Category Archives: Τάρλοου Δημήτρης

«Το κτήνος» επιστρέφει. Δέκα χρόνια μετά, ο Δημήτρης Τάρλοου προτείνει και πάλι το έργο του Ρίτσαρντ Καλινόσκι, με τους ίδιους συντελεστές, σε μια χρονιά μνήμης για το θέατρο Πορεία

Με μια διάθεση να αποδώσει φόρο τιμής σε ανθρώπους που τον διαμόρφωσαν και τους οποίους αγάπησε, ο Δημήτρης Τάρλοου γιορτάζει τα δεκάχρονα του θεάτρου Πορεία με ένα ρεπερτόριο τεσσάρων έργων, εκ των οποίων τα δύο είναι «μνήμης». Ηταν πριν από δέκα χρόνια όταν πρότεινε στο αθηναϊκό κοινό «Το κτήνος στο φεγγάρι» του Ρίτσαρντ Καλινόσκι: Σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού , με την Ταμίλα Κουλίεβα και τον Γιάννη Κυριακίδη, ο οποίος δεν υπάρχει πια, στον ρόλο του αφηγητή.

Η παράσταση αγαπήθηκε πολύ και γνώρισε μεγάλη επιτυχία κόβοντας 13.000 εισιτήρια μέσα σε πέντε μήνες. Σε αυτήν θέλησε να επιστρέψει, και μάλιστα με τους ίδιους συντελεστές- στον ρόλο του αφηγητή, αυτή τη φορά, ο Γιώργος Μπινιάρης. «Πράγματι δεν είναι συνηθισμένο, αλλά θα έπρεπε» λέει σχετικά με την επιστροφή του σε έργα που έχει παίξει στο παρελθόν . «Οι τόσο επιτυχημένες δουλειές που κάνεις στη θεατρική σου πορεία δεν είναι πάνω από πέντε ή έξι- αν είσαι και τυχερός. Θα άξιζε λοιπόν κανείς να τις κρατά σε ρεπερτόριο, εκτός βέβαια αν οι ρόλοι σε ξεπερνούν ηλικιακά. Ετσι σκέφτηκα ότι ένα νέο κοινό μπορεί να δει “Το κτήνος”. Ομολογώ ότι υπολογίζω και στην επιτυχία που γνώρισε τότε».

Οσο για τη δεύτερη, μεγάλη παραγωγή της σεζόν, επέλεξε την «Υπόθεση της οδού Λουρσίν» του Λαμπίς, την οποία είχε σκηνοθετήσει με ξεχωριστή μαεστρία ο Τάσος Μπαντής στο θέατρο Εμπρός το 1996. «Ηταν μια από τις καλύτερες σκηνοθεσίες του Τάσου. Με την επιλογή μου αυτή ήθελα να τιμήσω τον άνθρωπο που με διαμόρφωσε, που μου έδειξε πώς κάνεις θέατρο, με τι διάθεση και τι τρόπο. Του χρωστάω πολλά» λέει και θυμάται ότι η πρώτη γνωριμία τους ήταν όταν ο σκηνοθέτης τού τηλεφώνησε για τη μετάφραση του «Αμερικανικού βούβαλου»- «είχε μάθει ότι ήξερα καλά αγγλικά». Για την παράσταση του Ντέβιντ Μάμετ, από τις μεγάλες επιτυχίες της τότε παρέας του Εμπρός, ο Δημήτρης Τάρλοου δούλεψε μαζί με τον Τάσο Μπαντή. «Μετά τον έπεισα να παίξω και στη συνέχεια έκανα ακόμη δύο-τρία πράγματα εκεί».

«Μεγαλώσαμε κατά δέκα χρόνια» μου λέει καθώς του ζητώ να μου μιλήσει για την επιστροφή του στον ρόλο του Αράμ στο «Κτήνος στο φεγγάρι»: «Ψυχολογικά είναι περίεργο να αντιμετωπίζεις ένα κείμενο που το έχεις κάνει στο παρελθόν. Από την άλλη, είναι πολύ εύκολο- σαν το ποδήλατο, που δεν το ξεχνάς ποτέ. Υπάρχει μια ροή μέσα μου, μια σιγουριά στη δόμηση του ρόλου και κυρίως μια δεδομένη επικοινωνία μετην Ταμίλα, που έχει πλέον βαθύνει».

Εργο βαθιά συγκινητικό, «Το κτήνος στο φεγγάρι» πραγματεύεται μια προσωπική ιστορία μέσα σε ένα ιστορικό πλαίσιο. Στο επίκεντρο βρίσκονται ο Αράμ και η Σέτα, ένα ζευγάρι Αρμενίων που μεταναστεύει στην Αμερική στα μέσα της δεκαετίας του ΄20. «Είναι εξαιρετικά δομημένο αυτό το έργο του Καλινόσκι» σημειώνει ο πρωταγωνιστής. «Παίζει πολύ με το θέμα της φωτογραφίας και το πώς ένας άνδρας επιλέγει μια γυναίκα από φωτογραφία. Δεν του τη στέλνουν, του στέλνουν μια άλλη, εκείνος δεν τη θέλει, αλλά αναγκάζεται να μείνει μαζί της. Και αυτή είναι που θα τον μετατρέψει από ένα παγωμένο πλάσμα σε έναν άνθρωπο με αισθήματα και συμπόνια».

