Category Archives: Στέργιογλου Χρήστος

Ισχυρά ατού οι ερμηνείες

  • Με την υποβλητική σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη και ένα δίδυμο πρωταγωνιστών συντονισμένο και γοητευτικό, είναι μια από τις πιο αξιόλογες και ολοκληρωμένες προτάσεις του φετινού χειμώνα

Γιώργος Κωνσταντίνου – Χρήστος Στέργιογλου: Σερ και Νόρμαν, αντίστοιχα. Δύο άνθρωποι τόσο διαφορετικοί αλλά και τόσο δεμένοι μεταξύ τους. Δύο άτομα που μοιράζονται, δεκαέξι χρόνια τώρα, όλες τις στιγμές, τις χαρές, τις λύπες, τις απογοητεύσεις, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες, τις παραξενιές, τα καμώματα ο ένας του άλλου, τις αγωνίες, τον πόνο, τον θρίαμβο, τη ζεστασιά, την τρυφερότητα.

Με δεξιοτεχνία, σαρκασμό και χιούμορ υποδύεται τον ομώνυμο ρόλο ο Χρήστος Στέργιογλου

Με δεξιοτεχνία, σαρκασμό και χιούμορ υποδύεται τον ομώνυμο ρόλο ο Χρήστος Στέργιογλου

Ενα δίδυμο πρωταγωνιστών συντονισμένο και γοητευτικό στη σκηνή του θεάτρου «ΚΑΠΠΑ», όπου παρουσιάζεται ο «Αμπιγιέρ» του Ρόναλντ Χάργουντ, στην ενδιαφέρουσα και υποβλητική σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη. Η παράσταση διαθέτει ισχυρά στοιχεία (ερμηνείες, ατμόσφαιρα, ενώ φέρνει το θεατρικό παρασκήνιο στο… προσκήνιο) που την κάνουν από πιο τις ολοκληρωμένες κι αξιόλογες προτάσεις του φετινού χειμώνα.

Ο Γιώργος Κωνσταντίνου, ως Σερ, αποτελεί μια ευχάριστη έκπληξη στον ρόλο ενός τριτοκλασάτου πρωταγωνιστή που ηγείται γερασμένων μπουλουκιών, με ηθοποιούς ανύπαρκτους και παντελώς ξεχασμένους. Ο καλλιτέχνης, ο οποίος δεν μας έχει συνηθίσει σε τέτοιου είδους ρεπερτόριο, προσέρχεται με σεβασμό απέναντι στον ρόλο, πραγματοποιώντας μια σπάνια υποκριτική κατάθεση.

Αφθαρτος, με ειλικρίνεια κι αμεσότητα, παραδίδει στο κοινό μια λεπτών αποχρώσεων ερμηνεία που περνά από διαφορετικές ψυχολογικές καταστάσεις: από τη συγκίνηση στο δράμα, από το χιούμορ στην ειρωνεία, από τη μελαγχολία στον εγωκεντρισμό. Ο Σερ θα τρελαθεί, θα ουρλιάξει, θα κάνει πράγματα παράλογα κι εξωφρενικά, αλλά τελικά θα παίξει ως το τέλος τον Βασιλιά Ληρ και θα πεθάνει, κατόπιν, ήρεμα στο καμαρίνι του.

Ο ήρωας νιώθει πως μέσα στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σε ένα Λονδίνο που βομβαρδίζεται διαρκώς και ανηλεώς, έχει την υποχρέωση να μεταλαμπαδεύσει στους συμπολίτες του τον αριστουργηματικό, ποιητικό και λαγαρό λόγο του Σαίξπηρ.

Μεταμφιέζεται κάθε βράδυ, σε άλλη πόλη, κάθε φορά, σε Ληρ, σε Ριχάρδο, σε Σάιλοκ, μπαίνει στο πετσί τού κάθε ρόλου και δονεί τα ετοιμόρροπα, αλλά γεμάτα (σπάνια, βέβαια) από θεατές θέατρα, με τη βροντώδη του φωνή και την απαγγελία των συνταρακτικών στίχων του αγαπημένου του βάρδου.

Ο Σαίξπηρ αποτελεί γι’ αυτόν στάση ζωής, είναι ένα λαμπερό ποιητικό άστρο που τον φωτίζει και τον στηρίζει στις δύσκολες στιγμές του, στις κακοτοπιές, στην αυξανόμενη κατηφόρα που διαρκώς παίρνει η επαγγελματική καριέρα του, στην εξαθλιωμένη κατάσταση που αντιμετωπίζει σε όλες τις πόλεις όπου ο θίασος εμφανίζεται, στις συνθήκες διαβίωσης των συντελεστών και των παραστάσεων που δίνουν.

Φύλακας-άγγελος του σχεδόν ξεμωραμένου Σερ, παθιασμένος με τη δουλειά του, είναι ο Νόρμαν, ο Αμπιγιέρ του, τον οποίο υποδύεται ο Χρήστος Στέργιογλου με δεξιοτεχνία, σαρκασμό και χιούμορ – η σκηνή του φινάλε ίσως χρειάζεται λίγο περισσότερη «ισορροπία». «Αεικίνητος», αφοσιωμένος και έτοιμος να αντιμετωπίσει την όποια κατάσταση, κρύβει μέσα του μιαν άδηλη αλλά αγνή και καλά κρυμμένη ομοφυλοφιλία, καθόλου προκλητική, μέρος του χαρακτήρα του, προστατευτική ίσως ως προς τις σχέσεις του με όλους τους άλλους, ασπίδα για τον εαυτό του.

