Category Archives: Τσατσούλης Δημήτρης

Η κρίση της αναπαράστασης

  • Επτά, Κυριακή 27 Μαρτίου 2011
  • ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΣΑΤΣΟΥΛΗ

Ωραίο είναι το οικείο. Με αυτό το «έντιμο» σύνθημα θα μπορούσε να εκφραστεί αλλιώς ο τρόμος που κυριεύει τον θεατή μπροστά σε μια σκηνή που αρνείται να προσφύγει στους συνήθεις αναπαραστατικούς μηχανισμούς.

Που δεν υπακούει στις συμβάσεις ενός θεάτρου-φέτας ζωής. Παρ’ όλο που οι κλασικοί πλέον Μπέκετ, Ιονέσκο, Αραμπάλ ή Ζενέ έγραψαν θέατρο που αρνείται την αναφορά στο πραγματικό, οι κατά καιρούς σκηνοθέτες λείαναν τις αιχμές, επιδιώκοντας να καταστήσουν τις ανοίκειες καταστάσεις του θεάτρου τους οικείες, άρα αβλαβείς. Ως σε αντιπερισπασμό για την προδοσία, οι σύγχρονοι σκηνοθέτες δεν παύουν να δοκιμάζουν τρόπους για να διαταράξουν την εδραιωμένη σχέση αναφοράς του θεάτρου στην πραγματικότητα, δοκιμαζόμενοι πρώτιστα σε θεωρούμενα κλασικά έργα.

Ο Σταύρος Τσακίρης, ανεβάζοντας πρόσφατα «5 μικρά έργα» του Beckett, με τον γενικό τίτλο «Breath» (Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης), μετέτρεψε τον μικρό χώρο του Black Box σε καταλύτη κάθε έννοιας αναπαραστατικότητας, βυθίζοντας τον ενιαίο χώρο σκηνής-πλατείας στο απόλυτο σκοτάδι, με φέτες φωτός από φακούς να αναδεικνύουν σκιές παρά πρόσωπα. Την ίδια στιγμή, η μαγνητοφωνημένη φωνή του ίδιου του σκηνοθέτη εκφέρει το «Α Piece of Monologue», φωνή άυλη και ασώματη που διαχέεται στον χώρο, αφήνοντας έτσι τις άλλες αισθήσεις να αδρανήσουν και επιβάλλοντας σε μόνη την ακοή να οξυνθεί για να παρακολουθήσει δίχως απόσπαση τον λόγο του κειμένου. Κλειστοφοβία, ασφυκτική ατμόσφαιρα, ο θεατής αισθάνεται άβολα, στερημένος από την καθησυχαστική όραση των πραγμάτων, τον βασικό αντιληπτικό μηχανισμό πρόσληψης του πραγματικού που διαθέτει. Ο λόγος επιβάλλεται στον θεατή περισσότερο ως κατάσταση και ήχος, συμπάσχοντας έτσι με το ελάχιστα δρων επί σκηνής πρόσωπο, καθώς αμφότεροι βυθίζονται στο σκοτάδι ενός εσώτερου, οριστικά ματαιωμένου εαυτού.

Η Σύλβια Λιούλιου δοκιμάζει τα όρια της μη αναπαραστατικότητας στον «Πελεκάνο» του Strindberg, στο BIOS, με δύο άντρες ηθοποιούς (Λαέρτη Βασιλείου και Μιλτιάδη Φιορέντζη) όχι μόνο να εκφέρουν τον λόγο όλων των προσώπων του έργου σχεδόν ακίνητοι αλλά και σε ένα γυμνό σκηνικό που συντίθετο μόνο από τους δύο πάγκους στους οποίους κάθονταν. Καμιά προσποίηση στη φωνή -ανάλογα με το αν υποδύονταν αντρικά ή γυναικεία πρόσωπα- καμιά ενδυματολογική αλλαγή – με μόνη δείξη το αν φορούν ή όχι την τραγιάσκα. Συγχρόνως, εναλλάσσονται στους ίδιους ρόλους, έτσι ώστε αυτό που απομένει είναι η αποστασιοποιημένη εκφορά του λόγου. Κι όμως, στην τελική σκηνή της Μητέρας, η συν-κίνηση του θεατή προκαλείται εκκωφαντικά από την έκφραση που δίνει στο στόμα του ο Φιορέντζης, καθώς αρθρώνει τις λέξεις. Ετσι, απλά, το παιχνίδι έχει κερδηθεί αποφασιστικά.

