Category Archives: Περλέγκας Γιάννος

Μονόλογος-κραυγή ενός μετανάστη

  • Ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΙ ΤΗ «ΒΡΩΜΙΑ» ΤΟΥ ΑΥΣΤΡΙΑΚΟΥ ΡΟΜΠΕΡΤ ΣΝΑΪΝΤΕΡ * ΣΑΝΤ, Ο ΓΙΑΝΝΟΣ ΠΕΡΛΕΓΚΑΣ
  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
  • Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

«Με λένε Σαντ. Είμαι ένα σκατό. Βρωμάω. Πλένω τα χέρια μου αλλά βρωμάω. Εσείς είστε καλοί. Είστε υποχρεωμένοι να με βλέπετε. Να ανασαίνω το λιγοστό αέρα σας. Να μένω στα σπίτια σας. Να καταλαμβάνω τα κρεβάτια στα νοσοκομεία σας.

Ο αγώνας και η προσπάθεια ενός ξένου να επιβιώσει στην «αφιλόξενη» ξενοφοβική χοάνη της Αθήνας του 2011

Ο αγώνας και η προσπάθεια ενός ξένου να επιβιώσει στην «αφιλόξενη» ξενοφοβική χοάνη της Αθήνας του 2011 Τα ούρα μου σιγά σιγά θα κάνουν το αποχετευτικό σας σύστημα να ξεχειλίσει. Δεν θέλαμε να σας λερώσουμε! Αλλά οι λευκοί δρόμοι σας όσο πάει και σκουραίνουν. Ευνουχίστε μας! Βγάλτε μας τα μάτια! Μην κάθεστε με σταυρωμένα χέρια. Μια μέρα θα σας βάλουμε κάτω. Εγώ έχω μαχαίρι στο σακίδιό μου. Κλείστε τα σύνορα!».  Ανατριχιαστικός ο μονόλογος του τριαντάχρονου Ιρακινού Σαντ ή Σαντάμ, που παραληρεί κυνηγημένος από ακροδεξιούς στην Αυστρία του ’90.

Το πιο άγριο είναι ότι η «Βρωμιά» του Αυστριακού Ρόμπερτ Σνάιντερ, που σκηνοθετεί ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος με Σαντ τον Γιάννο Περλέγκα και κάνει αύριο πρεμιέρα στην «Πειραιώς 260», θα μπορούσε να είναι ο μονόλογος ενός μετανάστη που προσπαθεί να επιβιώσει στην «αφιλόξενη» ξενοφοβική χοάνη της Αθήνας του 2011.

Μέχρι Χάιντεγκερ

Ο ήρωας, όμως, του Σνάιντερ δεν είναι ο στερεοτυπικός λαθρομετανάστης. Η λέξη Leica (Λάικα) τον έκανε, σαν από θαύμα, να αγαπήσει τη γερμανική γλώσσα και να καμαρώνει που αγόρασε το καλύτερο γερμανοαραβικό λεξικό. Δεν είναι ξύλο απελέκητο ο Σαντ. Σπούδασε φιλοσοφία, είναι εύστοχα αυτοαναφορικός, ευθύβολα σαρκαστικός, ενώ φτάνει να μιλάει ακόμη και με τσιτάτα από τα έργα του Χάιντεγκερ. Συνέχεια

«Ο ξένος που φταίει για όλα…»

  • ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΗΝ «ΠΕΙΡΑΙΩΣ 260»
  • Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, σκηνοθετεί τον Γιάννο Περλέγκα στη «Βρομιά» του Ρόμπερτ Σνάιντερ, που μιλά για τον ρατσισμό

Ο Γιάννος Περλέγκας ως  Σαντ  στη  Βρομιά  του Ρόμπερτ ΣνάιντερΟ Γιάννος Περλέγκας ως «Σαντ» στη «Βρομιά» του Ρόμπερτ Σνάιντερ

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, ως καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, επιλέγει συνειδητά να σκηνοθετεί και να φιλοξενεί στις σκηνές του θεάτρου του παραστάσεις πολιτικών έργων και ιδιαίτερα αυτών που θίγουν το ζήτημα της μετανάστευσης. Μια επιλογή στην οποία εμμένει, έχοντας διαμορφώσει έτσι έναν πόλο αναφοράς στην ελληνική θεατρική σκηνή. Δεν είναι η πρώτη φορά που σκηνοθετεί τη «Βρομιά», παράσταση με την οποία ανοίγει ο κύκλος των θεατρικών μονολόγων του Φεστιβάλ Αθηνών «Θέατρο σε Α΄ Ενικό».