Βρίσκεται πάντα στο σωστό μέρος, δεν χάνει ποτέ την ψυχραιμία του και είναι πάντα στην «τσίτα», να σώσει καταστάσεις, να αντιμετωπίσει ξαφνικές δυσχέρειες, να δώσει άμεσες λύσεις και απαντήσεις. Να καλμάρει τα πνεύματα, να είναι σίγουρος πως η παράσταση θα βγει στο ακέραιο, χωρίς απώλειες.

Κι όμως θα δείξει ένα άλλο πρόσωπο, έναν «αλλοιωμένο» χαρακτήρα, όταν διαπιστώσει πως ο αγαπημένος του Σερ τον έχει εντελώς διαγράψει και ξεχάσει από τη διαθήκη του. Μέσα από τα σκληρά λεγόμενά του θα ξεπηδήσει μια άλλη πλευρά της σχέσης τους: η αλληλεπίδραση αγάπης και μίσους, λατρείας και θαυμασμού, ζήλιας και φθόνου, υπέρμετρης αφοσίωσης και απότομης απόρριψης. Ο Νόρμαν θα θυμώσει πολύ, θα μιλήσει άσχημα, υβριστικά, θα βγάλει απωθημένα χρόνων, αλλά, όταν διαπιστώσει το μοιραίο τέλος του Σερ, θα κλάψει ειλικρινά, αυθόρμητα. Η ανταμοιβή των κόπων του δεν ήλθε ποτέ, αλλά εκείνος δεν θα πάψει να ευγνωμονεί τον μίζερο γέροντα που του έδωσε πηγή και πνοή ζωής.

Η υπομονετική, καρτερική Λαίδη (Υβόννη Μαλτέζου), σύντροφος στη ζωή και στη σκηνή, ανεκτική, τρυφερή, ζεστή, η γυναίκα που βρίσκεται μονίμως στη σκιά του Σερ, αλλά στέκεται ακοίμητος φρουρός του. Η Ματζ (Γιώτα Φέστα), η ψυχή του θιάσου, μια μαραμένη γυναίκα, μια γεροντοκόρη που αγαπά τον Σερ αλλά από εγωισμό δεν το έδειξε ποτέ. Η νεαρή Ιρένε (πολύ καλή η Ερατώ Πίσση), σύμβολο νεότητας, καινούργιας ζωής και ζωντάνιας, ο πιστός Τζέφρι Θόρτον (Φώτης Θωμαΐδης), ο φανατικός, αντιδραστικός οξύθυμος, φθονερός κ. Οξενμπι (Δημήτρης Λιόλιος) συνθέτουν το παζλ αυτού του εξαθλιωμένου περιοδεύοντος θιάσου.

Η μετάφραση της Εύας Γεωργουσοπούλου αποτυπώνει την ατμόσφαιρα του κειμένου, κρατώντας τους ρυθμούς του. Τα σκηνικά της Εύας Μανιδάκη και τα κοστούμια του Παύλου Θανόπουλου «μυρίζουν» θέατρο.

  • Από τα παρασκήνια
    Η ζωή των ηθοποιών στα παρασκήνια εστιασμένη στην ιδιόμορφη συναισθηματική σχέση μεταξύ ενός βετεράνου σαιξπηρικού ηθοποιού, του Σερ (Γιώργος Κωνσταντίνου) και του αφοσιωμένου Αμπιγιέρ του (Χρήστος Στέργιογλου).

Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 01/03/2010

Γιώργος Κωνσταντίνου: «Να αποχωρήσω; Εχω πολύ δρόμο μπροστά μου»

  • «Ισάξιο ρόλο με αυτόν τον Σερ στον «Αμπιγιέρ» δεν έχω ξαναπαίξει» λέει ο Γιώργος Κωνσταντίνου. «Αυτό που έχει σημασία για μένα είναι ότι με εμπιστεύονται ό,τι και να ήταν το παρελθόν μου» εξηγεί, και ονειρεύεται ανάλογο ρεπερτόριο για το μέλλον
«Να αποχωρήσω; Εχω πολύ δρόμο μπροστά μου»

Δημοφιλής καλλιτέχνης που η διαδρομή του στο θέατρο -μισό αιώνα τώρα- μοιάζει να μην τον έχει επηρεάσει, ο Γιώργος Κωνσταντίνου «συναντά» τον «σημαντικότερο» ρόλο στη μέχρι τώρα καριέρα του. Μακριά από τα εύπεπτα θεάματα που τον έχουμε συνηθίσει, υποδύεται τον Σερ στον «Αμπιγιέρ» του Ρόναλντ Χάργουντ, σε μια παράσταση ατμοσφαιρική, σκηνοθετημένη με δεξιοτεχνία από τον Νίκο Μαστοράκη. Στο πλευρό του Σερ, πιστός Αμπιγιέρ του, φύλακας-άγγελός του ο Χρήστος Στέργιογλου.

