Category Archives: Τζετ Ρενάτε

«Βάκχες» για έναν ακόμα μήνα

Ο Δημήτρης Τάρλοου ρίσκαρε με ένα διπλό τόλμημα φέτος τον χειμώνα: αφενός τόλμησε να παρουσιάσει τις «Βάκχες» του Ευριπίδη σε κλειστό χώρο σε μια νέα ανάγνωση της Ρενάτε Τζετ, αφετέρου μείωσε το εισιτήριο λαμβάνοντας υπόψη τους δύσκολους καιρούς που διανύουμε. Το αποτέλεσμα; Το κοινό ανταποκρίθηκε και οι παραστάσεις θα συνεχιστούν έως την 1η Μαρτίου. Ωστόσο, λόγοι υγείας αναγκάζουν τον 75χρονο Γιούργκεν Στέσινγκερ, που ερμηνεύει τον ρόλο του Τειρεσία, να αντικατασταθεί από τον Κωνσταντίνο Αβαρικιώτη. Η τελευταία παράσταση του Γιούργκεν Στέσινγκερ θα είναι την Κυριακή 8 Φεβρουαρίου. Η πρώτη παράσταση του Κωνσταντίνου Αβαρικιώτη θα είναι την Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου. [ΕΘΝΟΣ, 02/02/2009]

Βάκχες… δωματίου

μυρτω λοβερδου | το βήμα, Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

Προτού ο Δημήτρης Τάρλοου της προτείνει τις «Βάκχες», η Ρενάτε Τζετ είχε σκεφθεί τη «Μήδεια» ή την «Αντιγόνη». «Οταν όμως ήρθε η πρότασή του» λέει «δεν μπορούσα να πω όχι. Είναι μεγάλη πρόκληση για μένα- είναι όμως και ύβρις από μέρους μου» λέει συλλαβίζοντας την αρχαία ελληνική λέξη. «Ελπίζω να αρέσει στον κόσμο διότι πιστεύω ότι οι τραγικοί, αλλά και ο Σαίξπηρ, δεν χρειάζονται τίποτε περισσότερο από το να τους αφήσουμε να μας μιλήσουν. Ο λόγος τους είναι απολύτως σημερινός» πρόσθεσε.

Μέσα στον κλειστό χώρο το σκηνικό, που η ίδια η σκηνοθέτις έστησε, παραπέμπει στην πλοκή και στον μύθο μέσα από αντικείμενα και σύμβολα: Ενα τραπέζι που κρύβει έναν καθρέφτη, μια θήκη για παλτό που θα φέρει επί σκηνής τον νεκρό Πενθέα… Τα πρόσωπα, οι ήρωες, κυριαρχούν με τη φωνή και την κίνηση, με τις χειρονομίες και τα βλέμματα. Ο χορός των Βακχών, αποτελούμενος από τρεις ηθοποιούς, καταφέρνει να συνδυάσει την όψη και την κίνηση- κίνδυνος και απειλή μαζί. Μια μοντέρνα παράσταση, χωρίς κραυγές, ακριβής και καθαρή: «Στον χορό ήθελα να είναι νέα κορίτσια,που να μιλούν στο σημερινό κοινό» λέει η Ρενάτε Τζετ. Οσο για τον Πενθέα και τον Διόνυσο, «πιστεύω ότι είναι οι δύο πλευρές της ανθρώπινης φύσης: η φωτεινή και η σκοτεινή.Από την άλλη, ο Κάδμος και η Αγαύη είναι αθώοι. Και αυτό ήθελα να τονίσω με τα κοστούμια τους- το φόρεμα της Αγαύης είναι λευκό. Είναι αθώοι και συγχρόνως τιμωρούνται αυστηρά,πολύ αυστηρά. Δεν ήθελα να δώσω απαντήσεις, μόνο ερωτήσεις».

Για τη Ρενάτε Τζετ η σκηνοθεσία αρχαίας τραγωδίας είναι μια δουλειά εσωτερικής αναζήτησης. Αλλιώς τι νόημα θα είχε; «Θέλω να μιλήσω στις ψυχές των θεατών. Για μένα αυτό είναι που έχει σημασία.Να ακουμπήσω τον άλλον, να νιώσει τον πόνο των ηρώων, να γεννήσω συναισθήματα. Αυτός είναι ένας στόχος για μένα» συμπληρώνει.