Τα υπόγεια του Χώρου Ιστορικής Μνήμης στην Κοραή αποτελούν ιδανικό φυσικό σκηνικό τόπο για τους επαναστατημένους νέους των «Δίκαιων» του Καμί που μετέφρασε και σκηνοθέτησε ο Σάββας Στρούμπος. Ενας χώρος ασφυκτικός με αιωρούμενη την απειλή ανακάλυψης της ομάδας που σχεδιάζει «τρομοκρατικό χτύπημα» στην τσαρική Ρωσία, καθίσταται εν τέλει χώρος μιας τελετουργίας μέσω των κινήσεων που επιτελούν τα σώματα των πέντε γερά εκγυμνασμένων ηθοποιών. Ο λόγος ανασημασιοδοτείται από την κίνηση, η φωνή ακούγεται ως απόρροια ενός εσώτερου σωματικού παλμού, η παράσταση αρνείται την αναπαράσταση αλλά αποκαλύπτει κινησιακά τη βαθύτερη ουσία του φόβου μπροστά στην επιτακτική ανάγκη υλοποίησης της ιδέας. Μια παράσταση – χορογραφία του τρόμου, ένας λεκτικός σπασμός που γίνεται βάσανος του σώματος και επιτελείται βίαια στο σκηνικό εδώ και τώρα.

Οι βροντώδεις ή σπαραξικάρδιες φωνές και οι χειρονομιακές απομιμήσεις που επιφανειακά αναπαριστούν το γράμμα του κειμένου αποτυγχάνουν πλέον εκεί που θα ήθελαν να πείσουν: στην απομίμηση μιας διαρκώς διαφεύγουσας πραγματικότητας που εμπεριέχει το κείμενο. Η ανασκαφή του ώς το μεδούλι, αυτή που επιχειρούν οι νέοι σκηνοθέτες, αποκαλύπτει την άλλη, περισσότερο εύφορη διάστασή του.

Τελευταίο παράδειγμα, ο ταλαιπωρημένος «Πλατόνοφ», το πρωτόλειο του Τσέχοφ, του οποίου οι σκηνοθεσίες επιδίωκαν να αποκαταστήσουν την αξία με γνώμονα τα μετέπειτα έργα του: τις ρεαλιστικές, δραματικές κορυφώσεις εκείνων που διαδραματίζονταν μέσα στα ασφυκτικά γεμάτα ή έστω αφαιρετικά σκηνικά και με τα αρμόζοντα κοστούμια που παρέπεμπαν στην τσαρική Ρωσία. Αγνοώντας συστηματικά ότι πρόκειται για έργο διαποτισμένο από την ανέμελη δροσιά ενός εικοσάχρονου που η μετέπειτα καριέρα του τον οδήγησε να το κρατήσει σφραγισμένο στο συρτάρι του ώστε να αποκαλυφθεί χρόνια μετά τον θάνατό του. Βάζοντάς το σκηνοθετικά, στην ουσία, στο κρεβάτι του Προκρούστη ώστε να μη διαψεύσει τις δικές τους προσδοκίες.

Ο Γιώργος Λάνθιμος, σκηνοθετώντας το έργο στο Εθνικό Θέατρο, αποκάλυψε τον πυρήνα: έφερε στο προσκήνιο την ανεμελιά γραφής και υπόθεσης δίνοντας με τη χορογραφημένη κινησιολογία των εξαιρετικής ακρίβειας ηθοποιών του, με κορυφαίο τον Αρη Σερβετάλη, την πικρόγλυκη γεύση των ματαιωμένων ονείρων μιας γενιάς ακόμη νέων ανθρώπων. Εδώ, η κίνηση δεν εικονογραφεί τον λόγο, που ακούγεται αποστασιοποιημένα, ως να προέρχεται από ανδρείκελα (της κοινωνίας; της Ιστορίας;), αλλά ζωντανεύει τα σώματα παράλληλα και ανεξάρτητα απ’ αυτόν, καταθέτοντας την εικόνα που βρίσκεται πίσω από τις (φθαρμένες) λέξεις. Πίσω από το κείμενο ως όλον και όχι τις επιμέρους περιγραφικές καταστάσεις.

