Category Archives: Το τρίτο στεφάνι

Το Στεφάνι της επιτυχίας

  • Το «Τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή αποδεικνύεται το θεατρικό χιτ της εφετινής σεζόν. Τι κρύβεται πίσω από αυτή την απήχηση;

Τι δουλειά έχει όλος αυτός ο κόσμος μπροστά από το RΕΧ από τις 7.30 το απόγευμα; Τόσο σουξέ έχει το σχήμα Χατζηγιάννης- Οnirama ώστε οι ορδές των θαυμαστών τους κατακλύζουν την Πανεπιστημίου από τόσο νωρίς; Η απάντηση δεν είναι εκεί, αλλά μερικούς ορόφους πιο πάνω. Το ασανσέρ που σε ανεβάζει στη Σκηνή Μαρίκα Κοτοπούλη δεν σταματά τις διαδρομές και το κοινό που επιθυμεί διακαώς να παρακολουθήσει το «Τρίτο στεφάνι» του Εθνικού χωρίζεται υπομονετικά σε ομάδες προκειμένου να βρεθεί λίγο πιο κοντά στην πλατεία. Στην οποία πλατεία, οι θέσεις αποτελούν πλέον είδος υπό εξαφάνιση. Οι υπάλληλοι στο ταμείο, ενημερώνουν τους λιγότερο προνοητικούς ότι κατά τη διάρκεια των εορτών ο μόνος τρόπος για να παρακολουθήσεις την παράσταση που σκηνοθέτησε ο Σταμάτης Φασουλής διασκευάζοντας μαζί με τον Θανάση Νιάρχο το έργο του Κώστα Ταχτσή, είναι αν είσαι διατεθειμένος να καθίσεις στον Β΄ Εξώστη. Η εφετινή ευχάριστη έκπληξη της θεατρικής σεζόν κάνει ολόκληρη την Αθήνα να συρρέει προκειμένου να ψηλαφίσει μνήμες από τα παλιά, έτσι όπως καταγράφονται στο μυθιστόρημα και ζωντανεύουν στην παράσταση.

Φυσικά, έχει και ο Β΄ Εξώστης τις χάρες του, μια και μπορεί να σου στερεί την πλήρη ορατότητα της σκηνής, είναι σε θέση όμως να σου αποκαλύψει τα μυστικά των παρασκηνίων. Εκεί όπου συντελείται μία άλλη υπερπαραγωγή και αποτελεί ένα από τα βασικά συστατικά της επιτυχίας: ενώ επί σκηνής συντελείται ένας θεατρικός μαραθώνιος με τη Νένα Μεντή και τη Φιλαρέτη Κομνηνού επικεφαλής και ακόμη 23 ηθοποιούς να μπαινοβγαίνουν με αξιοθαύμαστη ταχύτητα σε 87 συνολικά χαρακτήρες, μία ιδιότυπη σκυταλοδρομία πραγματοποιείται πίσω από την αραχνοΰφαντη αυλαία-κουρτίνα: εξ ίσου καλοκουρδισμένοι με τους πρωταγωνιστές, αφανείς ήρωες, οι δώδεκα τεχνικοί και η υπεύθυνη σκηνής (Ουρανία Κακουλίδου), οι οποίοι κινούν τα νήματα μέσα στο σκοτάδι ώστε να βγει στο φως το σύμπαν του Ταχτσή. Καθώς η σκηνή περιστρέφεται, γίνονται ενενήντα αλλαγές σκηνικών (Ελλη Παπαγεωργακοπούλου) και αντικειμένων, ενώ οι ηθοποιοί αλλάζουν τριακόσια κοστούμια (Ντένη Βαχλιώτη). Και κάπως έτσι, όταν κοιτάς από ψηλά, από τον Β Δ Εξώστη για την ακρίβεια, θα δεις με ευκρίνεια όλα τα χρωματιστά σημάδια που έχουν τοποθετηθεί στο περιστρεφόμενο δάπεδο προκειμένου όλα να κυλήσουν τόσο με τη φορά όσο και με την ακρίβεια των δεικτών του ρολογιού. Αλλού τοποθετείται η γυριστή σκάλα υπηρεσίας, όπου η κυρά Εκάβη (Νένα Μεντή) βγάζει τα άπλυτα του κανακάρη της Δημήτρη (Γιάννης Στάνκογλου) στη φόρα, αλλού το κρεβάτι, το οποίο ανάλογα με την κουβέρτα συμβολίζει και μία άλλη περίοδο (η πρώτη νύχτα γάμου της Νίνας, το δεύτερο νυφικό κρεβάτι της Νίνας, ο θάνατος της Εκάβης που σηματοδοτεί και το τρίτο στεφάνι της Νίνας). Αν κάτι πάει λάθος στη σκακιέρα των παρασκηνίων, αν για παράδειγμα αντί για το μικροαστικό σαλονάκι βγει το τραμ, όλα καταρρέουν. Κι ευτυχώς, όποιο μπέρδεμα ήταν να συμβεί προκαλώντας αμηχανία ή γέλια, συνέβη στις πρόβες, ξορκίζοντας από πολύ νωρίς τον δαίμονα του… παρασκηνίου.