Δεκατέσσερα χρόνια μετά το πρώτο του ανέβασμα στην Ελλάδα, με το οποίο εγκαινίασε το Θέατρο του Νέου Κόσμου, ο σκηνοθέτης επανέρχεται στο έργο του Αυστριακού Ρόμπερτ Σνάιντερ, σκηνοθετώντας έναν από τους πιο ταλαντούχους ηθοποιούς της νέας γενιάς: τον ρόλο του Σαντ ερμηνεύει ο βραβευμένος με βραβείο Χορν (2007) Γιάννος Περλέγκας. Συνέχεια

Ο Γιώργος & ο Γιάννος (και ο Σέξπιρ)

Γιώργος Γάλλος και Γιάννος Περλέγκας: σκηνοθετούν και πρωταγωνιστούν στην πολυσυζητημένη παράσταση «Ερρίκος, Εδουάρδος, Ριχάρδος». Μας μίλησαν για θέατρο, πολιτική και άλλες συναφείς έννοιες…

Της Κέλλυς Σταυροπούλου, ΓΥΝΑΙΚΑ, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Είναι δύο πολύ καλοί φίλοι. Ο ένας γελάει με τα αστεία του άλλου – τα οποία καμιά φορά καταλαβαίνουν μόνον οι ίδιοι. Αλληλοσυμπληρώνουν τις φράσεις τους. Συχνά αναπολούν εμπειρίες από το κοινό παρελθόν τους. Το περίεργο είναι ότι όταν τους συνάντησα, μου φάνηκαν τελείως διαφορετικοί μεταξύ τους. Ο Γιάννος κάπνιζε, ο Γιώργος όχι.

Ο Γιάννος παρήγγειλε καπουτσίνο, ο Γιώργος χυμό πορτοκάλι. Ο Γιάννος μιλούσε κοφτά, ο Γιώργος είχε την αμηχανία μικρού παιδιού. Καθώς περνούσε η ώρα, πάντως, αντιλήφθηκα ότι απέναντί μου είχα ένα πολύ ενδιαφέρον δίδυμο. Επιπλέον, κατάλαβα πως δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το έργο που συνσκηνοθετούν και στο οποίο συμπρωταγωνιστούν έχει πάρει τόσο καλές κριτικές.

Η παράσταση «Ερρίκος, Εδουάρδος, Ριχάρδος» ήταν και ο λόγος της συνάντησής μας. Το έργο είναι μια μείξη δύο δημιουργιών του Σέξπιρ, του «Ερρίκου Στ’» και του «Ριχάρδου Γ’», οι οποίες καλύπτουν μια περίοδο 30 χρόνων, με αφετηρία τα τέλη του αγγλικού Μεσαίωνα (ύστερος 15ος αιώνας).

Ερχεται η επανάσταση

Τον λόγο πήρε πρώτος ο Γιάννος: «Βρισκόμαστε στην Αγγλία, η οποία ταλανίζεται από τον εμφύλιο πόλεμο -τον γνωστό ως Πόλεμο των Δύο Ρόδων- και ταυτόχρονα από την έντονη διαμάχη της με τη Γαλλία. Τρεις διαδοχικές εξουσίες -του Ερρίκου, του Εδουάρδου και του Ριχάρδου- εξελίσσονται σε τρία διαφορετικά είδη θεάτρου της πολιτικής. Εμείς αποφασίσαμε να παντρέψουμε τα δύο έργα του Σέξπιρ για να κάνουμε ακόμη πιο εμφανές το γεγονός ότι η πολιτική είναι ένα θέατρο που αλλάζει σύμφωνα με τις ανάγκες της κάθε εποχής, τη μόδα, το στυλ, τη μουσική. Είναι ένα θέατρο που πότε είναι καλό, πότε κακό». Και συνέχισε ο Γιώργος: «Η πολιτική έχει μεγάλη σχέση με το θέατρο. Δεν θέλει πολύ μυαλό για να το καταλάβουμε. Το θέμα είναι πώς μπορεί κανείς να αντιδράσει. Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι οι πολιτικοί είναι «μέγιστοι θεατρίνοι», για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Σέξπιρ, και να μη μένουμε απαθείς θεατές. Ειδικά όταν οι καταστάσεις θίγουν την αξιοπρέπειά μας…».

