Category Archives: Στάιν Πέτερ

Τα βρόντηξε από ΗΠΑ λόγω βίζας

  • Μπορεί η, δικαίως υψηλή, καλλιτεχνική φήμη του Πέτερ Στάιν να τον έχει κάνει τόσο αλαζόνα ώστε να παραδίδει στην Ελλάδα μαθήματα πειθαρχίας στους νόμους, όπως έκανε τον Ιούλιο παρουσιάζοντας τους 12ωρους «Δαιμονισμένους» του στο Ελληνικό Φεστιβάλ.

Η ίδια, όμως, φήμη δεν τον προφύλαξε από την «ταπεινωτική και προσβλητική» διαδικασία που προϋπέθεσε η έκδοση βίζας από το αμερικανικό προξενείο του Βερολίνου, προκειμένου να μείνει στη Νέα Υόρκη προετοιμάζοντας για τη Μετροπόλιταν Οπερα τον «Μπορίς Γκοντούνοφ» του Μουσόργκσκι, με αρχιμουσικό τον Βάλερι Γκεργκίεφ.

Ηδη από τον Ιούλιο ο Στάιν είχε ανακοινώσει ότι αποσύρεται για «προσωπικούς λόγους» από τη μεγάλη παραγωγή της ΜΕΤ, που κάνει πρεμιέρα 11 Οκτωβρίου. Οπως, όμως, αποκάλυψαν οι «Νιου Γιορκ Τάιμς», αιτία της απόφασής του ήταν η μεταχείρισή του από το αμερικανικό προξενείο και η ουδέτερη στάση που τήρησε ο γενικός διευθυντής της Μετροπόλιταν, Πίτερ Γκελμπ.

Το περιστατικό συνέβη τον Ιούνιο όταν ο Στάιν, πηγαίνοντας στο προξενείο για να εκδώσει βίζα εργασίας στις ΗΠΑ, αναγκάστηκε να περιμένει επί ώρες σε ένα αποπνικτικό δωμάτιο μαζί με 50 ακόμα άτομα. Οταν ήρθε η σειρά του, ο υπάλληλος του προξενείου τον ρώτησε επιθετικά: «Γιατί δεν χαμογελάτε;». «Διότι είμαι ένας ηλικιωμένος που περιμένει στην ουρά δυόμισι ώρες», απάντησε ο 72χρονος σκηνοθέτης. Ο υπάλληλος αντέδρασε κάνοντας κάτι αδιανόητο. «Τότε, δεν δικαιούστε βίζα», είπε και τον έδιωξε.

Μερικές εβδομάδες αργότερα, με τη διαμεσολάβηση υπαλλήλου της ΜΕΤ που πήγε στο Βερολίνο ειδικά, η βίζα του Στάιν εκδόθηκε. Ο ίδιος, όμως, δικαίως προσβεβλημένος, έστειλε ένα μέιλ στον Πίτερ Γκελμπ, προειδοποιώντας τον ότι «εάν συμβεί οτιδήποτε ανάλογο, θα εγκαταλείψω αμέσως τη χώρα σας. Ηδη τρέμω στη σκέψη και μόνον της διαδικασίας εισόδου, που ενδέχεται να υποστώ στο αεροδρόμιο». Με μέιλ απάντησε και ο Γκελμπ: «Η ΜΕΤ έθεσε στη διάθεσή σας τα πάντα και ξόδεψε εκατομμύρια δολάρια ελπίζοντας να διασφαλίσει την καλλιτεχνική επιτυχία του «Μπορίς». Δεν μπορούμε, όμως, να παραμένουμε αιχμάλωτοι της πιθανότητας μια διαδικασία στο αεροδρόμιο ή αλλού να σας προσβάλει προκαλώντας την άμεση αποχώρησή σας». Ο Γκελμπ επιχειρηματολόγησε γράφοντας ότι όσοι ξένοι καλλιτέχνες συνεργάζονται με το ΜΕΤ υπόκεινται σε «δυσάρεστες διαδικασίες» και προειδοποίησε τον Στάιν ότι αν δεν δεσμευτεί, «θα αναγκαστώ να εξετάσω εναλλακτικές λύσεις».

Ο Γερμανός σκηνοθέτης εξοργίστηκε, κρίνοντας ότι ο Γκελμπ θα έπρεπε να του γράψει: «Ελάτε και θα κάνουμε τα πάντα για να σας προστατεύσουμε». Κι έτσι εγκατέλειψε την παραγωγή για την οποία δούλευε επί ένα χρόνο, έχοντας ήδη ολοκληρώσει τον σκηνοθετικό σχεδιασμό κι επιμεληθεί σκηνικό, χορογραφικά μέρη και 600 κοστούμια. Απέμεναν οι πρόβες με τους τραγουδιστές, προεξάρχοντος του βαρύτονου Ρενέ Παπ. Την αντικατάστασή του ανέλαβε ο Στίβεν Γουάντσγουορθ που θα χρησιμοποιήσει όλη την υπάρχουσα «προεργασία».

  • ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ, Ελευθεροτυπία, Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010
Advertisements

«ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ» Απόν το τραγικό ρίγος

Ελία Σίλτον και Μανταλένα Κρίπα:  «Δαίμονες» του Πέτερ Στάιν
  • Ο Γιώργος Δ.Κ. Σαρηγιάννης , προτείνει και αντιπροτείνει, ΤΑ ΝΕΑ: Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

ΤΟ ΕΡΓΟ. Λοιμός πλήττει την Θήβα. Βασιλιάς της, ο Οιδίπους. Κάποτε, αυτός, ένας ξένος, γιος, όπως νόμιζε, της Μερόπης και του Πόλυβου, βασιλιά της Κορίνθου- απ΄ όπου είχε φύγει όταν χρησμός τον προειδοποίησε πως θα σκοτώσει τον πατέρα του και θα γίνει αιμομίκτης με τη μάνα του- έσωσε την πόλη από την κατάρα της Σφίγγας, αναγορεύτηκε βασιλιάς της, μια και ο θρόνος της χήρευε μετά το φόνο του βασιλιά της Λάιου και παντρεύτηκε τη χήρα του Ιοκάστη με την οποία έχουν κάνει τέσσερα παιδιά. Χρησμός από τους Δελφούς προειδοποιεί πως η πόλη θα απαλλαγεί μόνον αν βρεθεί ο δολοφόνος του Λάιου. Ο μάντης Τειρεσίας πιεζόμενος από τον Οιδίποδα θα του αποκαλύψει πως ο φονιάς που ψάχνει είναι ο ίδιος ο Οιδίπους. Η Ιοκάστη με τη μαρτυρία της θα τον κάνει να θυμηθεί πως πριν φτάσει στην Θήβα, κάτω από τις συνθήκες που η βασίλισσα περιγράφει, ύστερα από καβγά, είχε σκοτώσει στο δρόμο έναν γέροντα. Που, προφανώς, ήταν ο Λάιος. Ταυτόχρονα του αποκαλύπτει πως με τον Λάιο γέννησε ένα γιο που, επειδή ο χρησμός είχε προφητεύσει πως κάποτε θα σκοτώσει τον πατέρα του, τον έδωσαν, βρέφος ακόμα, σ΄ ένα δούλο να τον παρατήσει στον Κιθαιρώνα. Ενας κορίνθιος βοσκός που φέρνει την είδηση ότι ο Πόλυβος πέθανε και ένας βοσκός άλλοτε θεράπων του Λάιου, εκείνος που του είχαν παραδώσει το μωρό, θα διασταυρώσουν τις μαρτυρίες του αποκαλύπτοντας πως το παιδί δεν ήταν παρά ο Οιδίπους που γλίτωσε και τον υιοθέτησε ο άτεκνος Πόλυβος. Ο Οιδίπους τώρα Ξέρει: όπως ο Απόλλων προφήτευσε έχει σκοτώσει τον πατέρα του και έγινε αιμομίκτης. Δεν τους μένει παρά στην Ιοκάστη να κρεμαστεί, στον Οιδίποδα να βγάλει τα μάτια του και να ζητήσει από τον Κρέοντα που αναλαμβάνει την εξουσία να τον εξορίσει. Ο «Οιδίπους τύραννος» του Σοφοκλή (429- 425 π.Χ.) είναι το τελειότερο, ίσως, δημιούργημα του αρχαίου ελληνικού δράματος.