Αν οι ιδανικές σχέσεις ανάμεσα στους ηθοποιούς απαιτούν χημείαχαρακτηριστικό παράδειγμα η Μεντή και η Κομνηνού με τις αντίστοιχες κόρες τους Τάνια Τρύπη και Μαρία Ζορμπά-, ο μηχανισμός του συγκεκριμένου σκηνικού παραπέμπει σε μαθηματικά για δυνατούς λύτες. Δύο ώρες πριν από την κάθε παράσταση, όλα πρέπει να είναι στη θέση τους. Το κρεβάτι στρωμένο, τα κάδρα κεντραρισμένα, οι περούκες καλοχτενισμένες, τα φορέματα σιδερωμένα, τα παπούτσια ακόμη και του αποβράσματος-γιου της Εκάβης Δημήτρη καλογυαλισμένα. Πλαστικά σφαχτάρια που μοιάζουν αληθινά, φρούτα κολλημένα μέσα σε καλάθια, η μαύρη κότα για τη μαύρη μαγεία που θα κάνει στην Εκάβη η Φρόσω και θα της κλέψει τον άνδρα, άλλη τράπουλα για το πινακλάκι που τόσο αγαπά ο δεύτερος άνδρας της Νίνας (Γιάννης Νταλιάνης) και άλλη για τις πασιέντσες που ρίχνει η Εκάβη και δυστυχώς τα βρίσκει όλα. Λίγο πιο πέρα, μερικές σημειώσεις κολλημένες στην πίσω πλευρά των σκηνικών: «Ξύλο Δημήτρη στην Εκάβη»/ «Σκηνή συλλαλητηρίου», κτλ. Σαν οδηγίες σε ένα περίπλοκο επιτραπέζιο παιχνίδι, από το οποίο δεν πρέπει να χάσεις ούτε έναν γύρο.

Το κοινό δεν φαίνεται να πτοείται από τη μεγάλη διάρκεια της παράστασης (τρία στεφάνια σε τρεισήμισι ώρες είναι το ανέκδοτο που κυκλοφορεί στους διαδρόμους του Εθνικού): στο διάλειμμα ακούς δεξιά κι αριστερά ενθουσιώδεις θεατές να επαινούν τις δύο βασικές πρωταγωνίστριες, με σχόλια που θυμίζουν μια βραδιά στη γειτονική πίστα του Rex: «Θεά η Μεντή!»/ «Τα σπάει η Κομνηνού!». Κάποιοι άλλοι, πιο συγκρατημένοι, αναζητούν σχολαστικά ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στην παράσταση και στο βιβλίο, χωρίς όμως και οι ίδιοι να κρύβουν την ικανοποίηση από το χορταστικό περιτύλιγμα και περιεχόμενο της δουλειάς αυτής. Οταν η παράσταση τελειώνει και τα φώτα ανάβουν, δεν είναι λίγες οι κυρίες που θα τρέξουν πρώτες-πρώτες στην τουαλέτα για να διορθώσουν το μακιγιάζ που δεν κατόρθωσε να αντισταθεί στα δάκρυά τους. Οι απόψεις διίστανται για την τελευταία σκηνή-φόρο τιμής στον συγγραφέα και στο alter ego του Ακη, εγγονό της Εκάβης. Κάποιοι θα προτιμούσαν να λείπει, κάποιοι θεωρούν ότι αποτελεί τον τελικό διάδρομο απογείωσης του όλου θεάματος. Παίρνοντας το ασανσέρ για να κατέβουν, οι θεατρόφιλοι κοντοστέκονται και σχολιάζουν όλα όσα είδαν. Είναι περασμένες δώδεκα και κάποιοι καταφθάνουν για να ακούσουν Οnirama και Χατζηγιάννη. Οταν όμως έχεις ακόμη στο μυαλό σου τη φωνή της Εκάβης, νιώθεις ότι δεν θέλεις να ακούσεις τίποτε άλλο: «Εσύ, Νίνα, τη θυμάσαι την ψυχή μου;». Εμείς πάντως, θα τη θυμόμαστε για πολύ καιρό…

Πανεπιστημίου 48,τηλ.210 3305.074.