«Να αποχωρήσω; Εχω πολύ δρόμο μπροστά μου»

Οι δύο καλλιτέχνες συνεργάζονται για πρώτη φορά, αλλά είναι σαν να γνωρίζονται χρόνια. Αντλούν ασφάλεια από τη σκηνική επαφή τους και τονίζουν ότι μεταξύ τους δεν υπήρχε κανένα «εμπόδιο» διαφορετικών γενεών και σχολών θεάτρου.

  • Συνέντευξη στην Αντιγόνη Κάραλη
  • Πώς αισθάνεστε από αυτό που σας συμβαίνει καλλιτεχνικά φέτος, κ. Κωνσταντίνου; Είστε χαρούμενος;

Είμαι ευτυχισμένος. Δεν πρόκειται για ρόλο καριέρας, αλλά για ρόλος που ισάξιό του δεν έχω παίξει ποτέ. Δεν το λέω για να τον παινέψω. Δεν ξέρω αν θα παίξω κάτι σημαντικότερο. Πιστεύω ότι αυτό είναι ό,τι πιο σημαντικό. Αλήθεια. Πρόκειται και για ένα προσωπικό στοίχημα. Ενα διαγώνισμα εφ’ όλης της καλλιτεχνικής ύλης, στο οποίο θα πρέπει να καταθέσω ό,τι πιστεύω, νιώθω και αισθάνομαι.

  • «Φωτίζετε», μέσω του ήρωα, μια εικόνα του ηθοποιού καθόλου ωραιοποιημένη και ίσως άγνωστη στο πλατύ κοινό…

Παρουσιάζεται μια κακή εκδοχή του ηθοποιού, αλλά πάρα πολύ συνηθισμένη. Εάν δεν εκφράζονται πολλοί ηθοποιοί με αυτόν τον τρόπο – να καβαλήσουν το καλάμι, είναι ίσως γιατί δεν τους παίρνει. Ολο το έργο παίζεται από τη στιγμή που μπαίνει ο Σερ στο καμαρίνι για φορέσει το κοστούμι του Ληρ μέχρι που πέφτει η αυλαία. Μέσα σε δύο ώρες προβάλλεται ολόκληρη η ζωή του και το τέλος του.

  • Σε αυτό συνίσταται η πρόκληση του ρόλου; Στη συμπύκνωση χρόνου, καταστάσεων, αισθημάτων;

Ο συγκεκριμένος ρόλος αποτελεί πρόκληση για κάθε ηθοποιό, γιατί ακριβώς αναφέρεται στη ζωή ενός ηθοποιού που βρίσκεται πλέον προς το τέλος του. Στην ουσία είναι ένας άνθρωπος ο οποίος έχει λήξει. Εχει φτάσει στο τέλος. Εχει δώσει ό,τι είχε να δώσει. Δεν έχει να δώσει τίποτα παραπάνω, αν και πιστεύει το αντίθετο, ενώ -όσο και να μη θέλει- βλέπει ότι τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις του…

  • Εχετε γνωρίσει ανάλογους ηθοποιούς; Μήπως τους ανακαλέσατε στη μνήμη σας στο να προσεγγίσετε τον ρόλο;

Προσέγγισα τον ρόλο όχι μέσα από ανάλογες εμπειρίες αλλά με τη δική μου σπουδή – και ασφαλώς με τη βοήθεια του Νίκου Μαστοράκη… Στα 50 χρόνια που είμαι στο θέατρο γνώρισα τέτοιους ανθρώπους. Δεν εκφράζονταν με τον τρομερό τρόπο που εκφράζεται ο Σερ, αλλά τους έβλεπα. Και σε ορισμένες στιγμές ήταν σχεδόν οι ίδιοι με τον Σερ, στα ξεσπάσματα, στις φωνές και στο «εγώ είμαι και κανείς άλλος».

  • Ενας τέτοιος ρόλος έρχεται σε αντίθεση με την πορεία που έχετε ακολουθήσει μέσα στα χρόνια – με ελάχιστες εξαιρέσεις…

Αυτό που έχει σημασία για μένα είναι ότι με εμπιστεύονται ό,τι και να ήταν το παρελθόν μου – εάν το παρελθόν μου ήταν βαρύ.

  • Γιατί θεωρείτε ότι σας εμπιστεύονται;

Για μένα το θέατρο ήταν πάντα θέατρο. Και πάντα έκανα (και κάνω) το καλύτερο. Πιθανόν αυτά που έπαιξα δεν είχαν τις απαιτήσεις και τη χαρά τόσο μεγάλων ρόλων. Ομως, τα υπηρέτησα με απόλυτη τιμιότητα και αλήθεια. Δεν τα έκανα ούτε για να περάσει η ώρα μου, ούτε για να αρπάξω τα λεφτά… Απλώς έτυχε να είναι έτσι. Βέβαια έπαιξα στο «Αρτ», στους «Αθλιους», στο «Τα λέμε», που ήταν παραστάσεις αξιώσεων. Ηξερα -και ξέρω- ότι αυτά τα έργα και αυτοί οι ρόλοι είναι ρόλοι ζωής, αγάπης και ψυχής.