Πλάι στο συναίσθημα ο Καλινόσκι έθεσε και μια σειρά κοινωνικά ζητήματα «τα οποία είναι και σήμερα εξίσου επίκαιρα: υπό το άγρυπνο πνεύμα του Ομπάμα ακόμη τα συζητούν οι Αρμένιοι με τους Τούρκους. Οσο για τη μετανάστευση, παραμένει θέμα φλέγον και συγκινητικό. Γιατί ξεχνάμε πάντα τη δική μας μετανάστευση…» . Και καταλήγει: «Ενώ μπαίνει μέσα στα σκοτάδια της ύπαρξης και των σχέσεων, το έργο διαθέτει μια αχτίδα φωτός. Κουράστηκαν οι άνθρωποι να βλέπουν έργα χωρίς λύση και διαφυγή. Θέλουν αθωότητα και ελπίδα, και “Το κτήνος” τούς το δίνει απλόχερα. Ολοι έχουμε μέσα μας την ικανότητα να αλλάξουμε και να ζήσουμε το θαύμα της επικοινωνίας». Μακάρι.

  • ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009
Advertisements

Δημήτρης Τάρλοου: Tο «σανίδι» δεν είναι εύκολο σπορ για κανέναν

  • Ο Δημήτρης Τάρλοου μιλάει για τη δεκάχρονη «Πορεία» του στον χώρο

Ηθοποιός, μεταφραστής, σκηνοθέτης, παραγωγός. Του αρέσει να ασκείται σε όλα και να εμβαθύνει. Κάτι που έμαθε καλά από τη γιαγιά του, τη ζωγράφο Νίκη Καραγάτση. Και αν κρίνει κανείς από το 1986, όταν ο Δημήτρης Τάρλοου ξεκίνησε στον χώρο του θεάτρου, τελειώνοντας τη σχολή του Εθνικού Θεάτρου τα κατάφερε κάτι παραπάνω από καλά. Η δουλειά, η ανησυχία, η διαίσθηση και η καλή εκτίμηση των καταστάσεων τού έδωσαν γρήγορα μια αξιόλογη θέση στο θέατρο.

Το καλλιτεχνικό περιβάλλον στο οποίο γαλουχήθηκε (εγγονός του περίφημου συγγραφέα Μ. Καραγάτση και γιος του ζωγράφου Φίλιππου Τάρλοου) βοήθησε κι αυτό με τον τρόπο του. Είχε δώσει τις βάσεις. Δοκιμάστηκε στο ελεύθερο θέατρο, με συνεργασίες, έργα και ρόλους, έλαμψε τη δεκαετία του 90 στο «Εμπρός» με τον «Αμερικάνικο βούβαλο» -ήταν δεν ήταν 26 χρονών, και ύστερα βρήκε τον δρόμο του στο «Πορεία». Ανέβασε έργα που ήθελε, στήριξε παραστάσεις που συζητήθηκαν, σύστησε συνεργάτες και τώρα ετοιμάζεται να γιορτάσει τα δεκάχρονα του θεάτρου του.

«Το κτήνος στο Φεγγάρι» του Ρίτσαρντ Καλινόσκι, με το οποίο έκανε την αρχή σε μια νέα διαδρομή, με το «Δόλιχο», είναι πάλι στοίχημα, με τον Στάθη Λιβαθινό να επαναλαμβάνει τη διδασκαλία του έργου δέκα χρόνια μετά. Αλλωστε και οι δυο τους διένυσαν μια ενδιαφέρουσα πορεία από τότε.

«Το Κτήνος στο Φεγγάρι» ήταν η πρώτη παραγωγή της εταιρείας «Δόλιχος» και η αφορμή να συνεχίσει η προσπάθεια ώς σήμερα. Είναι μια καλή παράσταση που αξίζει να ξαναδεί ο κόσμος και για μας μια ευκαιρία να δούμε πώς δέκα χρόνια μπορούν να επιδράσουν στον ψυχισμό δύο ηθοποιών, αλλά και σε έναν σκηνοθέτη που ξανακοιτά το κείμενο. Αναγνωρίζω πως το να ξαναδείς την ίδια παράσταση είναι μια λογική εκτός εποχής. Παλιά οι ζωγράφοι, οι αγιογράφοι είχαν σύστημα να δουλεύουν ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα. Και στο θέατρο νομίζω πως έχει νόημα να ξανακοιτάμε πίσω. Δεν είναι πάντα σωστό να κοιτάμε μόνο παρακάτω. Τότε, η παράσταση είχε ανέβει σε ένα μικρό χώρο, το «Από μηχανής», κόβοντας 13.000 εισιτήρια σε πέντε μήνες. Αυτό με έκανε να πιστέψω ότι μια γενιά θεατών μπορεί να θέλει να γνωρίσει το κείμενο του Ρίτσαρντ Καλινόσκι.

