Category Archives: Παπαγεωργίου Θανάσης

«ΤΕΛΕΙΑ.gr» …για όσα μας πνίγουν καθημερινά

  • Το έργο που καταγγέλλει τη διαφθορά και τις εκπτώσεις σε όλες τις σχέσεις

«Κάνουμε μια επιθεώρηση;» πρότεινε ο Θανάσης Παπαγεωργίου πριν από δυόμισι χρόνια στον Παναγιώτη Μέντη κι από τότε τής έδωσαν αυτό τον τίτλο, αν και δεν ανταποκρίνεται ακριβώς στην πραγματικότητα. Το «ΤΕΛΕΙΑ.gr» (το τονίζετε όπως θέλετε) είναι ένα σπονδυλωτό έργο με 85 σκηνές και 200 ρόλους από 11 ηθοποιούς, οι οποίοι μετατρέπονται και σε ορχήστρα όταν χρειαστεί.

Εχει την αναλυτική ματιά των παραγωγών της «Στοάς» και το χρώμα των εναλλακτικών Εx Αnimo. Το πείραμα που θα δούμε μετά τις εκλογές είναι ένα ψηφιδωτό που έγινε με συλλογική δουλειά και τον συνδυασμό διαφορετικών γενιών στο θέατρο. Ο στόχος είναι κοινός. Ο τρόπος έκφρασης διαφέρει. Ολοι τους όμως έχουν την ίδια αγωνία. Γράφουν για όσα τους πνίγουν και τους θυμώνουν, για τη σαπίλα και τη διαφθορά, σατιρίζουν «την άφιξή μας στον πάτο του βαρελιού». Παραμορφωτικές ματιές, χιούμορ και σάτιρα, σαρκασμός και διαμαρτυρία. Για τον πάτο που δεν τελειώνει όσα χρόνια κι αν περάσουν, για την πολιτική, τον Τύπο, τις ειδήσεις, τα τηλεοπτικά παράθυρα, την κοσμική ζωή και τη life style ξιπασιά μας. Ολα αυτά στα οποία έχουμε εθιστεί ή μας κάνουν να χάνουμε τον εαυτό μας.

  • Θανάσης Παπαγεωργίου
  • Γράφουμε για τη σαπίλα

«Δεν είναι η πρώτη φορά που δουλεύουμε με νέα παιδιά, απλώς εδώ οι Ex Animo είναι και συμπαραγωγοί. Τους γνώρισα πέρυσι στην παράστασή τους, στο «Νοσφεράτους Διδόντικους», και τους πρότεινα να εμφανιστούν στο φεστιβάλ που οργανώνω κάθε Μάιο στην Καλαμαριά. Μου άρεσε το χιούμορ τους και νομίζω ότι θα μπορούσαμε να τα βρούμε». Στον Θανάση Παπαγεωργίου άρεσε και η συλλογική διάθεση αυτών των παιδιών.

«Δουλεύουν πάντα και οι πέντε μαζί, και αυτό με συγκινεί. Με τον Παναγιώτη εργαστήκαμε γύρω στους εννέα μήνες πριν προστεθούν στην παρέα. Τότε η διαδικασία δυσκόλεψε περισσότερο. Οι Εx Animo όμως είναι στο ίδιο κλίμα με μας, απλώς γράφουν αλλιώς. Χρησιμοποιούν τη γλώσσα με άλλο τρόπο. Μιλάνε για θέματα που τα έχω ακουστά, αλλά αυτοί τα έχουν ζήσει. Τα συνδέσαμε όλα. Αλλωστε υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής. Γράφουμε για τη σαπίλα, τη διαφθορά, την άφιξή μας στον πάτο του βαρελιού».

Κινητήρια δύναμη ήταν η αγανάκτηση. Αυτή η στιγμή που λέμε «δεν πάει άλλο». Τότε αυτό που σε θυμώνει γίνεται επιφυλλίδα, κείμενο, θέατρο. «Αυτό το είδος στη “Στοά” το έχουμε ξανακάνει. Κάπως έτσι ήταν “Οι ειδήσεις” του Μ. Ποντίκα, και το “FM Stereo” που είχα γράψει εγώ. Βλέπεις όμως ότι φτάσαμε στο 2009 και μοιάζουν όλα ίδια. Φοβάμαι μήπως γίνομαι γραφικός με όσα λέω, αλλά όσα μας θυμώνουν δεν είναι μόνο η πολιτική. Είναι και οι ακυρωμένες σχέσεις μας, ο φτηνός εξυπναδισμός, η πρόσκληση, η αδιαφορία, η αγένεια».