Ένα «Στεφάνι» σαν σάλτο μορτάλε

  • Το δημοφιλές «Τρίτο στεφάνι», που καθιέρωσε τον Κώστα Ταχτσή, σκηνοθετεί ο Σταμάτης Φασουλής στη Σκηνή Κοτοπούλη- Ρεξ του Εθνικού Θεάτρου

 

  • Της Έλενας Δ. Χατζηιωάννου, TA NEA, 06/11/2009

Φωτογραφία

Στην περιστροφική σκηνή του Rex, ένας κόσμος φανταστικός, προσωπικός και ιστορικός ταξιδεύει πίσω και μπροστά στον χρόνο, βάζοντας στο προσκήνιο τις ιστορίες των δύο θρυλικών μυθιστορηματικών ηρωίδων, της Νίνας (Φιλαρέτη Κομνηνού) και της Εκάβης (Νένα Μεντή). Φωτογραφία: Γιώργος Καβαλιεράκης

  • Έργο αυτοβιογραφικό, με πρόσωπα από τη ζωή και τις μνήμες του συγγραφέα, το «Τρίτο στεφάνι», η υπαρκτή ιστορία του τόπου σε μυθιστορηματική γραφή, αποκτά θεατρική ζωή από πολυπρόσωπο θίασο. Μέσα από τη ματιά και τις αφηγήσεις δύο γυναικών, ξεδιπλώνεται η ιστορία τους στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Η Νίνα και η Εκάβη, θρυλικές μυθιστορηματικές ηρωίδες, ξετυλίγουν το νήμα της ζωής τους μέσα από γάμους, απιστίες, διαζύγια, οικονομικές αποτυχίες, οικογενειακά δράματα, μικροχαρές. Η προσωπική τους ιστορία είναι δεμένη μ΄ έναν «υπόγειο» τρόπο, με την ιστορία της νεώτερης Ελλάδας. Ο Μακεδονικός Αγώνας, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, η Μικρά Ασία, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Κατοχή περνούν μπροστά μας άλλοτε καθοριστικά και άλλοτε σαν φόντο σε ένα συναισθηματικό τοπίο.
  • Δύσκολο εγχείρημα, «σάλτο μορτάλε», όπως λέει ο Σταμάτης Φασουλής, ο οποίος έκανε τη θεατρική προσαρμογή μαζί με τον Θανάση Νιάρχο. Μάστορας των ανθρώπινων ιστοριών, συναιρεί σχεδόν φυσικά τον μύθο, την καθημερινότητα και τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα. Ο έρωτας και ο θάνατος, η ελαφρότητα κι ο σπαραγμός, οι ήττες και η επιβίωση κυκλώνουν τις ιστορίες αυτών των δύο γυναικών, οι οποίες με τη σειρά τους αναφέρονται σε άλλες ιστορίες, κατακλυσμένες από απίθανες λεπτομέρειες, ψυχολογικές, ηθογραφικές, ιστορικές, συνθέτοντας έναν κόσμο φανταστικό, προσωπικό και ιστορικό. Γοητευμένος από το μυθιστόρημα, ο Σταμάτης Φασουλής διατηρεί την αίσθηση της πρώτης ανάγνωσης, σαν τότε να γεννήθηκε μέσα του η ιδέα της θεατρικής μεταφοράς.
  • «Το «Τρίτο στεφάνι» έφτασε στα χέρια μου από πολιτικούς κρατούμενους, γιατί στις φυλακές πρωτοκυκλοφόρησε. Ανοίγοντάς το, περίμενα να διαβάσω ένα πολιτικό έργο. Αντ΄ αυτού, είδα δύο κυρίες να ανταλλάσσουν ζωές με την πρώτη ματιά. Μετά όμως ανακάλυπτα ότι αυτές οι ζωές ήταν αιμάσσουσες και μιλάγανε σαν να καθορίζουν αυτές την ιστορία. Δεν αναπαράγουν ως Ελληνίδες την ιστορία αλλά ως γυναίκες. Διαβάζοντας πρώτη φορά μυθιστόρημα, είχα την εντύπωση ότι το είχα δει στο θέατρο. Είναι σαν απομαγνητοφώνηση και καλύτερα από απομαγνητοφώνηση, γιατί εδώ καταλαβαίνεις αυτά που λένε, αυτά που δεν λένε, από πού έρχονται και πολλές φορές κι αυτά που θα κάνουν, μόνο και μόνο από τη σύνταξη, που τα ΄χει όλα, δημοτική, μαλλιαρή, καθαρευουσιάνικα. Παράδειγμα: «Δεν ηδυνάμην να πω ποιος διάολος έφταιγε κι επειδή ήταν επιρρεπής και μουλάρι…»».

