Category Archives: Τσέχοφ Άντον

Οι «Τρεις αδερφές» στη σύγχρονη εποχή

Κάπου ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, οι τρεις αδερφές αγαπούν, μισούν, ερωτεύονται, απιστούν, γλεντούν, μεθούν με άφθονη βότκα, χορεύουν, χαρτοπαίζουν, αστειεύονται κατά τη διάρκεια της αναζήτησης της ευτυχίας. Παγιδευμένες εμμονές και ψευδαισθήσεις για την επιστροφή τους στη Μόσχα. Το έργο του Τσέχοφ «Τρεις αδερφές», παρουσιάζει η νεοσύστατη θεατρική ομάδα της Θεσσαλονίκης «Passatempo» από την Πέμπτη 24 Μαρτίου, στις 21.00, στο θέατρο «Εξω από τα Τείχη» (Πανεπιστημίου 2, Ευαγγελίστρια).

Για την ομάδα η πρόκληση ήταν, δίχως ν’ αλλοιώσει το πνεύμα του έργου, να μεταφέρει το αριστούργημα του Τσέχοφ στο σήμερα, με μια γλώσσα ζωντανή και άμεση, έτσι ώστε να μπορεί ο κάθε θεατής -ακόμη κι αυτός που δεν έχει ακούσει ποτέ τίποτα για τον Τσέχοφ- να αναγνωρίσει στο έργο δικούς του προβληματισμούς και αγωνίες.

Η απόδοση, διασκευή και σκηνοθεσία είναι της Γλυκερίας Καλαϊτζή, η δραματουργική συνεργασία της Σοφίας Ευτυχιάδου, τα σκηνικά της Ευαγγελίας Κιρκινέ, τα κοστούμια της Μαρίας Καραδελόγλου, η επιμέλεια κίνησης της Ιωάννας Μήτσικα και η μουσική επιμέλεια του Κώστα Βόμβολου. Παίζουν οι Αργυρώ Ανανιάδου, Ελένη Βλαχοπούλου, Κωνσταντίνα Λάλλου, Χάρης Παπαδόπουλος, Παύλος Μυρωνίδης, Γιώργος Φράγκογλου, Γιάννης Μόχλας, Γιώργος Δημητριάδης, Μιχάλης Συριόπουλος και Ειρήνη Τσάβα. Παραστάσεις θα δίνονται μέχρι και τις 17 Απριλίου -από Τετάρτη έως Κυριακή, στις 21.00. [Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ]

Advertisements

Μερικά στρέμματα «Βυσσινόκηπος».

Κείμενο: ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

«Ψηλά στης Ρωσίας τα χιόνια, που πάντα φυσάει ο βοριάς», έλεγε ένα αντάρτικο τραγούδι που αγαπούσαν οι ΕΛΑΣίτες. Το ίδιο λέμε κι εμείς, εδώ μέσα, στο λεγόμενο Θέατρο του Μπάντμιντον, με τόσο ψοφόκρυο που κάνει.. Ίσως οι διοργανωτές έμαθαν πως θα ’ρθουν οι Ρώσοι απόψε να παίξουν Τσέχοφ και για να τους τιμήσουν έριξαν τη θερμοκρασία σε επίπεδα Σιβηρίας.

Πρώτη μου φορά έρχομαι σε τέτοιο γήπεδο-θέατρο και ομολογώ εντυπωσιάστηκα. Σεκιούριτι, σκάλες, ουρές και φασαρία – κανονικό ΟΑΚΑ, δηλαδή. Κάπως έτσι θα φανταζόταν και ο Τσέχοφ, στα 1903 που έγραψε τον «Βυσσινόκηπο», το μέλλον που περίμενε με λαχτάρα ο φοιτητής του, ο Τροφίμοφ: «Για ν’ αρχίσουμε να ζούμε σήμερα, πρέπει να εξιλεωθούμε από το παρελθόν μας, να το ξεπεράσουμε και μπορούμε να εξιλεωθούμε μ ονάχα  αν κοπιάσουμε με αδιάκοπη και σκληρή δουλειά…»

Εμείς, οι Έλληνες, εξιλεωθήκαμε με τρομερή δουλειά. Πρώτα χτίσαμε αυτό το στάδιο για ένα άθλημα το οποίο έχει δύο ρακέτες με δίχτυ και για μπαλάκι ένα φτερωτό πράγμα. Μετά, αφού φτιάξαμε και άλλα τέτοια στάδια για αθλήματα που κανένας δεν παίζει και αφού μπήκαμε μέσα γύρω στα 60 δισ. Από τη ρεμούλα της Ολυμπιάδας, τι να τα κάνουμε τα άχρηστα στάδια; Να τα φάμε; Όχι. Τα κάναμε «πολυχώρους πολιτισμού»!

Έτσι κομψά καλύφθηκε η ελληνική χρεοκοπία. Δήθεν για λόγους αθλητισμού και πολιτισμού. Στην πραγματικότητα, η χρεοκοπία μας ήταν έργο των εργολάβων που έφαγαν τα λεφτά  και των πολιτικών που τα μοίρασαν για να εξασφαλίσουν την πολιτική τους επιβίωση. Και, κάπως έτσι, μας έμεινε το Μπάντμιντον, το Τάε Κβον Ντο και δεν συμμαζεύεται. Μείναμε άνεργοι, αλλά έχουμε πολιτισμό να φάνε και οι κότες.

Ξέρετε τι σημαίνει «πολυχώρος πολιτισμού»; Σημαίνει ότι σήμερα βλέπεις Τσέχοφ και αύριο βλέπεις τσίρκο. Και μεθαύριο μπουζούκια. Τώρα, όταν λέμε «βλέπουμε», μην το πάρετε και τοις μετρητοίς. Διότι ο θεατής από τη σκηνή αυτή απέχει περίπου όσο το Παγκράτι από την Κολιάτσου. Μιλάμε για στάδιο. Εδώ είσαι εσύ, ο θεατής, και απέναντι είναι ο Τσέχοφ και σε χαιρετάει από το πατρικό του στην Οδησσό. Από μακριά κι αγαπημένοι. Αυτή η απόσταση είναι πολύ καλή, πρώτον, ο θεατής δεν βλέπει τι ακριβώς παίζεται  στη σκηνή και, δεύτερον, ο ηθοποιός δεν κινδυνεύει από τον θεατή. Έχει απόσταση ασφαλείας. Είναι ένα θέατρο αυτό, το Μπάντμιντον, κατάλληλο για όλους τους μοντέρνους έλληνες σκηνοθέτες. Και εμείς δεν θα τους βλέπουμε και αυτοί δεν θα ακούνε το γιούχα.

Αλλά επειδή ο Τσέχοφ είναι αγαπημένος συγγραφέας, πάμε και μέσα στα άλση, τι να κάνουμε; Εφέτος, εξάλλου, έχουμε και τα 150 χρόνια από τη γέννησή του και εφόσον έρχεται στην Αθήνα το περίφημο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, το οποίον έφτιαξε ο μεγάλος Στανισλάφσκι, είμαστε υποχρεωμένοι να πάμε για να δούμε πώς παίζουν Τσέχοφ οι ίδιοι οι Ρώσοι, που κάτι παραπάνω θα ξέρουν.

Ο κόσμος είναι πολύς. Από Δάφνη Σημίτη μέχρι Νίκο Κούνδουρο. Οι πάντες. Πάω πίσω στη θέση μου και βλέπω κάπου στο βάθος, αμυδρά, ένα ξέφωτο που πιθανολογώ ότι είναι η σκηνή.. Μετά διακρίνω κάτι φιγούρες να κινούνται μέσα στο ξέφωτο αυτό και υποθέτω βασίμως πως αυτές οι σκιές είναι οι ηθοποιοί. Και επειδή δεν γνωρίζω ρώσικα και επιπλέον δεν ακούω κιόλας τις ομιλίες, προσπαθώ να διαβάσω τους υπέρτιτλους, ούτως ώστε να είμαι ενήμερος γι’ αυτά που συμβαίνουν εκεί στο βάθος του ορίζοντα.

Αλλά έχω δει τον «Βυσσινόκηπο» αρκετές φορές, με κορυφαία εκείνη της Λαμπέτη με τον Παπαμιχαήλ, κι έτσι το ξέρω το έργο και δεν χρειάζεται να ακούω καθαρά. Μόνον τον Λιοπάχιν ακούω που θέλει να κάνει το βυσσινόκηπο ξενοδοχείο και τον ξεπεσμένο αριστοκράτη Λεονίντ που μόνο το μπιλιάρδο τον νοιάζει. Διότι, γιατί μας αρέσει ο Τσέχοφ; Επειδή ρίχνει μια γλυκιά ματιά στον παλιό κόσμο που έφυγε, τον κόσμο που δεν εκτιμούσε καθόλου το χρήμα: οι αριστοκράτες διότι ήταν γαιοκτήμονες και εκτιμούσαν μόνον τη γη και οι ακτήμονες διότι ζούσαν υπό την προστασία των ιδιοκτητών και δεν είχαν καμιά επαφή με το χρήμα. Ο έμπορος και ο τοκογλύφος ήταν ακόμα μακριά. Και όταν πλησίασαν οι δανειστές, όλοι στην αρχή χρεοκόπησαν και μετά κατέρρευσαν. Διότι στη Ρωσία οι έμποροι δεν έγιναν βιομήχανοι, όπως στην Αγγλία. Έμειναν τοκογλύφοι. Και η ρωσική κοινωνία διαλύθηκε εντελώς, εκεί γύρω στις αρχές του 20ού αιώνα, λίγο πριν να την αναλάβουν οι μπολσεβίκοι. Λέει ο υπηρέτης ο Φριτς, στον «Βυσσινόκηπο»: «Αχ, πριν από μερικά χρόνια, είχε ο αφέντης το μουζίκο του και ο μουζίκος είχε τον αφέντη του. Τώρα όλα καταστράφηκαν!»