Στόχος και ο Πενθέας για τον Δημήτρη Τάρλοου; «Ομολογώ ότι είναι ένας ρόλος που επεδίωκα να ερμηνεύσω γιατί νιώθω ότι έχω κοινά στοιχεία μαζί του» λέει, έχοντας επιλέξει τις «Βάκχες» για να γιορτάσει τα δεκάχρονα της θεατρικής του εταιρείας « Δόλιχος». «Ο Πενθέας έχει καταθλιπτική στάση απέναντι στη ζωή και είναι ανίκανος να χαρεί σε γιορτές- ποτέ μου δεν περνούσα καλά στα πάρτι.Από τη μια θέλει να φανεί, γι΄ αυτό και πάει στον Κιθαιρώνα, αλλά και να κρυφτεί, γι΄ αυτό και ντύνεται γυναίκα. Νάρκισσος μέσα στα ρούχα της γυναίκας, αλλά και με μια απόσταση, μια διάθεση μη συμμετοχής». Ανησυχεί για τον κλειστό χώρο; «Η μόνη μου ανησυχία αφορά την ίδια την παράσταση,αν έχει επίδραση στον σημερινό θεατή.Μετά τον περυσινό καλοκαίρι (σ.σ.: αναφέρεται στη «Μήδεια» του Βασίλιεφ ) θέλω να δώσω τη δική μου απάντηση, ότι η αρχαία τραγωδία δεν είναι είδος που δεν πρέπει να αγγίζουμε. Είναι τόσο παγκόσμια. Και η αποτυχία είναι μέσα στο παιχνίδι. Ποιος μπορεί να μας το απαγορεύσει αυτό;» αναρωτιέται και συνεχίζει: «Γιατί δεν πρέπει να ασχολούμαστε με την τραγωδία, τον χειμώνα; Δεν το καταλαβαίνω αυτό. Παγωτό είναι;. Για μένα είναι μια ιστορία με μεγάλο ενδιαφέρον» .

Για τέταρτη φορά στην Ελλάδα η Ρενάτε Τζετ (την πρώτη σκηνοθέτησε το «Τhe man who» με τον Δημήτρη Τάρλοου στο Πορεία, μετά έπαιξε στη Θεσσαλονίκη με τον Βαρλικόφσκι στο «Cleansed» της Σάρα Κέιν, ενώ το περασμένο καλοκαίρι, ανέβασε το «Κουαρτέτο» του Χάινερ Μύλερ στο Φεστιβάλ Αθηνών), συνηθίζει να ταξιδεύει και να κάνει θέατρο. Κι επειδή, όπως λέει, δεν έχει δει πολύ ελληνικό θέατρο- «ούτε Βογιατζή ούτε Τερζόπουλο ούτε Μαρμαρινό»-, σκέφτεται σοβαρά να ξανάρθει.

Οι «Βάκχες» του Ευριπίδη ανεβαίνουν από τον «Δόλιχο». Μετάφραση Γιώργος Χειμωνάς, σκηνοθεσία- σκηνικό Ρενάτε Τζετ. Με τους Δημήτρη Τάρλοου, Ναταλία Καποδίστρια, Γιώργο Μωρόγιαννη, Νίκο Ελευθεριάδη, Ιωάννα Κανελλοπούλου, Εύα Κεχαγιά, Ελίτα Κουνάδη, Απόστολο Πελεκάνο και τους Μπέιν Ρένινγκερ, Γιούργκεν Στόσινγκερ. Στο θέατρο Πορεία.

