Category Archives: Φοινίτσης Δημήτρης

Θέατρο με ραντεβού και χωρίς εισιτήριο

  • Ο χώρος άγνωστος και μη θεατρικός. Μόνη πληροφορία: μια γκαρσονιέρα κάπου στο Πεδίον του Aρεως. Ο ενδιαφερόμενος θεατής θα τηλεφωνεί σε συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου, θα του δίνουν ένα ραντεβού κι από κει μέλη της ομάδας παραστατικών τεχνών «προΤΑΣΗ» θα τον οδηγούν στον χώρο της παράστασης. Εκεί, στην «ερωτική του φωλιά», το πρωταγωνιστικό ζευγάρι του «Dominatrix» θα ζει τον δικό του ερωτικό «Γολγοθά».

Θέατρο με ραντεβού και χωρίς εισιτήριο

Το έργο της Μ. Ρ. Αναστασάκη, σε πρώτη παρουσίαση, ανεβαίνει από τις 22 Σεπτεμβρίου, σε σκηνοθεσία, δραματουργική επεξεργασία Δημήτρη Φοινίτση, στον οποίο ανήκει και η ιδέα του όλου στησίματος. Ο σκηνοθέτης μετατρέπει τον θεατή σε εισβολέα σε έναν ιδιωτικό χώρο και τον βάζει να παρακολουθεί μέσα από την «κλειδαρότρυπα» ό,τι συμβαίνει εκεί.

Το έργο παρακολουθεί τις εσωτερικές διαδρομές τεσσάρων ανθρώπων σε ένα σκοτεινό τοπίο του σήμερα, οι οποίοι βιώνουν μια σειρά δοκιμασιών με ανυπολόγιστο ψυχικό κόστος.

Η σεξουαλική βία κατατροπώνει τα «θέλω» τους και μειώνει κατάφορα την αξιοπρέπεια και το «εγώ» τους. Υπακούουν σε μια αδιευκρίνιστη δύναμη που από σκηνή σε σκηνή αλλάζει, ορίζοντας εκ νέου κάθε φορά καθοδηγητή σε ανάρμοστες -για την κοινή ηθική- πράξεις. Κανείς δεν γνωρίζει αν αυτό που ο λόγος συντάσσει ανήκει στην πραγματικότητα ή είναι αποκύημα μιας νοσηρής φαντασίας, δίχως φραγμούς και όρια.

Η πίεση και η ζωώδης σαρκική επιθυμία τούς ωθεί σε δαιδαλώδη παιχνίδια που απλώς επιβεβαιώνουν το αδιέξοδο στο οποίο οικειοθελώς έχουν εισέλθει και ταυτόχρονα διογκώνουν τη μοναξιά τους. Σε αυτή την κατάσταση, η τηλεόραση παίζει τον δικό της ρόλο, οπωσδήποτε παραπλανητικό με τις… άψογες σχέσεις που προτείνει ως ιδεώδες του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού. Κάποιος «παίκτης» θα αποποιηθεί πρόωρα τον κανιβαλισμό της ιδιότροπης «συνύπαρξης» και το επίπλαστο οικοδόμημα θα καταρρεύσει.

Η παράσταση του έργου -δραστικά διαφοροποιημένη από το κείμενο- δίνεται σε οικιακό χώρο, μια γκαρσονιέρα, σε κεντρικό σημείο της πόλης. Γι’ αυτό αντί εισιτηρίου θα υπάρχει εθελοντική εισφορά, μάλιστα μετά τη λήξη της. Παίζουν οι ηθοποιοί: Ιουλία Σιάμου, Χρυσοβαλάντης Κωστόπουλος. Τηλέφωνο κρατήσεων: 6907-390-333.

  • Εμπνευση
    Η ανατρεπτική «ιδέα» προσδιορίζει πρώτιστα το σκηνικό ύφος και τη γενικότερη αισθητική της «προΤΑΣΗς». Ο μινιμαλισμός, η αφαίρεση, ο μαγικός ρεαλισμός είναι τα κυριότερα ρεύματα που τροφοδοτούν καλλιτεχνικά το σχήμα.

Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 03/09/2010

Η ελληνίδα Μις Τζούλια

Η«Δεσποινίς Τζούλια» του Στρίντμπεργκ γίνεται «Τζούλια»: μια Ελληνίδα των βορείων προαστίων που αναμετριέται με έναν μετανάστη, τον Ζαν (Γιάννη επί το ελληνικότερον). Την απρόοπτη αυτή και επίκαιρη «ανάγνωση» του κλασικού έργου που υπογράφει ο νεαρός σκηνοθέτης Δημήτρης Φοινίτσης και η ομάδα του πρόΤΑΣΗ, φιλοξενεί από προχθές η αίθουσα προβολών του μπαρ «Νίξον» (Αγησιλάου 61, στο Γκάζι).