Φωτογραφία

«Με το «Τρίτο στεφάνι» του Ταχτσή και τις «Ακυβέρνητες πολιτείες» του Τσίρκα είναι σαν να βλέπεις την τρισδιάστατη ιστορία της Ελλάδας» λέει ο Σταμάτης Φασουλής
  • Πώς μεταφέρονται σε θεατρική γλώσσα οι δονήσεις που προκαλεί το μυθιστόρημα; Πώς αποκτά δράση και ρυθμό ένα πεζό κείμενο που ξετυλίγεται μέσα από δύο αφηγήσεις;
  • Το δύσκολο ήταν, διατηρώντας τη γλώσσα, να φτιάξεις χαρακτήρες. Να «ακούγεται» ο χαρακτήρας ηχητικά – γλωσσικά. Στους μονολόγους, που είναι ελάχιστοι, κρατάω τα κείμενα του Ταχτσή. Αλλά η θεατρική ευφράδεια είναι αντίθετη με τη συγγραφική. Χρειάστηκε πολλές φορές διατηρώντας λέξεις ή φράσεις να συντμήσουμε τον λόγο, να γίνει ελλειπτικός, αλλά να μείνουν ατόφια το ύφος και η δομή.
  • Πώς αναπτύσσεται σκηνικά η ιστορία και τι παρεμβάσεις κάνατε;
  • Το έργο διατηρεί τη χρονική παλινδρόμηση του συγγραφέα στην αφήγηση. Αρχίζει το ΄52, πάει στο ΄12, στο ΄30, στο ΄36, στον πόλεμο, ξανά στο ΄50, επιστρέφει στο ΄52. Τον πηγαινοφέρνει τον χρόνο. Δεν έχει αφηγηματική σειρά. Εμείς ακολουθούμε ακριβώς τον Ταχτσή με μία μόνο παρασπονδία. Η παράσταση αρχίζει με έναν χρησμό, που στο μυθιστόρημα γίνεται το ΄37, όταν η Νίνα πάει σε μία οσία η οποία, κατά τη γνώμη της, προβλέπει το μέλλον και μόλις τη βλέπει λέει: «Κρατάς στο χέρι σου τρία στεφάνια». Μετά, αρχίζει η δράση, με την πρώτη αφήγηση της Νίνας και ύστερα μπαίνει ένθετη, η αφήγηση της Εκάβης.
  • Η Νίνα και η Εκάβη, μιλώντας για τις ζωές τους στο «Τρίτο στεφάνι», κινούνται πάνω σε ένα μωσαϊκό ιστορίας. Πώς αποδίδεται το ιστορικό στοιχείο χωρίς να εικονογραφείται ή να υποβαθμίζεται; «Κρατώντας τη γραφή του Ταχτσή, άλλοτε συντμημένη κι άλλοτε ως μονόλογο» λέει ο Σταμάτης Φασουλής. Για παράδειγμα, η Εκάβη δεν λέει πήραμε τη Θεσσαλονίκη, αλλά, «για να δω τον άντρα μου, που τον είχα επιθυμήσει, πήγα στη Θεσσαλονίκη που την είχαν πάρει». Είναι οι ίδιες που καθορίζονται από την Ιστορία, αλλά δεν θα το παραδεχτούν ποτέ. Ουσιαστικά, είναι διπλά θύματα και δεν το ξέρουν. Έχουμε δηλαδή μία άλλη ανάπτυξη από ό,τι θα είχαμε με έναν αριστερό συγγραφέα, ακόμα και προωθημένο. Έχω την εντύπωση ότι το «Τρίτο στεφάνι» του Ταχτσή είναι στον αντίποδα- η άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος- από τις «Ακυβέρνητες πολιτείες» του Τσίρκα. Μ΄ αυτά τα δύο βιβλία βλέπεις, σαν να φοράς γυαλιά, την τρισδιάστατη Ιστορία της Ελλάδας.