«Βάκχες» με είσοδο 5 ευρώ

Ο Δημήτρης Τάρλοου και η Εταιρεία Θεάτρου «Δόλιχος», σε απάντηση των «γεγονότων που συγκλονίζουν την Αθήνα αλλά και όλη την Ελλάδα και σε ανταπόκριση στη φοβερή οικονομική δυσπραγία και την κρίση που μαστίζει τις εμπορικές επιχειρήσεις και το θέαμα, αλλά κυρίως σε μια προσπάθεια να αναστρέψει το ζοφερό κλίμα και να δώσει τη δυνατότητα, κυρίως στους νέους, να βγουν έξω και να ψυχαγωγηθούν την περίοδο των εορτών», αποφάσισε από την Πέμπτη ανήμερα Πρωτοχρονιά αλλά και κάθε Πέμπτη να έχει ενιαία είσοδο 5 ευρώ στο θέατρο «Πορεία», όπου παρουσιάζονται οι «Βάκχες»  του Ευριπίδη. Η σκηνοθεσία είναι της Ρενάτε Τζετ. Παίζουν: Νίκος Ελευθεριάδης, Μπλέιν Ρέινιγκερ, Ιωάννα Κανελλοπούλου, Εύα Κεχαγιά, Ελίτα Κουνάδη, Γιούργκιν Στέσινκερ, Γιώργος Μωρόγιαννης, Δημήτρης Τάρλοου, Απόστολος Πελεκάνος, Ναταλία Καποδίστρια.

**«Βάκχες» – Θέατρο «Πορεία»

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Οι «Βάκχες» στο «Πορεία» προκαλούν γενικευμένη αμηχανία. Οχι γιατί το κοινό αδυνατεί να κατανοήσει τις αρετές τους όσο γιατί δυσκολεύεται να μπει στη λογική τους. Αν κάποιες παραστάσεις μπορούν να δείξουν από μακριά την καταγωγή του σκηνοθέτη τους, τότε, ναι, αυτή η παράσταση αποκαλύπτει εξαρχής το καλλιτεχνικό γονίδιο της Αυστριακής Ρενάτε Τζετ: οι «Βάκχες» της, στον ελαχιστοποιημένο από σημεία και σημαινόμενα χώρο τού «Πορεία», ακολουθούν την τυπικά γερμανική διαλεκτική παράδοση, στη σειρά του Στάιν, που ζητά να θέσει τη θερμοκρασία τήξης του έργου στο μηδέν και να ενεργοποιήσει την προσοχή του θεατή στο μέγιστο.

Σκηνή από την παράσταση της Ρενάτε Τζετ

Εμείς βέβαια έχουμε συνηθίσει αλλιώς: προσεγγίζουμε παραδοσιακά τη ζωτική ενέργεια της συγκεκριμένης τραγωδίας μέσα από την αναζήτηση ζεστών, λαϊκών διαχύσεων και φασαριόζικων εκφράσεων – μας είναι, λόγου χάριν, δύσκολο να κατανοήσουμε τις «Βάκχες» σαν αστικό πρόβλημα. Η παράσταση στο «Πορεία» όμως ζητά κάτι άλλο: να συμβιβαστούμε με μια ήπια, σχεδόν ντροπαλή προσέγγιση, που στοχεύει κυρίως στην περίσκεψη· με μια συζήτηση μεταξύ κυρίων που κάποια στιγμή παρεκτρέπεται.

Με αυτά τα δεδομένα κατανοώ γιατί πολλοί βρίσκουν το αποτέλεσμα άρρυθμο και άθυμο. Είναι αλήθεια ότι ξενίζει η έλλειψη διάθεσης από τη μεριά των ηθοποιών και της σκηνοθεσίας να κάνουν το έργο ζωντανό και ζεστό. Η διαλεκτική διαδικασία όμως επιτάσσει ακριβώς αυτό: να μη συγκρούονται τα αντίθετα, αλλά να συμπλέκονται σε μια κοινή πορεία. Η μυθική πράξη δεν επαναλαμβάνεται, αλλά αναπαρίσταται σαν παράδειγμα υπερβατικής σύνθεσης.