Ρώτησα και τους δύο τι ομοιότητες βλέπουν ανάμεσα στο έργο και την παρούσα πολιτική κατάσταση στη χώρα μας. Πήρα απάντηση από τον Γιάννο: «Υπάρχουν σκανδαλώδεις ομοιότητες με τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Στο έργο μιλάμε για μια περίοδο 30 χρόνων, κατά την οποία η εξουσία ουσιαστικά εναλλάσσεται μεταξύ δύο οικογενειών, των Γιορκ και των Λάνκαστερ. Σου θυμίζει κάτι; Το θέατρο στην πολιτική θα υπάρχει πάντα. Το θέμα είναι ότι αυτή τη στιγμή είμαστε δέκτες ενός πολύ κακού θεάτρου. Σύμφωνα με τον Σέξπιρ, η ιστορία κινείται κυκλικά. Εγώ δεν το πιστεύω αυτό. Πιστεύω ότι συχνά επαναλαμβάνεται, αλλά ότι νομοτελειακά αλλάζει. Νομοτελειακά και μόνον, η επανάσταση δεν θα αργήσει να έρθει…».

Προπάντων η ιστορία

Αυτό που διέκρινα στα λεγόμενά τους είναι ότι με τη θεατρική διασκευή αλλά και με τη σκηνοθετική παρέμβασή τους προσπαθούν να κάνουν έναν ειρωνικό παραλληλισμό με τη σύγχρονη πολιτική κατάσταση και τη φύση της εξουσίας. «Η εξουσία υπάρχει συνεχώς στο μυαλό μας, αλλά εμείς καλούμαστε να δείξουμε πού οδηγεί η φιλοδοξία, η ματαιοδοξία και ο αμοραλισμός», μου εξήγησε ο Γιώργος. «Το βασικό στοίχημα για εμάς είναι να αφηγηθούμε καλά την ιστορία. Από ‘κει και πέρα, αν ωθήσουμε τον θεατή να κάνει κάποια σύνδεση, έχει καλώς. Εμπιστευόμαστε απόλυτα το κείμενο, το οποίο, αν και είναι γραμμένο πριν από τόσα χρόνια, επαναφέρει τα ίδια μοτίβα. Ως σκηνοθέτες η ίδια η ιστορία μάς οδηγεί στον ρυθμό, στη μουσική, στο σκηνικό της παράστασης».

Καθώς τους άκουγα να μιλάνε με τόσο ζήλο για τη δουλειά τους, σκέφτηκα ότι δεν τους έχουμε δει ποτέ στην τηλεόραση και ότι έχουν ελάχιστες συμμετοχές σε εμπορικές θεατρικές παραστάσεις. Ακόμη και το ντύσιμό τους με έσπρωχνε να τους βάλω την ταμπέλα του «κουλτουριάρη». Τους τα είπα αυτά, για να δω αν υπάρχει και στο δικό τους μυαλό ο διαχωρισμός ανάμεσα στο ποιοτικό και στο μη ποιοτικό θέατρο. Τον λόγο πήρε ο Γιάννος: «Μ’ έναν τρόπο, υπάρχει ο διαχωρισμός. Ομως σε διαβεβαιώ ότι πολλοί θεατρικοί ηθοποιοί είναι μεγαλύτερα ψώνια από τους εμπορικούς. Τελικά πρόκειται για έναν διαχωρισμό αντιδραστικό, γιατί κατατάσσει μια δουλειά μόνο στο εμπόριο και μια άλλη μόνο στην ποιότητα. Ετσι όμως απαγορεύεις στην ποιοτική δουλειά να γίνει εμπορική και στην εμπορική να έχει ποιότητα. Θα έπρεπε οι καλές δουλειές να είναι πιο λαϊκές – με την καλή έννοια». Αραγε ο ίδιος θα δεχόταν να συμμετάσχει σε τηλεοπτικό σίριαλ; Διόλου απίθανο: «Παλιά η επαναστατικότητά μου δεν μου επέτρεπε ούτε να το σκεφτώ. Τώρα έχω αρχίσει και το βλέπω αλλιώς. Οι λόγοι που απαντάω θετικά στην ερώτησή σου είναι οι εξής: πρώτον, γιατί θέλω να ελπίζω ότι αυτό το «κουτί» έχει δυνατότητες που δεν αξιοποιεί· δεύτερον, γιατί κάποια στιγμή θα θελήσω να απαλλαγώ από το επίπεδο φτώχειας στο οποίο έχω επιλέξει να ζω».