Είναι, άλλωστε, μια θεατρική παράσταση που συνομιλεί με το σινεμά. Το σκηνικό της είναι βιντεοσκοπημένο: η κουζίνα μιας χλιδάτης βίλας, με την οικιακή βοηθό, την Αφρικανή Χριστίνα, να εμφανίζεται αποκοιμισμένη μπροστά στην τηλεόραση καθώς ο τηλεοπτικός σεφ Τζέιμς Ολιβερ, εναλλάσσεται με διαφημιστικά μηνύματα για πολυμίξερ.

Μπροστά της, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, στη διάρκεια ενός αυτοσχέδιου πάρτι, εκτυλίσσονται ακραίες σεξουαλικές σκηνές και παιχνίδια εξουσίας με πρωταγωνίστρια την κόρη του αφεντικού, την Τζούλια (Ελευθερία Γεροφωκά) και τον αλλοδαπό σοφέρ τους (Κρις Ραντάνοφ).

Στην ιδιότυπη αυτή συνύπαρξη βίντεο και θεάτρου παρακολουθούμε ταυτόχρονα το ζευγάρι και στη σκηνή, αλλά και στην οθόνη – σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα ο θεατρικός ήρωας συνδιαλέγεται με τον κινηματογραφικό. «Η μουσική χαλαρώνει τις (όποιες) αναστολές, ο χορός ενώνει τα σώματα, το αλκοόλ ρέει στο αίμα, η εξουσία δυναμώνει και αλλάζει χέρια, το γενετήσιο ένστικτο τελικώς υπερισχύει», διαβάζουμε στο συνοδευτικό σημείωμα. «Και, τελικά, οι… αυτόχθονες θα πληρώσουν «ακριβά» την αλαζονεία τους».

«Ο Γιάννης», μας εξηγεί ο Δ. Φοινίτσης, «είναι η κλασική περίπτωση ενός μετανάστη που κάνει τα πάντα για να ανελιχθεί. Ενός επιβήτορα που χρησιμοποιεί το σεξ ως μέσο εξουσίας». Πρότυπό του είναι ο καταξιωμένος και εύρωστος οικονομικά «Κύριός» του. Και δεν διστάζει να ικανοποιεί ακόμα και τις κρυφές ερωτικές του επιθυμίες. Οταν, όμως, η νεαρή κόρη, θα τον προκαλέσει, θα οδηγηθεί στο βιασμό.

Η Τζούλια εμφανίζεται ως ρηχή πλούσια νεαρή που θέλει να αυτοεπιβεβαιωθεί ως γυναίκα ύστερα από έναν επώδυνο χωρισμό. Και ταυτόχρονα να διαπιστώσει αν έχουν βάση οι σοκαριστικές υποψίες της πως ο Ζαν έχει σεξουαλικές σχέσεις με τον πατέρα της…

«Οι ρόλοι καλού και κακού εναλλάσσονται μέχρι τέλους», σημειώνει ο σκηνοθέτης. «Ο Γιάννης είναι διαβασμένος, γλωσσομαθής -όχι ένας τυπικός αλλοδαπός εργάτης οικοδομής. Και χρησιμοποιεί συνειδητά τους ανθρώπους όπως τον χρησιμοποιούν και αυτοί». Από την άλλη εμφανίζει τη σύγχρονή μας Τζούλια επίσης θύμα της κοινωνικής της τάξης: «Ενα κορίτσι που μεγάλωσε έχοντας τα πάντα στα πόδια της, και το βλαχομπαρόκ λάιφσταϊλ των εγχώριων περιοδικών να υπαγορεύει τη βαρετή καθημερινότητά της».

Η σύγκρουση θα είναι σφοδρή. Ομως στο τέλος η Τζούλια δεν κόβει τις φλέβες της. «Η έκβαση είναι άλλη: το απόλυτο κενό. Το χάσμα είναι ακόμα μεγαλύτερο…».*

  • Της ΕΥΑΝΝΑΣ ΒΕΝΑΡΔΟΥ, Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009

Η Δεσποινίς Τζούλια των βορείων προαστίων

Η «Δεσποινίς Τζούλια» του Στρίντμπεργκ είναι ένα έργο εμβληματικό για την παγκόσμια δραματουργία όσο και καινοτόμο -ο πρόλογός του είναι το μανιφέστο του νατουραλισμού- αλλά και προκλητικό στην εποχή του, αφού ξεσήκωσε πλήθος αντιδράσεων.

Η ελληνική σκηνή το ανακάλυψε πολύ γρήγορα. Η πρώτη παράστασή του στην Ελλάδα, το 1908 στην Πάτρα, από την Κυβέλη ήταν ταυτόχρονα και μία από τις πρώτες στην Ευρώπη. Αμέτρητες είναι αυτές που ακολούθησαν.

Τώρα, ένας νέος σκηνοθέτης, ο Δημήτρης Φοινίτσης, επιχειρεί με την ομάδα του «πρόταση» να το φέρει στην ελληνική πραγματικότητα του 2009. Γι’ αυτό και το μετέφρασε ο ίδιος -από τα αγγλικά- και το διασκεύασε. «Το έργο έχει υποφέρει πολύ από παλιομοδίτικα ανεβάσματα. Ηθελα να το αποκαταστήσω στα μάτια μου, καθώς το λατρεύω για τη σκηνική του πυκνότητα», λέει.