Σε αυτό το πλαίσιο ένα από τα κλειδιά της παράστασης βρίσκεται στον τρόπο που η σκηνοθεσία διαχέει στο έργο έναν επιτηδευμένα χαλαρό ρυθμό σαν μούδιασμα μέθης. Σπασμωδικές κινήσεις, μειωμένα αντανακλαστικά και σκόρπια λόγια: μπροστά μας μια πόλη έχει γίνει έρμαιο της διονυσιακής παραζάλης, σαν να έχει μόλις βγει από το χθεσινοβραδινό μεθύσι και περιμένει το πρωινό χανγκόβερ. Απέναντι σε αυτή την πόλη ο Πενθέας μοιάζει αποσυνάγωγος: είναι ο μόνος νηφάλιος, ο μόνος αλύγιστος, ο μόνος αμύητος. Είναι γενικά μόνος.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση οδηγεί τη σκηνοθέτιδα σε κάτι ακόμα: πέρα από τον ρεαλισμό ή τον συμβολισμό, επιλέγει να καταργήσει το κυνήγι του συμβατικά αρεστού και σημασιολογικά «όμορφου» και να στραφεί στο καθαρό σημείο. Αφήνει έτσι βέβαια πολλά να γίνουν από τη μεριά του θεατή. Στον τελευταίο ανήκει η ευθύνη των διασυνδέσεων, η συμπλήρωση των κενών, η μεταφορά της χαμένης θερμότητας.

Βοηθάει σε αυτό πολύ η ευρηματική διάταξη του χώρου στο «Πορεία», που παραπέμπει στα φεστιβαλικά αντανακλαστικά της Πειραιώς. Και βοηθάει βέβαια η μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά: διαλεκτική και σημαίνουσα, αποκαλύπτει τη συνομιλία στο έργο του ορθού με τον πλάγιο λόγο.

Αναρωτιέμαι πόσοι θα επέλεγαν για τον ρόλο του Διόνυσου τον Νίκο Ελευθεριάδη. Η ανατρεπτική φιγούρα του δίνει εξαρχής στον Διόνυσο τη σημασία της έννοιας, όχι του προσώπου. Ο Μπλέιν Ράινινγκερ αναλαμβάνει τον άχαρο προλογικό ρόλο – προτιμώ τη μουσική του παρέμβαση. Ο Πενθέας του Δημήτρη Τάρλοου, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μορφή: εγκλωβισμένος στο σώμα του, αδυνατεί να ενταχθεί και να συνταχθεί με το γενικό κλίμα. Κρίσιμη και η Αγαύη της Ναταλίας Καποδίστρια, καθώς δείχνει προς το πένθος. Ο Τειρεσίας του Γιούργκεν Στέσινγκερ δίνεται μέσα από τα χάσματα ενός ελλειπτικού λόγου· λειτουργώντας συμπληρωματικά, ο Κάδμος του Γιώργου Μωρόγιαννη θέτει το μέγεθος μιας παλιάς μυθικής μορφής. Στον Αγγελο του Απόστολου Πελεκάνου εντοπίζεται όμως η πλήρης μεταφορά του παραδείγματος με λίγα μέσα, αρκετά κενά και περισσή τιμιότητα. Οι τρεις Βάκχες (Ιωάννα Κανελλοπούλου, Εύα Κεχαγιά, Ελίτα Κουνάδη) μεταφέρουν στην παράσταση την ατμόσφαιρα της παραίσθησης. *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 20/12/2008

Δημήτρης Τάρλοου: «Χορτάσαμε από τερτίπια μεταμοντερνισμού»

Συνέντευξη: Δημήτρης Τάρλοου

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
Ο Δημήτρης Τάρλοου επέλεξε να ανεβάσει τραγωδία στο θέατρο «Πορεία», όχι σε σκηνοθεσία κάποιου Ελληνα, αλλά μιας Αυστριακής. Η Ρενάτε Τζετ δίδαξε και σκηνογράφησε τις «Βάκχες» του Ευριπίδη με δύο Διόνυσους. Ο Τάρλοου θέλησε να κρατήσει για τον εαυτό του τον ρόλο του Πενθέα.