  • Ηταν θέμα επιλογών ή συγκυριών η καριέρα σας;

Η αλήθεια είναι ότι δεν υπήρχαν οι ανάλογες προτάσεις. Δεν απέρριψα τα καλά για να τραβήξω έναν δρόμο ό,τι μου κατέβει… Ισως να μη με σκέφτονταν οι σκηνοθέτες και οι παραγωγοί, θεωρώντας με προσανατολισμένο σε κάποιο άλλο είδος θεάτρου. Υπήρξαν, ωστόσο, καλλιτέχνες που με προσέγγισαν, ανεξαρτήτως της πορείας μου, όπως ο Λάκης Λαζόπουλος, ο Σταμάτης Φασουλής, ο Νίκος Μαστοράκης.

  • Ξεκινώντας την καριέρα σας αυτήν την πορεία, την επιτυχία, τη διαδρομή είχατε ονειρευτεί;

Δεν κάθισα ποτέ να σκεφτώ ιδιαίτερα πού θα κατέληγα ή τι θα έκανα. Ακολουθούσα τον δρόμο, οπουδήποτε κι αν με έβγαζε, υπηρετώντας πάντοτε με σεβασμό τον οποιοδήποτε ρόλο. Δεν ήμουν ο άνθρωπος με τις τρομερές φιλοδοξίες ή την έπαρση να γίνω «κάτι». Ημουν πιο απλός σε αυτήν την τέχνη και τα πράγματα ήρθαν από μόνα τους. Απλά και καθαρά. Κανείς δεν με βοήθησε. Αυτό είναι ξεκάθαρο. Δεν με έσπρωξε. Δεν μου έδωσε το χέρι να ανέβω και να προσχωρήσω. Αυτό που πέτυχα ήταν ότι ο κόσμος με αποδέχτηκε, με αγάπησε και με καθιέρωσε. Και αυτή είναι η ιστορία μου, αυτό που έχω αφήσει πίσω μου.

  • Μετά τον «Αμπιγιέρ», κάνετε σχέδια για ανάλογους ρόλους;

Δεν θα ήθελα να ξαναπαίξω πράγματα που δεν θα προσφέρουν κάτι ούτε σε μένα ούτε στο κοινό. Αυτά, όμως, δεν τα ξέρει κανείς. Το πού θα βρεθεί, ποιες είναι οι ανάγκες, οι καταστάσεις. Δεν μπορούμε να λέμε μεγάλα λόγια. Μακάρι να μπορούμε να παίζουμε σε τέτοια έργα, όπως αυτό.

  • Ο Σερ βρίσκεται προς το τέλος της καριέρας του και της ζωής του, αλλά δεν εγκαταλείπει…

Από την άλλη μεριά κρίνει και τον εαυτό του, σε ώρες ειλικρίνειας. «Είμαι ένα χαμένο κορμί», «οι ώρες μου είναι μετρημένες», μονολογεί, νιώθει ότι κάτι δεν πάει καλά. Νιώθει το τέλος του. Και μέχρι το τέλος του, την ώρα που πάει να τελειώσει λέει «θα βρω ταξί να πάω σπίτι μου;». Είναι ένα τραγικό πρόσωπο. Δηλαδή, ένας πάρα πολύ ωραίος ρόλος…

  • Ετσι είναι, κ. Κωνσταντίνου; Συμβαίνει να μην αντιλαμβάνονται πολλοί καλλιτέχνες ότι έρχεται το τέλος, η ώρα της αποχώρησης;

Είναι ειδική περίπτωση ο Σερ. Πιστεύει έως το τέλος ότι θα συνεχίζει να παίζει. Αλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει. Ωστόσο… λίγοι καλλιτέχνες εγκατέλειψαν μόνοι τους το σανίδι και πήγαν σε γηροκομεία. Οι περισσότεροι νομίζουν ότι μπορούν να παίζουν, να παίζουν και να παίζουν. Και παίζουν. Υπήρξαν και ηθοποιοί που έπαιζαν μέχρι τα ενενήντα τους. Δεν νομίζω ότι εύκολα μπορεί να πει κανείς «παραιτούμαι» και φεύγω. Πιο εύκολα θα παραιτηθείς εάν σε εγκαταλείψει ο κόσμος. Εάν ο κόσμος σου πει: «Ευχαριστούμε πάρα πολύ. Σας είδαμε. Εως εδώ. Φτάνει».

  • Εσείς πώς αντιμετωπίζετε το ενδεχόμενο μιας αποχώρησης;

Μακριά από μένα… Αισθάνομαι πάρα πολύ δυνατός. Οχι όπως αυτά που λέει ο Σερ. Αυτό που λέει ο Γιώργος Κωνσταντίνου. Αισθάνομαι πάρα πολύ καλά. Εχω κουράγιο. Και όποιος δει την παράσταση, θα καταλάβει ότι έχω δρόμο μπροστά μου.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΕΡΓΙΟΓΛΟΥ
«Η ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ»

«Κάθε ρόλος που παίζεις είναι «ζωντανός». Και εξαρτάται από τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα ζωντανέψει. Οι συγκεκριμένες είναι ιδανικές. Υπήρχε και χώρος και χρόνος για να αναπτυχθούν πράγματα που δεν τα περίμενα όταν διάβαζα το κείμενο», αναφέρει ο Χρήστος Στέργιογλου, ο «Αμπιγιέρ» του έργου. Ο ίδιος πραγματοποιεί μια ερμηνεία πολυεπίπεδη, σε τεντωμένο σχοινί. «Είναι πολύ ακραίες οι καταστάσεις. Η τελευταία σκηνή είναι η αντιμετώπιση της ζωής και του θανάτου. Αυτό πώς να το παίξεις ως ηθοποιός;», σχολιάζει. Αν και πρόκειται για ρόλο που «κρύβει πολλές παγίδες», τον αντιμετώπισε από την «ανθρώπινη πλευρά με οδηγό το κείμενο».