Αυτά ο Τσέχοφ τα λέει τέλεια. Και γελάς κι από πάνω, εάν είσαι τυχερός και δεν πετύχεις καμιά σκηνή-πισίνα, όπου οι ηθοποιοί κολυμπάνε, ή καμιάν άλλη όπου οι θεατές υποχρεώνονται να αγγίζονται μεταξύ τους! Διότι αυτά τα απίθανα συμβαίνουν εσχάτως στη θεατρική Αθήνα. Έγινε το θέατρο χάπενινγκ. Και, αντί για Τσέχοφ, βλέπεις κυρίως ερωτικά σκιρτήματα, χαϊδέματα, τραγούδια ποπ και ροκ και από Ρωσία μηδέν. Οπότε, απέναντι στους τρομερούς Ρώσους του Θεάτρου Τέχνης, τη Λιούμπα  Renata Litvinova, τον αδελφό της Αντρέι Sergey Dreiden και τον σκληρό έμπορο Λιοπάχιν Andrey Smolyakov, που τους σκηνοθέτησε ο Adolf Shapiro, νιώθεις πόσο σημαντικό είναι να μελετάει ένας λαός την τέχνη του και την παράδοσή του.

Εμείς εδώ  είμαστε πλέον σε τέτοια αφασία, που μέχρι και την Ακρόπολη πρέπει να ξεχάσουμε, που λέει και στη «Le Monde» ο συγγραφέας Αλεξάκης. Να ξεχάσουμε κι όλους τους συγγραφείς μας, επίσης, από Όμηρο μέχρι Πλάτωνα και Χρυσόστομο. Και τι να διαβάζουμε; Τον Αλεξάκη!

«Εψιλον» (Ελευθεροτυπία), τ. 1017, 10/10/2010

Μια σταρ στον «Βυσσινόκηπο»

  • Το περίφημο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας παίζει Τσέχοφ στο Μπάντμιντον με μια απρόσμενη πρωταγωνίστρια
  • Της ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ, Επτά, Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010
  • Δεν υπάρχει άλλο θέατρο στον κόσμο τόσο ταυτισμένο με τον Τσέχοφ και τη δραματουργία του όσο το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας που ίδρυσαν ο Στανισλάφσκι και ο Νεμίροβιτς-Ντάτσενκο το 1898.

Η Ρενάτα Λιτμίνοβα ανάμεσα στους συμπρωταγωνιστές της.

Η Ρενάτα Λιτμίνοβα ανάμεσα στους συμπρωταγωνιστές της.

Ηθοποιός και σκηνοθέτης ο πρώτος, σκηνοθέτης και κριτικός ο δεύτερος, οραματίστηκαν από κοινού ένα αυτόνομο, ανεξάρτητο θέατρο που θ’ ανεβάζει νατουραλιστικά έργα, αντιπροσωπευτικά της σύγχρονης ζωής. Ενα θεάτρο όχι για την ελίτ αλλά για τους πολλούς, όπου οι φοιτητές αλλά και οι άποροι ακόμα θα μπορούσαν να βρουν μια θέση ανάμεσα στις ακριβές θέσεις, στις πρώτες σειρές…

Στη δική του σκηνή, τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς κι έπειτα από πολύμηνες πρόβες -γεγονός πρωτοφανές για τα δεδομένα της εποχής- δόθηκε με θριαμβευτική επιτυχία ο «Γλάρος» του Τσέχοφ, που λίγο καιρό νωρίτερα, σε σκηνή της Αγίας Πετρούπολης, είχε αποτύχει παταγωδώς. Μια παράσταση πλημμυρισμένη από θρυμματισμένες ψευδαισθήσεις και ευγενικά, τρυφερά αισθήματα που συντρίβονταν κάτω από την ωμή πραγματικότητα, η οποία δημιουργούσε στο κοινό την εντύπωση ότι παρακολουθεί κρυφά μια αληθινή οικογενειακή τραγωδία… Κι εκεί, μέσα από τα διαδοχικά ανεβάσματα του «Γλάρου», του «Θείου Βάνια», των «Τριών αδελφών» και του «Βυσσινόκηπου», σφυρηλατήθηκε η περίφημη τσεχοφική «ατμόσφαιρα», και μαζί ένα καινούριο είδος ηθοποιίας που μετέδιδε με διακριτικότητα την ψυχολογία του ήρωα, ακροβατώντας ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία.

Μια γεύση από αυτήν την τσεχοφική υποκριτική παράδοση θα μοιραστούμε σε λίγες μέρες και στην Αθήνα, χάρη στον «Βυσσινόκηπο» που θα παρουσιάζει το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας στο Badminton, με την υπογραφή του καταξιωμένου διεθνώς σκηνοθέτη Αντολφ Σαπίρο: το κύκνειο άσμα του ρώσου δραματουργού, όπου περισσότερο απ’ όλα τ’ άλλα του έργα, ίσως, αναδεικνύεται η αδυναμία των ανθρώπων να συνειδητοποιήσουν τις αλλαγές στο κοινωνικό τους περιβάλλον και ο εγκλωβισμός τους σ’ έναν κόσμο που πεθαίνει χωρίς οι ίδιοι να το έχουν αντιληφθεί.

Πρόκειται για μια παραγωγή που πρωτοανέβηκε στη Μόσχα το 2004, υπό την επίβλεψη του καλλιτεχνικού διευθυντή του Θεάτρου Τέχνης, Ολέγκ Ταμπάκοφ, στην οποία εκλήθη να πρωταγωνιστήσει ένα αστέρι της ρωσικής σόου μπιζ, η Ρενάτα Λιτμίνοβα, που δεν είχε πατήσει στο σανίδι ξανά! Σεναριογράφος, σκηνοθέτης και ηθοποιός, η Λιτμίνοβα υπήρξε «ανακάλυψη» της σπουδαίας κινηματογραφίστριας Κίρα Μουράτοβα, έχει συνεργαστεί με τον Πίτερ Γκρίναγουεϊ, έχει παίξει σε άφθονα τηλεοπτικά σίριαλ, έως και ρώσους σχεδιαστές μόδας εμπνέει κατά καιρούς. Πόσο ριψοκίνδυνο ήταν άραγε γι’ αυτήν να συνδέσει το θεατρικό της ντεμπούτο με μια από τις πολυπλοκότερες ηρωίδες του Τσέχοφ, την παρορμητική κι ονειροπόλα Αντρέγεβνα, την ιδιοκτήτρια του υπό πώληση Βυσσινόκηπου;

«Ηταν μια πρόταση του Σαπίρο που, βασιζόμενος στη μέθοδο Στανισλάφκσι, αναζητούσε μια γυναίκα που να ‘χει βιώσει αυτό τον ρόλο και στην προσωπική της ζωή. Ενθουσιάστηκα με την ιδέα, έπιασα αμέσως να διαβάσω το έργο κι αν στην αρχή είχα κάποιες απορίες, μελετώντας το κατάλαβα πόσο ιδιοφυής είναι ο Τσέχοφ. Πράγματι, η Αντρέγεβνα είναι ιδιαίτερη περίπτωση ρόλου. Μπορείς να την δεις από πολλές πλευρές. Με γοητεύει που κρατά μια απόσταση από τις μοίρες των υπολοίπων, απόσταση που ορισμένες φορές πλησιάζει στα όρια της αδιαφορίας. Δεν αναλαμβάνει το φορτίο να είναι υπεύθυνη για άλλους, ακόμα και για συγγενικά της πρόσωπα, αφήνοντας την ελευθερία σ’ αυτούς ν’ αποφασίζουν για τη ζωή της».

  • Ο Τσέχοφ, η πυξίδα

Οποτε, ωστόσο, τη ρωτούν τι την γοητεύει πάνω απ’ όλα γενικά στη δραματουργία του Τσέχοφ, η Λιτμίνοβα στέκεται πάντα στο παρακάτω απόσπασμα του «Γλάρου»: «Για μια τέτοια ευτυχία, δηλαδή να γινόμουν ηθοποιός ή συγγραφέας, θα μπορούσα ν’ αντέξω και την περιφρόνηση των δικών μου, τη φτώχεια, την απογοήτευση, θα μπορούσα να κοιμάμαι στη σοφίτα και να τρώω μόνο ξερό ψωμί. Θα υπέφερα, γιατί θα ήξερα τις αδυναμίες μου». Οπως τονίζει απ’ τη μεριά της, «μέσα σε μια εντελώς διαφορετική εποχή, όπως η σημερινή, που καλλιτέχνης έχει χάσει την ταυτότητα και τον σκοπό του, ο Τσέχοφ είναι η πυξίδα που του ξαναδείχνει τον σωστό δρόμο».