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ. Ο Σπύρος Ευαγγελάτος αντιμετώπισε το έργο όπως αναμενόταν: με σεβασμό. Οργάνωσε μια σφιχτή, γρήγορη παράσταση, με εξπρεσιονιστικό άρωμα- σκιές, ερμηνείες…- που άφησε την καθαρή μετάφραση του Κ. Χ. Μύρη να ακουστεί καθαρά. Ολα όμως θύμιζαν δεκαετία του ΄80- σαν όλα να τα είχα ξαναδεί: η σκηνογραφική λύση του Γιώργου Πάτσα με το πατάρι που αποσυναρμολογείται, τα «ορύγματα», οι καρέκλες που ο Χορός ανεβοκατεβάζει στο πατάρι, τα βαμμένα λευκά πρόσωπα, οι μνήμες από το ιαπωνικό θέατρο, το μπεζ που κυριαρχεί… Οσο για τα πλαστικά αδιάβροχα που καλύπτουν όλα τα κοστούμια του Γιώργου Πάτσα ενώ δεν με έπεισαν πως συμβολίζουν το μίασμα, τα βρήκα επιπλέον να αλλοιώνουν επικίνδυνα τις φιγούρες. Οι μουσικές του Γιάννη Αναστασόπουλου, χορταστικές και πολύ «κινηματογραφικές», στο σασπένς μάλλον του «Ψυχώ» με παρέπεμπαν παρά στο υπαρξιακό του «Οιδίποδος». Πιστεύω επίσης πως ο πολύ καλά δουλεμένος φωνητικά Χορός είχε ανάγκη χορογράφου που να φροντίσει γενικά και την κίνηση της παράστασης- αμήχανες πτώσεις στα «ορύγματα» κ.λπ. Ομολογώ και αμαρτίαν ουκ έχω: το τραγικό ρίγος δεν το ένιωσα.

ΟΙ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ. Από τους μικρότερους ρόλους βρήκα κάπως αδύναμο τον καλό ηθοποιό Σωτήρη Τσακομίδη, ικανοποιητικό τον Νικόλα Παπαγιάννη και πιο πειστικό, παρά τη νεαρή ηλικία του, τον Κωνσταντίνο Ανταλόπουλο. Αψογος Εξάγγελος ο Θανάσης Κουρλαμπάς- όλο και συχνότερα δίνει δείγματα ωριμότητας. Ηθοποιός με κύρος ο Νίκος Αρβανίτης έφτασε τον Κρέοντα ώς εκεί που του επέτρεψε η σκηνοθεσία. Ο Μάνος Βακούσης, πολύ εύπλαστος ηθοποιός, έχει όμως μια τάση στην υπερβολή που εδώ φάνηκε περισσότερο. Σωστή Ιοκάστη η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη υπάκουσε στον εξπρεσιονισμό που της ζητήθηκε. Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης έχει ικανότητες αλλά ίσως όχι ακόμα την ωριμότητα για τον ρόλο. Είναι σωστός εκφραστικά και τεχνικά αλλά μου άφησε μία αίσθηση μάλλον καλού μαθητή παρά τραγικού ρίγους.

info

Η παράσταση, συμπαραγωγή του «Αμφι- Θεάτρου» και του «Culture Factory» περιοδεύει. Απόψε Φίλιπποι (Αρχαίο Θέατρο). 19/7 Πάτρα (Αρχαίο Ωδείο). 20/7 Ηλιδα (Θέατρο Αρχαίας Ηλιδας). 21/7 Σπάρτη (Σαϊνοπούλειο Αμφιθέατρο). 23/7 Γιάννινα (Υπαίθριο Θέατρο ΕΗΜ)
24/7 Δελφοί (θέατρο «Φρύνιχος»).

Εν ολίγοις.

Ούτε κρύο, ούτε ζέστη. Και μια αίσθηση d j vu.

  • Προσκήνιο

Με πυγμή η σκηνοθεσία του Κρζιστόφ Βαρλικόφσκι στη διασκευή του «Λεωφορείου Ο Πόθος» του Τενεσί Ουίλιαμς με τον τίτλο «Ενα λεωφορείο» που παρουσιάστηκε από γαλλικό θίασο (Φεστιβάλ Αθηνών, «Πειραιώς 260»). Αλλά μου έβγαλε όλη την αγωνία του σκηνοθέτη να υπάρξει πάνω και πέραν από το κείμενο. Με το βίντεο να κατακλύζει και να πνίγει κάθε απόχρωσή του. Οσο για τον καταιγισμό των σκηνοθετισμών, ομολογώ πως καθόλου δεν με γοητεύει το εύρημα η Μπλανς, για να διαπιστώσει πώς πέρασαν τη νύχτα τους η αδελφή της Στέλλα με τον Κοβάλσκι, να γονατίζει και να οσμίζεται το αιδοίο της.

Η ερμηνεία, πάντως, ως Μπλανς μιας ηθοποιού με τάλαντο δαιμονικό, αντιστρόφως ανάλογο προς το σωματικό της μέγεθος, όπως η Ιζαμπέλ Ιπέρ, απόλυτα ταυτισμένης με τη σκηνοθετική άποψη, αφοπλιστική.

Μια γιγαντιαία νωπογραφία, διάρκειας, με τα διαλείμματα, δώδεκα ωρών, επιχειρεί ο Πέτερ Στάιν διασκευάζοντας το μυθιστόρημαποταμός του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι «Δαίμονες» και ανεβάζοντάς το με ιταλικό θίασο. Εγχείρημα παράτολμο. Και είναι επιτυχία ότι καταφέρνει με μία ρωμαλέα παράσταση που ελάχιστες κοιλιές κάνει και που το χιούμορ της καθόλου ευκαταφρόνητο δεν είναι, να κρατήσει το κοινό του. Αλλά το αποτέλεσμα δεν κρίνεται από το μέγεθος, κρίνεται από την ποιότητα. Οι «Δαίμονες» του Στάιν παραμένουν βασικά μία εικονογράφηση. Μία ανάπτυξη εις πλάτος και όχι εις βάθος. Με μερικές- λίγες όμως – εξαίρετες στιγμές όπως η εξομολόγηση του Σταβρόγκιν. Την αίσθηση του αβαθούς μού άφησαν και οι ερμηνείες στο σύνολό τους έστω και αν η παράσταση διαθέτει μια θεατρίνα με στόφα όπως η Μανταλένα Κρίπα. Ατυχή, πάντως, βρήκα την επιλογή του Ιβάν Αλοβίζιο για τον ρόλο του Σταβρόγκιν.