Νέο βλέμμα; Δεν μου αρέσουν οι μεγάλες κουβέντες. Ο Λιβαθινός δούλεψε από την αρχή το έργο. Δεν κάναμε απλώς δέκα πρόβες για να ξαναστήσουμε μια παράσταση που είχαμε στο τσεπάκι μας. Αλλωστε έχουμε δύο νέα παιδιά (Φίλιππος Μοσχάτος, Ρωμανός Μπολώτας), αλλά και νέο αφηγητή μετά τον χαμό του Γιάννη Κυριακίδη στον οποίο αφιερώνουμε την παράσταση. Τον ρόλο τώρα ανέλαβε ο Γιώργος Μπινιάρης. Επρεπε λοιπόν να ξανακάνουμε πρόβες. Επιπλέον είχαμε κάποιες αλλαγές.

Δύο επίπεδα καθορίζουν το έργο. Το ένα είναι το πολιτικό επίπεδο (η σφαγή των Αρμενίων από τους Τούρκους το 1915 και η μετανάστευση, φλέγον ζήτημα τότε και τώρα), και το δεύτερο είναι το ψυχολογικό μέρος.

Οταν ανεβάσαμε για πρώτη φορά το έργο είχαμε την υπόθεση Οτσαλάν, τώρα ζούμε τις συνομιλίες Αρμενίων – Τούρκων υπό το άγρυπνο βλέμμα των Αμερικανών. Τότε είχαμε τους πρώτους Τούρκους να μένουν στην πλατεία Κουμουνδούρου, τώρα δεν χρειάζεται να πας ώς εκεί. Αρκεί μια βόλτα στην Ομόνοια, στα πέριξ και στη δική μας γειτονιά την πλατεία Βικτωρίας, για να δεις μετανάστες παντού.

Το δεύτερο επίπεδο πάνω στο οποίο κινείται το έργο, έχει να κάνει με τη σύγκρουση του άντρα και της γυναίκας. Εχουν την ίδια εμπειρία, την απώλεια των γονέων, που όπως βλέπουμε αντιμετωπίζουν με διαφορετικό βλέμμα. Ο άντρας είναι έγκλειστος, περιχαρακωμένος, στεγνός και στυγνός, η γυναίκα από την άλλη είναι υγρή, άναρχη, με επιθυμία να προχωρήσει, να βαθύνει και να παρασύρει τον άντρα σε κάτι ουσιαστικότερο. Η ηρωίδα επιζητεί το πιο βαθύ και όχι το διαφορετικό σε αυτή την ιστορία. Κι αυτό λειτουργεί και στον θεατή, ο οποίος στο θέατρο επιζητεί το θαύμα κι όχι τη λογική.

Η υπόθεση

To 1893 έγινε μια έκλειψη Σελήνης στην Τουρκία και οι Τούρκοι, πεπεισμένοι πως ένα «κτήνος» κατάπινε το Φεγγάρι, έστρεψαν τα όπλα τους προς τον ουρανό προσπαθώντας να το σκοτώσουν. Με τα ίδια τα όπλα, που κάπνιζαν ακόμη από ένα φυλετικό μίσος κατά τους γειτονικού τους λαού των Αρμενίων, εξολόθρευσαν τους Χριστιανούς Αρμένιους, με μια σειρά από εκτεταμένα πογκρόμ στα τέλη του 18ου αι., που κορυφώθηκαν με τη γενοκτονία του 1915 και τον αφανισμό περίπου δύο εκατομμυρίων Αρμενίων. Ο 20χρονος Αράμ Τομασιάν, μοναδικός επιζών της οικογένειάς του από το Ολοκαύτωμα, διέφυγε στις ΗΠΑ, όπου εργάζεται ως φωτογράφος ειδικευμένος στις οικογενειακές φωτογραφίες μεταναστών, και φιλοδοξεί να γίνει ο γεννήτορας της καινούργιας οικογένειας Τομασιάν. Από την Αρμενία έχει φέρει μόνο μία οικογενειακή φωτογραφία και το παλτό του πατέρα του, το οποίο του πρόσφερε κάλυψη, ώστε να διασωθεί.