Αυτό που διαφεύγει από τους επικριτές της παράστασης -και όποιας μη απεικονιστικής παράστασης- είναι ότι στην πραγματικότητα οι αντιδράσεις του σώματός μας ή και ο μη εκφραζόμενος εξωτερικά εσωτερικός ρυθμός μας σπάνια συμφωνούν με τον λόγο μας. Χρειάζεται, όμως, μια ιδιαίτερη διαύγεια για να γίνει αυτό συνειδητό και ακόμη περισσότερο να υλοποιηθεί παραστασιακά. Επικρατεί, έτσι, μια συμβατική αντίληψη που απαιτεί έναν εικονογραφημένο χειρονομιακά λόγο που ακόμη δυναστεύει το θέατρό μας -αρχής γενομένης από τη διδασκαλία στις δραματικές σχολές- και σε μεγάλο βαθμό το δυτικό θέατρο. Διότι, τελικά, ακόμη και η έννοια της αναπαράστασης είναι κοινωνικά, άρα συμβατικά, προσδιορισμένη. 7

Advertisements

Εναλλακτικές φωνές- Κωφεύουσα πολιτεία

ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΣΑΤΣΟΥΛΗ*

Η αρχή έγινε από τη μυθική πλέον «Κατσαρίδα» των Β. Μαυρογεωργίου – Κ. Γάκη στο Θέατρο του Νέου Κόσμου και, ταυτόχρονα, από την εκ Θεσσαλονίκης ορμώμενη «Golfω» της Ομάδας «Χώρος» του Σίμου Κακάλα. Νεότατοι δημιουργοί καθιερώνονται με νέες παραστασιακές προτάσεις πρώτα στη συνείδηση του συρρέοντος νεανικού κοινού και, καθυστερημένα, αν όχι «πατερναλιστικά», από δημοσιογράφους και κριτικούς.

Αισθάνεται κανείς ότι το έναυσμα δόθηκε. Το νεανικό κοινό ανακαλύπτει το δικό του θέατρο και συνεχίζει να το αναζητά σε νέες ομάδες που, με διαφορετικές προσεγγίσεις, δοκιμάζονται σε ποικίλα είδη. Ενα εναλλακτικό θέατρο, κινούμενο παράπλευρα προς τα καθιερωμένα, ακόμα και πρωτοποριακά θεατρικά σχήματα, με διαφορετική αισθητική και βασικά εφόδια τη ζωντάνια, τον αυτοσχεδιασμό, την πενιχρότητα των σκηνικών μέσων, την αμεσότητα με το κοινό το οποίο καθιστά συνένοχο, την έμπνευση από άλλες μορφές τέχνης που αγγίζουν το λαϊκό θέαμα. Και συχνά, την ανάδειξη υποκριτικών μέσων που επικεντρώνονται στις εκφραστικές δυνατότητες του σώματος.

Η ομάδα «Ex Animo» με τον καλοδουλεμένο «Νοσφεράτους Διδόντικους» που παίζεται τρίτη χρονιά, παράσταση εμπνευσμένη από τον κινηματογραφικό εξπρεσιονισμό του Murnau και το έργο του Στόουκερ, η ομάδα «Splish-Splash» που σκηνοθετεί ο Γιάννης Ο. με την εντυπωσιακή φετινή δημιουργία της «ScarMface», εμπνευσμένη από την κινηματογραφική ταινία του Χάουαρντ Χοκς «Ο Σημαδεμένος» (1932), υιοθετώντας την παντομίμα και τις αρχές του βωβού κινηματογράφου, η ομάδα «Sforaris» με σκηνοθέτη τον Γιάννη Καλαβριανό που επανέρχεται φέτος, μετά το επεισοδιακό «Εγώ είμαι το θείον βρέφος», με τις «Praktorisses», παράσταση που διακωμωδεί τις σχετικές κατασκοπικές ταινίες με κωμικά γκαγκ αλλά και μουσικοχορευτικές σκηνές, καταδηλώνουν τα κινηματογραφικά τους διακείμενα, επεξεργασμένα δημιουργικά και ενθουσιάζουν τις απόλυτης πληρότητας πλατείες τους.