Πικ νικ στην Πειραιώς!

  • Eπί δύο ημέρες, το περασμένο Σάββατο και την Kυριακή, περίπου 1.400 άνθρωποι συνολικά δεν πήγαν για μπάνιο, ούτε εκδρομή, δεν πέρασαν ένα δίωρο σε θερινό σινεμά, δεν άραξαν καν στη βεράντα τους. Aφιέρωσαν μία ολόκληρη μέρα, δώδεκα ολόκληρες ώρες, παρακολουθώντας μια παράσταση μαμούθ: τους εμβληματικούς «Δαιμονισμένους» του Nτοστογιέφσκι σε σκηνοθεσία Πίτερ Στάιν. Kι έκαναν «πικ νικ» στην Πειραιώς 260, στις εγκαταστάσεις του Φεστιβάλ Aθηνών.

Eλάχιστοι έφυγαν – είτε γιατί δεν άντεχαν είτε γιατί δεν τους άρεσε. Tο πολύ εκατό σε κάθε παράσταση. Tι ήταν αυτό, τελικά, που κράτησε τόσους ανθρώπους -διαφορετικής ηλικίας και μορφωτικού επιπέδου- σε μια παράσταση που ούτε εύκολη ήταν ούτε διασκεδαστική; Tι αναζητούσαν ώριμοι καθηγητές πανεπιστημίου, υπάλληλοι, αλλά και φοιτητές σε μια ιδιότυπη θεατρική «ανάγνωση» ενός κλασικού έργου;

Σίγουρα δεν ήταν μόνο για το event, αφού ναι, ήταν event, αλλά ήταν επίσης άβολο και κουραστικό. Kαι ασφαλώς δεν ήταν μόνο για το κύρος και τη γοητεία του ντοστογιεφσκικού κειμένου, που κάποιοι από τους θεατές ξαναδιάβασαν με αφορμή την παράσταση.

Kοίταζα όλους αυτους τους ανθρώπους, με τους οποίους γίναμε παρέα για μια μέρα. Kάποιοι γνωστοί από παλιά, άλλοι όχι. Oμως όλοι μίλαγαν με όλους, όλοι μοιράζονταν τα τραπέζια με άγνωστα πρόσωπα, που όμως για κείνη την ώρα ήταν οικεία και φιλικά.

Nαι, τελικά, ίσως αυτό κατάφερε αυτός ο μικροκαμωμένος δεσποτικός Γερμανός σκηνοθέτης. Nα δημιουργήσει, για μερικές ώρες μόνο, μια κοινότητα ανθρώπων. Που έκαναν κάτι που μάλλον όλοι είχαν πολύ καιρό να κάνουν: να μοιραστούν τον χρόνο τους και τον χώρο τους. Tις μικροαποσκευές τους, τις μικροπεριουσίες τους, την καρέκλα τους για να τεντωθούν λίγο, τη βεντάλια για να κάνουν αέρα, το μπουκαλάκι με το νερό…

Hταν καινούργια όλα αυτά, όπως καινούργιο ήταν και το ότι τόσοι άνθρωποι κάθησαν ν’ ακούσουν (και να δουν) όλοι μαζί μια ιστορία. Mια ιστορία κλασική, κι αυτή καινούργια όσο και παλιά. Για τα πάθη των ανθρώπων, για τους δαίμονές τους τους μεταφυσικούς, τους ερωτικούς, τους πολιτικούς… Για τις αναζητήσεις, τα οράματα, τους φανατισμούς τους, τις μισαλλόδοξες αποφάσεις, τη βία, τη συντριβή, την ελπίδα…

Iσως αυτός να ήταν εντέλει και ο στόχος του Πίτερ Στάιν όταν αποφάσισε αυτή τη δωδεκάωρη παράσταση. Nα αλλάξουν -έστω για μια μέρα- οι άνθρωποι συνήθειες. Nα μη δουν καθόλου τηλεόραση, να παρκάρουν το αυτοκίνητό τους, να γνωρίσουν νέους ανθρώπους ή να ανταμώσουν με παλιούς γνωστούς, χαμένους πια, αλλά πάντα αγαπημένους. Kαι, κυρίως, να αφήσουν πίσω την αγχωτική κίνηση της κάθε μέρας, να αυτοπειθαρχήσουν και να ακούσουν ένα κείμενο. Σαν ένα εντατικό σεμινάριο για να μάθουμε να ακούμε. Tους άλλους και τις απόψεις τους. Tον λόγο και όχι τις κραυγές.

  • Tης Ολγας Σελλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Tρίτη, 6 Iουλίου 2010

Είδαμε την 12ωρη παράσταση του Πέτερ Στάιν

  • Από τις πιο φιλόδοξες παραγωγές του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών ήταν η δωδεκάωρη παράσταση του Πέτερ Στάιν που μετέφερε στο θεατρικό σανίδι τους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογιέφσκι. Ο Γερμανός σκηνοθέτης δε δοκίμασε απλώς τις αντοχές του κοινού με τη μακρά διάρκεια του έργου αλλά πρότεινε μια αιρετική ματιά στο έργο του κορυφαίου ρώσου λογοτέχνη.

Με φόντο ένα λειτουργικό, λιτό σκηνικό, διέσωσε αυτούσια τα σημαντικότερα διαλογικά αποσπάσματα του μυθιστορήματος, όμως επέλεξε να τα δει μέσα από ένα ειρωνικό, χιουμοριστικό πρίσμα. Το έργο του Ντοστογιέφσκι διαθέτει δραματικό βάρος, με τους παράφορους, αντιφατικούς ήρωες και τα δοκιμιακά μέρη. Στις σελίδες του μυθιστορήματος όμως διακρίνονται παράλληλα ένα ιδιαίτερο, διαβρωτικό χιούμορ καθώς και στοιχεία μελοδράματος.

Η σκηνοθετική γραμμή του Πέτερ Στάιν να υπερτονίσει το κωμικό στοιχείο αιφνιδίασε το κοινό και αποδείχτηκε ευφυής ιδέα. Η εισαγωγή της παράστασης ήταν μια καθαρόαιμη κωμωδία που αξιοποίησε την παράδοση των ιταλών ηθοποιών στο συγκεκριμένο είδος-παρότι ο Πέτερ Στάιν μιλούσε στις συνεντεύξεις του για ένα υποτίθεται «ρωσικό» και διεθνές τρόπο παιξίματος.

Τα καίρια αφηγηματικά μέρη του έργου ενσωματώθηκαν στους μονολόγους του Άντον Γγκριγκόριεβιτς ο οποίος σύστησε στο κοινό τους βασικούς ήρωες του έργου, ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης είχε το δικαίωμα ως παντογνώστης-αφηγητής να σταματάει την πλοκή με τις εύστοχες παρατηρήσεις του. Τον ρόλο υποδύθηκε ο Αντρέα Νικολίνι διατηρώντας μέχρι την τελευταία σκηνή μια καλοζυγισμένη θεατρική ειρωνεία.

Μέχρι το πρώτο διάλειμμα, το κοινό είχε γνωρίσει το βασικό ζευγάρι που με τους καβγάδες και την πολύπλοκη σχέση του λειτούργησε ως ένα πολύ πετυχημένο κωμικό ιντερμέδιο στη μαραθώνια παράσταση : η κυριαρχική Βαρβάρα Πετρόβνα, (με την στιβαρή ερμηνεία της συζύγου του σκηνοθέτη, Μανταλένα Κρίπα) και ο προστατευόμενος της Στεπάν Τροφίμοβιτς, ο φιλελεύθερος διανοούμενος-παράσιτο που συνδέεται με την προστάτιδά του με μια περίεργη σχέση αγάπης-μίσους.