Στο ίδιο τραπέζι αναμετρώνται ο Πενθέας – Δημήτρης Τάρλοου (αριστερά) και ο Διόνυσος – Νίκος Ελευθεριάδης (δεξιά). Στο φόντο οι τρεις Βάκχες: Ιωάννα Κανελλοπούλου, Εύα Κεχαγιά και Ελίτα Κουνάδη
  • Γιατί τις «Βάκχες»; Και γιατί σε κλειστό χώρο;

«Γιατί έτσι δρω εγώ. Είτε ένα έργο είναι το πιο γνωστό στον κόσμο είτε είναι άπαιχτο και παντελώς άγνωστο, αν με συγκινήσει θα το ανεβάσω. Οι «Βάκχες» είναι μια χιλιοπαιγμένη τραγωδία. Την έχουμε δει σε πολύ ενδιαφέρουσες έως κι εντελώς βαρετές αναγνώσεις. Δεν νομίζω ότι έχει επιχειρηθεί ποτέ να ανεβεί σε κλειστό χώρο ως έργο και όχι ως αρχαίο δράμα που προορίζεται για την Επίδαυρο. Δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνο η φεστιβαλική αντιμετώπιση «για το μεγάλο κοινό, σε μεγάλα θέατρα, με μεγάλα ονόματα!»».

  • Με τη Ρενάτε Τζετ αποκτήσατε κοινή γλώσσα στο «The man who» των Μπρουκ και Μαρί-Ελέν Εστιέν; Γι’ αυτό θελήσατε να δοκιμαστείτε παρέα και στις «Βάκχες»;

«Μετά το «The man who» μπορώ να γνωρίζω τι θέατρο πρεσβεύει, όπως και το ότι είναι εξασκημένη σε ένα θέατρο απόλυτης καλλιτεχνικής προσήλωσης. Μια τέτοιου είδους προσέγγιση νομίζω έχει κάποιο νόημα στις «Βάκχες». Γι’ αυτό την επέλεξα. Φυσικά αναγνωρίζω εκ των προτέρων τους κινδύνους του εγχειρήματος. Αλλά διάολε! Γιατί πληρωνόμαστε, γιατί επιχορηγούμαστε, αν όχι για να πειραματιζόμαστε σε ένα τέτοιο επίπεδο και να επιχειρούμε διαπολιτισμικές νύξεις και ανοίγματα;»

  • Η Τζετ έχει πει: «δεν αισθάνομαι το βάρος που θα αισθανόμουν αν είχα γεννηθεί στην Ελλάδα». Εσείς έχετε απαλλαγεί απ’ αυτό το βάρος;

«Σίγουρα η Ρενάτε είναι περισσότερο… απαλλαγμένη από εμένα. Δεν έχει τον φόβο του μέσου Ελληνα ανθρώπου του θεάτρου. Το βλέμμα της στο κείμενο είναι πολύ πιο αποστασιοποιημένο. Στον Ελληνα χτυπούν συναισθηματικά καμπανάκια. Δύσκολα δέχεται να του πειράξουν αυτό που θεωρεί εθνική κληρονομιά -παρ’ ότι δεν έχουμε μεγαλύτερη σχέση με το αντικείμενο απ’ ό,τι οι ξένοι συνάδελφοί μας».

  • Ανεβάζετε τις «Βάκχες» ή μια παράσταση βασισμένη στις «Βάκχες» του Ευριπίδη;

«Εγώ δεν πειράζω τα κείμενα. Η εκδοχή μας βασίζεται στην αλήθεια του έργου, στη σχέση του Διονύσου με τον Πενθέα, που είναι δυο ίσοι αντίπαλοι καθισμένοι στο ίδιο τραπέζι, δυο πρώτα ξαδέλφια που αντιπαρατίθενται πάνω στα βασικά ζητήματα της ζωής, στο πώς ζει και πεθαίνει κανείς. Ο Διόνυσος φυσικά θα υπερισχύσει, γιατί είναι θεός. Το έργο δεν είναι μόνο μυστικισμός. Λυπάμαι, αλλά οι «Βάκχες» είναι και ένα θρίλερ -ο Διόνυσος καταστρέφει τη Θήβα εκ θεμελίων. Μήπως αυτό μας θυμίζει κάτι για τη δική μας κοινωνία, για την πόλη μας που χρειάζεται να ανατιναχθεί, μπας και αναπνεύσουμε;»

  • Η αισθητική της παράστασης ποια είναι; Τοποθετείται σε συγκεκριμένη εποχή;