80 ήρωες από 24 ηθοποιούς

  • Σε ποια πρόσωπα εστιάζετε και πώς προσδιορίζετε τον τόπο- χώρο;
  • Και τα 80 πρόσωπα που παρελαύνουν στο έργο τα παίζουν 24 ηθοποιοί, οι περισσότεροι αλλάζοντας ρόλους. Οι μόνοι ρόλοι που μένουν σταθεροί είναι της Νίνας (Φιλαρέτη Κομνηνού), της Εκάβης (Νένα Μεντή), του Δημήτρη (Γιάννης Στάνκογλου), του Αντώνη (Γιάννης Νταλιάνης), της Ελένης (Τάνια Τρύπη). Ο τόπος είναι ένας χώρος μνήμης. Τραπέζια, άνθρωποι, ψυχές ξεπηδάνε από το πουθενά. Τα σκηνικά δεν είναι ρεαλιστικά, δεν υπάρχει δωμάτιο συγκεκριμένο, πλατεία, πόλη, αλλά όψεις, ξασπρισμένες από τον ήλιο της μνήμης. Αντίθετα στα κοστούμια, πολύχρωμα κι εντυπωσιακά, υπάρχει κάθε λεπτομέρεια της εποχής.
  • Η παράσταση τελειώνει με τις φράσεις του βιβλίου;
  • Υπάρχει η σχέση, όχι οι φράσεις. Στο φινάλε, έχω βάλει τη Νίνα να λέει αυτό που νομίζω πως είναι όλος ο Ταχτσής. Στην τελευταία σκηνή, έρχεται ο Άκης, ο εγγονός της Εκάβης (ο Άκης είναι ο συγγραφέας) και συζητάει με τη Νίνα, η οποία του λέει: «Να γράψεις για μας όλους. Πρόσεξε όμως μη γράψεις όλη την αλήθεια. Αν θες να τη σώσεις, μην τη γράψεις όλη». Η σχέση είναι του Ταχτσή, αλλά η φράση δικιά μου. Ο Θανάσης Νιάρχος βοήθησε εξαιρετικά στο να με επαναφέρει σε μια πολύ αυστηρή αντιμετώπιση του Ταχτσή. Βαθύς γνώστης του έργου και της νοοτροπίας του, λειτούργησε σαν εκπρόσωπός του και σαν δίχτυ ασφαλείας για το δικό μου σάλτο μορτάλε, όσον αφορά τη διασκευή.

Το «Στεφάνι» έγινε λευκό

Ο Σταμάτης Φασουλής μεταφέρει στη σκηνή του Κοτοπούλη-Ρεξ το μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή «Το τρίτο στεφάνι» σε μια παραγωγή του Εθνικού

Καθισμένες στην πλατεία του Ρεξ, οι γυναίκες του θιάσου… πλέκουν. Με δύο βελόνες ή με το βελονάκι στο χέρι παρακολουθούν μία ακόμη πρόβα στη σκηνή, παρέα με το πλεκτό τους. Και αν δεν την ήξεραν αυτή την τέχνη, χρειάστηκε να τη μάθουν. Είναι όλες τους μέλη του θιάσου για «Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή που ετοιμάζεται να ανεβεί από το Εθνικό Θέατρο. Με τον Σταμάτη Φασουλή να ανεβοκατεβαίνει στη σκηνή, να παρατηρεί, να «παίζει», να εξηγεί, να γελάει, να σκηνοθετεί.