Ο Ελία Σίλτον φώτισε τις αλληλοσυγκρουόμενες πτυχές του Τροφίμοβιτς με υποδειγματικό τρόπο ισορροπώντας τέλεια ανάμεσα στην κωμική και τραγική πλευρά του χαρακτήρα.

Μετά το πρώτο διάλειμμα φάνηκαν οι πρώτες αδυναμίες, καθώς η πλοκή επιζητούσε μεγαλύτερη δραματικότητα, ενώ ο Στάιν επέμενε άσκοπα να σκηνοθετεί τους ηθοποιούς σαν γκροτέσκες καρικατούρες σε κρίσιμες στιγμές. Το πιο τρανταχτό παράδειγμα ήταν η σκηνή με το χαστούκι που έδωσε ο Σάτοφ στον Σταυρόγκιν και η είσοδος της μισότρελης Μαρίας.

Και μπορεί ο Ιβάν Αλοβίζιο να μετέφερε στο κοινό ένα μέρος από τη δηλητηριώδη γοητεία του Σταυρόγκιν (τον ευνοούσε και η εμφάνιση) όμως η Φράνκα Πενόνε ως Μαρία άγγιξε τα όρια του γελοίου και είχε πολλά κενά στην ερμηνεία της.

Η παράσταση στο πρώτο μέρος της θύμιζε μπουλβάρ με τα κωμικά και μελοδραματικά στοιχεία να υπερτερούν. Στο δεύτερο μέρος βρήκε τους σωστούς ρυθμούς, όταν ο Πέτερ Στάιν παρουσίασε τα πιο αντιπροσωπευτικά μέρη του πολιτικού και φιλοσοφικού προβληματισμού του συγγραφέα, διανθίζοντάς τα με εύστοχο χιούμορ αλλά αφήνοντας περιθώριο στους πρωταγωνιστές για ερμηνείες με δραματική βαρύτητα.

Το δωδεκάωρο θέαμα απογειώθηκε όταν οι ιδεολογικοί δαίμονες που βασάνιζαν τους ήρωες του έργου πήραν σάρκα και οστά μέσα από τις πολύ καλές ερμηνείες των Ροζάριο Λίσμα (Σάτοφ), Αλεσάντρο Αβερόνε (Πιοτρ Βερχοβένσκι), Φάουστο Ρούσο Αλέσι (Κυρίλοφ, πάτερ Τύχων). Ο Γερμανός σκηνοθέτης είχε και τον καιρό σύμμαχο, αφού όταν ο Σταυρόγκιν περιπλανιόταν με μια ομπρέλα στη σκηνή, έξω άρχισε να βρέχει, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η κατάλληλη ατμόσφαιρα.

Η μεγάλη διάρκεια της παράστασης, η οποία τείνει να γίνει ένας είδος μανιέρας για τον Πέτερ Στάιν δεν απέφυγε τη φλυαρία και τα χάσματα, κυρίως στο πρώτο μέρος. Το θέατρο επιζητεί τη συμπύκνωση και τη δραματουργική ένταση και ο σκηνοθέτης δεν μπόρεσε να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στο χρόνο και τα μηνύματα του έργου.

Φάνηκε καθαρά ότι τους Έλληνες θεατές τους συγκίνησε το πολιτικό και φιλοσοφικό κομμάτι. Ο Ντοστογιέφσκι είναι περισσότερο επίκαιρος παρά ποτέ: είχε μιλήσει με προφητικό τρόπο για τους «δαίμονες», δηλαδή τις πληγές μιας Ρωσίας σε βαθιά πολιτική και ηθική κρίση, με την τρομοκρατία να προετοιμάζει την έλευση ενός πιο σκληρού δεσποτισμού.

Στην παράσταση του Στάιν βρήκαν θέση όλα τα αντιτιθέμενα τμήματα της ρωσικής κοινωνίας του 19ου αιώνα: οι σλαβόφιλοι που ονειρεύονταν τη Ρωσία ως ηγέτιδα δύναμη και υμνούσαν τον «γνήσιο ρωσικό» τρόπο ζωής ως αντίβαρο στον ευρωπαϊκό πολιτισμό και τις γαλλικές συνήθειες των καλλιεργημένων ρωσικών ελίτ.

Οι Δυτικόφιλοι-εκσυγχρονιστές, οι οποίοι είχαν αναγάγει σε σύμβολο του δικού τους Διαφωτισμού την Αγία Πετρούπολη, το «παράθυρο προς τη Δύση», το στοιχειωμένο όνειρο του Μεγάλου Πέτρου για τον εκδυτικισμό και εκσυγχρονισμό της χώρας.

(Δεν είναι τυχαίο ότι ο δανδής Σταυρόγκιν επιστρέφει από την Αγία Πετρούπολη, το άντρο της πνευματικής ακολασίας για τους σλαβόφιλους της εποχής του Ντοστογιέφσκι, μολυσμένος από τη διαφθορά και τα επικίνδυνες θεωρίες που κρύβονταν πίσω από το προσωπείο ενός κυνικού «ορθολογισμού»).

Όπως το έθετε ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι : «εμείς οι Ρώσοι έχουμε δύο πατρίδες: τη Ρωσία και την Ευρώπη». Ο ρωσικός διχασμός ανάμεσα στην ευρωπαϊκή και εθνική ταυτότητα βρισκόταν σε πρώτο πλάνο στην ανάγνωση του γερμανού σκηνοθέτη και δημιούργησε συνειρμούς για ανάλογες αντιστοιχίες στην ελληνική πραγματικότητα.

Οι παθιασμένοι φιλολαϊκοί στις μαραθώνιες επαναστατικές συνελεύσεις του έργου, αντιπροσώπευαν ένα μεγάλο μέρος της ρωσικής νεολαίας. Γι’ αυτούς, ο ρώσος χωρικός που είχε απελευθερωθεί το 1861 από τα δεσμά του θεσμού των δουλοπάροικων, ήταν γεννημένος σοσιαλιστής και πρότυπο στη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας.

Ο πιο συγκλονιστικός χαρακτήρας του έργου όμως είναι ο τρομοκράτης Πιοτρ Βερχοβένσκυ, σκιαγραφημένος από τον Ντοστογιέφσκι ως πιστή αντανάκλαση του Σεργκέι Νετσάγιεφ. Ο Νετσάγιεφ , ο οποίος διακήρυττε ότι ο επαναστατικός σκοπός αγιάζει τα μέσα, δολοφόνησε τον φοιτητή Ιβάνοφ επειδή διαφώνησε με τις ακραίες μεθόδους του. Η σκηνή της δολοφονίας του Σάτοφ ουσιαστικά διασώζει εκείνο το ιστορικό γεγονός που είχε συγκλονίσει την κοινή γνώμη της Ρωσίας.

Στο τέλος του έργου το κοινό αποθέωσε τους συντελεστές της παράστασης, ενώ και οι ηθοποιοί χειροκροτούσαν με ενθουσιασμό τους θεατές που έμειναν στις θέσεις τους χωρίς να σημειωθούν αποχωρήσεις μέχρι την τελευταία σκηνή.