Ολα αυτά τον πληγώνουν περισσότερο όσο περνούν τα χρόνια. Η στάση του απέναντι στην πολιτική είναι απαξιωτική. «Δεν έχεις να γράψεις τίποτε γι’ αυτούς. Μπορείς μόνο να τους κοροϊδέψεις. Δεν τους θεωρώ πολιτικούς· λογιστές είναι. Διαχειρίζονται τα χρήματά μας κι αυτά με κακό τρόπο. Κάποτε ο πολιτικός είχε όραμα. Σήμερα δεν υπάρχει τίποτα». Το μέλλον; «Δεν θα έλεγα ότι πιστεύω στο όραμα της Αριστεράς όσο σε μια άλλη σχέση των ανθρώπων για δημιουργία. Πιστεύω στο σύνολο. Δεν μπορεί να μαζεύεται είτε ο πλούτος είτε η δόξα είτε η δύναμη σε άτομα κι όχι στο σύνολο. Αυτό θεωρώ Αριστερά και σε αυτό πιστεύουν κι άλλοι, από διάφορους χώρους. Οσο για την ίδια την Αριστερά, δεν ακούω καμία πρόταση». Τις αλλαγές που γίνονται στο θέατρο τις βλέπει χρόνια τώρα. «Εχει αλλάξει οδυνηρά το τοπίο. Νιώθω ότι γύρω μου γίνεται ένα θέατρο που δεν γνωρίζω. Για μένα θέατρο είναι ο ηθοποιός. Στις μέρες μας αυτό έχει μετατοπιστεί. Θέατρο θεωρείται ο σκηνοθέτης». Σε ένα χρόνο η «Στοά» γίνεται 40 χρόνων. «Τα πήγαμε καλά». Τι μένει στον ηθοποιό; «Μια απέραντη πίκρα που προέρχεται από τη φοβερή κούραση που σου δημιουργεί το θέατρο». Ακόμη δεν ξέρει να απαντήσει γιατί διάλεξε να γίνει ηθοποιός. Οι γονείς του τον πήγαιναν στο θέατρο αλλά για να γίνει το θέατρο επάγγελμα ούτε λόγος. «Μου άρεσε να δημιουργώ πράγματα. Οπως τον Καραγκιόζη». Ξέρει ότι κάποια στιγμή όλο αυτό θα τελειώσει. «Πρέπει να τελειώσει. Υπάρχει μια ψυχική κούραση που δεν ξέρω αν μπορώ να την υφίσταμαι. Θα ήθελα να ζήσω κάποια χρόνια και χωρίς αυτήν».

Τα σκηνικά της παράστασης είναι της Λέας Κιούση και οι χορογραφίες της Μαρίας Αλβανού. Εκτός από τον Θανάση Παπαγεωργίου (υπογράφει και τη σκηνοθεσία), τον Παναγιώτη Μέντη και τους Ex Animo παίζουν ακόμη οι: Εύα Καμινάρη, Νάντια Περιστεροπούλου, Ευδοκία Σουβατζή, Νίκη Χαντζίδου.

  • Παναγιώτης Μέντης
  • Ο θυμός με παρακινεί

«Γράψαμε περισσότερα από εκατόν πενήντα κείμενα για να καταλήξουμε κάπου. Υστερα ακολούθησε το ξεσκαρτάρισμα. Τα παιδιά είναι ταλαντούχα. Με έννοια γι’ αυτό που κάνουν και αγάπη για το θέατρο. Εχουν τα προσόντα να αναλωθούν στην τηλεόραση: ταλέντο, ομορφιά, νιάτα, νεύρο, πάθος και αλήθεια, κι όμως επέλεξαν τον δύσκολο δρόμο του θεάτρου. Είναι μια ομάδα που προκάλεσε αίσθηση με τις παραστάσεις της», λέει με τη σειρά του ο Παναγιώτης Μέντης.

Ξεκίνησε την καριέρα του ως ηθοποιός το 1976 και τη δεκαετία του ’90 μας συστήθηκε και ως συγγραφέας, με το βραβευμένο στα κρατικά βραβεία «Playmobil» και ύστερα το «Αννα είπα» που τον καθιέρωσε. «Εμαθα όμως ότι το ζητούμενο στο θέατρο είναι πάντα το ίδιο: να είσαι αληθινός». Του αρέσει η πολυφωνία των ομάδων, η αίσθηση της συλλογικότητας που έζησε στο ξεθύμασμά της, και τώρα τη βλέπει σε κάποια νεανικά σχήματα.