«Η αισθητική είναι εξαιρετικά απλή -υπαγορεύεται από κάθε χαρακτήρα. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη εποχή. Τα κοστούμια είναι σύγχρονα, αλλά δεν παραπέμπουν πουθενά. Φαίνεται όμως η διαφορά των τάξεων: ο Πενθέας είναι ένας εκπρόσωπος της μεγαλοαστικής τάξης, ένας βασιλιάς και ένας άνθρωπος σε τρομακτικό δίλημμα. Το χαρακτηριστικό στην παράστασή μας είναι ότι ενώ αναγνωρίζει ότι αυτά που λέει ο Διόνυσος έχουν νόημα, για κάποιο λόγο τού είναι αδύνατο να τα αποδεχτεί. Γι’ αυτό είναι εξαγριωμένος».

  • Γιατί επιλέξατε να είστε ο Πενθέας;

«Γιατί είμαι, ήμουν και θα είμαι πάντα ο Πενθέας».

  • Τι σας οδηγεί σ’ αυτή την ταύτιση;

«Το καλοκαίρι ταξίδεψα στη Νίσυρο, όπου βρισκόταν ήδη ο Χορός των Βακχών με τον Διόνυσο – Νίκο Ελευθεριάδη, προκειμένου να χτίσουν την ιδιαίτερη σχέση τους κάνοντας αυτό που ονομάζεται αυθεντική κίνηση. Την τελευταία μέρα πήγαμε όλοι μαζί σε ένα πολύ ωραίο νησιώτικο πανηγύρι χωρίς μεγάφωνα και μικρόφωνα. Οσο περνούσε η ώρα τόσο με έπιανε ένας εκνευρισμός, που με οδήγησε να μη μιλιέμαι με τη γυναίκα μου. Ηθελα να φύγω επειγόντως απ’ τη γιορτή. Αρχισα να αναζητώ τι είναι αυτό που με εκνευρίζει. Κατάλαβα πώς ήταν το ότι δεν χορεύω καλά και όλοι γύρω μου χόρευαν, περνάγαν καλά και ήταν χαλαροί. Ε, αυτό είναι ο Πενθέας. Ενοχλείται όταν οι άλλοι περνάνε καλά. Κυρίως γιατί θα ήθελε και ο ίδιος να συμμετέχει στο πανηγύρι».

  • Ο Χορός των Βακχών έχει όρχηση;

«Είναι τρεις κοπέλες, τρεις διαφορετικές προσωπικότητες, που μιλάνε είτε μόνες είτε μαζί. Βρίσκονται σε ένα διαφορετικό επίπεδο συνείδησης, συμμετέχουν στα πάντα και χορεύουν κάτι μεταξύ ρέιβ και ανατολίτικου χορού».

  • Θα φρίξουν οι «θεματοφύλακες» της αρχαίας τραγωδίας;

«Φρίττουν έτσι κι αλλιώς. Δεν νομίζω, όμως, ότι θα φρίξει κανείς με την παράστασή μας. Αν πάντως φρίξει, ελπίζω να συμβεί από το ρίγος της ίδιας της παράστασης και όχι από ένα αναμμένο τσιγάρο ή ένα τερτίπι μεταμοντερνισμού. Από αυτά χορτάσαμε και οι ηθοποιοί και οι θεατές

Οσοι είναι πεινασμένοι για πραγματικό θέατρο, ελπίζω να επικοινωνήσουν. Αν είναι να παίξουμε ένα αστικό δραματάκι, τότε καλύτερα να κάτσουμε στα σπίτια μας».

Μετάφραση: Γιώργου Χειμωνά. Διόνυσος: Νίκος Ελευθεριάδης και Μπλέιν Ρέινινγκερ. Αγαύη: Ναταλία Καποδίστρια. Βάκχες: Ιωάννα Κανελλοπούλου, Εύα Κεχαγιά, Ελίτα Κουνάδη. Τειρεσίας: Γιούργκεν Στέσινγκερ. Κάδμος: Γιώργος Μωρόγιαννης. Αγγελος: Απόστολος Πελεκάνος. *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 24/11/2008