  • ΜΑΝΙΑ ΣΤΑΪΚΟΥ
  • NAFTEMPORIKI.GR Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010

Ο Πέτερ Στάιν με μια κουδούνα τήρησε την τάξη

Εφθασε αργά το βράδυ του περασμένου Σαββάτου κι έτσι πρόλαβε να είναι παρών μόνο στην υπόκλιση της πρεμιέρας. Προχθές όμως, δεύτερη και τελευταία ημέρα, ήταν παρών από την αρχή ως το τέλος. Ο Πέτερ Στάιν συμμετείχε με τον δικό του τρόπο στους «Δαίμονες» που παρουσίασε στην Αθήνα και σίγουρα το απήλαυσε σαν μικρό παιδί. Κατά τη διάρκεια της μαραθώνιας, 12ωρης παράστασής του ήταν εκεί από τις έντεκα το πρωί της περασμένης Κυριακής ως μια ώρα πριν από τα μεσάνυχτα εκτελώντας κάθε είδους χρέη· ανεβοκατέβαινε στη σκηνή ανακοινώνοντας τις σκηνές και τα μέρη του έργου, διευκόλυνε την είσοδο και την έξοδο των θεατών κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων, εξηγούσε και απαντούσε στις απορίες, ενώ στο τέλος μπλέχτηκε με τον θίασο παίζοντας κι έναν ρόλο ηθοποιού. Λίγα λεπτά πριν από την έναρξη, γύρω στις έντεκα και τέταρτο το πρωί, ο γερμανός θεατράνθρωπος ντυμένος στα μαύρα ανέβηκε στη σκηνή και μας σύστησε αυτό που επρόκειτο να διεξαχθεί μπροστά στα μάτια μας. Στόχος του ήταν «να δώσει μια γεύση» του μυθιστορήματος των 950 σελίδων των «Δαιμονισμένων» του Ντοστογέφσκι . Εξήγησε ότι οι ελληνικοί υπέρτιτλοι περικόπηκαν από τον ίδιο (περίπου κατά ένα τρίτο) ώστε να παρακολουθούμε περισσότερο τη δράση και λιγότερο να διαβάζουμε τη μετάφραση, ενώ ζήτησε από τους θεατές να μην αργούν στους διαδρόμους μπαίνοντας ή βγαίνοντας κατά τη διάρκεια των τεσσάρων διαλειμμάτων και των δύο διαλειμμάτων για φαγητό.

Με μια κουδούνα στο χέρι, σαν τον επιστάτη του σχολείου, ο Πέτερ Στάιν είχε αναλάβει την τήρηση της τάξης. Μια ξεχωριστή στιγμή για όσους είχαμε την τύχη να βρεθούμε στο Πειραιώς 260 την περασμένη Κυριακή. Ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της παράστασης, που απογοήτευσε κυρίως εκείνους οι οποίοι έχουν θαυμάσει την πλούσια και ευφάνταστη σκηνοθετική του δουλειά στο παρελθόν, απέδειξε ότι παραμένει δημιουργικός. Με τους δικούς του… δαίμονες.

ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Λιτοί «Δαίμονες», ο λόγος κυρίαρχος

Λιτοί «Δαίμονες», ο λόγος κυρίαρχος
  • Η 12ωρη παράσταση του Πέτερ Στάιν κέρδισε το χειροκρότημα για πέντε λεπτά των 650 θεατών
  • Πώς αισθάνεται το κοινό μετά από μια 12ωρη παράσταση; Οσον αφορά τους «Δαίμονες», κι εφόσον οι θεατές είναι ο κριτής και το χειροκρότημα ο τρόπος που δείχνουν την «ετυμηγορία» τους, το χειροκρότημα το Σάββατο το βράδυ στην Πειραιώς 260 υπήρξε αποθεωτικό.

Επί πέντε λεπτά όρθιοι χειροκροτούσαν (και ποδοκροτούσαν) τους ηθοποιούς οι οποίοι ανταπέδιδαν από σκηνής. Η παραγωγή, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, βασισμένη στους μυθιστορηματικούς «Δαιμονισμένους» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι σε προσαρμογή – σκηνοθεσία Πέτερ Στάιν, κράτησε τους θεατρόφιλους στις θέσεις τους κι αυτό ήταν ακόμη ένα κερδισμένο στοίχημα.

Υστερα ήταν η εμπειρία (ωραία, ευχάριστη και… ξεκουραστική, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων) πως οι περίπου 650 θεατές θα περάσουν «μαζί» όλες αυτές τις ώρες, παρακολουθώντας θέατρο, αλλά και τρώγοντας, καπνίζοντας, πίνοντας καφέ, ανταλλάσσοντας απόψεις. Γιατί υπήρχαν δύο διαλείμματα της μιας ώρας, στα οποία (με κουπόνι των 12 ευρώ) μπορούσε κανείς να επισκεφθεί τον μπουφέ (για μεσημεριανό ή δείπνο), καθώς και άλλα τέσσερα 15λεπτα.

Ο χρόνος για όλα ήταν αυστηρά καθορισμένος από τον σκηνοθέτη, αν και με κάποιες μικροκαθυστερήσεις που συνέβησαν η αυλαία έπεσε στην πρεμιέρα μισή ώρα αργότερα (αντί για τις 10.30 μ.μ. το φινάλε γράφτηκε λίγα λεπτά πριν από τις 11 μ.μ., με έναρξη λίγο μετά τις 11 το πρωί).

Η παράσταση ήταν λιτότατη στην όψη: ένας υπερυψωμένος διάδρομος στο μπροστινό μέρος της σκηνής, ένα χαλί, ένα τραπεζάκι, ένα εικονοστάσι, ένας καναπές, ένα κρεβάτι, μερικές καρέκλες, καπνοί κι ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα. Ο λόγος είχε τον πρώτο ρόλο (και δυστυχώς για όσους δεν μιλούσαν την ιταλική, οι υπέρτιτλοι μετέφραζαν τα μισά?), με το κείμενο του Ντοστογιέφσκι, τη δράση και την αλληλουχία των γεγονότων να κρατά το ενδιαφέρον της πλατείας, ενώ ο σκηνοθέτης είχε αναδείξει το χιούμορ του Ντοστογιέφσκι.

Ωστόσο ο ενθουσιασμός που εκφράστηκε από τη μεγαλύτερη μερίδα των θεατών δεν βρήκε σύμφωνους κάποιους άλλους, οι οποίοι σχολίαζαν ότι επρόκειτο για εικονογράφηση του έργου, για ένα συμβατικό στη σύλληψή του ανέβασμα, επίπεδο, δίχως βάθος, με μέτριες κι εξωτερικές ερμηνείες, εάν εξαιρεθεί η επιβλητική και δεσποτική μέσα στο αυστηρό μαύρο της φόρεμα, Βαρβάρα Πέτροβνα, της Μαγκνταλένα Κρίπα (μιας σπουδαίας θεατρίνας, που όμως πολλές φορές έρεπε στην υπερβολή) και ο εξαιρετικός Στεπάν Τροφίμοβιτς του Ελια Σίλτον. Οι κοινές σκηνές τους διέθεταν υποκριτικό εκτόπισμα και διαφορετική ενέργεια συγκριτικά με τις υπόλοιπες.

