Category Archives: Τιμογιαννάκης Παναγιώτης

Με αφορμή τη Φιλιππίδου

Η Σοφία Φιλιππίδου είναι το μεγαλύτερο γυναικείο κωμικό ταλέντο που υπάρχει στο σημερινό ελληνικό θέατρο. Με διαφορά από τις υπόλοιπες. Οι άλλες παίζουν κωμωδία – καλά, κακά, μέτρια. Η Φιλιππίδου δεν παίζει κωμωδία, είναι κωμικός!

Η διαφορά είναι τεράστια. Με ένα βάδισμα, με ένα κοίταγμα, με ένα τράβηγμα των φωνηέντων, με ένα τονισμό των συμφώνων, μπορεί να κάνει το θεατή να κυλιστεί στο πάτωμα. Ούτε σε γκριμάτσες καταφεύγει ούτε σε στερεότυπα. Το κωμικό όπλο της είναι ο ίδιος ο εαυτός της. Από πάνω ως κάτω. Τα παραπάνω τα διαπιστώνει κανείς όταν πάει να δει στο θέατρο «Δημήτρης Χορν» την κωμωδία «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης» του Ακη Δήμου σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή.

Γύρω από τη Φιλιππίδου έχει πλεχτεί ένα έργο, μια Πάστα Φλώρα θα μπορούσαμε να πούμε που μετατράπηκε σε έργο. Και ξαφνικά προκύπτει μια ενδιαφέρουσα θεατρική στιγμή συνοδευόμενη από θεατρική ευφορία, από εκείνο το συναίσθημα που μας κάνει να καταλαβαίνουμε γιατί ο κόσμος έχει αγαπήσει τόσο πολύ το θέατρο στους αιώνες. Προκύπτει, λοιπόν, με αφορμή τη Φιλιππίδου μια κωμωδία από τον Ακη Δήμου εντελώς σουρεαλιστική, στην απόλυτη έννοια του όρου, ένα έργο που μοιάζει με διασταύρωση Ιονέσκο και Τσιφόρου που διασκεδάζει το θεατή. Τον καταδιασκεδάζει! Ακόμα κι όταν δεν εξηγούνται τα πάντα, διότι υποχρέωση του σουρεαλισμού δεν είναι να δίνει εξηγήσεις (αυτά τα κάνει ο ρεαλισμός) αλλά να έχει συνεπές ύφος. Ο Μπουνιουέλ δεν εξηγεί για ποιο λόγο στο «Σκοτεινό αντικείμενο του πόθου» έχει δύο διαφορετικές ηθοποιούς στον ίδιο ρόλο. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να βγάλει ένα αριστούργημα.

Δεν θυμίζει πουθενά τηλεόραση, είναι πεντακάθαρο θέατρο, είναι η χαρά της ζωής, διότι ο Φασουλής που το μυρίστηκε και το διάλεξε για το θέατρό του, χωρίς ο ίδιος να παίζει, το έστησε γύρω από τη Φιλιππίδου με ένα θίασο του τέλειου πλαισιώματος, με αποδόσεις ατομικές και συλλογικές, του έδωσε ρυθμό που να συμπαρασύρει, χωρίς να φέρνει ίλιγγο. Επιπλέον, μου άρεσε το ότι, ενώ το έργο διαδραματίζεται στη Θεσσαλονίκη κι οι ήρωες είναι από εκεί (όσοι είναι….), δεν τους επέβαλε τη γνωστή προφορά με το παχύ λάμδα και τα συναφή κι έτσι το απέτρεψε να παγιδευτεί στην τοπική ηθογραφία κι από κει στην επιθεωρησιακή καρικατούρα.

Ο κόσμος βγαίνοντας επαναλαμβάνει ατάκες. Ατάκες που δεν είναι ανέκδοτα, που ηχούν απλές, αλλά πώς έχουν χρησιμοποιηθεί! Η παράσταση επισημαίνει μια πνιγμένη αλήθεια. Πως στην Ελλάδα πολλές φορές η μεγάλη τέχνη προέκυψε από τα λεγόμενα ελαφρά είδη. Και πως αυτά είναι που γέννησαν τους μεγάλους καλλιτέχνες.