Για τη Ρενάτα Λιτμίνοβα, πιο ριψοκίδυνο μοιάζει αυτό που θα επιχειρήσει εδώ, απέναντι σ’ ένα κοινό που δεν είχε ακουστά έως τώρα για κείνη, και το οποίο δεν μιλάει ρωσικά. Στις τρεις και μοναδικές παραστάσεις, πάντως, του τρίωρης διάρκειας «Βυσσινόκηπου» που θα δοθούν από την 1η έως και τις 3 Οκτωβρίου στο Badminton, θα προβάλλονται με υπέρτιτλους οι διάλογοι στα ελληνικά. *

Ερχονται οι Ρώσοι με Τσέχοφ

  • Είναι το θέατρο που έχει ταυτιστεί όσο κανένα με τον Τσέχοφ και τη δραματουργία του.

Η Ρενάτα Λιτβίνοβα (στο κέντρο) παίζει τη Λιούμποβ, πλαισιωμένη από μεγάλα αστέρια του ρωσικού θεάτρου

Η Ρενάτα Λιτβίνοβα (στο κέντρο) παίζει τη Λιούμποβ, πλαισιωμένη από μεγάλα αστέρια του ρωσικού θεάτρου

Στη σκηνή του πρωτοανέβηκαν, τέλη του 19ου αιώνα, τα τσεχοφικά αριστουργήματα υπό την καθοδήγηση του Στανισλάβσκι και τις παρεμβάσεις του ίδιου του συγγραφέα. Ακόμη και σήμερα, το περίφημο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, που το 1987 χωρίστηκε σε δύο συγκροτήματα, στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας «Τσέχοφ» και στο Θέατρο Τέχνης «Γκόρκι», κρατά -ιδίως το παρακλάδι «Τσέχοφ»-, τα διεθνή τσεχοφικά πρωτεία, συντηρώντας τη σχεδόν άγνωστη στον υπόλοιπο θεατρικό κόσμο ρωσική τσεχοφική υποκριτική παράδοση, που θέλει τον ηθοποιό να ακροβατεί ανάμεσα στο δράμα και στην κωμωδία, σε έναν ανηλεή επί σκηνής υπαρξιακό κλαυσίγελο.

Εχει επομένως κάθε λόγο να γιορτάσει το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας «Τσέχοφ» φέτος τα 150 χρόνια από τη γέννηση του Ρώσου δραματουργού, με την παραγωγή ενός από τα κορυφαία έργα του. Επέλεξε τον «Βυσσινόκηπο», θεατρικό κείμενο που το ιστορικό μοσχοβίτικο θέατρο ανέδειξε από τη σκηνή του για πρώτη φορά πριν από 107 χρόνια. Το ανεβάζει ξανά, σχεδόν έναν αιώνα μετά, σε σκηνοθεσία Αντολφ Σαπίρο, για να τιμήσει τον συγγραφέα του, συσπειρώνοντας συγχρόνως τους κατεξοχήν τσεχοφικούς ηθοποιούς του: την τιμημένη ηθοποιό, σκηνοθέτιδα και σεναριογράφο Ρενάτα Λιτβίνοβα, τον επίσης βραβευμένο Σεργκέι Ντρέιντεν και 28 ακόμα ηθοποιούς.

Στις 1, 2 και 3 Οκτωβρίου, το αθηναϊκό κοινό θα έχει την τύχη να δει τη ρωσική παράσταση στο θέατρο «Μπάντμιντον», με ελληνικούς υπέρτιτλους. Μια μεγάλη μετάκληση, για κάθε θεατρόφιλο που επιθυμεί να δει στη γλώσσα της πραγματικά μια παράσταση… Τσέχοφ. Τη γενικότερη επίβλεψη είχε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου Ολέγκ Ραμπακόφ. Στην παράσταση συμμετέχουν, ερμηνεύοντας ζωντανά τις μουσικές, 6 καλλιτέχνες.

Οι «δεσμοί αίματος» του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας με το έργο του Τσέχοφ ξεκινά το 1889, χρονιά κατά την οποία τη σκηνή του νεοσύστατου θεάτρου εγκαινίασε ο τσεχοφικός «Γλάρος». Ακολούθησαν οι παραστάσεις του «Θείου Βάνια» το 1899, των «Τριών Αδελφών» το 1901, και το 1904 του «Βυσσινόκηπου» που είναι το τελευταίο έργο του Τσέχοφ – γράφτηκε το 1903. Ο συγγραφέας του το «ήθελε» κωμωδία, αλλά ο Στανισλάβσκι το σκηνοθέτησε ως δράμα. Το στοιχείο της φάρσας και η φαιδρότητα στιγμές στιγμές των χαρακτήρων έρχονται σε αντιπαράθεση με την αίσθηση της απώλειας και του ανικανοποίητου. Εξ ου και το σκηνικό στοίχημα παραμένει ακόμη και σήμερα η ακροβασία μεταξύ δραματικού-κωμικού.

Αυτό υπαγορεύει το ίδιο το κείμενο: ένα σπίτι στην εξοχή, με τον ωραιότερο βυσσινόκηπο της περιοχής, βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Οι αριστοκράτες ιδιοκτήτες του συνεχίζουν να ζουν ανώδυνα κι επιπόλαια, χωρίς να κάνουν το ελάχιστο για να σώσουν τον βυσσινόκηπο από την πώληση.

Η πιο πρόσφατη επίσκεψη του μοσχοβίτικου θεάτρου στη χώρα μας έγινε το 2002 με τον «Γλάρο»· παρουσιάστηκε στο θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, στο πλαίσιο των «Δημητρίων» του Δήμου Θεσσαλονίκης.

info: «Μπάντμιντον», στις 1, 2 και 3 Οκτωβρίου. Εναρξη: 9 μ.μ. Με ελληνικούς υπέρτιτλους. Διάρκεια παράστασης: 3 ώρες με διάλειμμα. Τιμές εισιτηρίων: από 25 έως 55 ευρώ. Φοιτητικά: 15 ευρώ. Για αγορά εισιτηρίων, στο τηλ.: 210-8840600, στο http://www.ticketnet.gr και στα Public., [ΙΩ.Κ., Ελευθεροτυπία, Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010]

Ερημος… Τσέχοφ

  • Ελένη Βαροπούλου | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2010

Το τοπίο είναι άρρηκτα δεμένο με τον αφηγηματικό και δραματικό κόσμο του Αντον Τσέχοφ, κορυφαίου ρώσου συγγραφέα που γεννήθηκε πριν από 150 χρόνια στην πόλη Τάγκανρογκ, λιμάνι της Αζοφικής θάλασσας. Και αυτό όχι μονάχα επειδή η γη της στέπας και ο ουρανός της ή ο πελώριος, ολάνθιστος βυσσινόκηπος, η εξοχή και η ύπαιθρος όπου διαδραματίζονται καθημερινές σκηνές από τη ζωή των γαιοκτημόνων την ώρα της πτώσης τους, συγκροτούν ένα φυσικό περιβάλλον που χαρακτηρίζει την τσεχοφική πρόζα και δραματουργία, αλλά και γιατί ένα τοπίο όπως αυτό της λίμνης με τον σκοτωμένο γλάρο γίνεται λογοτεχνικό θέμα από τον ίδιο τον Τριγκόριν και σύμβολο για τη μοίρα της Νίνας στον «Γλάρο». Γιατί επίσης ένα τοπίο με τα ρωσικά δάση παρουσιάζεται χαρτογραφημένο από τον γιατρό Αστρόφ στην Ελενα Αντρέγεβα, ενώ στον τοίχο του θείου Βάνια κρέμεται ένας χάρτης της Αφρικής. Επί πολλές δεκαετίες στο ευρωπαϊκό θέατρο τα τσεχοφικά τοπία ήσαν ορατά επί σκηνής, μερικές φορές παραλλάσσοντας την ιδέα της ακριβούς απεικόνισης που είχε κληροδοτήσει η νατουραλιστική παράδοση, συχνότερα όμως ως χώροι αφαιρετικοί που κατοικούνται από τις τσεχοφικές ατμόσφαιρες, ως ψυχικά τοπία που ανταποκρίνονται στο εσωτερικό δράμα και στον ψυχισμό των προσώπων.