Σε σχετικό με την τελευταία ομάδα μήκος κύματος κινούνται και οι «Ab Ovo» με φετινή παραγωγή τους το «Μαμά Ελλάδα», μια σάτιρα του νεοέλληνα, με επιμέρους επιθεωρησιακού ύφους σκετς, χορό και τραγούδι και άμεση επικοινωνία με το νεανικό τους κοινό που τους ακολουθεί φανατικά.

Με περισσότερο σοφιστικέ διάθεση, αισθητικές απαιτήσεις και ιδιάζον ύφος, η πρωτεμφανιζόμενη ομάδα «Κούλα η Πλανιδού» με το «αυτοσχεδιαστικό» έργο «Κορσεδία» και ψαγμένη κινησιολογία διεκδικεί τη δική της θέση μεταξύ των νεανικών προτάσεων.

Το δικό της ύφος έχει ήδη κατακτήσει η ομάδα «Mag», με βασικό συντελεστή τον Κώστα Κουτσολέλο με το περσινό «Less» αλλά και το φετινό «Desire»: ο θρίαμβος του αποστασιοποιημένου παιξίματος-περφόρμανς.

Στα όρια περφόρμανς και «devised theatre» κινούνται τόσο η ομάδα «Nova Melancholia» με σκηνοθέτη τον Βασίλη Νούλα και το περσινό σκηνικά ψαγμένο «Αηδίασμα» σε κείμενα Ν. Γ. Πεντζίκη, όσο και η ομάδα «Per-Theater-Formance», με σκηνοθέτη τον Δημ. Τσιάμη και το επίσης περσινό «Στους dada θα άρεσε μια νύχτα σαν κι αυτή».

Νέο δυναμικό ανθρώπων που προέρχονται από θεατρολογικές σπουδές, δραματικές σχολές ή και τα δύο. Που προτείνουν το εναλλακτικό δικό τους θέατρο με πολλαπλό κόστος: οικονομικό και ψυχολογικό. Που πληρώνουν αδρά τις μικρές συνήθως αίθουσες που ενοικιάζουν και που παρά την επιτυχία τους δεν επέρχεται απόσβεση εξόδων. Τα οποία καλύπτονται από τις παράλληλες δουλειές των συντελεστών.

Η τακτική επιχορηγήσεων που βάζει τις ομάδες αυτές σε ισότιμη κρίση με καθιερωμένους θιάσους είναι αδιέξοδη. Ουσιαστική θεσμική παρέμβαση από ΥΠΠΟ ή ΕΚΕΘΕΧ θα αποτελούσε η συζητημένη αλλά ακόμα ανενεργή δημιουργία ενός θεατρικού χώρου, πλήρως εξοπλισμένου, όπου θα φιλοξενούνται νεανικές ομάδες προεπιλεγμένες κάθε χρόνο από επιτροπή: όχι την συνήθη αλλά αποτελούμενη από ανθρώπους που έχουν επαφή με τους νεανικούς χώρους, τις δημιουργίες, τις ανησυχίες τους. Επιτροπή ίσως φιλικά συμβουλευτική προς τις ομάδες αυτές.

Αυτό θα ήταν ελάχιστη ειλικρινής φροντίδα μη κωφεύουσας στις δημιουργικές φωνές των νέων Πολιτείας.

* Ο Δ. Τσατσούλης είναι κριτικός θεάτρου, επίκ. καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 – 15/02/2009

Σκηνική γραφή-Δραματουργική συν(νε)νοχή

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΣΑΤΣΟΥΛΗ*

Το Εθνικό Κέντρο Θεάτρου και Χορού υποκινεί τους θιάσους που επιδιώκουν κρατική επιχορήγηση να συνεργάζονται με «θεατρολόγους-δραματολόγους» όταν αυτό επιβάλλεται από το «θεατρικό εγχείρημα (όπως σύνθεση κειμένων, ιδιότυπες μορφές θεάτρου)». Από τη διευκρίνιση προκύπτει ότι δεν υποκινείται απλώς η συνεργασία σε επίπεδο θεατρολογικής ερευνητικής δουλειάς (ιστορικο-θεωρητική ανάλυση του έργου, επεξηγήσεις στους συντελεστές, ανάληψη συγγραφής άρθρων και οργάνωσης του προγράμματος της παράστασης) αλλά κάτι περισσότερο: η δημιουργική ανάμειξη του θεατρολόγου στο σκηνικό αποτέλεσμα.