Το θέατρο δεν είναι εύκολο σπορ για κανέναν. Αυτό έδειξαν τα δέκα αυτά χρόνια του «Πορεία». Ηταν όμως πλούσια και γεμάτα. Το θέατρο καθιερώθηκε σαν έναν από τους βασικούς πόλους έλξης για τους θεατρόφιλους. Και εγώ εξελίχτηκα ως ηθοποιός και ως άνθρωπος. Σε αυτό με βοήθησαν οι συνεργάτες μου, όπως ο Στάθης Λιβαθινός, για να προχωρήσω. Το ότι πήρα το θέατρο ήταν θέμα της μοίρας και της τεράστιας βοήθειας που είχα από την οικογένειά μου. Δεν είχα ιδέα πως οργανώνεται ένα θέατρο, αλλά βρέθηκαν άνθρωποι που με βοήθησαν να το στήσω. Θυμάμαι ότι τα πρακτικά ζητήματα τότε μου φαίνονταν βουνό. Τώρα έχουμε και την εμπειρία και την τεχνογνωσία. Οι στόχοι μας έγιναν πραγματικότητα. Συστήσαμε σκηνοθέτες όπως η Ρενάτε Τζετ και ο Τζέζαρις Γκραουζίνις, που μετά συνεργάστηκαν με το Φεστιβάλ Αθηνών και το Εθνικό Θέατρο. Ομως και ο ίδιος ο Λιβαθινός συστήθηκε μέσω του «Δόλιχου». Επίσης νέοι συγγραφείς, όπως ο Γιάννης Μαυριτσάκης, ηθοποιοί, καινούργια έργα, μεταφράσεις κ. ά.

Αναγκάζομαι και λειτουργώ με δανεικά. Ομολογώ ότι είμαι πιεσμένος. Μας υποσχέθηκαν ότι Σεπτέμβριο και Δεκέμβριο θα πάρουμε την περσινή επιχορήγηση, όμως με τις εκλογές και την αλλαγή της κυβέρνησης δεν πήραμε τίποτε. Φέτος, λόγω της κρίσης κοιτάξαμε να κάνουμε μια πολιτική λιγότερο ακραίων θεαμάτων. Πέρυσι το παρακάναμε ίσως με τις «Βάκχες». Τώρα το πρόγραμμα είναι μοιρασμένο. «Η υπόθεση της οδού Λουρσίν» είναι νέα παραγωγή, μια τρελή κωμωδία, αλλά και σκοτεινή που θα παίζεται σε εναλλαγή με το «Κτήνος» στην κεντρική σκηνή, ενώ στην επάνω έχουμε την «Πάχνη» και ένα μουσικό θέαμα με τη Φένια Παπαδόδημα «Μια γάτα που την έλεγαν Billie Holliday» με τον Ντέιβιντ Λιντς ζωντανά στο σαξόφωνο.

Καλά και κακά

Το συνοικιακό μαγαζί έχει ακόμη πέραση. Το μικρομπακάλικο και η προσωπική επιχείρηση. Εχει τα καλά του και τα κακά του. Κατά τη γνώμη μου δεν χρειάζονται παραπάνω από 20 θέατρα του μεγέθους και του επιπέδου του «Πορεία». Θα ήταν υπεραρκετά για την αθηναϊκή πραγματικότητα συν βέβαια το Εθνικό Θέατρο και κάποια εμπορικά θεάματα. Τώρα έχουμε 120 σκηνές με 450 παραγωγές τον χρόνο. Κι όλες συγκεντρωμένες στην Αθήνα.

Το πρόβλημα είναι θεσμικό. Δεν είναι θέμα του προέδρου του ΕΚΕΘΕΧ (Ελληνικό Κέντρο Θεάτρου Χορού). Αν εγκρίνεις ένα όργανο που του αφαιρείς όλες τις αρμοδιότητες, στην ουσία δεν υπάρχει. Οταν δεν έχει τη δυνατότητα να αποφασίζει και να χρηματοδοτεί τι νόημα έχει. Τίποτα λοιπόν δεν άλλαξε. Απλώς τώρα αντί να ζητήσεις από το υπουργείο Πολιτισμού τα λεφτά σου τα ζητείς από το ΕΚΕΘΕΧ, το οποίο σου λέει ότι δεν έχει και τελικά πας στον υπουργό. Δηλαδή τον ΥΠΠΟ έβαλε ένα μεσάζοντα που τελικά δεν πολυθέλει. Το ερώτημα είναι γιατί τελικά τον έβαλε; Και τελικά ο ένας υπουργός καταργεί τον προηγούμενο κι ας είναι της ίδιας κυβέρνησης. Το επόμενο στάδιο είναι να καταργεί τον εαυτό του. Πρέπει να σοβαρευτούμε στην Ελλάδα.