«Το μόνο που φοβάμαι είναι όταν οι ομάδες αυτές μπερδεύονται με συγκεκριμένες εταιρείες που τους παρέχουν απλόχερα κεφάλαιο, αλλά επιβάλλουν τη δική τους αισθητική και ύφος. Διάρκεια, όπως δείχνουν τα πράγματα, έχουν μόνο όσοι ασχολούνται ουσιαστικά με το θέατρο, σε όποια γενιά κι αν ανήκουν».

Ως ηθοποιός είδε ότι λίγες φορές του τύχαιναν κείμενα που περιείχαν όσα ήθελε να πει προς τα έξω, όσα τον έκαιγαν όπως λέει. «Ετσι ξεκίνησα να γράφω. Δεν ήταν όμως τυχαίο. Στη δραματική σχολή ο Κατσέλης ρωτούσε τους μαθητές του “γιατί θέλεις να γίνεις ηθοποιός;”. “Επειδή θέλω να γίνω συγγραφέας”, απάντησα όταν ήρθε η σειρά μου.

Το “ΤΕΛΕΙΑ.gr” είναι αποτέλεσμα θυμού. Ετσι γράφω πάντα. Αυτό με παρακινεί. Οσα συμβαίνουν γύρω μου και με ενοχλούν. Δεν γράφω καταγγελτικά. Απλώς λύνομαι με αυτό τον τρόπο. Τώρα, τι ακριβώς είναι αυτό το έργο, θα έλεγα, με αφορμή την επιθεώρηση, κάτι παραπέρα».

  • Ex Animo
  • Να αναζητούμε την αλήθεια

Είναι πέντε νέοι ηθοποιοί και έχουν ξεχωρίσει στην ουσία σε δύο παραγωγές. Οι ηλικίες τους ποικίλλουν. Από 29 έως 34. Μας συστήθηκαν με το «Sorry, sold out» το 2005 και ύστερα το «Νοσφεράτους Διδόντικους» που κράτησε τρεις σεζόν. Χαρακτηριστικό τους είναι ο αυτοσχεδιασμός και το σωματικό θέατρο. Αυτό ακριβώς που τους διαφοροποιεί από την αναλυτική ματιά της «Στοάς». Αυτό θα είναι και το ενδιαφέρον σε αυτό τον «γάμο». Ο Παύλος Εμμανουηλίδης έριξε πρώτος την ιδέα για να κάνουν «κάτι δικό τους» και ο Δημήτρης Ζωγραφάκης, η Ρόζα Κυρίου, η Ντίνα Λαδοπούλου και ο Ζήσης Ρούμπος συμφώνησαν. Αλλωστε, η ανάγκη να εκφραστούν ήταν κοινή και μεταξύ όλων των άλλων ήταν και φίλοι από τη σχολή «Βεάκη».

Οπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις υπήρχε η ορμή αλλά και οι απογοητεύσεις. «Μας έλεγαν “μπορεί να σας θάψουν”», λέει εκ μέρους όλων η Ρόζα Κυρίου, αλλά δεν πτοήθηκαν. Δεν επιχορηγούνται από το ΥΠΠΟ και εργάζονται σε διάφορες δουλειές ο καθένας τους για να μπορούν να υποστηρίξουν το σχήμα χωρίς εκπτώσεις. Συνεργασίες σε παιδικές σκηνές, μεταφράσεις, stund up comedy.

«Οποια δουλειά βρεθεί». Ο ανταγωνισμός των νεανικών ομάδων δεν τους ενοχλεί, τους αρέσει αν και όπως λένε η αγορά είναι δύσκολη. «Εχουν ειπωθεί όλα και έχουν γίνει όλα. Εχεις ένα τέρας απέναντί σου, το κοινό, το οποίο σε χαϊδεύει, αλλά ζητάει διαρκώς κάτι καινούργιο. Θέλει προτάσεις και αποφεύγει την επίφαση του γέλιου ή της κουλτούρας». Στη Στοά πήγαιναν «φανατικά» για χρόνια. «Ουσιαστικά είναι δάσκαλοί μας. Οταν έγινε η πρόταση είπαμε αμέσως ναι. Εχει μεγάλο ενδιαφέρον η συνάντηση των δύο σχολών. Εμείς στηριζόμαστε στον αυτοσχεδιασμό, εκείνοι ψάχνουν την αλήθεια κατευθείαν μέσα από την ψυχή τους». Από τον Θανάση Παπαγεωργίου και τον Παναγιώτη Μέντη στο «ΤΕΛΕΙΑ.gr» έμαθαν την υπομονή. «Να παλεύουμε και να αναζητούμε την αλήθεια με όποιο τρόπο κι αν την παρουσιάσουμε».