Σήμερα το φυσικό τοπίο και μαζί του οι εσωτερικοί χώροι με τα στοιχεία που σηματοδοτούν την ιστορία και συγκεκριμένους κοινωνικούς περίγυρους απουσιάζουν από τις διάφορες σκηνογραφίες. Τι σημαίνουν οι άδειοι τόποι, η έρημη χώρα, οι απροσδιόριστοι ορίζοντες ή τα σκηνικά κουτιά μέσα στα οποία κινούνται στις μέρες μας όλο και περισσότερο οι ήρωες του Τσέχοφ; Ο σκηνογράφος Γιοχάνες Σουτς που είχε συνεργαστεί με τον εκλιπόντα σκηνοθέτη Γύργκεν Γκος σε παραστάσεις οι οποίες σημάδεψαν την πρόσφατη πρόσληψη του Τσέχοφ στη Γερμανία, είχε τοποθετήσει το 2007 τα πρόσωπα του «Θείου Βάνια» σε ένα σκηνικό κουτί με έναν γυμνό πάγκο κατά μήκος του τοίχου. Προς μιαν αντίστοιχη κατεύθυνση κινείται και ο σκηνογράφος Χέρμπερτ Μουράουερ, καθώς στον «Θείο Βάνια» που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Χουβαρδάς στο Εθνικό Θέατρο τοποθετεί τους ηθοποιούς ανάμεσα στους ψηλούς τοίχους μιας απογυμνωμένης αίθουσας, σε στάση αναμονής, προτού κινηθούν προς το προσκήνιο: τα πρόσωπα περιμένουν καθισμένα, είτε σε έναν ασφυκτικό πάγκο, σύρριζα στον τοίχο, είτε σε μια, σχεδόν παράλληλη προς αυτόν, σειρά από σεζ λονγκ ατενίζοντας προς τα φωτεινά παράθυρα την υποτιθέμενη φύση. Στον «Βυσσινόκηπο», πάλι, που ανέβασε ο Μίχαελ Τάλχαϊμερ στη Στουτγάρδη, η σκηνογραφία του Ολαφ Αλτμαν συνοψίζεται σε μια τεράστια γκρίζα επιφάνεια, ενώ πάνω στον ορίζοντά της, σε μια μεταιχμιακή γραμμή, κινούνται οι ανθρώπινες φιγούρες σαν σε θέατρο σκιών προτού ο ουρανός μετακινούμενος προς τα εμπρός συμπιέσει τον ζωτικό χώρο τους και κάνει τα πρόσωπα να λυγίσουν κάτω από το βάρος του.

Βεβαίως μπορούμε να προσεγγίσουμε τις παραπάνω σκηνικές χωροταξίες από τη σκοπιά μιας μετα-μπρεχτικής σκηνικής αισθητικής όπου οι τομές και το ήθος της απόστασης παίζουν πάντα καθοριστικό ρόλο. Η μετα-μπρεχτική διάσταση γίνεται σαφέστερη αν λάβουμε υπόψη τη σκηνοθετική στρατηγική (κοινή σε όλες τις τσεχοφικές παραστάσεις με τους μη αναπαραστατικούς χώρους, από τα θεάματα του Στέφαν Πούχερ στο τέλος της δεκαετίας του ΄90 ως τον πρόσφατο Τσέχοφ του Τάλχαϊμερ) που υποχρεώνει τους ηθοποιούς να έρχονται στο προσκήνιο και να αντιμετωπίζουν από κοντά τον θεατή, να επικεντρώνονται στη μοναξιά και στην ιδιορρυθμία των προσώπων, να καταδείχνουν την ανθρώπινη συμβίωση ως απλή συμπαράταξη, να λένε το τραγούδι τους και κυρίως να προβάλλουν την ιδιότητα του ερμηνευτή ή περφόρμερ. Αλλά αν για τον Μπρεχτ ίσχυε ότι ο επικός ηθοποιός υιοθετώντας τις τεχνικές της αποστασιοποίησης έβγαινε προς στιγμήν έξω από τον ρόλο και στεκόταν δίπλα του, τώρα σε πολλές τσεχοφικές παραστάσεις ο ηθοποιός μοιάζει να στέκεται ως περφόρμερ πάντα μπροστά από τον ρόλο, διατηρώντας τον σαν είδωλο ή φάντασμα στη σκιά.

Δεν αρκεί όμως, νομίζω, η αναγωγή σε μια μετα-μπρεχτική αισθητική για να κατανοήσουμε το φαινόμενο των άδειων σκηνών που αποποιούνται το τσεχοφικό φυσικό και πολιτισμικό τοπίο, όπως δεν αρκούσε και παλαιότερα η αναγωγή στην μπεκετική υπόσταση των τσεχοφικών προσώπων. Εδώ χρειάζεται να κινηθούμε πέρα από τις καθαρά ενδοθεατρικές αναφορές και να συνυπολογίσουμε τη σύγχρονη συνείδηση και φιλοσοφία του χώρου.

Αυτό που ο Μισέλ Φουκό έγραφε το 1967 για τους έτερους τόπους, θεωρώντας ότι ο 20ός αιώνας μπορεί να κατανοηθεί ως αιώνας του χώρου σε αντίθεση με τον 19ο αιώνα που είχε μιαν εμμονή στην Ιστορία και σε θέματα όπως η ανάπτυξη, η εξέλιξη, η συσσώρευση του παρελθόντος χρόνου, φωτίζει τον ανθρωπολογικό περίγυρο μέσα στον οποίο παρατηρούμε πώς το θέατρο του καιρού μας διαχειρίζεται τοπογραφικά τη σημερινή εμπειρία του χώρου. Ο αφαιρετικός σκηνικός χώρος στις τσεχοφικές παραστάσεις, καθώς βασικά αποποιείται την ιστορική μνήμη στο όνομα ενός ρευστού παρόντος, ανάμεσα σε ένα «άλλοτε» και σε κάποιο «αργότερα», είναι μια σκηνή θεάτρου που παίζει με την ιδέα της ατοπίας στεγάζοντας τα σώματα των ηθοποιών σκόρπια, κοντά ή μακριά το ένα από το άλλο, σε διαδοχικούς χορογραφικούς σχηματισμούς. Με τον σκηνοθέτη πλοηγό για τις διαδρομές των ηθοποιών, είναι μια επιφάνεια παιχνιδιού και επικοινωνίας με τον θεατή που σηματοδοτεί την εξαφάνιση των πραγμάτων, μια διαταραχή του μνημονικού και της αίσθησης του χρόνου.

Κινδυνεύει να καταρρεύσει η ντάτσα Τσέχοφ

  • Ηδη έχουν προκληθεί καταστροφές σε χαρτιά, ρούχα και σπάνια αντικείμενα

AFP

ΓΙΑΛΤΑ. Πρόκειται για ένα από τα διασημότερα κτίρια της ρωσικής λογοτεχνίας. Παρ’ όλα αυτά, όμως, η εξοχική κατοικία (ντάτσα) του Αντον Τσέχοφ στη Γιάλτα της Κριμαίας έχει σήμερα εγκαταλειφθεί, το ταμείο του μουσείου της έχει στερέψει και το μνημείο δίνει πλέον μάχη για τη ζωή του. Στο μικρό εξοχικό σπίτι, στην παραλία της Γιάλτας, ο Αντον Τσέχοφ έζησε από το 1899 μέχρι και το 1904, ενώ εκεί συνέγραψε πολλά από τα σπουδαία θεατρικά του έργα.

Η χερσόνησος της Κριμαίας αποτελούσε τότε τμήμα της ρωσικής αυτοκρατορίας. Το 1954, όμως, ο Σοβιετικός ηγέτης Νικίτα Χρουστσόφ απέδωσε την Κριμαία στην τότε σοβιετική δημοκρατία της Ουκρανίας, που διατήρησε την περιοχή στην εθνική της κυριαρχία μετά την ανεξαρτητοποίηση της χώρας το 1991. Το μικρό μονώροφο σπίτι, που λειτουργεί σήμερα ως μουσείο, ξεχάστηκε από το ρωσικό και το ουκρανικό κράτος. «Εξασφαλίζουμε χρηματοδότηση μόνο για την πληρωμή των μισθών, του ηλεκτρικού και της φύλαξης. Η ντάτσα χρειάζεται επείγουσα συντήρηση, καθώς κινδυνεύει από κατολίσθηση», λέει η διευθύντρια του μουσείου, Αλλα Γκολοβάτσιοβα, που διαμαρτύρεται για την κρατική ολιγωρία στην επέτειο των 150 χρόνων από τη γέννηση του Τσέχοφ στις 29 Ιανουαρίου.

Εκτός, όμως, από τις πολλές μεταβολές του πολιτικού κλίματος, η μικρή εξοχική κατοικία του θεατρικού συγγραφέα υπέστη τα δεινά σεισμών και της ναζιστικής κατοχής στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η θέρμανση της ντάτσα έπαψε να λειτουργεί για πολλά χρόνια, ενώ οι τρύπες στα κεραμίδια προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές σε χαρτιά, ρούχα και σπάνια αντικείμενα από την εποχή της οικογένειας Τσέχοφ.

Ξεχάστηκε…

Ο Αλεξάντρ Λεμπέντεφ, ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στη Ρωσία, χρηματοδότησε το 2008 έργα συντήρησης στην έπαυλη, που περιελάμβαναν την εγκατάσταση συστήματος κεντρικής θέρμανσης. Αλλες δωρεές προήλθαν από λίγους Ουκρανούς και Βρετανούς χορηγούς, αλλά δεν επαρκούν για τη συντήρηση της ντάτσα.

Οι τότε πρόεδροι Ρωσίας και Ουκρανίας, Βλαντιμίρ Πούτιν και Λεονίντ Κούτσμα, επισκέφτηκαν την ντάτσα το 2003, γράφοντας συγχαρητήρια μηνύματα στο βιβλίο επισκεπτών του μουσείου. Παρά ταύτα, όμως, καμία οικονομική βοήθεια δεν ακολούθησε την επίσκεψη των δύο προέδρων.