Αλλωστε για εκείνον ο εκσυγχρονισμός των έργων κρίνεται απαραίτητος. «Διαφορετικά δεν υπάρχει λόγος να ανεβαίνουν», λέει κατηγορηματικά. «Δεν ταυτίζεσαι αλλιώς. Το μουσειακό θέατρο, που στην Ελλάδα βιώσαμε πολύ έντονα, έχει πεθάνει. Εχουν αλλάξει τα πράγματα».

Στο στόχαστρο του Δημήτρη Φοινίτση τοποθετείται το ζήτημα της μετανάστευσης σε αντίστιξη με το σύγχρονο life style των βορείων προαστίων, την παθητικότητα του σύγχρονου τηλεθεατή και την επέλαση της αγγλοσαξονικής υποκουλτούρας.

Η Τζούλια -την υποδύεται η Ελευθερία Γεροφωκά- είναι ένα πλουσιοκόριτσο των βορείων προαστίων. «Ενα πανέξυπνο πλάσμα που ο νεοπλουτισμός, το σαχλό life style, η κενή και βαρετή καθημερινότητα δεν της λένε τίποτα», διευκρινίζει ο Φοινίτσης. Ο Γιάννης (Ζαν) είναι ένας μετανάστης, που εργάζεται στην πολυτελή κατοικία της. «Είναι για την Τζούλια το εισιτήριο. Αυτός που ξυπνά μέσα της την περιπέτεια. Κάτι που όλοι έχουμε θάψει στην καθημερινότητά μας. Ολοι αυτοί οι μετανάστες που πέρασαν τα σύνορα, μας θύμισαν πώς ήμασταν πριν από πενήντα χρόνια. Το ξεχάσαμε, γιατί γίναμε ξαφνικά όλοι Ευρωπαίοι», σχολιάζει.

Η σκηνοθεσία του παίζει με τα όρια του ρατσισμού, σύμφωνα με τον ίδιο, αφού αφήνει περιθώριο στο κοινό να πάρει το μέρος του Γιάννη. Ως πολιτική κίνηση έδωσε, μάλιστα, τον ρόλο του Γιάννη όχι σε κάποιον Ελληνα ηθοποιό αλλα στον Βούλγαρο Κρις Ραντάνοφ.

Στο έργο υπάρχει και ένας τρίτος μικρότερος ρόλος, αυτός της υπηρέτριας Κριστίν. Ο Φοινίτσης τοποθετεί τον ρόλο αυτό σε μια οθόνη, τονίζοντας ακόμη περισσότερο τον περιφερειακό χαρακτήρα του και εντάσσοντας ένα δημιουργικό διάλογο οθόνης-σκηνής στην παράσταση. Δεν αξιοποίησε κάποια ηθοποιό αλλά μια απλή οικονομική μετανάστρια, τη Χριστίνα Μπέλλο, που έχει γεννηθεί στην Αθήνα από Αφρικανούς γονείς.

«Το πρόβλημα είναι σοβαρό και δεν λύνεται με επιχειρήσεις-σκούπα. Ζω στην Κυψέλη και το βλέπω καθημερινά. Δεν γίνεται να μην το βλέπει κάποιος, πόσο μάλλον η πολιτεία», λέει. «Ηθελα να δώσω μια αφορμή και για προβληματισμό. Να δούμε λίγο τι λέμε κι εμείς…».

Η υπηρέτρια Κριστίν είναι απορροφημένη μπροστά στην τηλεόραση. Αποκοιμιέται παρακολουθώντας σκηνές μαγειρικής από εκπομπή του Τζέιμι Ολιβερ αλλά και διαφημίσεις για αποχυμωτές. «Επιχειρούμε ένα σχόλιο στην παθητικότητα του σύγχρονου θεατή. Λες και όλοι οι Ελληνες είναι μπροστά στην τηλεόραση και μαγειρεύουν», λέει.

Ο χώρος του ΝΙΧΟΝ, που θα φιλοξενήσει την παράσταση, δεν είναι από τους καθαρά θεατρικούς. Πρόκειται, όμως, για έναν ατμοσφαιρικό χώρο, στον οποίο νιώθεις πως θα ξεπηδήσουν κινηματογραφικοί ήρωες του ’30. «Αυτή την ατμόσφαιρα σπάει το σκηνικό μας, που είναι μια ψυχρή inox κουζίνα. Η μίξη και η διάσπαση της εικόνας είναι κάτι που με ενδιαφέρει επίσης», συμπληρώνει ο σκηνοθέτης.

* Από την Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου στην αίθουσα προβολών του ΝΙΧΟΝ (Αγησιλάου 61Β, Κεραμεικός). *

  • Της ΕΛΕΝΑΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, Ελευθεροτυπία, Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2009