Τούτο εγείρει ερωτήματα και διαπιστώσεις: Κατά πόσο οι καλλιτέχνες του θεάτρου είναι έτοιμοι να αποδεχθούν τον θεωρητικό του θεάτρου ως συνδημιουργό του έργου τους; Κατά πόσο οι θεατρικές σπουδές στα οικεία πανεπιστημιακά τμήματα καλλιεργούν προϋποθέσεις για δημιουργική εμπλοκή των αποφοίτων τους στο πραγματικό αντικείμενο των σπουδών τους;

Η πρωταρχική σκηνική ιδέα του σκηνοθέτη ή/και της ομάδας πρέπει να βρει στον θεατρολόγο πρόσφορο συνοδοιπόρο για την παραστασιακή ολοκλήρωσή της. Η διαθεσιμότητα για συνεργασία του πρώτου και η παράλληλη με τη θεωρητική κατάρτιση σκηνική εμπειρία του δεύτερου συνιστούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την ισότιμη δημιουργική δουλειά επί του παραστασιακού «κειμένου», είτε πρόκειται για επεξεργασία προϋπάρχοντος είτε για κείμενο που προκύπτει από τους αυτοσχεδιασμούς της ομάδας και τη διαδικασία της πρόβας. Αρα, δημιουργία σχέσεων συνενοχής επί του σκηνικού αποτελέσματος. Είναι εντυπωσιακό ότι, πλην εξαιρέσεων, νεανικές ομάδες ή μεμονωμένοι νέοι σκηνοθέτες δεν αισθάνονται την ανάγκη τέτοιας συνεργασίας. Θα μπορούσαν, όμως, να έχουν αποφύγει εμφανή ατοπήματα, ασάφειες προθέσεων, ασυμφωνία σκηνικών σημείων, πλεονασμούς, απουσία τελικού στόχου κ.ά. Φετινές παραστάσεις, εκ πρώτης όψεως πολλά υποσχόμενες, αποτυγχάνουν, διότι συνήθως απουσιάζει η δραματουργική ματιά που θα καταστήσει συνεκτικό, με οικονομία και στόχευση, το σκηνικό αποτέλεσμα που προτείνουν.

Σε ποιο επίπεδο η χρήση των τουαλετών του Bios ως σκηνικού χώρου του «Τρίπτυχου» του Χάινερ Μίλερ υπήρξε λειτουργική για την εναλλακτική ανάδειξη των νοημάτων του έργου; Η καλών προθέσεων σκηνοθεσία (Δημήτρης Μπίτος) δεν εκμεταλλεύθηκε ούτε δικαιολόγησε την επιλογή.

Προς τι οι σχεδόν πενήντα κολόνες πάγου που γέμιζαν τον ευρύχωρο σκηνικό χώρο του «Λιθογραφείου» στην Πάτρα και δημιουργούσαν μόνιμη υγρασία λιώνοντας κατά τη διάρκεια της παράστασης «Ιφιγένεια η εν Ταύροις – ένα Ονειρο», ελληνοπαλαιστινιακή παραγωγή σε σκηνοθεσία-δραματουργική επεξεργασία της Δέσποινας Παναγιωτοπούλου;

Σε ποιο επίπεδο συνδιαλέγονταν, συμβολικά ή μεταφορικά, με την έστω και ως «όνειρο» συγκεκριμένη αρχαία τραγωδία; Ποια άραγε η πρόταση που προσκομίζει στην ανάγνωση του σεξπιρικού «Αμλετ» ως υλικού εργασίας η παράσταση «Baby» (σκηνοθεσία των Κάτιας Γκουλιώνη και Θανάση Ταταύλαλη) στο «Booze Coope-rativa», με ενδιαφέροντα επιμέρους σημεία αλλά μη ορατή στόχευση;