Ούτε η ιδιωτική χορηγία έχει προχωρήσει. Είναι θέμα τελικά πολιτικής βούλησης. Και τα κανάλια θα μπορούσαν να δίνουν ένα μικρό ποσοστό για το θέατρο, όπως κάνουν για το σινεμά, αλλά σίγουρα μικρότερο, αλλά… Υπάρχει ένας αποκλεισμός μας συνειδητός. Και από την τηλεόραση. Σχεδόν τιμωρία. Κάνω θέατρο με ολίγη από τρέλα ελληνική. Οι κυβερνήσεις πρέπει να καταλάβουν ότι ο πολιτισμός δεν είναι κάτι θεωρητικό. Μιλούν για τον εξαγώγιμο τουρισμό, αλλά για το καλλιτεχνικό προ�όν δεν μιλάει κανείς. Μήπως δεν είναι εξαγώγιμα προϊόντα η μουσική μας, το θέατρό μας, οι παραστάσεις; Είναι πάνω από τον μέσο όρο κι ας απαξιώνονται από την πολιτεία. Οι Ελληνες είναι καλλιτεχνικός λαός με καλά δείγματα γραφής. Θέλουν να μας πείσουν για το αντίθετο. Πιστεύω ότι οι ελληνικές παραστάσεις μπορούν να είναι εξαγώγιμες. Δεν συμφωνώ με εκείνους που λένε πως είμαστε ελληνική επαρχία. Γνωρίζω το επίπεδο του ευρωπαϊκού θεάτρου. Μπορούμε λοιπόν και μάλιστα καλά. Απλώς η πολιτεία μάς απαξιώνει.

Στην παράσταση «Το κτήνος στο Φεγγάρι» παίζουν οι: Γιώργος Μπινιάρης, Δημήτρης Τάρλοου, Ταμίλα Κουλίεβα, Φίλιππος Μοσχάτος, Ρωμανός Μπολώτας. Διάρκεια: 125 λεπτά. Μουσική Haig Yazdjian, σκηνικά κοστούμια Ελένη Μανωλοπούλου.

  • Της Γιωτας Συκκα, Η Καθημερινή, 25/10/2009

«Βάκχες» για έναν ακόμα μήνα

Ο Δημήτρης Τάρλοου ρίσκαρε με ένα διπλό τόλμημα φέτος τον χειμώνα: αφενός τόλμησε να παρουσιάσει τις «Βάκχες» του Ευριπίδη σε κλειστό χώρο σε μια νέα ανάγνωση της Ρενάτε Τζετ, αφετέρου μείωσε το εισιτήριο λαμβάνοντας υπόψη τους δύσκολους καιρούς που διανύουμε. Το αποτέλεσμα; Το κοινό ανταποκρίθηκε και οι παραστάσεις θα συνεχιστούν έως την 1η Μαρτίου. Ωστόσο, λόγοι υγείας αναγκάζουν τον 75χρονο Γιούργκεν Στέσινγκερ, που ερμηνεύει τον ρόλο του Τειρεσία, να αντικατασταθεί από τον Κωνσταντίνο Αβαρικιώτη. Η τελευταία παράσταση του Γιούργκεν Στέσινγκερ θα είναι την Κυριακή 8 Φεβρουαρίου. Η πρώτη παράσταση του Κωνσταντίνου Αβαρικιώτη θα είναι την Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου. [ΕΘΝΟΣ, 02/02/2009]

Βάκχες… δωματίου

μυρτω λοβερδου | το βήμα, Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

Προτού ο Δημήτρης Τάρλοου της προτείνει τις «Βάκχες», η Ρενάτε Τζετ είχε σκεφθεί τη «Μήδεια» ή την «Αντιγόνη». «Οταν όμως ήρθε η πρότασή του» λέει «δεν μπορούσα να πω όχι. Είναι μεγάλη πρόκληση για μένα- είναι όμως και ύβρις από μέρους μου» λέει συλλαβίζοντας την αρχαία ελληνική λέξη. «Ελπίζω να αρέσει στον κόσμο διότι πιστεύω ότι οι τραγικοί, αλλά και ο Σαίξπηρ, δεν χρειάζονται τίποτε περισσότερο από το να τους αφήσουμε να μας μιλήσουν. Ο λόγος τους είναι απολύτως σημερινός» πρόσθεσε.

Μέσα στον κλειστό χώρο το σκηνικό, που η ίδια η σκηνοθέτις έστησε, παραπέμπει στην πλοκή και στον μύθο μέσα από αντικείμενα και σύμβολα: Ενα τραπέζι που κρύβει έναν καθρέφτη, μια θήκη για παλτό που θα φέρει επί σκηνής τον νεκρό Πενθέα… Τα πρόσωπα, οι ήρωες, κυριαρχούν με τη φωνή και την κίνηση, με τις χειρονομίες και τα βλέμματα. Ο χορός των Βακχών, αποτελούμενος από τρεις ηθοποιούς, καταφέρνει να συνδυάσει την όψη και την κίνηση- κίνδυνος και απειλή μαζί. Μια μοντέρνα παράσταση, χωρίς κραυγές, ακριβής και καθαρή: «Στον χορό ήθελα να είναι νέα κορίτσια,που να μιλούν στο σημερινό κοινό» λέει η Ρενάτε Τζετ. Οσο για τον Πενθέα και τον Διόνυσο, «πιστεύω ότι είναι οι δύο πλευρές της ανθρώπινης φύσης: η φωτεινή και η σκοτεινή.Από την άλλη, ο Κάδμος και η Αγαύη είναι αθώοι. Και αυτό ήθελα να τονίσω με τα κοστούμια τους- το φόρεμα της Αγαύης είναι λευκό. Είναι αθώοι και συγχρόνως τιμωρούνται αυστηρά,πολύ αυστηρά. Δεν ήθελα να δώσω απαντήσεις, μόνο ερωτήσεις».