Αφού έχτισε το σπίτι σύμφωνα με τις προδιαγραφές του, ο Αντον Τσέχοφ εγκαταστάθηκε εκεί με την οικογένειά του για να γράψει τα αριστουργήματα «Οι τρεις αδελφές», «Ο Βυσσινόκηπος» και το διήγημα «Η Κυρία με το σκυλάκι».

Ο Τσέχοφ ήλπισε ότι το εύκρατο κλίμα της Κριμαίας θα βοηθούσε τα αναπνευστικά του προβλήματα. Η επιδείνωση της υγείας του, όμως, τον υποχρέωσε να μεταβεί στη Γερμανία το 1904, όπου και πέθανε από φυματίωση. Το μουσείο δημιούργησε το 1921 η αδελφή του Μαρία, σε μια προσπάθεια διατήρησης της ατμόσφαιρας, που ενέπνευσε τον θεατρικό συγγραφέα. Τα δέντρα του κήπου φύτεψε ο ίδιος ο Τσέχοφ, ενώ εκεί περπατούσε με φίλους του, όπως ο συνθέτης Σεργκέι Ραχμάνινοφ και ο συγγραφέας Μαξίμ Γκόρκι.

Τσέχωφ: ο «Πόντιος» που είναι πιο επίκαιρος από ποτέ

Γράφει ο Γιώργος Δ. Κ. Σαρηγιάννης, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010

ΕΚΑΤΟΝ ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΘΗΚΑΝ ΧΘΕΣ ΑΠΟ ΤΗ
ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΡΩΣΟΣ ΑΛΛΑ ΕΓΙΝΕ ΚΑΙ
ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ, ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΓΙΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΕΓΙΝΕ ΠΟΙΗΤΗΣ,
ΠΟΥ ΚΑΤΑΤΑΣΣΕΤΑΙ ΣΤΟΝ 19οΑΙΩΝΑ ΑΛΛΑ ΑΝΗΚΕΙ
ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ- ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΟΥ ΚΟΙΤΑΞΕ ΚΑΤΑΜΑΤΑ
ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΧΩΡΙΣ ΠΟΤΕ ΝΑ ΧΑΣΕΙ ΤΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΤΟΥ

Ήταν κι αυτός Πόντιος! Ο Αντόν Τσέχωφ. Στο Ταγκανρόγκ της τσαρικής Ρωσίας γεννήθηκε. Ένα μικρό λιμάνι της Αζοφικής Θάλασσας- της απόληξης της Μαύρης Θάλασσας, του δικού μας Εύξεινου Πόντου δηλαδή. Το Ταϊγάνιον των Ελλήνων. Που η κοινότητά τους, η οποία δημιουργήθηκε εκεί επί Μεγάλης Αικατερίνης από πρόσφυγες των Ορλοφικών που διέπρεψαν ως έμποροι, ανθούσε- βλέπε Βαρβάκης, Βαλλιάνοι, Σκαραμαγκάς…17- 29 με το ισχύον ημερολόγιο- Ιανουαρίου του 1860.

Εκεί, λοιπόν, τότε, σαν και χθες, 150 ακριβώς χρόνια πριν, γεννήθηκε ο Αντόν Τσέχωφ- ο γιος του μικρομπακάλη, ο γιατρός που πάλεψε με την επιδημία χολέρας, ο άντρας που αγωνίστηκε από το μετερίζι του για τη βελτίωση του άθλιου τσαρικού σωφρονιστικού συστήματος- τον οποίο η ρωσική λογοτεχνία επρόκειτο να τοποθετήσει πλάι στον Ντοστογιέφσκι και στον Τολστόι- στην πρώτη, πρώτη σειρά. Ο συγγραφέας των «χαμηλόφωνων» θεατρικών έργων, των λαμπερών μονόπρακτων, των απολαυστικών διηγημάτων, που «ξεχάστηκε» στην πατρίδα του στα δύσκολα σταλινικά χρόνια ως «εκφραστής της μπουρζουαζίας», αλλά όταν επέστη ο χρόνος κέρδισε το χαμένο έδαφος ως εκφραστής του αιώνιου ανθρώπουτου μικρού, του γελοίου, του θλιβερού, του χωρίς ελπίδα, που πάντα όμως βρίσκει το κουράγιο και το χιούμορ να συνεχίζει. Γι΄ αυτό ίσως ο Αντόν Τσέχωφ αποδεικνύεται ο πιο σύγχρονος των κλασικών- ο πιο ανθεκτικός. Δεν είναι τυχαίο πως αυτή τη στιγμή στην Αθήνα παίζονται ή ετοιμάζονται πέντε παραστάσεις Τσέχωφ…

  • Τι πιστεύουν οι σκηνοθέτες των πέντε παραστάσεων ότι κρατάει τον Τσέχωφ τόσο επίκαιρο- ίσως και πιο επίκαιρο από την εποχή του;

«Ο βασικός λόγος είναι», λέει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Γιάννης Χουβαρδάς που έχει ανεβάσει φέτος εκεί τον «Θείο Βάνια», «ότι έγραφε ανοιχτά, απροκάλυπτα και πολυδιάστατα. Και όχι για ακραίες καταστάσεις αλλά για εκείνα τα καθημερινά αισθήματα που καθορίζουν όλη την ανθρώπινη ύπαρξη, για θέματα που συνεχίζουν να απασχολούν όλη την ανθρωπότητα».

«Ο Τσέχωφ θα είναι απολύτως αναγκαίος όσο υπάρχει θέατρο γιατί αντιπροσωπεύει κάτι ξεχωριστό και μοναδικό». Ο ρωσοθρεμμένος Στάθης Λιβαθινός φέτος έκανε τον πρώτο του Τσέχωφ, τον «Βυσσινόκηπο» για την «Πράξη» της Μπέττυς Αρβανίτη. «Κάθε τόσο οι άνθρωποι του θεάτρου θα έχουν ανάγκη την επιστροφή του. Πρόκειται για φαινόμενο που συνδυάζει την ποίηση, την ομορφιά και τον ρεαλισμό. Οι ήρωές του είναι πιο διάσημοι απ΄ αυτόν».

Ο Νίκος Δαφνής έχει ανεβάσει με τον τίτλο «Και εσείς μολότοφ, κύριε Τσέχωφ;» στο θέατρό του μία παράσταση που τη συγκροτούν τα μονόπρακτα του Τσέχωφ «Η αρκούδα» που έχει ο ίδιος σκηνοθετήσει, «Πρόταση γάμου» που σκηνοθέτησε η Νανά Νικολάου και το διασκευασμένο για το θέατρο διήγημά του «Έργο τέχνης» που υπογράφει ο Γιώργος Γεωγλερής. «Η ίδια η ζωή τον κάνει επίκαιρο», κατά τον Νίκο Δαφνή. «Που αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δικιά μας μελαγχολία. Τα γεγονότα να τρέχουν κι εμείς απομείναμε να περιμένουμε μιαν «άνοιξη», που- κι όταν έρθει- θα μας βρει ανίκανους να την υποδεχτούμε».

Ο Δημήτρης Ξανθόπουλος ετοιμάζει σε χώρο εναλλακτικό, με την ομάδα «Ρequod» που έχουν συγκροτήσει με την Αγγελική Παπαθεμελή και άλλους ηθοποιούς της νεώτερης γενιάς, τον «Γλάρο». «Κάποια έργα», λέει, «καταφέρνουν να είναι επίκαιρα γιατί σε κάθε εποχή οι άνθρωποι βασανίζονται από τα ίδια προβλήματα, τις ίδιες αγωνίες. Αυτό που κάνει τον Τσέχωφ, όπως και κάθε μεγάλο συγγραφέα, όχι απλώς επίκαιρο αλλά σπουδαίο, είναι ότι καταφέρνει να εκφράσει αυτές τις αγωνίες και να αναγάγει σε τεράστιες, στιγμές που εκ πρώτης όψεως φαίνονται ασήμαντες». Ο Δημήτρης Καραντζάς που ανέβασε «Ιβάνοφ» με την ομάδα «Grasshopper» σε ένα θεατράκι είναι ο νεώτερος: «Αυτό που με συγκινεί στον Τσέχωφ είναι η βαθιά του έγνοια και η κατανόηση για το βάσανο των ανθρώπων. Και η αντικειμενικότητά του. Σε όλα τα έργα του μοιάζει σαν να παρακολουθεί από κοντά τις περιπέτειες των προσώπων του, να τις διασκεδάζει, να τις κοροϊδεύει, να τις υπερασπίζεται, να τις σιχαίνεται. Αλλά ποτέ δεν υπογραμμίζει ούτε δείχνει με το δάχτυλο».

  • Χρειάζεται «εκσυγχρονισμό» ο Τσέχωφ για να σταθεί σήμερα στη σκηνή;

«Τίποτα δε χρειάζεται, τίποτα» λέει ο Δημήτρης Ξανθόπουλος. «Απλώς όλα χρειάζονται σεβασμό και αγάπη. Και δουλειά. Και, όπως λέει η Νίνα στην τέταρτη πράξη του «Γλάρου», πίστη».