  • Με μια κουδούνα
    Ο Πέτερ Στάιν έφτασε στο θέατρο μία ώρα πριν από τη λήξη της πρεμιέρας του Σαββάτου. Χθες ήταν αυτός που με την κουδούνα προειδοποιούσε το κοινό για τη λήξη των διαλειμμάτων, ενώ επρόκειτο να υποδυθεί και τον πνευματικό στον οποίο καταφεύγει ο Σταβρόγκιν στο τρίτο κεφάλαιο του δεύτερου μέρους.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΡΑΛΗ, ΕΘΝΟΣ, 05/07/2010

Δαίµονες, άρτος και θέαµα

  • ΠΗΓΑΜΕ ΣΤΗ 12ΩΡΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΕΤΕΡ ΣΤΑΪΝ ΓΙΑ ΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ

  • Του Γιώργου Δ. Κ. Σαρηγιάννη, ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

Δεν ήταν κι εύκολο. Να ζήσεις ένα ολόκληρο δωδεκάωρο «µέσα» και γύρω από µια θεατρική παράσταση. Απεδείχθη όµως ελκυστικό έως προκλητικό. Για θεατρόφιλους και µη. Δεν εξηγείται διαφορετικά ότι έγιναν ανάρπαστα τα 650 + 650, πάνω – κάτω, εισιτήρια για τις δύο παραστάσεις ενός ιταλικού θιάσου που ανάµεσα στους είκοσι έξι ηθοποιούς του γνωστή µας ήταν από την «Πενθεσίλεια» και τη «Μήδεια» της Επιδαύρου µόνο η σύζυγος του σκηνοθέτη, η Μανταλένα Κρίπα. Θιάσου που τον έφερε το Φεστιβάλ Αθηνών για να παρουσιάσει τους «Δαίµονες» όπως τους διασκεύασε από το ποταµιαίο µυθιστόρηµα του Ντοστογιέφσκι και τους σκηνοθέτησε ο Πέτερ Στάιν. Ο οποίος ήταν, στην τελική, και ο σταρ – µαγνήτης της υπόθεσης. Το δωδεκάωρο το ευκόλυνε πάντως ότι η παράσταση άρεσε. Στο ευρύτερο κοινό, τουλάχιστον. Δεν εξηγείται διαφορετικά όταν πολύ λίγοι από τους ηρωικούς εξακόσιους πενήντα του Στάιν – κατ’ αντιστοιχίαν προς τους… τριακόσιους του Λεωνίδα – ήταν εκείνοι που δεν άντεξαν ολόκληρο το δωδεκάωρο στην πρώτη παράσταση, αυτή που παρακολούθησα , και διέρρευσαν σε κάποιο από τα τέσσερα διαλείµµατα ή στα δύο «µπρέικ». Και εξηγείται από το φινάλε. Οπου οι εξακόσιοι πενήντα άντε εξακόσιοι, πια επιφύλαξαν στους ηθοποιούς ένα αποθεωτικό φινάλε. Πέντε ολόκληρα λεπτά θα κρατήσει, γίνεται ρυθµικό, ιαχές, «µπράβο», δεν ξέρω πόσες αυλαίες…

Οι «ειδήµονες» και οι άνθρωποι του θεάτρου, οµολογώ, από τα πολλά που άκουσα στα διαλείµµατα, πως δεν ενθουσιάστηκαν µε τη δουλειά του Πέτερ Στάιν – που το όνοµά του κατατάσσεται στα κορυφαία του ευρωπαϊκού θεάτρου αλλά η «µόδα» του έχει περάσει: «Απλώς εικονογράφηση έκανε», «οι ηθοποιοί παίζουν εξωτερικά», «καµώνονται τους ρόλους, δεν είναι οι ρόλοι», «θεατρίνα η Κρίπα, καταπληκτική κίνηση αλλά παλιό το θέατρο που κάνει, όλο πόζες και µονόχορδη», «κακή επιλογή ο Σταβρόγκιν, όλο µούτες», «µόνο αυτός που παίζει τον γέρο Βερχοβένσκι αξίζει», «µα είναι δυνατόν να κάνει ρεαλιστικά τον Ντοστογιέφσκι που τόσα και τόσα επίπεδα έχει;», «λέει πως δεν του άρεσε η διασκευή του Καµί και πως γι’ αυτό την έκανε µόνος του αλλά οι λόγοι είναι συζυγικοί, για να είναι απόλυτη πρωταγωνίστρια η γυναίκα του» (σ.σ.: που δεν ήταν, αν και όντως θα τη χαρακτήριζα ιδιαίτερα προβεβληµένη) έως το δίσηµο «µεγάλο θράσος να κάνεις ολόκληρη παραγωγή ουσιαστικά χωρίς σκηνικά – µε το τίποτα».

Πάντως τα περισσότερα από αυτά κανείς δεν θα τα έλεγε µπροστά στον Στάιν. Ο οποίος δεν χαρίζει κάστανα… Και ο οποίος έφτασε αργά το βράδυ του Σαββάτου από το Ζάλτσµπουργκ, όπου κάνει δοκιµές για «Οιδίποδα επί Κολωνώ» µε Οιδίποδα τον Κλάους Μαρία Μπραντάουερ, και βρέθηκε στα καµαρίνια της «Πειραιώς». Χτες Κυριακή επρόκειτο µάλιστα να παίξει τον ρόλο του Τύχωνα που από την αρχή είχε προορίσει για τον εαυτό του.

Δώδεκα, και ούτε μία αποχώρηση

  • ΠΗΓΑΜΕ ΣΤΗ ΜΑΡΑΘΩΝΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΕΤΕΡ ΣΤΑΪΝ
  • Της ΕΛΕΝΑΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

Η ώρα 11 παρά 10 το βράδυ του Σαββάτου. Η αυλαία πέφτει και οι θεατές έχουν σηκωθεί όρθιοι χειροκροτώντας με αμείωτη ένταση για περισσότερα από πέντε λεπτά: Bravo! Gracie! Ποδοβολητά, κραυγές, χαμόγελα… αποθέωση. Ε και; Εχουμε ξαναζήσει αντίστοιχες στιγμές στο φετινό και σε παλιότερα Φεστιβάλ Αθηνών.

Σκηνή από τους «Δαίμονες» με την υπέροχη σύντροφο του Στάιν,  Μανταλένα Κρίπα. Την έχουμε απολαύσει στην Επίδαυρο ως Μήδεια και  Πενθεσίλεια

Σκηνή από τους «Δαίμονες» με την υπέροχη σύντροφο του Στάιν, Μανταλένα Κρίπα. Την έχουμε απολαύσει στην Επίδαυρο ως Μήδεια και Πενθεσίλεια

Η διαφορά είναι ότι το θέαμα που ολοκληρωνόταν, οι «Δαίμονες» του Πέτερ Στάιν, δεν είχε ξεκινήσει δύο ώρες πριν, αλλά ακριβώς πριν από δώδεκα ώρες, στις 11 το πρωί. Στο τέλος μιας εξαντλητικής μέρας οι θεατές δεν επιβράβευαν μόνο μια πολύ καλή θεατρική παράσταση, αλλά και τον ίδιο τον εαυτό τους. Είχαν κερδίσει το στοίχημα της παρακολούθησης ενός δωδεκάωρου θεάματος.