Η αλήθεια είναι ότι σε μια τόσο δύσκολη οικονομικά περίοδο είναι πολυτέλεια το να παραμένεις πιστός στην ιδεολογία, στα πιστεύω και στα αισθητικά σου στάνταρ, όταν μιλάμε για τέχνη… Σκέφτομαι ότι οι δυο τους το έχουν πετύχει και ότι γι’ αυτό και μόνον αξίζουν το χειροκρότημά μας…

Το έργο «Ερρίκος, Εδουάρδος, Ριχάρδος» θα παίζεται στο Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας-Σκηνή Β’ έως τις 24/4/2010.

ΓΙΑΝΝΟΣ ΠΕΡΛΕΓΚΑΣ: «Δεν θέλω να παίξω τον Τσούκο»

Ο ταλαντούχος ηθοποιός συναντά τον ήρωα του Μπερνάρ-Μαρί Κολτές στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου

της μυρτως λοβερδου | το βήμα, Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2008

Είκοσι ένα έργα σε επτά χρόνια: Ο Γιάννος Περλέγκας είναι σήμερα 28 χρόνων. Αφότου τον επέλεξε ο Λευτέρης Βογιατζής για να παίξει στο «Καθαροί πια», δευτεροετής τότε της σχολής του Εθνικού, δεν έχει σταματήσει να ερμηνεύει ρόλους και να ξεχωρίζει. Με ένα Βραβείο Χορν ήδη στο ενεργητικό του, βρίσκεται τώρα αντιμέτωπος με τον Ρομπέρτο Τσούκο, στο ομώνυμο θεατρικό του Μπερνάρ-Μαρί Κολτές που ανεβάζει η Εφη Θεοδώρου στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» του Εθνικού Θεάτρου, στο ανακαινισμένο κτίριο Τσίλερ.

«Τον Κολτές, τον ήξερα. Είχα δει μικρός τον Νίκο Καραθάνο που είχε παίξει τον Ρομπέρτο Τσούκο,και για κάποιον λόγο μου είχε εντυπωθεί πολύ. Το ξανάδα και για δεύτερη φορά στην Ελλάδα,ενώ πέρυσι το είδα στο Βερολίνο στο Ντόιτσες Τεάτερ σε μια παράσταση απλή, μια ανάγνωση του έργου πολύ κοντά στη δική μας» λέει. «Είναι μια σημαντική συνάντηση για μένα, και σε σχέση με όλα όσα έχουν συμβεί γύρω μας τον τελευταίο καιρό, θεατρικά και ανθρώπινα».

Συμμαθητές στη σχολή, συνεργάτες και φίλοι από το «Γάλα» όπου έπαιζαν τα αδέλφια (δούλεψαν μαζί και στους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογέφσκι σε σκηνοθεσία Μάγιας Λυμπεροπούλου, στο Φεστιβάλ Αθηνών), ήταν μαζί ακόμη και την παραμονή του θανάτου του Κωνσταντίνου Παπαχρόνη και μιλούσαν για τον Κολτές, έργο του οποίου ο άτυχος ηθοποιός θα έπαιζε την προσεχή άνοιξη. «Ο Κολτές» συνεχίζει «εσωτερίκευσε τον δολοφόνο, τον Ζούκο (πρόσωπο υπαρκτό), και θέλησε να μιλήσει για κάτι άλλο- κατηγορήθηκε άλλωστε ότι έκανε το εγκώμιό του,σαν να τον ερωτεύθηκε. Κατά τη γνώμη μου είναι ένα έργο για την ελευθερία. Κανονικά αυτό το έργο πρέπει να ενοχλεί. Μιλάει για τη βία,για το πώς είμαστε όλοι εν δυνάμει δολοφόνοι, για το πώς μια λέξη μπορεί να σκοτώσει όπως ένα όπλο. Ολα τα πρόσωπα του έργου σκοτώνουν. Για τον ήρωά του, ο Κολτές επιφυλάσσει ένα πολύ διφορούμενο τέλος: Σαν τη Μήδεια,τον αποθεώνει, τον βγάζει στον ήλιο.Από τη μια είναι ο θάνατος, σαν αυτοκτονία, και από την άλλη είναι η ανάληψη στους ουρανούς. Καθώς ήταν το τελευταίο έργο του Κολτές,  η γνώση του θανάτου του υπήρχε καθ΄ όλη τη διάρκεια της συγγραφής». Για τον Γιάννο Περλέγκα, «η μεγάλη δυσκολία του ρόλου είναι ότι συνεχώς μιλάει για κάτι άλλο. Το θέμα δεν είναι η αναπαράσταση, αλλά να μιλήσει για κάτι άλλο. Παγίδα του είναι και η ποιητικότητά του. Το δύσκολο για μένα είναι να βρεθεί ένας τρόπος να συνδυασθούν όλα αυτά. Η γλώσσα είναι αυτή που σε κρατάει στον Κολτές».