Για τη Ρενάτε Τζετ η σκηνοθεσία αρχαίας τραγωδίας είναι μια δουλειά εσωτερικής αναζήτησης. Αλλιώς τι νόημα θα είχε; «Θέλω να μιλήσω στις ψυχές των θεατών. Για μένα αυτό είναι που έχει σημασία.Να ακουμπήσω τον άλλον, να νιώσει τον πόνο των ηρώων, να γεννήσω συναισθήματα. Αυτός είναι ένας στόχος για μένα» συμπληρώνει.

Στόχος και ο Πενθέας για τον Δημήτρη Τάρλοου; «Ομολογώ ότι είναι ένας ρόλος που επεδίωκα να ερμηνεύσω γιατί νιώθω ότι έχω κοινά στοιχεία μαζί του» λέει, έχοντας επιλέξει τις «Βάκχες» για να γιορτάσει τα δεκάχρονα της θεατρικής του εταιρείας « Δόλιχος». «Ο Πενθέας έχει καταθλιπτική στάση απέναντι στη ζωή και είναι ανίκανος να χαρεί σε γιορτές- ποτέ μου δεν περνούσα καλά στα πάρτι.Από τη μια θέλει να φανεί, γι΄ αυτό και πάει στον Κιθαιρώνα, αλλά και να κρυφτεί, γι΄ αυτό και ντύνεται γυναίκα. Νάρκισσος μέσα στα ρούχα της γυναίκας, αλλά και με μια απόσταση, μια διάθεση μη συμμετοχής». Ανησυχεί για τον κλειστό χώρο; «Η μόνη μου ανησυχία αφορά την ίδια την παράσταση,αν έχει επίδραση στον σημερινό θεατή.Μετά τον περυσινό καλοκαίρι (σ.σ.: αναφέρεται στη «Μήδεια» του Βασίλιεφ ) θέλω να δώσω τη δική μου απάντηση, ότι η αρχαία τραγωδία δεν είναι είδος που δεν πρέπει να αγγίζουμε. Είναι τόσο παγκόσμια. Και η αποτυχία είναι μέσα στο παιχνίδι. Ποιος μπορεί να μας το απαγορεύσει αυτό;» αναρωτιέται και συνεχίζει: «Γιατί δεν πρέπει να ασχολούμαστε με την τραγωδία, τον χειμώνα; Δεν το καταλαβαίνω αυτό. Παγωτό είναι;. Για μένα είναι μια ιστορία με μεγάλο ενδιαφέρον» .

Για τέταρτη φορά στην Ελλάδα η Ρενάτε Τζετ (την πρώτη σκηνοθέτησε το «Τhe man who» με τον Δημήτρη Τάρλοου στο Πορεία, μετά έπαιξε στη Θεσσαλονίκη με τον Βαρλικόφσκι στο «Cleansed» της Σάρα Κέιν, ενώ το περασμένο καλοκαίρι, ανέβασε το «Κουαρτέτο» του Χάινερ Μύλερ στο Φεστιβάλ Αθηνών), συνηθίζει να ταξιδεύει και να κάνει θέατρο. Κι επειδή, όπως λέει, δεν έχει δει πολύ ελληνικό θέατρο- «ούτε Βογιατζή ούτε Τερζόπουλο ούτε Μαρμαρινό»-, σκέφτεται σοβαρά να ξανάρθει.

Οι «Βάκχες» του Ευριπίδη ανεβαίνουν από τον «Δόλιχο». Μετάφραση Γιώργος Χειμωνάς, σκηνοθεσία- σκηνικό Ρενάτε Τζετ. Με τους Δημήτρη Τάρλοου, Ναταλία Καποδίστρια, Γιώργο Μωρόγιαννη, Νίκο Ελευθεριάδη, Ιωάννα Κανελλοπούλου, Εύα Κεχαγιά, Ελίτα Κουνάδη, Απόστολο Πελεκάνο και τους Μπέιν Ρένινγκερ, Γιούργκεν Στόσινγκερ. Στο θέατρο Πορεία.

«Βάκχες» με είσοδο 5 ευρώ

Ο Δημήτρης Τάρλοου και η Εταιρεία Θεάτρου «Δόλιχος», σε απάντηση των «γεγονότων που συγκλονίζουν την Αθήνα αλλά και όλη την Ελλάδα και σε ανταπόκριση στη φοβερή οικονομική δυσπραγία και την κρίση που μαστίζει τις εμπορικές επιχειρήσεις και το θέαμα, αλλά κυρίως σε μια προσπάθεια να αναστρέψει το ζοφερό κλίμα και να δώσει τη δυνατότητα, κυρίως στους νέους, να βγουν έξω και να ψυχαγωγηθούν την περίοδο των εορτών», αποφάσισε από την Πέμπτη ανήμερα Πρωτοχρονιά αλλά και κάθε Πέμπτη να έχει ενιαία είσοδο 5 ευρώ στο θέατρο «Πορεία», όπου παρουσιάζονται οι «Βάκχες»  του Ευριπίδη. Η σκηνοθεσία είναι της Ρενάτε Τζετ. Παίζουν: Νίκος Ελευθεριάδης, Μπλέιν Ρέινιγκερ, Ιωάννα Κανελλοπούλου, Εύα Κεχαγιά, Ελίτα Κουνάδη, Γιούργκιν Στέσινκερ, Γιώργος Μωρόγιαννης, Δημήτρης Τάρλοου, Απόστολος Πελεκάνος, Ναταλία Καποδίστρια.