Και ο Νίκος Δαφνής: «Στα έργα του Τσέχωφ οι ήρωες δεν έχουν να αντιμετωπίσουν πάθη μεγάλα και καταστάσεις τραγικές αλλά την πλήξη τους, τη μίζερη καθημερινότητα που βιώνουν, τη θλίψη της αποτυχίας τους, τη μελαγχολία του ανικανοποίητου, τη διάψευση των ελπίδων τους, την απαξίωση των το πάλαι ποτέ ιδανικών τους. Αυτές όμως είναι καταστάσεις αναγνωρίσιμες και δεν νομίζω ότι ο εκσυγχρονισμός ή η μεταμοντέρνα σκηνοθετική γραμμή θα τις κάνει πιο αναγνωρίσιμες».

«»Εκσυγχρονισμό» χρειάζεται η «σύγχρονη» δραματουργία, όχι ο Τσέχωφ» επισημαίνει ο Δημήτρης Καραντζάς. «Τα έργα του, πλήρη νοημάτων, με πραγματικούς χαρακτήρες, αποτελούν ολοκληρωμένη αφήγηση από μόνα τους. Αυτό που χρειάζεται είναι το υλικό του Τσέχωφ να μην αντιμετωπίζεται μουσειακά. Βλέπεις συχνά παραστάσεις έργων του που κάνουν focus στο σαμοβάρι, την αξιοπρέπεια και σε μια, κακώς νοούμενη, «ατμόσφαιρα». Υλικά που ασφαλώς υπάρχουν στον Τσέχωφ, αλλά που ο ίδιος τα χρησιμοποιεί σαν εργαλεία για να μιλήσει για άλλα πράγματα, πιο απτά και επίκαιρα στο σήμερα». «Δεν ξέρω τι σημαίνει «εκσυγχρονισμός» στο θέατρο. Αν εννοείτε την τέχνη της σκηνοθεσίας αυτή, έτσι κι αλλιώς, δεσμεύεται από το εδώ και τώρα. Και της υποκριτικής πόσω μάλλον. Εκεί βρίσκεται η ευλογία και η δυσκολία. Είναι αδιανόητο ένας καλλιτέχνης να σκέφτεται στο θέατρο «χθες ή αύριο;». Πάντως στην τέχνη του θεάτρου μπορούν να συμβούν τα πάντα, το θέμα είναι πώς γίνονται. Έχω δει πειραματικούς Τσέχωφ απίστευτα βαρετούς όσο και ακαδημαϊκούς Τσέχωφ που άφησαν εποχή».

Ο Γιάννης Χουβαρδάς είναι λακωνικός: «Σ΄ αυτό το ερώτημα μπορώ να απαντήσω μόνο μέσα από τις παραστάσεις μου».

ΣΤΑΘΜΟΙ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ

1860 (17/29 Ιανουαρίου). Γεννιέται στο Ταγκανρόγκ.

1867. Πρώτη δημοτικού στο ελληνικό σχολείο του Ν. Βουτσινά.

1879. Στη Μόσχα. Γράφεται στην Ιατρική Σχολή.

1880. Δημοσιεύει το πρώτο του διήγημα.

1881. Δημοσιεύει διηγήματα και ευθυμογραφήματα με το ψευδώνυμο Αντόσα Τσεχοντέ. Πιθανότατα τότε γράφει το θεατρικό που δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του με τον τίτλο «Πλατόνοφ».

1884. Παίρνει το πτυχίο του και αρχίζει να ασκεί το επάγγελμα του γιατρού. Εκδίδεται ο πρώτος τόμος διηγημάτων του «Οι μύθοι της Μελπομένης». Πρώτα συμπτώματα της φυματίωσης.

1887. Ανεβαίνει στη Μόσχα ο «Ιβάνοφ» χωρίς επιτυχία.

1888. Βραβείο Πούσκιν για τη συλλογή διηγημάτων του «Το σούρουπο».

1889. Ανεβαίνει ο «Ιβάνοφ» στην Πετρούπολη με επιτυχία και στη Μόσχα το έργο του «Το στοιχειό του δάσους», πρώτη ύλη για τον «Θείο Βάνια».

1890. Ταξιδεύει στο νησί Σαχαλίνη, τόπο εξορίας και φυλακής, για να γνωρίσει τις συνθήκες ζωής και να μαζέψει στοιχεία.

1892. Στρατεύεται ως γιατρός κατά του λιμού και της επιδημίας χολέρας που έχουν χτυπήσει τη Ρωσία.

1893. Αρχίζει να δημοσιεύεται σε συνέχειες η μελέτη του «Το νησί Σαχαλίνη» που φέρνει στο φως τη βαρβαρότητα του σωφρονιστικού συστήματος.

1896. Ο «Γλάρος» ανεβαίνει στην Πετρούπολη. Παταγώδης αποτυχία. Επιδείνωση της υγείας του.

1897. Ο «Θείος Βάνιας» ανεβαίνει σε επαρχιακά θέατρα.

1898. Ο «Γλάρος» ανεβαίνει στη Μόσχα, στο «Θέατρο Τέχνης». Θρίαμβος. Γνωρίζεται με την ηθοποιό Όλγα Κνίπερ και την ερωτεύεται.

1899. Εγκαθίσταται στη Γιάλτα. Ο «Θείος Βάνιας» ανεβαίνει από το «Θέατρο Τέχνης» με επιτυχία.

1900. Επίτιμο μέλος της Ακαδημίας.

1901. Ανεβαίνουν στο «Θέατρο Τέχνης» οι «Τρεις αδελφές» με μεγάλη επιτυχία. Παντρεύεται την Όλγα Κνίπερ.

1902. Παραιτείται από την Ακαδημία λόγω του αποκλεισμού, κατόπιν εντολής, του Μαξίμ Γκόρκι.

1904. Ο «Βυσσινόκηπος» ανεβαίνει στο «Θέατρο Τέχνης». Νέα επιδείνωση της υγείας του. Φεύγει στη γερμανική λουτρόπολη Μπάντενβάιλερ.

1904. (2/15 Ιουλίου). Πεθαίνει στο Μπάντενβάιλερ.

ΑΠΟ ΘΕΑΤΡΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ ΚΑΙ ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ

«Πειράζουν» Σαίξπηρ και Τσέχωφ

«Όταν υπάρχουν τόσα  αριστουργήματα, γιατί να μη  βρεθούν τρόποι να μεταφερθούν  στο σήμερα;» λέει στα «ΝΕΑ» ο  Χάρης Μποσινάς (ή αλλιώς Βιμάλ  Σαμπ) που θέλει την Οφηλία έγκυο  από τον emo Άμλετ

«Όταν υπάρχουν τόσα αριστουργήματα, γιατί να μη βρεθούν τρόποι να μεταφερθούν στο σήμερα;» λέει στα «ΝΕΑ» ο Χάρης Μποσινάς (ή αλλιώς Βιμάλ Σαμπ) που θέλει την Οφηλία έγκυο από τον emo Άμλετ

  • Ο Άμλετ και η Οφηλία περιμένουν παιδί, οι ήρωες του Τενεσί Ουίλιαμς κάνουν λοβοτομή. Κλασικά έργα «προσαρμόζονται» στο σήμεραόλο και πιο πολύ φέτος- από νέες θεατρικές ομάδες

Αν ο Άμλετ ζούσε στο 2010 θα ήταν emo πλουσιόπαιδο με καταθλιπτικές τάσεις που σύντομα θα γινόταν πατέρας. Οι ήρωες του Τενεσί Ουίλιαμς θα έκαναν λοβοτομή, θα «έμεναν» σε ένα γκαράζ στον Κεραμεικό με τονομοφυλόφιλο κατά τη νέα εκδοχή τού «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι»- Σεμπάστιαν. Οι δε ήρωες του Ιονέσκο θα έτρωγαν σουβλάκια και θα έπιναν μπίρες αδιαφορώντας για τη φωτιά που μαίνεται μπροστά τους.

Ακραία ή όχι, είναι σενάρια της φαντασίας θεατρικών ομάδων και σκηνοθετών που μεταφέρουν τα έργα των κλασικών δραματουργών στην ταραγμένη δική μας εποχή. «Κάποιοι θεωρούν ότι οι τεμπέληδες κάνουν διασκευές. Δεν είναι τόσο απλό να παρουσιάσεις μια άλλη ερμηνεία. Θέλει πολλή δουλειά και φαντασία», λέει στα «ΝΕΑ» ο Χάρης Μποσινάς (ή αλλιώς Βιμάλ Σαμπ) που παίζει και σκηνοθετεί την κωμική παράσταση «Η Οφηλία είναι έγκυος», βασισμένη στον «Άμλετ» του Σαίξπηρ, στο «Νixon Βar Screening Room».

«Δεν είμαι εναντίον των θεατρικών διασκευών. Είμαι εναντίον όσων τις παρουσιάζουν για να κάνουν εντύπωση» σχολιάζει ο σκηνοθέτης Μίλτος Σωτηριάδης που ανεβάζει «Ρωμαίο και Ιουλιέτα» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Ακόμη και πιο καθιερωμένοι θεατράνθρωποι, όπως η Μπέσυ Μάλφα (μαζί με τη Μαριάννα Κοντούλη) σκηνοθετούν «πειραγμένο» Σαίξπηρ στην παράσταση «Νo Shakespeare please» που θέλει Ιάγο, Μάκμπεθ, Ρωμαίο και Άμλετ-Όλιβ να συναντιώνται σε ένα σκοτεινό μπαρ με το όνομα ΠΥΡ και να το ρίχνουν σε… ροκ συναυλία (με το γκρουπ Level Χ).