  • Της Γιωτας Συκκα, Η Καθημερινή, 20/09/2009

Οδυνηρό ταξίδι μνήμης. Αντώνη Νικολή «Λισαβόνα» σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου

  • Πρεμιέρα, αύριο, στο θέατρο «Στοά» με το έργο του Αντώνη Νικολή «Λισαβόνα», σε σκηνοθεσία του Θανάση Παπαγεωργίου, με πρωταγωνιστές τον ίδιο και την Λήδα Πρωτοψάλτη. Σκηνικό Λέας Κούση, επεξεργασία ήχου Κώστα Μπόκους, σύνθεση – επεξεργασία εικόνας Βασίλη Κουντούρη, μάσκες: αδελφοί Αλαχούζοι. Παίζουν επίσης: Εύα Καμινάρη, Δημήτρης Θεοδώρου. Το έργο περιγράφει τη ζωή ενός ζευγαριού που επί πολλά χρόνια έκανε διακοπές στη Λισαβόνα. Κάποτε οι διακοπές του σημαδεύτηκαν από το φοβερό μαντάτο. Η κόρη τους αρρώστησε σοβαρά και πέθανε.
  • Μετά από τέσσερα χρόνια χωρίς διακοπές, το ζευγάρι αποφάσισε να ξαναπάει. Δύο «νεκροί». Η Λισαβόνα αντιπροσωπεύει τις φωτεινές μέρες τους. Μπορεί και να ξεχάσουν. Αλλά δεν ξεχνιέται ο βαθύς πόνος. Μπορούν δύο «νεκροί» να ταξιδεύουν χωρίς τις μνήμες τους; Η Λισαβόνα είναι ο άλλος «τόπος» στη συνείδηση του ζευγαριού. Τους επαναφέρει στην επιφάνεια όσα προσπάθησαν να «καταχωνιάσουν» βαθιά μέσα τους. Ενας σκληρός κλαυσίγελος, για να σκεπάσει τις «ζαριές» του «παιχνιδιού» της ζωής με το χρόνο.
  • Με ποιητικό τρόπο, ο Αντώνης Νικολής προσπαθεί να διερευνήσει το χάος που αφήνει μέσα μας ο θάνατος. Ξεδιπλώνει το έργο του περιπλανώμενος μέσα σε άγνωστα μονοπάτια προσπαθώντας κι ο ίδιος να ανακαλύψει αυτό που μας δημιουργεί ο πραγματικά μεγάλος πόνος. [Ριζοσπάστης, 26/02/2009]
Λ. Πρωτοψάλτη και Θ. Παπαγεωργίου στο ρόλο του ζευγαριού της «Λισαβόνας»