Δημήτρης Τάρλοου: «Χορτάσαμε από τερτίπια μεταμοντερνισμού»

Συνέντευξη: Δημήτρης Τάρλοου

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
Ο Δημήτρης Τάρλοου επέλεξε να ανεβάσει τραγωδία στο θέατρο «Πορεία», όχι σε σκηνοθεσία κάποιου Ελληνα, αλλά μιας Αυστριακής. Η Ρενάτε Τζετ δίδαξε και σκηνογράφησε τις «Βάκχες» του Ευριπίδη με δύο Διόνυσους. Ο Τάρλοου θέλησε να κρατήσει για τον εαυτό του τον ρόλο του Πενθέα.

Στο ίδιο τραπέζι αναμετρώνται ο Πενθέας – Δημήτρης Τάρλοου (αριστερά) και ο Διόνυσος – Νίκος Ελευθεριάδης (δεξιά). Στο φόντο οι τρεις Βάκχες: Ιωάννα Κανελλοπούλου, Εύα Κεχαγιά και Ελίτα Κουνάδη
  • Γιατί τις «Βάκχες»; Και γιατί σε κλειστό χώρο;

«Γιατί έτσι δρω εγώ. Είτε ένα έργο είναι το πιο γνωστό στον κόσμο είτε είναι άπαιχτο και παντελώς άγνωστο, αν με συγκινήσει θα το ανεβάσω. Οι «Βάκχες» είναι μια χιλιοπαιγμένη τραγωδία. Την έχουμε δει σε πολύ ενδιαφέρουσες έως κι εντελώς βαρετές αναγνώσεις. Δεν νομίζω ότι έχει επιχειρηθεί ποτέ να ανεβεί σε κλειστό χώρο ως έργο και όχι ως αρχαίο δράμα που προορίζεται για την Επίδαυρο. Δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνο η φεστιβαλική αντιμετώπιση «για το μεγάλο κοινό, σε μεγάλα θέατρα, με μεγάλα ονόματα!»».

  • Με τη Ρενάτε Τζετ αποκτήσατε κοινή γλώσσα στο «The man who» των Μπρουκ και Μαρί-Ελέν Εστιέν; Γι’ αυτό θελήσατε να δοκιμαστείτε παρέα και στις «Βάκχες»;

«Μετά το «The man who» μπορώ να γνωρίζω τι θέατρο πρεσβεύει, όπως και το ότι είναι εξασκημένη σε ένα θέατρο απόλυτης καλλιτεχνικής προσήλωσης. Μια τέτοιου είδους προσέγγιση νομίζω έχει κάποιο νόημα στις «Βάκχες». Γι’ αυτό την επέλεξα. Φυσικά αναγνωρίζω εκ των προτέρων τους κινδύνους του εγχειρήματος. Αλλά διάολε! Γιατί πληρωνόμαστε, γιατί επιχορηγούμαστε, αν όχι για να πειραματιζόμαστε σε ένα τέτοιο επίπεδο και να επιχειρούμε διαπολιτισμικές νύξεις και ανοίγματα;»

  • Η Τζετ έχει πει: «δεν αισθάνομαι το βάρος που θα αισθανόμουν αν είχα γεννηθεί στην Ελλάδα». Εσείς έχετε απαλλαγεί απ’ αυτό το βάρος;

«Σίγουρα η Ρενάτε είναι περισσότερο… απαλλαγμένη από εμένα. Δεν έχει τον φόβο του μέσου Ελληνα ανθρώπου του θεάτρου. Το βλέμμα της στο κείμενο είναι πολύ πιο αποστασιοποιημένο. Στον Ελληνα χτυπούν συναισθηματικά καμπανάκια. Δύσκολα δέχεται να του πειράξουν αυτό που θεωρεί εθνική κληρονομιά -παρ’ ότι δεν έχουμε μεγαλύτερη σχέση με το αντικείμενο απ’ ό,τι οι ξένοι συνάδελφοί μας».