Η Φιλαρέτη Κομνηνού, χωρίς το κοστούμι της, μια που η αντικατάσταση της Πέγκυς Σταθακοπούλουστον ρόλο της Νίνας έγινε τόσο ξαφνικά, επαναλαμβάνει μια σκηνή μαζί με την Ολγα Δαμάνη, τη Μαρία Ζορμπά και την Ηρώ Μπέζου- ευχάριστη έκπληξη η νεαρή απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού, κόρη του Γιάννη Μπέζου και της Ναταλίας Τσαλίκη. Μια λευκή κουρτίνα κρέμεται από ψηλά, λευκά έπιπλα φτιάχνουν το σκηνικό και «πιο κοφτά…», παρατηρεί ο σκηνοθέτης όταν ο λόγος των ηρωίδων πάει να ξεφύγει…

«Σαν να έχει πάρει φως», εξηγεί για το σκηνικό ο Σταμάτης Φασουλής, «σαν να έχει ξασπρίσει από το φως του χρόνου. Δεν ακολούθησε ρεαλιστικό δρόμο η σκηνογράφος Ελλη Παπαγεωργακοπούλου ενώ τα κοστούμια της Ντένης Βαχλιώτη είναι πιστά της εποχής. Το σκηνικό αλλάζει συνέχεια, αλλά το λευκό παραμένει σαν βασικό στοιχείο». Χωρίς ρεαλιστικές λεπτομέρειες, υπηρετεί την άποψη της παράστασης με μια σκηνοθεσία που χρησιμοποιεί νατουραλιστικά στοιχεία αλλά και εντελώς υπερβατικά: «Ο τρόπος που βγαίνει η μια σκηνή από την άλλη, ο τρόπος που βγαίνουν τα πρόσωπα μέσα από τα ριντό του παρελθόντος, πώς χάνεται ένα σκηνικό, πώς πηδάει από τη μια εποχή στην άλλη ο ίδιος άνθρωπος βγάζοντας μια ρόμπα…».

Με τετρακόσιες ογδόντα σελίδες αναμετρήθηκε ο Σταμάτης Φασουλής και μαζί με τονΘανάση Νιάρχο διασκεύασαν το μυθιστόρημα σε τρίωρη παράσταση: Μόνο ένα πρόσωπο και ένα επεισόδιο παρέλειψαν- έστω και για λίγο περνούν όλοι από τη σκηνή. Είκοσι τέσσερις ηθοποιοί αποτελούν τον θίασο!

«Νόμιζα ότι θα ήταν κάτι πολύ εύκολο,επειδή ήταν ένα λεπτομερές κείμενο ως προς την παρουσίαση των πραγμάτων» λέει ο σκηνοθέτης. «Αλλά μετά ήρθε η μεγάλη δυσκολία την οποία είχα παραβλέψει- ως αναγνώστης, θαυμαστής και γνώστης. Δεν υποψιαζόμουν τις δυσκολίες της θεατρικής μεταφοράς. Διότι όλο αυτό είναι λεπτομερές αλλά μέσα από δύο γυναίκες. Στην ουσία είναι ο μονόλογος δύο γυναικών που έπρεπε να γίνουν διάλογοι ογδόντα προσώπων-χαρακτήρων. Κι εγώ έπρεπε να βρω τα χαρακτηριστικά τους από τα λεγόμενα των άλλων, που περιέχουν και προσωπική στάση». «Επιρρεπή και τομάρι», χαρακτηρίζει η Εκάβη τον γιο της. «Πώς λοιπόν να κάνω το “επιρρεπής και τομάρι” να βγει στη σκηνή;», αναρωτιέται δυνατά ο σκηνοθέτης, ενώ παραδέχεται ότι αυτή η σκηνική μεταφορά δεν ήταν και από ευκολότερα πράγματα που έχει κάνει στη ζωή του. Στη μοιρασιά με τον Θανάση Νιάρχο ο ένας ήταν ο ακροβάτης και ο άλλος το δίχτυ ασφαλείας. «Πολλές φορές οι ακροβάτες υπερεκτιμούν και τον εαυτό τους και τις δυνάμεις τους και πολλές φορές πέφτουν και σκοτώνονται. Το δίχτυ του Θανάση με γλίτωσε από πολλά σάλτο μορτάλε, γιατί ξέρει το έργο εξίσου καλά ή και καλύτερα, γιατί το αγαπάει το ίδιο ή και περισσότερο, ενώ ήταν και φίλος του Ταχτσή».