  • Υπάρχει επιστροφή; Υπάρχει έξοδος από τη διεργασία του πένθους; Υπάρχει λήθη που να μπορεί να θεραπεύσει τη μνήμη; Αυτά είναι κάποια από τα ερωτήματα που εγείρει το ζεύγος των ηρώων του καινούργιου έργου του συγγραφέα Αντώνη Νικολή Λισαβόνα, που κάνει πρεμιέρα αύριο στο θέατρο Στοά, σκηνοθετημένο από τον Θανάση Παπαγεωργίου. Ο ίδιος και η Λήδα Πρωτοψάλτη κρατούν τους ρόλους ενός ζεύγους ηλικιωμένων που δοκιμάζουν να επιστρέψουν στον τόπο των ευτυχισμένων στιγμών τους, στη Λισσαβώνα, όπου επί πολλά χρόνια έκαναν τις διακοπές τους. Μόνο που ακριβώς εκεί ο χρόνος σταμάτησε – όταν έμαθαν πως η κόρη τους είχε αρρωστήσει, για να χαθεί λίγο αργότερα. Τέσσερα χρόνια αργότερα, επιχειρούν να ξαναπιάσουν το κομμένο νήμα ακριβώς εκεί. Στην πορτογαλική πρωτεύουσα, στον ου-τόπο της χαμένης για πάντα ευτυχίας.
  • Είναι «δύο άνθρωποι ώς το μεδούλι τους μόνοι», λέει ο συγγραφέας, περιγράφοντας τους ήρωές του. «Δίχως τόπο, πρόσφυγες παντού, δίχως συγγενείς, δίχως φίλους, η σχέση τους μια σχεδία, ο κόσμος γύρω και μέσα τους ερείπια, σημαδεμένοι από την πιο σκληρή απώλεια, δίχως καμιά βεβαιότητα, κανένα δόγμα, τίποτε να δίνει κύρος στις ιδέες τους, μόνο ένα ‘αλλού’ της ψυχής τους, η συγκίνηση από μία πόλη που ούτε κι αυτήν την ξέρουν καλά-καλά, τόσο που και τα τοπία της στην εμπειρία τους να μην είμαστε σίγουροι αν είναι τα πραγματικά ή μόνο τάπητες φανταστικοί του μυαλού τους».
  • Για να συνεχίσει ο Θ. Παπαγεωργίου: «Ο εγκλωβισμός μέσα στο αξεπέραστο πρόβλημά τους τους βουλιάζει όλο και περισσότερο σε μια σκληρή πραγματικότητα που νομίζανε ότι την ελέγχουν, τη στιγμή που ασυνείδητα άγονται και φέρονται απ’ αυτήν. Γρήγορα ανακαλύπτουν ότι ο αληθινός πόνος δεν ξεριζώνεται ποτέ, είναι το ίδιο βαθύς και οδυνηρός όσο και η αγάπη». Σε αυτό το «είναι» της ανθρώπινης ψυχής, που «ξέρει καλά να κρύβεται», έριξε όλο της το βάρος η σκηνοθεσία του Θ. Παπαγεωργίου, επιδιώκοντας να φέρει επί σκηνής αυτό που οι δύο ήρωες, επιχειρώντας να τακτοποιήσουν το χάος που άφησε μέσα τους ο θάνατος, προσπαθούν να αποφύγουν να αντιμετωπίσουν… [Σ.Κ. Η Αυγή, 26/02/2009]

Αντώνη Νικολή «Λισαβόνα» στο Θέατρο «Στοά»: Σύγχρονος μύθος για τη μοναξιά

Σύγχρονος μύθος για τη μοναξιά

Ενα ζευγάρι, ο Αντώνης και η Θεανώ, ύστερα από ένα διάλειμμα τριών χρόνων, επισκέπτονται ξανά τη Λισαβόνα, την πόλη που και για τους ίδιους ανεξήγητα μοιάζει να αφυπνίζει το αυθεντικότερο κομμάτι της ύπαρξής τους. Με πολλές απώλειες, και την πιο ακραία πριν από τέσσερα χρόνια, τον χαμό του μονάκριβου παιδιού τους, δεν έχουν πια παρά ο ένας το χέρι του άλλου, την ανάσα του άλλου, την αγωνία να μοιραστούν έναν σκληρό κλαυσίγελο, να σκεπάσουν με τις φωνές τους τις δυνατές ζαριές από το παιχνίδι της ζωής με τον χρόνο.

Σε αυτή την κατάσταση ζωής έρχονται αντιμέτωποι με ερωτήματα όπως: «Ξεχνιέται ο βαθύς πόνος;», «Ξαναγυρνούν στην κανονική ζωή οι άνθρωποι που χτυπήθηκαν αλύπητα;», «Μπορούν δύο νεκροί να κάνουν ταξίδια εκτός από τις μνήμες τους;», «Έχουν μάτια για να δουν τα γνώριμα στέκια;», «Αισθήσεις για να δεχτούν οποιαδήποτε ομορφιά;», «Έχουν άλλη μνήμη εκτός από τη μνήμη του αγαπημένου προσώπου που χάθηκε;», «Υπάρχουν, άραγε, πια;», «Ζουν;», «Είναι οι ίδιοι;».