Με το δεδομένο ότι ο Ρομπέρτο Τσούκο είναι ένας δολοφόνος, που την ίδια στιγμή μάς γίνεται συμπαθής «γιατί μας κάνει να δούμε τον φόβο του», ο νεαρός ηθοποιός προσπαθεί να αποφύγει την ερμηνεία ενός συμπαθούς ή σχιζοφρενούς, γιατί κάτι τέτοιο θα μίκραινε τον ήρωα. «Ο Τσούκο που φαίνεται να σκοτώνει χωρίς κανένα πραγματικό λόγο, που φαίνεται να μην έχει καμία ηθική, ταυτοχρόνως αποκαλύπτει ότι όλοι γύρω μας είναι έτοιμοι να σκοτώσουν- ένας στιγμιαίος αποσυντονισμός μέσα στο κεφάλι και όλα μπορούν να συμβούν. Συγχρόνως ψάχνει την αγάπη, σε έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει χώρος και χρόνος να διεκδικήσουμε την αγάπη. Και με αυτή την έννοια είμαστε όλοι εγκληματίες».

Επιστρέφοντας στην επικαιρότητα, και με όλα όσα έχουν συμβεί τον τελευταίο καιρό, «με όλες αυτές τις πληροφορίες θανάτου γύρω μου, δεν μπορώ να δεχθώ την υποκριτική γύρω από το θέμα- είναι πολύ σοβαρό.Γι΄ αυτό στόχος μου είναι να μην παίξω τον Τσούκο,να μην παίζω,κάτι άλλωστε που επιδιώκω γενικώς στο θέατρο. Δεν θέλω να παίξω τον Τσούκο. Το θέμα είναι να συνδέεσαι πραγματικά με τα έργα και να μπορείς να τα καταλαβαίνεις, με αποτυχίες, λάθη-ας είμαι κακός. Αναζητώ την πραγματική σύνδεση με τα πράγματα και τους ανθρώπους. Πρέπει να μπλεχτείς. Δεν μπορούμε να παίζουμε πια».

Στη θεατρική του διαμόρφωση παραδέχεται ότι έπαιξε ρόλο το μεγάλωμά του- πατέρας του ήταν ο ηθοποιός Τίμος Περλέγκας και μητέρα του η Αριστούλα Ελληνούδη, αλλά «τεράστιο ρόλο έχει παίξει η συνάντησή μου με τον Λευτέρη Βογιατζή, τον οποίο δεν υπάρχει μέρα που να μη “βρίσκω μπροστά μου” με όλα όσα προσπάθησε να μου μάθει. Ευτυχώς με έκανε να έχω παραπάνω αμφιβολίες για τα πράγματα,με πλούτισε με αγωνία» τονίζει και ξεχωρίζει τον «Μάκβεθ» που ανέβασε μαζί με τον Γιώργο Γάλλο και τον Παντελή Δεντάκη στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Γιατί με αυτή την παράσταση κατάλαβε την ανάγκη του να έχει μια ολόπλευρη εμπλοκή στα θεατρικά πράγματα. Αυτό θα φανεί και στην επόμενη δουλειά, στον «Φάουστ», που θα διαδεχθεί τον «Τσούκο» τον προσεχή Φεβρουάριο στο Εθνικό. «Δεν με ενδιαφέρει να παίζω ρόλους- με ενδιαφέρει να υπάρχουν οι συνθήκες και οι συναντήσεις μέσα από τις οποίες μαθαίνεις κάτι» λέει. « Ελπίζω πολύ πλέον σε όλο αυτό που κάνουμε».

  • Ο «Ρομπέρτο Τσούκο» του Μπερνάρ-Μαρί Κολτές παρουσιάζεται σε μετάφραση Δημήτρη Δημητριάδη και σκηνοθεσία Εφης Θεοδώρου. Στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» του Εθνικού Θεάτρου, κτίριο Τσίλερ.