Μαζί έφτιαξαν ένα έργο παράλληλο με το «Τρίτο στεφάνι», «τρισδιάστατο», όπως χαρακτηριστικά του είπε η ανιψιά του συγγραφέα, η Ελλη Ταχτσή : «Το βιβλίο του θείου μου έγινε τρισδιάστατο». Και, τι σύμπτωση, η ξανθιά νέα γυναίκα που μόλις μπήκε στην πρόβα ήταν η ανιψιά του, η οποία συνηθίζει να πηγαίνει, διακριτικά, και να παρακολουθεί την προετοιμασία. Οσο η σκηνή επαναλαμβάνεται, από κάτω οι υπόλοιποι του θιάσου παρακολουθούν: Η Νένα Μεντήκαι ο Γιάννης Στάνκογλου, η Τάνια Τρύπη, που σε λίγο, μαζί με όλα τα παιδιά του θιάσου, παρέα με τη Μελίνα Παιονίδου , θα κάνουν πρόβα στα τραγούδια της παράστασης. Την πρωτότυπη μουσική γράφει ο Θοδωρής Οικονόμου, ο οποίος ήταν στο στούντιο.

«Χθες το βράδυ ονειρεύθηκα πως ήσουνα κοντά μου, και ζωντάνεψε ξανά ο έρωτάς μου, χθες το βράδυ…»: Παλιά τραγούδια εποχής ακολουθούν αυτό που ακολουθεί και το έργο,«μια χρονολογική σχεδόνασυναρτησία, που όμως οδηγεί σε κάτι συμπαγές» εξηγεί ο Σταμάτης Φασουλής. «Δεν με φόβισε η εποχή, αλλά η εναλλαγή των εποχών. Εκεί που μιλάει για το ΄37 θυμάται κάτι από το ΄50 και έπειτα γυρνάει στο ΄12. Αυτό το σύρε κι έλα μέσα στην ιστορία της Ελλάδας αλλά και μέσα στη συναισθηματική ιστορία των ηρώων είναι μεγάλο ατού. Γι΄ αυτό και ακολούθησα τον δρόμο του Ταχτσή. Είναι δύσκολο αλλά και πολύ γοητευτικόνα πηδάς από τη μια εποχή στην άλλη και να σου μένει ατόφια η ιστορία. Να είναι σαν κορδόνι, σαν σκοινί που δένει τα πάντα».

Αχαρακτήριστες

«Να πάμε μέσα να πούμε τη σκηνή μας;», ρωτάνε από κοινού η Εκάβη της Νένας Μεντή με τη Νίνα της Φιλαρέτης Κομνηνού τον σκηνοθέτη, για να πάρουν τη θετική απόκρισή του και αμέσως μετά να χαθούν στα καμαρίνια του Ρεξ: «Αχαρακτήριστες», λέει και για την Εκάβη και για τη Νίνα. Με πιο λαϊκό αίσθημα η μια, πιο αστή στη συμπεριφορά της η νεότερη. Αυθεντικές όμως. «Η ιστορία αυτών των γυναικών έχει πλαίσιο την ιστορία της Ελλάδας. Αυτός είναι ο τρόπος του Ταχτσή» τονίζει και προσθέτει ότι πλάι στον προοδευτικά αριστερό Στρατή Τσίρκα με την τριλογία του (όπου οι άνθρωποι θέλουν να δημιουργήσουν την ιστορία), ο Ταχτσής είναι ο προοδευτικά και ερωτικά αναρχικός (με ανθρώπους δημιουργήματα και θύματα της ιστορίας).

Και μια προσωπική κατάθεση: «Εγραψε ένα μεγάλο έργο ο Ταχτσής», μου λέει στο τέλος. «Μα δεν είναι λίγο ένα έργο;», τον ρωτάω. «Ενα έργο είναι πάρα πολύ. Λίγο είναι να είσαι συγγραφέας ενός τέτοιου έργου; Ποιος επιβάλλει ότι πρέπει να γράψουμε περισσότερα; Ποιος λέει ότι πάνω από τέσσερα είσαι συγγραφέας;Δεν μπορούμε να γράψουμε όλοι ένα “Τρίτο στεφάνι”.΄Η, πώς μια θεοκατίνα δημιουργεί ένα έπος…», καταλήγει καθώς φεύγει από την πρόβα στο Ρεξ. Η Ζαζά και «Το κλουβί με τις τρελές» τον περιμένουν στο Παλλάς.

Πίσω μας ακούγονται ακόμη τα τραγούδια: «Σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει…».

  • «Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή θα κάνει πρεμιέρα την Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου.
  • της ΜΥΡΤΩΣ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009