Ακόμη ο Θωμάς Μοσχόπουλος ετοιμάζει για το θέατρο «Αλίκη» έναν Σαίξπηρ («Δωδεκάτη Νύχτα») που συναντά τους Βeatles.

Ένας λόγος που θεατρικές ομάδες επιλέγουν να ανεβάσουν μια διαφορετική εκδοχή ενός κλασικού έργου είναι ότι έτσι δεν μπλέκουν με τα πνευματικά δικαιώματα. Επίσης, «στην εποχή μας ο ποιητικός λόγος θεωρείται ξενέρωτος. Ενώ βαριόμαστε να βλέπουμε τα ίδια και τα ίδια στο θέατρο», όπως λέει ο Χάρης Μποσινάς. Ο Άμλετ του είναι κωμική φιγούρα- αντί της κατά Σαίξπηρ τραγικής. «Το χιούμορ μάς επιτρέπει να παρουσιάσουμε μια τραβηγμένη εκδοχή. Τραγωδία με emo δεν θα ανεβάζαμε».

Η νέα ομάδα Βlind Spot ανασυνθέτει το μυθιστόρημα «Πτώση» του Αλμπέρ Καμί, προσθέτοντας εικαστικές εγκαταστάσεις, ήχο και εικόνες-όπως ο νεοελληνικός «Άμλετ» προσθέτει προβολές στον Σαίξπηρ. «Στην “Πτώση” η κινηματογραφική γλώσσα συνδυάζεται με τη θεατρική και τη λογική της εγκατάστασης» εξηγεί ο σκηνοθέτης Μιχάλης Κωνσταντάτος.

Στο ερώτημα «πέθανε ο Σεμπάστιαν στο έργο του Ιονέσκο;» ο θεατρικός όμιλος Σχεδία απαντά πως «οι ρόλοι δεν πεθαίνουν». Και δίνει συνέχεια στο έργο «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» του Τενεσί Ουίλιαμς υπό τον τίτλο «Venus flytrap 1», με τους ήρωες- με μαγιό!- να περιμένουν τη σειρά τους για λοβοτομή. Η μητέρα βρίσκεται σε ψυχιατρείο και ο γιος της Σεμπάστιαν εμφανίζεται ως ομοφυλόφιλος με αμέτρητες απόπειρες αυτοκτονίες στο ενεργητικό του. Όλα αυτά σε ένα υπαίθριο γκαράζ της οδού Βουτάδων, στον Κεραμεικό.

Κατά πόσο όμως ένας καλλιτέχνης είναι ελεύθερος να «πειράξει» ένα κλασικό έργο; «Τα κείμενα είναι αγοραία. Στο θέατρο δεν υπάρχει το κείμενο, αλλά ο προφορικός λόγος. Ένα έργο γράφεται για να ανέβει, είναι από μόνο του τρισδιάστατο (κίνηση-τρόπος παιξίματος, φωνή-τραγούδι, σκηνικά). Το κείμενο είναι μια μήτρα που γεννά συνεχώς», λέει στα «ΝΕΑ» ο σκηνοθέτης Βασίλης Κανελλόπουλος. «Εκείνοι που κατακρίνουν τις διασκευές δεν καταλαβαίνουν ότι οι ήρωες παύουν να είναι του συγγραφέα, είναι πλέον του σκηνοθέτη και του ηθοποιού».

Η δυσκολία που αντιμετωπίζει ένας σκηνοθέτης, όταν αποφασίζει να ανεβάσει ένα διασκευασμένο έργο, είναι ότι «το κοινό δεν γνωρίζει καλά καλά το αρχικό κείμενο. Είναι τραγικό. Κάποιοι ακόμα πάνε στην Επίδαυρο για να μάθουν την υπόθεση ενός έργου».

«Το ότι κάνω διασκευές δεν σημαίνει ότι βαρέθηκα να βλέπω λ.χ. τους “Πέρσες” του Καρόλου Κουν. Αλλά δεν είναι και αναγκαίο να τους ξανανεβάσουμε με την ίδια σκηνοθετική ματιά», λέει.

ΙΝFΟ

«Παιχνίδια σφαγής» του Ευγένιου Ιονέσκο στο Θέατρο Άσκηση (Φραγκούδη 18- 20, Καλλιθέα, τηλ. 210-9236.992). «Venus flytrap 1» του Βασίλη Κανελλόπουλου στο γκαράζ της οδού Βουτάδων 36, Κεραμεικός (τηλ. 210-3477.448).
«Νo Shakespeare please» στο Casablanca Μusic Ηall (Ζωοδόχου Πηγής 3, Εξάρχεια, τηλ. 210-3811.175).

Κλασικοί στο σήμερα

Στο «Venus flytrap 1» ο Βασίλης Κανελλόπουλος βάζει τους ήρωες στο «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» του Τενεσί Ουίλιαμς σε ψυχιατρείο και εμφανίζει τον Σεμπάστιαν ως ομοφυλόφιλο-drag queen

●«Ο Θείος Βάνιας» του Άντον Τσέχωφ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού (Αγ. Κωνσταντίνου 22- 24, Ομόνοια, τηλ. 210-5288.170).

●«Βυσσινόκηπος» του Άντον Τσέχωφ, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού στο Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας (Κεφαλληνίας 16, Κυψέλη, τηλ. 210-9938.727).

●«Ο άνθρωπος, το κτήνος και η αρετή» του Λουίτζι Πιραντέλο, σε σκηνοθεσία Γιώργου Αρμένη, στο «Νέο Ελληνικό Θέατρο» (Σπ. Τρικούπη 34- Κουντουριώτου, Εξάρχεια. Τηλ. 210-8253.489).

●«Ό,τι προτιμάτε» («Δωδέκατη Νύχτα» του Σαίξπηρ και «Τι είδε ο Μπάτλερ» του ΤζοΌρτον), σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου, στο Θέατρο «Αλίκη» (Αμερικής 4, τηλ. 210-3210.02

1) από 31 Ιανουαρίου.

Ιονέσκο με μπίρες και σουβλάκια

Δάφνη Κοντοδήμα

«Τα κείμενα δεν χρειάζεται να τα “πειράζουμε” για να γίνουν επίκαιρα. Ακριβώς όπως συμβαίνει με τους πίνακες του Πικάσο. Κάθε φορά που τους βλέπουμε νιώθουμε και κάτι διαφορετικό», λέει στα «ΝΕΑ» ο σκηνοθέτης Περικλής Μουστάκης, που με την ομάδα Άσκηση (στο ομώνυμο θέατρο) φέρνουν το «Παιχνίδι της σφαγής» του Ευγένιου Ιονέσκο στο σήμερα, υπερτονίζοντας κάποιες φράσεις ή σκηνές. Στην τελευταία σκηνή λ.χ.

μια πυρκαγιά μαίνεται στο βάθος της πόλης και οι πολίτες της φωνάζουν αδιάφοροι «φωτιά», τρώνε σουβλάκια και πίνουν μπίρες. «Τόσο απαθείς είμαστε σήμερα», σχολιάζει ο Περικλής Μουστάκης.

Το ερώτημα, «γιατί να αλλάξω ένα κλασικό κείμενο τη στιγμή που ακόμη “μιλάει” στο κοινό;», θέτει και ο νεαρός Μίλτος Σωτηριάδης, που στην πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα επέλεξε να ανεβάσει το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Σαίξπηρ στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. «Το ζήτημα που επιθυμώ να τονίσω είναι διαχρονικό- είναι η δυναμική του έρωτα απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή εξουσίας».

  • ΤΑ ΝΕΑ: Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

Δύο παραστάσεις, δύο αναγνώσεις του Αντον Τσέχοφ: «Βυσσινόκηπος» στο Κεφαλληνίας, «Θείος Βάνιας» στο Εθνικό

  • Δύο διαφορετικές προσεγγίσεις και αναγνώσεις έργων του Αντον Τσέχοφ έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν οι θεατές σε δύο κεντρικές θεατρικές σκηνές: στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας και στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

Ο Στάθης Λιβαθηνός, στην πρώτη, σκηνοθετεί τον «Βυσσινόκηπο», το τελευταίο έργο του Τσέχοφ, που μόλις πρόλαβε να δει πριν πεθάνει. Η ανάγνωσή του είναι η κλασική, εκείνη που αναδεικνύει το κείμενο και τις υποκριτικές αποχρώσεις. Η Ελένη Μανωλοπούλου με το σκηνικό της κατάφερε να διαχειριστεί και να εκμεταλλευτεί έναν δύσκολο θεατρικό χώρο, να κάνει τις κολόνες του θεάτρου λειτουργικό σκηνικό, να παραπέμψει με τα σκηνικά της αντικείμενα στο τσεχοφικό σύμπαν. Ο Στάθης Λιβαθηνός επέλεξε (επιλέγει πάντα) να διαβάσει το κείμενο χωρίς ανατροπές, δίνοντας τη δυνατότητα στον θεατή να συνομιλήσει με τις λέξεις και το μήνυμα του κειμένου (του Τσέχοφ στην προκειμένη περίπτωση). Είχε στη διάθεσή του ένα σύνολο έμπειρων ηθοποιών που προσωποποίησαν με ευαισθησία και διεισδυτικότητα το μεταίχμιο μιας εποχής που αλλάζει. Ενα έργο, πάντα επίκαιρο, που διαχειρίζεται τη σύγκρουση δύο κόσμων, που σκιτσάρει γλαφυρά τη νέα οικονομική τάξη των αρχών του 20ού αιώνα και παραπέμπει ευθέως στους σύγχρονους νεόπλουτους που αντικαθιστούν την παλιά αστική τάξη.