Ανθρωποι κάθε ηλικίας, ακόμα και ηλικιωμένοι, οργανωμένοι κυρίως σε μεγάλες παρέες, βρέθηκαν το Σάββατο και χθες στον χώρο Δ’ της Πειραιώς από νωρίς το πρωί για να πάρουν μέρος σε μια μοναδική εμπειρία, που τους ζητούσε αντίστοιχη πειθαρχία με αυτή των ηθοποιών και έφερνε πλατεία και σκηνή αντιμέτωπες με τα όριά τους. Ανάμεσα στους θεατρόφιλους και οι Αλέκος Αλαβάνος και Αλέξανδρος Λυκουρέζος. Εμειναν από την αρχή μέχρι το τέλος.

Οι αποχωρήσεις άλλωστε που σημειώθηκαν ήταν λιγότερες από αυτές μιας οποιασδήποτε δίωρης παράστασης. Τα πεντακόσια άτομα που την παρακολούθησαν κάθε μέρα βρέθηκαν εκεί από το πρωί -κάποιοι άργησαν λίγο να ξυπνήσουν και πήγαν καθυστερημένοι- μέχρι αργά το βράδυ βλέποντας τις 950 σελίδες των «Δαιμονισμένων» του Ντοστογιέφσκι να ζωντανεύουν μπροστά τους από τους 26 εξαιρετικούς και ακούραστους ηθοποιούς του Tieffe Teatro του Μιλάνο και του Wallenstein του Βερολίνου.

Κουδούνι, διάλειμμα

Το καθαρό θεατρικό μέρος είχε διάρκεια οκτώμισι ώρες. Μεσολάβησαν όμως έξι διαλείμματα: τέσσερα δεκαπεντάλεπτα και δύο ωριαία για φαγητό και δείπνο. Σε άπταιστα ελληνικά, αλλά με ιταλιάνικο ταμπεραμέντο και προφορά, ο αφηγητής έδινε το σύνθημα: «Και τώρα μικρό διάλειμμα δεκαπέντε λεπτών». Ο ίδιος αναλάμβανε, χτυπώντας ένα κουδούνι, να μαζέψει και τους τελευταίους ξεχασμένους πριν κλείσουν οι πόρτες και να αναγγείλει το επόμενο μέρος (πάλι στα ελληνικά): «Κεφάλαιο δεύτερο, μέρος τρίτο».

Στα διαλείμματα, περισσότερο κι από τη σκηνή που είχε προηγηθεί, το θέμα που μονοπωλούσε τις συζητήσεις ήταν… συγκρουσιακό. Κάποιοι γκρίνιαζαν ότι τα διαλείμματα θα έπρεπε να ήταν λιγότερα και μεγαλύτερα σε διάρκεια και άλλοι υποστήριζαν πως οι διακοπές ανά τακτά χρονικά διαστήματα λετούργησαν πολύ καλά στην οικονομία δυνάμεων.

Η αλήθεια είναι πως τα δεκαπέντε λεπτά δεν έφταναν. Για να βγει κανείς από την αίθουσα -ειδικά όσοι κάθονταν στις πίσω σειρές και τα μεσαία καθίσματα- ήθελε αρκετή υπομονή. Στις τουαλέτες επικρατούσε το αδιαχώρητο, ενώ οι ουρές στα δύο μπαρ για έναν καφέ ή ένα μπουκάλι νερό ήταν ατελείωτες. Ακόμη κι αν τα κατάφερνες, μετά τη δεύτερη γουλιά έπρεπε να πετάξεις το ποτήρι και να πάρεις πάλι το δρόμο για την αίθουσα. Επιστρέφοντας όμως στη θέση σου τα ξεχνούσες όλα.

  • Κυλούσε σαν νεράκι

Κατά κοινή ομολογία η παράσταση κυλούσε σαν το νεράκι. Δεν είναι μόνο ότι το έργο είναι ένα διαμάντι της κλασικής λογοτεχνίας που ο εμπειρότατος Πέτερ Στάιν διασκεύασε υποδειγματικά. Δεν ήταν μόνο οι καταπληκτικές ερμηνείες από διαλεγμένους έναν έναν ηθοποιούς, που έδιναν ένα ανάγλυφο ψηφιδωτό της ρωσικής κοινωνίας της εποχής, διατηρώντας παράλληλα το ψυχολογικό βάθος των ηρώων τού Ντοστογιέφσκι. Είναι και που το κάθε κεφάλαιο, το κάθε μέρος, η κάθε σκηνή ήταν τόσο καλοδουλεμένα που θα μπορούσαν να σταθούν ως αυτόνομες μικρές παραστάσεις. Το τιτάνειο του εγχειρήματος δεν έφερε καμιά έκπτωση στην ποιότητα. Τίποτα δεν ήταν αφημένο στην τύχη, η παραμικρή χειρονομία, η παραμικρή κίνηση κι ο κάθε υπαινιγμός, η κάθε ανάσα, το ηχόχρωμα της φωνής όλα καλοσχεδιασμένα και καλοεκτελεσμένα.

Σημαντικότερη όλων είναι φυσικά η ίδια η επιλογή του έργου, που προφητικά μιλά για τη γέννηση των μεγάλων ιδεολογιών του 20ού αιώνα. Εχει ιδιαίτερη αξία να ακούγεται σήμερα που βιώνουμε το τέλος τους αλλά και μια βαθιά κρίση αξιών.

Το σκηνικό ήταν λιτό κι αφαιρετικό. Οι μικρές σκηνογραφικές πινελιές βοηθούσαν στην καλύτερη αξιοποίηση και του παραμικρού εκατοστού της σκηνής, που τη διέκρινε μεγάλη φαντασία. Θα προτιμούσαμε βέβαια να είχαμε μεγαλύτερη εγγύτητα στις πιο εσωτερικές και συναισθηματικά φορτισμένες σκηνές, όπως αυτή στην Εκκλησία ή και στο σπίτι της Λίζας, που ο Στάιν επέλεξε να τοποθετήσει στο βάθος της 18μετρης σκηνής του. Στο ίδιο μήκος κύματος η λιτή ζωντανή μουσική τόνιζε τη δράση καίρια και αποτελεσματικά.

Και η βροχή είχε timing

Οσο η ώρα περνούσε, η παράσταση πύκνωνε, αποκτούσε ολοένα και μεγαλύτερη ένταση. Παράδοξος σύμμαχός της και τα καιρικά φαινόμενα: το δυνατό φως της μέρας, που έμπαινε από τα μεγάλα παράθυρα του πρώην βιομηχανικού κτηρίου το πρωί, έδινε τη θέση του σε ένα πιο βαρύ, πριν από την πλήρη συσκότιση (τραβήχτηκαν μεγάλες μαύρες κουρτίνες) για το τελευταίο μέρος. Ευτυχής σύμπτωση; Η μεσημεριανή δυνατή βροχή του Σαββάτου συνέπεσε με τη σκηνή, στην οποία ο Στραυρόγκιν περιπλανιέται με την ομπρέλα του στη βροχή.

  • Κι άλλες παραστάσεις… αντοχής

**1985: «Ορέστεια» του Πέτερ Στάιν με «Σαουμπίνε», νταμάρι Πετρούπολης (8 ώρες).

*1994: «Ορέστεια» του Στάιν με το Θέατρο του Ρώσικου Στρατού, Επίδαυρος (ελαφρώς συμπυκνωμένη εκδοχή).

* 2006: «Τελευταίο καραβάνσεραϊ» της Αριάν Μνούσκιν, Φεστιβάλ Αθηνών (7 ώρες).

* 2007: «Οι εφήμεροι» της Αριάν Μνούσκιν, Φεστιβάλ Αθηνών (8 ώρες).