  • Ανεβάζετε τις «Βάκχες» ή μια παράσταση βασισμένη στις «Βάκχες» του Ευριπίδη;

«Εγώ δεν πειράζω τα κείμενα. Η εκδοχή μας βασίζεται στην αλήθεια του έργου, στη σχέση του Διονύσου με τον Πενθέα, που είναι δυο ίσοι αντίπαλοι καθισμένοι στο ίδιο τραπέζι, δυο πρώτα ξαδέλφια που αντιπαρατίθενται πάνω στα βασικά ζητήματα της ζωής, στο πώς ζει και πεθαίνει κανείς. Ο Διόνυσος φυσικά θα υπερισχύσει, γιατί είναι θεός. Το έργο δεν είναι μόνο μυστικισμός. Λυπάμαι, αλλά οι «Βάκχες» είναι και ένα θρίλερ -ο Διόνυσος καταστρέφει τη Θήβα εκ θεμελίων. Μήπως αυτό μας θυμίζει κάτι για τη δική μας κοινωνία, για την πόλη μας που χρειάζεται να ανατιναχθεί, μπας και αναπνεύσουμε;»

  • Η αισθητική της παράστασης ποια είναι; Τοποθετείται σε συγκεκριμένη εποχή;

«Η αισθητική είναι εξαιρετικά απλή -υπαγορεύεται από κάθε χαρακτήρα. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη εποχή. Τα κοστούμια είναι σύγχρονα, αλλά δεν παραπέμπουν πουθενά. Φαίνεται όμως η διαφορά των τάξεων: ο Πενθέας είναι ένας εκπρόσωπος της μεγαλοαστικής τάξης, ένας βασιλιάς και ένας άνθρωπος σε τρομακτικό δίλημμα. Το χαρακτηριστικό στην παράστασή μας είναι ότι ενώ αναγνωρίζει ότι αυτά που λέει ο Διόνυσος έχουν νόημα, για κάποιο λόγο τού είναι αδύνατο να τα αποδεχτεί. Γι’ αυτό είναι εξαγριωμένος».

  • Γιατί επιλέξατε να είστε ο Πενθέας;

«Γιατί είμαι, ήμουν και θα είμαι πάντα ο Πενθέας».

  • Τι σας οδηγεί σ’ αυτή την ταύτιση;

«Το καλοκαίρι ταξίδεψα στη Νίσυρο, όπου βρισκόταν ήδη ο Χορός των Βακχών με τον Διόνυσο – Νίκο Ελευθεριάδη, προκειμένου να χτίσουν την ιδιαίτερη σχέση τους κάνοντας αυτό που ονομάζεται αυθεντική κίνηση. Την τελευταία μέρα πήγαμε όλοι μαζί σε ένα πολύ ωραίο νησιώτικο πανηγύρι χωρίς μεγάφωνα και μικρόφωνα. Οσο περνούσε η ώρα τόσο με έπιανε ένας εκνευρισμός, που με οδήγησε να μη μιλιέμαι με τη γυναίκα μου. Ηθελα να φύγω επειγόντως απ’ τη γιορτή. Αρχισα να αναζητώ τι είναι αυτό που με εκνευρίζει. Κατάλαβα πώς ήταν το ότι δεν χορεύω καλά και όλοι γύρω μου χόρευαν, περνάγαν καλά και ήταν χαλαροί. Ε, αυτό είναι ο Πενθέας. Ενοχλείται όταν οι άλλοι περνάνε καλά. Κυρίως γιατί θα ήθελε και ο ίδιος να συμμετέχει στο πανηγύρι».

  • Ο Χορός των Βακχών έχει όρχηση;

«Είναι τρεις κοπέλες, τρεις διαφορετικές προσωπικότητες, που μιλάνε είτε μόνες είτε μαζί. Βρίσκονται σε ένα διαφορετικό επίπεδο συνείδησης, συμμετέχουν στα πάντα και χορεύουν κάτι μεταξύ ρέιβ και ανατολίτικου χορού».

  • Θα φρίξουν οι «θεματοφύλακες» της αρχαίας τραγωδίας;

«Φρίττουν έτσι κι αλλιώς. Δεν νομίζω, όμως, ότι θα φρίξει κανείς με την παράστασή μας. Αν πάντως φρίξει, ελπίζω να συμβεί από το ρίγος της ίδιας της παράστασης και όχι από ένα αναμμένο τσιγάρο ή ένα τερτίπι μεταμοντερνισμού. Από αυτά χορτάσαμε και οι ηθοποιοί και οι θεατές

Οσοι είναι πεινασμένοι για πραγματικό θέατρο, ελπίζω να επικοινωνήσουν. Αν είναι να παίξουμε ένα αστικό δραματάκι, τότε καλύτερα να κάτσουμε στα σπίτια μας».

Μετάφραση: Γιώργου Χειμωνά. Διόνυσος: Νίκος Ελευθεριάδης και Μπλέιν Ρέινινγκερ. Αγαύη: Ναταλία Καποδίστρια. Βάκχες: Ιωάννα Κανελλοπούλου, Εύα Κεχαγιά, Ελίτα Κουνάδη. Τειρεσίας: Γιούργκεν Στέσινγκερ. Κάδμος: Γιώργος Μωρόγιαννης. Αγγελος: Απόστολος Πελεκάνος. *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 24/11/2008