Η σκηνική γραφή χρήζει γνώσης, πολύπλευρης θεατρικής παιδείας, διάλογο τεχνών, ερευνητική δουλειά, ώστε να αποτελεί πρόταση. Στο «μεταμοντέρνο» θέατρο του Μαρμαρινού όσο και στο τελετουργικό-διαπολιτισμικό θέατρο του Τερζόπουλου, ως παραδείγματα μεταξύ άλλων, η μακρόχρονη έρευνα και το ιδιάζον στίγμα των σκηνοθετών δεν εμποδίζει την ύπαρξη επί της δραματουργίας συνεργατών.

Ωστόσο, υπάρχει και ο αντίλογος: κατά πόσο οι θεατρολογικές σπουδές στην Ελλάδα ετοιμάζουν τους αποφοίτους για τη δημιουργική εμπλοκή τους στο «ζωντανό» αντικείμενο σπουδών τους; Κατά πόσο το κείμενο μελετάται ισότιμα με τη θεωρία και την πρακτική της παράστασης;

Κατά πόσο επήλθε ο απεγκλωβισμός τους από τη στείρα κηδεμονία της φιλολογίας, που εξακολουθεί να αγνοεί επιδεικτικά ότι το θέατρο μελετάται διεπιστημονικά, είναι αποτέλεσμα διατεχνικότητας, πάνω απ’ όλα είναι θέαμα και θεωρία;

  • Ο Δ. Τσατσούλης είναι κριτικός θεάτρου, επίκουρος καθηγητής σημειωτικής του θεάτρου στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 – 21/12/2008

Ο αυτοαμυνόμενος θεατής

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΣΑΤΣΟΥΛΗ*
«Το κοινό «μαθαίνει» θέατρο μέσα από το ίδιο το θέατρο, από το «ταξίδι» που του προσφέρει ο ηθοποιός, λειτουργώντας ως οδηγός και καθοδηγητής του», υποστήριζε η Αριάν Μνουσκίν μια εικοσαετία πριν. Κατά πόσο, όμως, μια τέτοια σχέση «κοινωνίας» υπάρχει αδιαμεσολάβητη από την όλη σκηνοθετική σύνθεση αφ’ ενός και από τους διαμορφωμένους ορίζοντες αναμονής του ίδιου του θεατή αφ’ ετέρου; Κατά πόσο το κοινό, κινούμενο ήδη στα όρια που επιβάλλει το κυρίαρχο «φιλολογικό γούστο» (όπως θα έλεγε ο Schucking) είναι έτοιμο να διασχίσει το «μήνυμα» της παράστασης αφηνόμενο στα χέρια των ηθοποιών της;Η φεστιβαλική εμπειρία του φετινού καλοκαιριού με τις ποικίλες αντιδράσεις κοινού, κριτικών και σχολιογράφων που είδαν το φως της δημοσιότητας φαίνεται να έδωσε αρνητική απάντηση: γνωστοί ηθοποιοί λοιδωρίστηκαν διότι ακολούθησαν τις σκηνοθετικές οδηγίες, καταξιωμένοι ξένοι σκηνοθέτες αποκαθηλώθηκαν από το πάνθεον των σύγχρονων «δασκάλων», άλλοι νεότεροι έλληνες συνάδελφοί τους χαρακτηρίστηκαν «μαϊμούδες» ξενόφερτων αντιλήψεων. Δημιουργήθηκε η παρακαταθήκη για να αποπεμφθεί κάθε παρόμοια απόπειρα το επόμενο καλοκαίρι και πριν από αυτό τη χειμερινή περίοδο που διανύουμε. Ητοι, το κοινό να μην ακολουθήσει ανάλογες εγχώριες προτάσεις-«μιμητισμούς» ξενόφερτων μοντέλων, με τη στάση του να τις οδηγήσει στην εκ προοιμίου καλλιτεχνική και οικονομική κατάρρευση. Αλλά και οι κρατικοί επιχορηγούντες και ιδιώτες χορηγοί να γίνουν επιφυλακτικότεροι. Ολα τα παραπάνω είχαν ως στόχο τους συντελεστές και φίλα κείμενοι του διαφορετικού να επανασυνταχθούν με το κυρίαρχο γούστο.