  • Σύγχρονη εκδοχή

Στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου τη σκηνοθεσία του τσεχοφικού «Θείου Βάνια» υπογράφει ο καλλιτεχνικός του διευθυντής Γιάννης Χουβαρδάς. Και επιλέγει, μένοντας κι αυτός πιστός στις δικές του θεατρικές προσεγγίσεις, στη δική του θεατρική γλώσσα. Ο «Θείος Βάνιας» του Εθνικού Θεάτρου δεν έχει σαμοβάρι αλλά βραστήρα, δεν έχει μπερζέρες αλλά σύγχρονα έπιπλα σε μίνιμαλ γραμμή. Δεν έχει διακόσμηση στους τοίχους και τα μόνα υλικά αντικείμενα είναι τα φλιτζάνια, ο βραστήρας και οι κουβέρτες. Εχει όμως video wall, όπου οι πρωταγωνιστές εμφανίζονται τεράστιοι και τραγουδούν γαλλικά τραγούδια κάθε φορά που θέλουν να δηλώσουν κάποια εσωτερικά τους συναισθήματα. Και έχει και ο Γιάννης Χουβαρδάς στη διάθεσή του έναν σπουδαίο θίασο ηθοποιών που μεταφέρουν στο σήμερα το ασφυκτικό αδιέξοδο των ηρώων του τσεχοφικού κειμένου. Η παράσταση του Γ. Χουβαρδά μπορεί στην αρχή να ξενίζει με την ανατρεπτική προσέγγισή της, υπηρετεί όμως με συνέπεια και άποψη το σκεπτικό του σκηνοθέτη.

Δύο έργα διαφορετικά -πιο πολιτικός ο «Βυσσινόκηπος», πιο υπαρξιακός ο «Θείος Βάνιας- είχαν την εξαιρετική τύχη να μεταφραστούν από μια προικισμένη θεραπαινίδα του λόγου της μετάφρασης, τη Χρύσα Προκοπάκη. Δύο μεταφράσεις -ο «Βυσσινόκηπος» εντελώς νέα- που υπηρετούν τον λόγο και το πνεύμα του Τσέχοφ με ευαισθησία και πληρότητα.

Δύο προτάσεις διαφορετικές που μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά. Δύο έργα που εξακολουθούν να είναι νέα, ανεξάρτητα από τις σκηνοθετικές προσεγγίσεις. Από τα δύο διαλέγω και τα δύο.

  • Της Ολγας Σελλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 24/12/2009

Σαββατοκύριακο με Τσέχοφ και Ιονέσκο

Οι πρεμιέρες του «Θείου Βάνια» στο Εθνικό και του «Ο βασιλιάς πεθαίνει» στο Θέατρο Τέχνης φέρνουν ξανά στο προσκήνιο δύο κλασικά έργα που μιλούν, το καθένα με διαφορετικό τρόπο, για τη ζωή και τον θάνατο

ΑΣΤΕΡΟΠΗ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009

O απόλυτος εφιάλτης: να είσαι κάπου και να μην μπορείς να φύγεις. Να υπάρχουν πόρτα και παράθυρα, αλλά εσύ να νιώθεις ότι δεν σου φτάνει ο αέρας. Ούτε το φως. Κάπως έτσι νιώθουν, και θα νιώθουν για πάντα, μιας και έχουν δημιουργηθεί από δύο αριστουργηματικές πένες, τόσο ο «Θείος Βάνιας» του Τσέχοφ όσο και ο βασιλιάς Μπερανζέ στο «Ο βασιλιάς πεθαίνει» του Ιονέσκο.

Κανείς δεν έμοιαζε να λείπει από τη λαμπερή επίσημη πρεμιέρα του πρώτου το περασμένο Σάββατο, με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού Γιάννη Χουβαρδά να υποδέχεται τους καλεσμένους του και με την ιδιότητα του σκηνοθέτη στο ανακαινισμένο κτίριο Τσίλερ.

Οσο για την πρεμιέρα του Θεάτρου Τέχνης, η Μάνια Παπαδημητρίου κατάφερε να σκηνοθετήσει μια απολαυστική παρτίδα σκάκι καταλήγοντας σε ένα ακόμη πιο απολαυστικό «ρουά ματ». Ο βασιλιάς πέθανε. Ζήτω ο βασιλιάς!

Φαινομενικά διαφορετικά μεταξύ τους, τα δύο έργα κρύβουν στο μεδούλι τους πολλές ομοιότητες, με σημαντικότερη όλων την αντίστροφη μέτρηση του θανάτου. Αν η ζωή ήταν δώρο για τον Θείο Βάνια (Νίκος Χατζόπουλος), εκείνος θα έψαχνε επίμονα για την κάρτα αλλαγής: «Θεέ μου, πώς θα ζήσω ακόμη άλλα τόσα χρόνια; τι θα κάνω; πώς θα τα γεμίσω;» αναφωνεί απελπισμένος.

Τοποθετημένοι στο σήμερα, οι ήρωες του έργου παραπέμπουν σε τρόφιμους γηροκομείου ή ψυχιατρείου, μέσα στο οποίο κάθε ακραία αντίδραση μοιάζει πέρα ως πέρα φυσιολογική. Η ατμόσφαιρα της παράστασης, καλοβαλμένη μέσα στο περίτεχνα αποστειρωμένο σκηνικό του Χέρμπερτ Μουράουερ, θυμίζει την ταινία του Ντενίς Αρκάν «Η επέλαση των βαρβάρων»: εννέα διαφορετικοί άνθρωποι έχουν ως μοναδικό κοινό στοιχείο τη συνειδητοποίηση του πόσο κωμικοτραγική είναι η ζωή και δεν διστάζουν να το αποδείξουν. Σε ανύποπτο χρόνο, σηκώνονται από τη σιγουριά της θέσης τους και χορεύουν τσα τσα σε άψογο συγχρονισμό, τραγουδούν Νταλιντά και Πιαφ, ενώ το «τσάι και συμπάθεια» αποκτά περισσότερο ενδιαφέρον όταν στο παιχνίδι μπαίνει η ρωσική βότκα. Συγκινητικός ο Γιάννης Βογιατζής, τόσο στο παίξιμό του όσο και στην υπόκλιση.

Ο ήρωας του Ιονέσκο, ο βασιλιάς Μπερανζέ (Γεράσιμος Γεννατάς ), θα πουλούσε την ψυχή του στον Διάβολο ή θα εξαγόραζε εκείνη του θείου Βάνια προκειμένου να ζήσει λίγο ακόμη: «Μάνα, γιατί με γέννησες αφού δεν ήτανε για πάντα; / Θεέ μου, πάρε τους άλλους και άσε με μόνο μου. Μπορώ να συμφιλιωθώ με την ιδέα της μοναξιάς. Προτιμώ να μου λείπουν οι φίλοι μου, παρά να λείπω εγώ σ΄ αυτούς». Ε ξαιρετικός ο Γεννατάς ως παροπλισμένος βασιλιάς στο τελευταίο μαύρο τετράγωνο που του αναλογεί, μη μπορώντας να κάνει ούτε πίσω ούτε μπροστά. Ανάμεσα στη λευκή (Λένα Παπαληγούρα) και στη μαύρη βασίλισσα (Σοφιάννα Θεοφάνους), νιώθει σαν αξιολύπητο πιόνι. Με τον Τρελό γιατρό (Ανδρέας Μαυραγάνης) να λοξοδρομεί και να ορίζει ακριβή ώρα θανάτου και τον Στρατιώτη (Θοδωρής Αντωνιάδης) να βάζει με απολαυστικό τρόπο τα σημεία στίξης ανάμεσα σε όλο αυτό το θέατρο του παραλόγου, που ώρες ώρες μοιάζει ανησυχητικά λογικό.

«Οταν πεθάνεις θα ξεκουραστείς, θα γαληνέψεις, θα πας εκεί απ΄ όπου ήρθες… θα γυρίσεις στην πατρίδα…» τον παρηγορεί η πάλλευκη Μαρί, ως άλλη Σόνια (Αλκηστις Πουλοπούλου) που νανουρίζει με αντίστοιχα λόγια τους εφιάλτες του Θείου Βάνια. «Προτιμώ να μείνω εξόριστος» είναι η αποστομωτική απάντηση του Μπερανζέ. Και σαν τον πιο ματαιόδοξο ηθοποιό, αρνείται να συμφιλιωθεί με το κλείσιμο της αυλαίας. Οσο εκκωφαντικό και αν είναι το χειροκρότημα.

  • Κτίριο Τσίλερ, Αγ. Κωνσταντίνου 22-24, τηλ. 210 3305.074/ Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν, Φρυνίχου 14, Πλάκα, τηλ. 210 3222.464.