Δεν παραλείπει να σταθεί στη συνεργασία του με τον Γιώργο Κωνσταντίνου, συμπαίκτη του επί σκηνής («με την πρώτη χειραψία είπα «ωραία»… Δεν γίνεται να μη με χαλαρώνει η σιγουριά τού να έχω απέναντί μου αυτόν τον καλλιτέχνη»), αλλά και τον Νίκο Μαστοράκη, τον σκηνοθέτη που του άνοιξε τον δρόμο στον χώρο του θεάτρου πριν από περίπου δέκα χρόνια. «Η συνεργασία μας είναι άριστη. Είναι θέμα εμπιστοσύνης. Και η εμπιστοσύνη φέρνει όλα τα άλλα καλά. Τον σεβασμό, το να συνυπάρχεις με τον άλλο στη σκηνή… Είναι και άλλη μια λέξη πολύ βαριά, αλλά θα την πω: η ταπείνωση. Χωρίς αυτή δεν μπορείς να πας πουθενά. Δεν είσαι εσύ πιο πάνω από το κείμενο, ούτε από τον ρόλο, ούτε από κανέναν δίπλα σου. Είσαι ίδιος με τον άλλο, ασχέτως πορείας. Πρέπει να είσαι μαζί. Οπως τα ζευγάρια…». Χαρακτηρίζει το θέμα της συνεργασίας σαν τον «έρωτα. Το πώς λειτουργούν τα πράγματα όταν ξεκινάς μια δουλειά. Εδώ έγιναν όλα έτσι όπως έπρεπε να γίνουν. Θα πάει καλά ο γάμος. Ταιριάζουμε».

ΝΙΚΟΣ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗΣ
«Ενας σπουδαίος ρολίστας»

«Προσπάθησα να κάνω μια εξομολόγηση λατρείας προς το θέατρο», υπογραμμίζει ο σκηνοθέτης της παράστασης Νίκος Μαστοράκης.

«Οπως λέει ο Σαίξπηρ «το φως κρατάει όσο το να ανοίξει μια αυλαία και να κλείσει». Αυτή είναι η ζωή του ηθοποιού πάνω στη σκηνή. Τόσο πολύ σύντομη κι όμως τόσο μαγική. Αυτό προσπάθησα να δώσω στον θεατή». Εξάλλου «το έργο είναι για τον κόσμο του θεάτρου. Κι αυτό έχει ενδιαφέρον για το κοινό».

Το γοητευτικότερο στοιχείο του; «Οτι βλέπει η πλατεία τι γίνεται στα παρασκήνια του θεάτρου. Παρακολουθεί τα τεκταινόμενα εκτός σκηνής. Καμιά φορά κι επί σκηνής». Επίσης οι ρόλοι είναι «δύο τεράστιοι, υπέροχοι και δύσκολοι» και αυτό είναι «ελκυστικό για το κοινό και τους ηθοποιούς».

Για την «ανορθόδοξη» επιλογή του Γιώργου Κωνσταντίνου στον ρόλο του Σερ εξηγεί ο ίδιος: «Τον εκτιμούσα πάντοτε, από την εποχή του ελληνικού κινηματογράφου. Είχα καταλάβει από τότε ότι είναι ένας σπουδαίος ρολίστας. Και δεν διαψεύστηκα. Ούτε ως προς το αποτέλεσμα, ούτε ως προς τη διαδικασία. Αισθάνθηκα ότι είναι ένας άνθρωπος συνομήλικός μου. Και μάλλον πιο νέος και πιο φρέσκος από μένα. Δεν διαφώνησα ποτέ μαζί του, ούτε στο ελάχιστο. Η συνεργασία μας ήταν εκπληκτική. Τα πήγαμε τέλεια. Και μου έκανε τρομερή εντύπωση -κι εξακολουθεί να μου κάνει- το ήθος του, ένα ήθος που δεν το βρίσκεις πια στο θέατρο.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

«Ο Αμπιγιέρ» του Ρόναλντ Χάργουντ. Μετάφραση: Εύα Γεωργουσόπουλου. Σκηνοθεσία: Νίκος Μαστοράκης. Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη. Κοστούμια: Παύλος Θανόπουλος. Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου. Παίζουν: Γιώργος Κωνσταντίνου, Χρήστος Στέργιογλου, Υβόννη Μαλτέζου, Γιώτα Φέστα, Φώτης Θωμαΐδης, Δημήτρης Λιόλιος, Ερατώ Πίσση. Παραστάσεις: Τετάρτη (λαϊκή) & Σάββατο 18.15, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο 21.15, Κυριακή 19.30. Τιμές εισιτηρίων: € 25 – Φοιτητικό € 18 – Λαϊκή € 20.

Το έργο ανεβαίνει στο θέατρο «Κάππα» και παρουσιάζει τη σχέση ενός μεγάλου σε ηλικία σαιξπηρικού πρωταγωνιστή και θιασάρχη, του Σερ, που περιοδεύει με Σαίξπηρ στην αγγλική επαρχία στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με τον Νόρμαν, τον αμπιγιέρ του.

  • ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΡΑΛΗ, ΕΘΝΟΣ, 13/12/2009

Στήσε έναν μονόλογο, μπορείς

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΧΕΙ ΕΙΣΒΑΛΕΙ ΕΠΙΘΕΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΕ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ. ΔΕΚΑΟΚΤΩ ΗΘΟΠΟΙΟΙ ΣΕ ΔΕΚΑΟΚΤΩ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΑΘΗΝΑΪΚΩΝ ΣΚΗΝΩΝ ΜΕ ΔΕΚΑΕΝΝΕΑ ΜΟΝΟΛΟΓΟΥΣ ΚΑΝΟΥΝ ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ, ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΑΥΤΕΣ, ΤΟ ΣΟΛΟ ΤΟΥΣ
  • Μονολογώ, μονολογείς, μονολογεί. Μονολογούμε, μονολογείτε, μονολογούν. Το ρήμα «μονολογώ» κλίνεται πια πολύ τακτικά στο ελληνικό θέατρο. Και δεν μιλώ ούτε για σταντ απ ούτε για παραμυθάδες. Μιλώ για μονολόγους θεατρικούς. Στη στήλη των θεαμάτων μετρώ δεκαεννέα!
  • Κάποτε, μόνο μία Έλλη Λαμπέτη- τη δεκαετία του ΄50 με την «Ανθρώπινη φωνή» και, κατόπιν, του ΄70 με ένα πρόγραμμα μονολόγων- ή ένας Δημήτρης Χορν με «Το ημερολόγιο ενός τρελού» τη δεκαετία του ΄60 θα τολμούσαν να σταθούν μόνοι τους στη σκηνή ενώπιον του κοινού. Από τη δεκαετία του ΄80, εφαρμόζοντας, όπως πάντα, τα εξ Εσπερίας παραδείγματα, η ελληνική σκηνή αρχίζει να παραδίδεται στους μονολόγους. Διστακτικά στην αρχή, ολοκληρωτικά και αμαχητί στη συνέχεια. Και φτάνουμε στο 2002 και το 2003 που η Πολιτιστική Ολυμπιάδα οργανώνει δύο προγράμματα μονολόγων με το άνθος των πρωταγωνιστών μας και με εξαιρετική επιτυχία. Ο μονόλογος πια γίνεται κοινή πρακτική που την ακολουθούν από παλαίμαχοι μέχρι νέοι, σχεδόν πρωτάρηδες και άσημοι. Και με αντίκρυσμα στο κοινό.
  • Είναι οι λόγοι οικονομικοί- φτηνή παραγωγή- που οι μονόλογοι έχουν τόση ρέντα; Μήπως έγινε μόδα; Ή μήπως έχει εισπραχτεί το ενδιαφέρον του κοινού; Ο Γιώργος Μεσσάλας κάνει το «Ημερολόγιο ενός τρελού» για ένατη συνεχή χρονιά! Η Άννα Κοκκίνου επανέρχεται για πολλοστή φορά στο εξαιρετικό «Μορφές από το έργο του Βιζυηνού» και, παράλληλα, παίζει για δεύτερη σεζόν το «Λα Πουπέ» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη. Τέταρτη σεζόν για τον Άγγελο Αντωνόπουλο και το «Ο Μαρξ στο Σόχο». Η Νένα Μεντή θριαμβεύει για δεύτερη χρονιά με το «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου». «Πριν από λίγα χρόνια θα λέγαμε «ποιος θα ΄ρθει να δει έναν μονόλογο και να τον πληρώσει όσο μία κανονική παράσταση;» λέει η Νένα Μεντή. «Σήμερα η προσέλευση δηλώνει πως ο κόσμος βρίσκει στον μονόλογο κάτι το ιδιαίτερο. Ναι, οι μονόλογοι αρέσουν στον κόσμο. Και ναι, είναι πιο εύκολο να ανεβεί ένας μονόλογος. Αλλά με τίποτα δεν μπορώ να το δω σαν μόδα. Οι ηθοποιοί, κάποιας πείρας τουλάχιστον, το κάνουμε ίσως γιατί με έναν μονόλογο εκφράζεσαι πολύ πιο προσωπικά». Η Όλια Λαζαρίδου που παίζει το «Δεσποινίς Μαργαρίτα» αλλά έχει ήδη πείρα στην ερμηνεία μονολόγων συμφωνεί- «είναι μία ευκαιρία να εκφραστεί κάποιος πιο προσωπικά»- έχει όμως και ένα δικό της επιχείρημα: «Είναι όλοι αυτοί οι λόγοι αλλά είναι και αποτέλεσμα αμηχανίας. Γιατί ζούμε σε μία περίοδο που το συλλογικό δεν ευνοείται. Οι ομάδες με πυρήνα μακροχρόνιο και με παράδοση είναι πολύ λίγες πια».
  • «Σαφώς και υπάρχουν οικονομικοί λόγοι» λέει ο Άγγελος Αντωνόπουλος, πρωτάρης στους μονολόγους. «Αλλά υπάρχει και το προσωπικό ενδιαφέρον. Εγώ μόνο γι΄ αυτό ανέβασα το «Ο Μαρξ στο Σόχο». Και ξαφνικά το αντίκρυσμα ήταν πρωτοφανές».
  • «Εμένα σαν ανάγκη μου προέκυψε- να βρεθώ αντιμέτωπος με κάτι καινούργιο». Είναι η άποψη του Χρήστου Στέργιογλου που κάνει τον μονόλογο του Αλέξη Σταμάτη «Το παιδί για τα θελήματα» στην παράσταση μονολόγων «Γένεση». «Στην αρχή, πέρσι, που πρωτοέκανα μονόλογο, όταν μου το πρότειναν φοβήθηκα. Αλλά όταν άρχισα να ασχολούμαι τον είδα σαν ένα έργο κανονικό. Δεν είναι καθόλου εύκολο να κάνεις μονόλογο. Είσαι μόνος με το κοινό».