  • Ο Στάιν σε ρόλο επιστάτη

Κυριακή 11.05 π.μ. Ο Πέτερ Στάιν με τον τόμο των «Δαιμονισμένων» του Ντοστογιέφσκι στο ένα χέρι και ένα κουδούνι στο άλλο, είχε στήσει καραούλι έξω από τον Δ’ Χώρο της Πειραιώς 260, κοιτάζοντας με ανυπομονησία τους καθυστερημένους θεατές. Κάποια στιγμή δεν άντεξε και άρχισε να κτυπά το κουδούνι με δύναμη, κάνοντάς τους στην κυριολεξία να τρέξουν προτού κλείσει πίσω τους η πόρτα.

Οταν όλοι είχαν καθίσει πια στις θέσεις τους, ο μαυροντυμένος σαν μουζίκος Στάιν στάθηκε στη σκηνή, και ως καλός «οικοδεσπότης» είπε: «Θα προσπαθήσουμε με όσο το δυνατόν περισσότερα θεατρικά μέσα να δώσουμε μια γεύση, σε δόσεις, από ολόκληρο το ντοστογιεφσκικό έργο». Και εξήγησε προκαταβολικά για τους σύντομους ελληνικούς υπέρτιτλους: «Αποφάσισα να τους κόψω στο 1/3, χωρίς να χάνεται η ουσία, για να παρακολουθούν οι θεατές τι γίνεται στη σκηνή χωρίς να είναι κολλημένοι στη μετάφραση».

Παρότρυνε το κοινό σε περίπτωση που έχει απορίες, να μη διστάσει να ρωτήσει τον ίδιο και τους ηθοποιούς. Ζήτησε «να μην κωλυσιεργείτε στους διαδρόμους βγαίνοντας στα διαλείμματα» και εξαφανίστηκε. Τον ξαναβλέπαμε στα διαλείμματα, πανταχού παρόντα, να επιβλέπει τις ατέλειωτες σειρές στα κυλικεία, να συνομιλεί με θεατές και ηθοποιούς -Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και Στεφανία Γουλιώτη-, και φυσικά να κρούει τον κώδωνα για την επαναφορά όλων στην αίθουσα. Πάντα ανήγγειλε το κεφάλαιο που θα ακολουθούσε.

Την εμφάνισή του στην παράσταση τη φύλαξε για το τέλος, και τη σκηνή του γλεντιού. Αρκέστηκε να είναι ένας από τους πολλούς συμμετέχοντες. Το ρόλο του παπά, που υποδύθηκε στις παραστάσεις των «Δαιμόνων» στο ιταλικό κτήμα του, τον αποποιήθηκε στην Αθήνα, λέγοντας: «Ο ηθοποιός που τον κάνει είναι πολύ καλύτερος από εμένα».

ΙΩΑΝΝΑ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ

«Δαίμονες» κατά Π. Στάιν

Κατά το «συνήθειο» του στο θέατρο της πατρίδας του, o καινοτόμος στα νιάτα του, Γερμανός σκηνοθέτης Πέτερ Στάιν θα παρουσιάσει για δύο μόνο μέρες, στις 3 και 4/7, στην Πειραιώς 260, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών, μια παράσταση διάρκειας οκτώμισι ωρών (12ωρη με τα διαλείμματα, από 11πμ έως 11μμ), βασισμένη στο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι «Δαίμονες», σε δική του διασκευή και σκηνοθεσία. Πρόκειται για συμπαραγωγή των «Tieffe Teatro» (Μιλάνο), Νapoli Teatro Festival και «Wallenstein» (Βερολίνο), που παίχθηκε πέρσι στην Ιταλία και απέσπασε το Βραβείο των Ιταλών κριτικών θεάτρου. Συντελεστές της παράστασης είναι οι: Arturo Annecchino (μουσική), Ferdinand Woegerbauer (σκηνικά), Anna Maria Heinreich (κοστούμια), Joachim Barth (φωτισμοί). Παίζουν 30 ηθοποιοί (μόνον Ιταλοί) και ο Πέτερ Στάιν, στο ρόλο ενός παπά. Ελληνικοί υπέρτιτλοι Μαρίας Σπυροπούλου.

Το αριστουργηματικό, πολιτικο-ιστορικό μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι, γραμμένο το 1871-72, αναφέρεται απολύτως σε αυτή την εποχή και σε μια γενιά ανθρώπων χωρίς καμιά πίστη, χωρίς ορατή διέξοδο και ελπίδα, ανθρώπων που βιώνουν την αδικία, την απανθρωπιά, την ηθική σήψη και τη βία της τσαρικής εξουσίας, άλλοι υποταγμένοι, άλλοι ιδεολογικοπολιτικά συγχυσμένοι, άλλοι αντιτάσσοντας τη δική τους κοινωνικοταξικά ασυνειδητοποίητη, χαοτική, μηδενιστική, καταστροφική, ακόμα και δολοφονική βία, μια βία για τη βία. Εισιτήρια: 25, 20, 15 (φοιτητικό).

Ο Στάιν θέλει να ξανάρθει

Δοκιµές για τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» του Σοφοκλή που θα ανεβάσει στο Φεστιβάλ του Ζάλτσµπουργκ µε τον Κλάους Μαρία Μπραντάουερ στον επώνυµο ρόλο, παράσταση η οποία στη συνέχεια θα παιχτεί στο «Μπερλίνερ Ανσάνµπλ» που είναι συµπαραγωγός, µόλις ξεκίνησε ο Πέτερ Στάιν. Γι’ αυτό και ήρθε στην Αθήνα τόσο νωρίς, έναν µήνα και κάτι πριν από τις αθηναϊκές παραστάσεις, να µιλήσει για τους δωδεκάωρους – µαζί µε τα έξι διαλείµµατα – ιταλικούς «Δαίµονές» του, πάνω στο έργο του Ντοστογιέφσκι που θα δούµε στο Φεστιβάλ Αθηνών. Μας είπε µάλιστα πως γίνονται συζητήσεις για να έρθει η παράσταση στην Ελλάδα. Μακάρι. Θα άξιζε τον κόπο. Για να δούµε στη σκηνή και τον σπουδαίο αυτό ηθοποιό που ξέρουµε µόνο από τον κινηµατογράφο. Ο 73χρονος κορυφαίος γερµανός σκηνοθέτης – που δεν είναι και ο ευκολότερος των ανθρώπων… – στη συνέντευξη Τύπου που έδωσε µίλησε επίσης – µε µεγάλη θέρµη – και για τη συνεργασία του µε τους έλληνες ηθοποιούς στην «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή που ανέβασε το 2007 στην Επίδαυρο µε το Εθνικό Θέατρο. «Κρίµα που δεν την επανέλαβαν την επόµενη χρονιά όπως είχαν πει» παραπονέθηκε. Και έριξε γέφυρες δηλώνοντας διατεθειµένος να επανέλθει, «αν τον καλέσουν και αν, βέβαια, πληρωθεί», για να σκηνοθετήσει και πάλι ελληνική παράσταση. Η αρχαία ελληνική τραγωδία τον ενδιαφέρει πολύ, στον νου του µάλιστα έχει τον «Φιλοκτήτη», τον «Αίαντα» ή τις «Βάκχες» _ γιατί «του αρέσει να σκηνοθετεί γυναίκες». [Γ.Δ.Κ.Σ., Τα Νέα, 15/6/2010]