Category Archives: Συμπέθεροι από τα Τίρανα

Παραστάσεις σε όλη την Ελλάδα

Θέατρο Λαμπέτη: «Συμπέθεροι από τα Τίρανα» των Μ. Ρέππα και Θ. Παπαθανασίου

Η χαμένη ευκαιρία της φαρσοκωμωδίας

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 15/11/2008

Η ιστορία της ελληνικής φαρσοκωμωδίας, με ελάχιστες εξαιρέσεις, είναι μια ιστορία χαμένων ευκαιριών. Από την εποχή των πλέον χαλκέντερων «Διόσκουρων» συγγραφέων της, των Σακελλάριου και Γιαννακόπουλου, η φαρσοκωμωδία ήταν πάντα γεμάτη υποσχέσεις και απογοητεύσεις. Για κάποιον μυστήριο λόγο διασώθηκαν οι πρώτες και λησμονήθηκαν οι δεύτερες. Γι’ αυτό και η ελληνική φαρσοκωμωδία -και συνακόλουθα ο παλιός κινηματογράφος που την κόπιαρε- έμεινε καθηλωμένη σε μια διαρκώς υποσχόμενη, ες αεί αδιάψευστη παιδικότητα.

Ο Νικόλας Μακρής και η Δήμητρα Στογιάννη στην παράσταση των Ρέππα – Παπαθανασίου

Οι τελευταίοι διαχειριστές του είδους, στο παλιό μάλιστα και δοκιμασμένο σχήμα της ομοούσιας και αδιαιρέτου δυάδος, είναι οι Μιχάλης Ρέππας και Θανάσης Παπαθανασίου. Οι ελαφροί ας τους λέγουν ελαφρούς. Διαθέτουν περισσότερη εξυπνάδα από αρκετούς συναδέλφους τους «ποιοτικούς». Έχουν δημιουργήσει την καλύτερη φάρσα των τελευταίων ετών, το «Μπαμπάδες με ρούμι», έχουν στο ενεργητικό τους το θαυμάσιο εκείνο «Βίρα τις άγκυρες» του Εθνικού πριν από μερικά χρόνια. Και έχουν ακόμα το «Εβρος απέναντι», που μας είχε αφήσει κάποτε άφωνους.

Από την άλλη, δεν έχουν αποφύγει τις μπαλαφάρες, τις εμπορικάντζες και τα βεντετόσχημα εργάκια. Χαρακτηριστικό του είδους είναι και αυτό: εκπλήσσει όχι μόνο με το πού μπορεί να φτάσει, αλλά και με το πόσο γρήγορα μπορεί να ανεβοκατέβει τις κλίμακες ανάμεσα στον καλό και τον κακό εαυτό του.

Αυτή είναι και η περίπτωση των «Συμπέθερων από τα Τίρανα». Ενα κοκτέιλ υποσχέσεων και απογοητεύσεων, με λίγο από «Μπαμπάδες με ρούμι», λίγο από «Τρεις χάριτες» και μια πρέζα «Μάντεψε ποιος θα ‘ρθει το βράδυ», σερβιρισμένο στο βαθύ ποτήρι της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας. Στο κέντρο της Ελλάδας, στην καρδιά της βαθιάς Ελλάδας, μια αγία ελληνική οικογένεια διατηρεί ψηλά τα ιδανικά της φυλής: αρπακτή, αμάθεια και απομόνωση. Η κόρη από το Λονδίνο θα φέρει τον Αλβανό αρραβωνιαστικό, τους γονείς του, και μαζί, την κατάρρευση του ονείρου για μια μικρή, καθαρή, δική μας Ελλαδίτσα.

Δεν είναι αυτό μια χαμένη ευκαιρία; Το κρίμα δεν βρίσκεται στον τρόπο που αντιμετωπίζεται το θέμα, αλλά στο ότι αυτό δεν αντιμετωπίζεται τελικά καθόλου. Σαν να αποτελεί μόνο το πρόσχημα, οδηγεί σε άλλα παραγεμίσματα, φάρσες, κάποιες φορές καλά, άλλες καλούτσικα, άλλες αφελή. Το γέλιο, γιατί υπάρχει γέλιο στην παράσταση, σπαταλιέται σε έναν κυνισμό που τρώει τις σάρκες του. Υπάρχει και εδώ λόγος: είναι δύσκολο να κάνεις σάτιρα και να προσπαθείς να μην κακοκαρδίσεις το κοινό σου. Πιο γόνιμο μοιάζει το εύρημα να μιλούν οι ηθοποιοί τη λαλιά της κεντρικής Ελλάδας, όχι για να την κοροϊδέψουν αλλά για να δείξουν πόσο μακριά βρίσκεται το ψέμα στο οποίο όλοι στηριζόμαστε.

Η επιτυχία στηρίζεται αποκλειστικά στην τετράδα των πρωταγωνιστών (Ελισάβετ Κωνσταντινίδου και Παύλος Κοντογιαννίδης, Τζόυς Ευείδη και Δημήτρης Μαυρόπουλος), που ξέρουν πώς να χειρίζονται την ατάκα και να μεταδίδουν το κέφι τους στην πλατεία. Οι δεύτεροι ρόλοι μοιάζουν δυστυχώς πρόχειροι. Οι Αλβανοί συμπέθεροι (Νατάσσα Κοτσοβού και Κώστας Καζάκας), ο γαμπρός (Νικόλας Μακρής) και ο διεφθαρμένος υφυπουργός Πολιτισμού (Χρήστος Τριπόδης) διακοσμούν αντί να κινούν την παράσταση. Στην αμηχανία της η Δήμητρα Στογιάννη φορά στην κόρη της οικογένειας μια μάσκα σαχλοκόριτσου. Θα βλέπουμε τους «Συμπέθερους» για αρκετές σεζόν στο «Λαμπέτη». Και ύστερα ακολουθεί φαντάζομαι η περιοδεία στα ΔΗΠΕΘΕ. *