Νιώθει δηλαδή μοναξιά ο ηθοποιός του μονολόγου;

  • «Είναι άλλου είδους λειτουργία ο μονόλογος» λέει η Όλια Λαζαρίδου. «Με την έννοια ότι στερείσαι τη χαρά της ανταλλαγής ενέργειας με τους άλλους ηθοποιούς, που είναι από τα πιο ωραία του θεάτρου- όταν αυτό πετυχαίνει. Από την άλλη γλιτώνεις από τη μοναξιά που, αν η ανταλλαγή δεν πετύχει, τότε είναι που θα τη νιώθεις στη σκηνή…».

cebcceb1cf81cebe-cf83cf84cebf-cf83cf8ccf87cebf

«Φταίει πάντα ο ηθοποιός»

Πώς μπορεί ο ηθοποιός να κρατήσει «ξύπνιο» τον θεατή στον μονόλογο; Είναι θέμα κειμένου, προσωπικής ακτινοβολίας ή τεχνικής;

«Χρειάζεται πείρα» η γνώμη του Άγγελου Αντωνόπουλου. «Πρέπει να βρίσκεις διαρκώς ανανεωτικά στοιχεία. Αλλά το κοινό είναι που σου δίνει το κυρίως έναυσμα. Ποτέ δεν είναι προκατειλημμένο αρνητικά. Έρχεται να εξαργυρώσει το εισιτήριό του. Όταν δεν υπάρχει καλή επικοινωνιακή λειτουργία συνήθως λέμε πως φταίει το κοινό. Εγώ λέω πως φταίει πάντα ο ηθοποιός. Κάποιο ρεφλέξ σου δεν ήταν το ίδιο με το προηγούμενο βράδυ που η επαφή ήταν καλή».

«Όλα παίζουν τον ρόλο τους» λέει η Νένα Μεντή. «Χωρίς καθόλου έπαρση θα πω όμως πως πάνω απ΄ όλα είναι αυτό που ο ηθοποιός φέρει- η προσωπικότητά του. Και το κείμενο».

Ο Χρήστος Στέργιογλου, πάλι, πιστεύει πως το κοινό μπορείς να το κρατήσεις «όταν οι σκέψεις που σου προκαλεί το κείμενο είναι ελεύθερες να βγαίνουνε μέσα από το κείμενο και να έχουν το σωστό τάιμινγκ στην εκφορά τους».

Και η Όλια Λαζαρίδου; «Εκείνο που εγώ έχω νιώσει είναι ότι κάτω από τον μονόλογο τρέχει ένα παράλληλο, βουβό κείμενο που είναι η προσωπική σου επαφή με τους θεατές. Αυτό είναι που μπορεί να τους κρατήσει. Κατά βάθος, πάντως, ιδέα δεν έχω…».

ΜΟΝΟΙ ΜΕ ΤΟ ΚΟΙΝΟ

  • Σμαράγδα Σμυρναίου: «Το υπέροχό μου διαζύγιο» («Αγγέλων Βήμα»).
  • Γιώργος Μεσσάλας:«Το ημερολόγιο ενός τρελού» («Αλκυονίς»).
  • Όλια Λαζαρίδου: «Δεσποινίς Μαργαρίτα» («Απλό»/ Νέα Σκηνή).
  • Γιώργος Καπετανάκος: «Αληθινή ιστορία… Ταξίδι για άλλη στεριά» («Αργώ»/ Studio).
  • Νένα Μεντή: «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου» («Βασιλάκου»).
  • Αλίσια Φωτιάδη: «Η πιο δυνατή» («Εκάτη»).
  • Άννα Ετιαρίδου: «Αδύνατος… χαρακτήρας» («Ημέρας»/ Μπλε Σκηνή).
  • Δημήτρης Κωνσταντίνου: «Το ημερολόγιο ενός τρελού» («Κέλυφος»).
  • Ανδρέας Ταρνανάς: «Η σύντομη Οδύσσεια της Κατερίνας Γώγου» («Κέλυφος»).
  • Δημήτρης Σακατζής: «Caveman» («Coronet»).
  • Γιάννης Τσορτέκης: «Μαύρη γαλήνη» («Νέου Κόσμου» / Δώμα).
  • Βαγγέλης Βαφείδης: «Σκουπίδι» («Ράγες»).
  • Άννα Κοκκίνου: «Λα Πουπέ» («Σφενδόνη»).
  • Άννα Κοκκίνου: «Μορφές από το έργο του Βιζυηνού» («Σφενδόνη»).
  • Κάτια Γέρου: «Από της ζωής τα μέρη χάθηκαν οι ποιητές» («Τέχνης»/ Υπόγειο).
  • Άγγελος Αντωνόπουλος: «Ο Μαρξ στο Σόχο» («Τέχνης»/ Υπόγειο).
  • Χρήστος Στέργιογλου: «Το παιδί για τα θελήματα».
  • Ρηνιώ Κυριαζή: «Καθρέφτης»: παράσταση «Γένεση» («Χώρα» / Μικρή Χώρα).
  • Αθηνά Χατζηγιαννάκη:«Ο Μπέκετ ξαναχτυπά» («Χώρος Αλλού»).

