζόν τρία έργα με κυρίως νεανική διανομή – «Ξύπνημα της Ανοιξης», «Φάουστ» και «Σαμπίνε Χ», συν μια παράσταση παιδική και μία χοροθεάτρου».
  • Για την αναπληρώτρια καλλιτεχνική διευθύντρια του Εθνικού, Εφη Θεοδώρου, «είναι πολύ λογικό να δίνονται ευκαιρίες συστηματικά στους πιο νέους. Πρέπει να δοκιμαστούν τα παιδιά. Ετσι προετοιμάζουμε την τέχνη του μέλλοντος». Παραδέχεται ωστόσο ότι κάποιοι μπορεί να μιλούν για «φασισμό της νεότητας» βλέποντας τις παραγωγές του Εθνικού. Προτάσσει, όμως, μια βασική ποιότητα της θεατρικής πράξης: τη διαθεσιμότητα των ηθοποιών. «Με τα μεγάλα ονόματα, που έχουν παγιωμένες απόψεις, συχνά δεν εξασφαλίζεις την απόλυτη διαθεσιμότητα. Για να πας, όμως, παραπέρα πρέπει να έχεις ανθρώπους διαθέσιμους και ευέλικτους».
  • «Γενικότερα, όμως, όχι μόνο δίνονται ευκαιρίες στους μεγαλύτερης ηλικίας ηθοποιούς», τονίζει ο Χουβαρδάς, «αλλά επειδή πολλοί αποχωρούν από την ενεργό δράση ενώ είναι σε ζήτηση ακόμα, υπάρχει έλλειψη καλών ηθοποιών για σοβαρούς ρόλους σ’ αυτές τις ηλικίες».

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος: τόπο στα νιάτα

  • Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος συνειδητά έκανε το Θέατρο του Νέου Κόσμου στέκι νεανικών καλλιτεχνικών δυνάμεων. «Δεν είναι, όμως, καλό που πλέον δεν παίζουν τις 20άρες οι 50άρες και οι 60άρες;», ερωτά. «Προσωπικά, δεν βλέπω να ‘χουν πρόβλημα οι ώριμοι ηθοποιοί. Αντιθέτως. Ηθοποιοί που έχουν βρει μια «σειρά» μεγαλώνοντας, γίνονται περιζήτητοι, όπως ο Γ. Μοσχίδης ή η Σούλα Αθανασιάδου. Αλλοι βεβαίως αποσύρονται ή μεγαλώνοντας δεν προσαρμόζονται, διατηρούν μια παρωχημένη «γλώσσα». Το πρόβλημα της ανεργίας μαστίζει, όμως, τους νέους. Κάθε χρόνο βγαίνουν απ’ τις σχολές 800 νέοι ηθοποιοί, ενώ η αγορά μπορεί να απασχολήσει μόλις 50».
  • Φυσικά, οι ηλικιακές «ισορροπίες» ή «ανισορροπίες» προδιαγράφονται από το ρεπερτόριο. Αλλά και το νέο ελληνικό έργο, που έχει τελευταία κατακλύσει τις σκηνές μας, σκέφτεται καθόλου τη μέση ηλικία; Σπάνια. «Φυσικό κι επόμενο δεν είναι οι νέοι συγγραφείς να γράφουν για τη δική τους ηλικία;», δικαιολογεί τις επιλογές τους ο Β. Θεοδωρόπουλος.
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 4 Απριλίου 2009