Στο μεταξύ, η πρώτη νίκη επετεύχθη: το μέγα επίτευγμα της νέας καλλιτεχνικής διευθύντριας του μέχρι πρότινος παρακμάζοντος ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας Λυδίας Κονιόρδου να αναθέσει στον Ανατόλι Βασίλιεφ τη σκηνοθεσία της «Μήδειας» -δημιουργώντας έτσι νέο «παράδειγμα» για τις δυνατότητες καλλιτεχνικής δημιουργίας των περιφερειακών θεάτρων γενικά- εξαργυρώθηκε με την υπερχρέωση του ΔΗΠΕΘΕ που διευθύνει: το κοινό δεν την εμπιστεύθηκε στο «παιδευτικό ταξίδι» που του πρότεινε μετά τα επεισόδια της Επιδαύρου, τα σχόλια και την κατακραυγή τύπου και κριτικής. Και ας χειροκροτήθηκε θερμά στα υπόλοιπα θέατρα της περιοδείας από το περιορισμένο κοινό που θέλησε να έχει δική του αντίληψη για το γεγονός. Η πιθανότητα να επαναληφθεί το πείραμά της από το ίδιο ή άλλα (ψυχομαχούντα) ΔΗΠΕΘΕ απομακρύνθηκε προς ανακούφισιν των κρατούντων, εκτός κι αν το αναλαμβάνον ενεργή λειτουργία ΕΚΕΘΕΧ αποδειχτεί τολμηρά ανανεωτικό στις κατευθύνσεις του για τα ΔΗΠΕΘΕ.

Η παράσταση, όπως και άλλες φετινές παραγωγές που αμφισβητήθηκαν, πρότεινε νέους κώδικες ανάγνωσης της αρχαίας τραγωδίας: Μια νέα ερμηνεία που όπως κάθε ερμηνεία προσαρμόζει το νόημα του έργου στο παρόν. Η πολυσύνθετη διαπολιτισμική οπτική του Βασίλιεφ απαιτεί τη διαθεσιμότητα του θεατή (και του κριτικού) να συλλάβει το νέο αισθητικό νόημα, αποποιούμενος ένα μέρος του εαυτού του: τότε, το ξένο νόημα καθίσταται μέρος της συνείδησής του που δεν είχε ως τώρα αναγνωρίσει, όπως θάλεγε ο Iser αντιμετωπίζοντας, στην Αναγνωστική Θεωρία του, τη διάσπαση του υποκειμένου από τον εαυτό του ως «όξυνση της αυτοσυνειδησίας του».

Το διαφορετικό καλεί σε στοχασμό. Την παρορμητική απόρριψή του από τον μη επαρκή θεατή οσμίζονται οι φύλακες του κυρίαρχου γούστου και πρωτοστατούν στην εκπεφρασμένη κρίση του κοινού, όντας στην ουσία και πάλι οι καθοδηγητές του. Ο διάλογος έργου τέχνης και θεατή του στραγγαλίζεται πριν ακόμη αρχίσει. Το μήνυμα της παράστασης μένει διφορούμενο εσαεί. Και ο θεατής χάνει την ευκαιρία να αναπροσδιοριστεί μέσω της ετερότητας που του προσφέρθηκε.

Εντέλει, ο αυτοαμυνόμενος θεατής δεν είναι εκείνος που απορρίπτει μια παράσταση που δεν κατανοεί διότι αυτή υπερβαίνει τους (έτερο)διαμορφωμένους πολιτισμικούς του κώδικες, αλλά ο εκτιθέμενος στην πιθανότητα να αποξενωθεί, χάριν αυτής, από ένα μέρος του εαυτού του. Αυτοαμυνόμενος είναι ο διαθέσιμος σε κινδύνους νέας παιδευτικής εμπειρίας θεατής.

  • Ο Δ. Τσατσούλης είναι κριτικός θεάτρου, επίκουρος καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.
  • ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 – 30/11/2008