Γράφει ο Γιώργος Δ. Κ. Σαρηγιάννης, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

Κείμενα που μας κάνουν να πονάμε

Οι «γενναιόδωροι και ευαίσθητοι» ηθοποιοί Ρηνιώ Κυριαζή και Χρήστος Στέργιογλου παίζουν σε σκηνοθεσία Αύρας Σιδηροπούλου

Μια νεαρή μητέρα, που αναγκάζεται να αποχωριστεί το παιδί της. Κι ένας ώριμος άντρας, πρώην στρατιωτικός, που επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος. Μια γυναίκα που δίνει ζωή κι ένας άντρας στη δύση της δικής του. Δύο άνθρωποι συνομιλούν με τις σκιές, τα πάθη τους, τον φόβο και την ελπίδα. Δύο μονόλογοι του Αλέξη Σταμάτη ενώνονται σε παράσταση με τον τίτλο «Γένεση» και παρουσιάζονται από αύριο στο θέατρο «Χώρα» από τη Ρηνιώ Κυριαζή και τον Χρήστο Στέργιογλου.

Ολα ξεκίνησαν όταν η σκηνοθέτις Αύρα Σιδηροπούλου διάβασε τον γυναικείο μονόλογο που ονομάζεται «Καθρέφτης». Σε αυτόν η νεαρή μητέρα διαλογίζεται πάνω στην προσωπική της μοναξιά. «Ηρθε σε μια πολύ σημαντική στιγμή της ζωής μου. Μόλις είχα γεννήσει και με συγκίνησε βαθιά», εξομολογείται. «Σπάνια βρίσκεις τέτοια κείμενα και μάλιστα γραμμένα από άντρα».

Ο άλλος μονόλογος, το «Παιδί για τα θελήματα», είναι εμπνευσμένος από την «Καρδιά του σκότους» του Τζόζεφ Κόνραντ και το «Αποκάλυψη τώρα» του Κόπολα. Είναι ένα ρέκβιεμ για την ανθρώπινη ψυχή, που βασανίζεται στην αναζήτηση του απόλυτου.

«Οταν ξεκίνησα να γράφω δεν είχα στο μυαλό μου τη μορφή θεατρικού έργου. Εκ των υστέρων διαπίστωσα πως τα δύο κείμενα έχουν μια θεατρικότητα», επισημαίνει ο Αλέξης Σταμάτης. «Είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, αλλά τέμνονται στον άξονα του υπαρξιακού προβληματισμού», συμπληρώνει ο συγγραφέας, που ισορροπεί μεταξύ ποίησης και πεζογραφίας. Αυτή είναι η δεύτερη θεατρική του απόπειρα μετά τον μονόλογο «Τελευταία Μάρθα». «Παρ’ όλο που έχω μεγαλώσει μέσα στο θέατρο, είναι το τελευταίο κομμάτι του λόγου με το οποίο έχω καταπιαστεί. Το θεωρώ και το πιο δύσκολο. Ελπίζω να καταφέρω να γράψω και κάποιο ολοκληρωμένο θεατρικό έργο με πολλούς χαρακτήρες», λέει.

«Πιστεύω πως ένα από τα σπουδαία πράγματα που έχουμε χάσει πια στο θέατρο είναι η ικανότητά μας να συγκινούμαστε. Αυτά τα κείμενα μας κάνουν να πονάμε. Και έτσι σκεφτήκαμε πως άξιζε τον κόπο να κάνουμε το απαιτητικό ταξίδι», συμπληρώνει η σκηνοθέτις.

Δούλεψε το κείμενο με τους ηθοποιούς στις πρόβες. «Προσπαθήσαμε χειρουργικά ν’ αντιμετωπίσουμε τον πόνο και την απόγνωση και να δουλέψουμε τις λέξεις που θα προκαλέσουν τη συγκίνηση, το συναίσθημα, τη σκέψη», εξηγεί η Αύρα Σιδηροπούλου. «Είναι και οι δύο ηθοποιοί ευαίσθητοι και γενναιόδωροι. Είναι πολύ δύσκολο αυτό που κάνουν, γιατί απαιτεί να δεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη και αυτό είναι πολλές φορές επίπονο». Το ίδιο επιθυμούν να περάσουν και στο κοινό. «Θέλουμε να βιώσει τις συναισθηματικές αλλαγές των ηρώων, όπως τις βιώσαμε και εμείς στις πρόβες. Σαν μια γροθιά στο στομάχι».

* Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Κυριακή στις 9.30 μ.μ. Στη σκηνή «Μικρή Χώρα» (Αμοργού 20, Κυψέλη, τηλ. 210-8673945).

ΕΛΕΝΑ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 10/02/2009