Σύγχρονος μύθος για τη μοναξιά
  • «Πρόφαση»

Τις απαντήσεις καλούνται να τις δώσουν μέσα από το έργο του Αντώνη Νικολή, «Λισαβόνα», το οποίο κάνει πρεμιέρα στο θέατρο «Στοά», στις 27 Φεβρουαρίου, σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου. «Το έργο, έτσι όπως είναι γραμμένο, αποτελεί την πρόφαση για να γίνει μια παράσταση», εξηγεί ο σκηνοθέτης. «Από την πρώτη ανάγνωση καταλαβαίνεις ότι δεν είναι μία κωμωδία κι ας έχει κωμικά στοιχεία. Κάτι συμβαίνει. Κάτι θέλει να μας πει πολύ πιο βαθύ από την επιφάνειά του. Κι εκεί βρίσκεται η ομορφιά του».

Ο μύθος είναι «απλός, αλλά και σύγχρονος, και αν θα τα κατάφερνα, και βαθύς. Δύο άνθρωποι ως το μεδούλι τους μόνοι – και την ευθύνη γι αυτό να μην τη χρεώνουν σε κανέναν. Δίχως τόπο, πρόσφυγες παντού, δίχως συγγενείς, δίχως φίλους, η σχέση τους μία σχεδία, ο κόσμος γύρω και μέσα τους ερείπια, σημαδεμένοι από την πιο σκληρή απώλεια, δίχως καμία βεβαιότητα, κανένα δόγμα, τίποτε να δίνει κύρος στις ιδέες τους, μόνο ένα αλλού της ψυχής τους, η συγκίνηση από μία πόλη που ούτε κι αυτήν την ξέρουν καλά καλά, τόσο που και τα τοπία της στην εμπειρία τους να μην είμαστε σίγουροι αν είναι τα πραγματικά ή μόνο τάπητες φανταστικοί του μυαλού τους. Ενα παράδοξο χιούμορ τούς διασώζει κάπως, και η εύκολη πρόσβαση στο υποσυνείδητο, τα όνειρα», σημειώνει ο συγγραφέας για το έργο του.

Τον Αντώνη Νικολή τον γνωρίσαμε στο παρελθόν από τις συνεργασίες του με τον Σταμάτη Φασουλή («Ο κύριος Εμμανουήλ και ο… Ροΐδης», «Το σπίτι φεύγει»). Η «Λισαβόνα» είναι το τρίτο έργο του που ανεβαίνει στη σκηνή – μέχρι το τέλος του 2008 θα κυκλοφορήσει σε βιβλίο η νουβέλα του «Το Σκοτεινό Νησί» (2008), μεταγραφή του ομώνυμου θεατρικού του (2001) και πρώτη έξοδός του στην πεζογραφία. Η επιλογή του τόπου δράσης δεν είναι τυχαία. Η Λισαβόνα αποτελεί για τον ίδιο αγαπημένο προορισμό.

«Τον Ιούνιο του 2006, έκτη φορά στη Λισαβόνα, παθιασμένος με την πόλη, τα τοπία της ήδη εικόνες της αισθηματικής μου ζωής, συνθήκη του αυθεντικού την ονομάζω, και να αυτό που δεν θα φανταζόμουν ποτέ, η ανάμνησή της ήδη, ενώ την περπατώ, μεταπλάθεται σε σκηνικό χώρο στο μυαλό μου, κι ένα ζευγάρι, ο Αντώνης και η Θεανώ παρεισδύουν σ’ εκείνο τον σκηνικό χώρο, την περιδιαβαίνουν», εξηγεί ο Αντώνης Νικολής. Περίπου έναν χρόνο μετά, λίγες ημέρες πριν από την «έβδομη φορά μου στην πόλη, η Λισαβόνα μου ήταν ολόκληρη. Ελεγα στον συνταξιδιώτη, τον φίλο που μοιραζόμαστε το ετήσιο ταξίδι, να λοιπόν ένα έργο, μόνο για μένα και για σένα. Νόμιζα ότι δεν θα συγκινούσε κανέναν αν δεν είχε ταξιδέψει μαζί μου εκεί».

Χρειάστηκε ένα διάστημα, τις γνώμες αρκετών, μέχρι να… «χωνέψω ότι μπορεί και να τα είχα καταφέρει. Αλλωστε δεν άργησαν ο Θανάσης με τη Λήδα.

Ο Θανάσης με δυνατές εικόνες, με το σάστισμα από τον αντίλαλο όσων δεν λέει, με ό,τι αφήνει μετέωρο στην άκρη της φωνής του, τη βαθμιαία τη βασανιστική εσωτερική κατάρρευση, το βλέμμα, στο τέλος κάθε στροφής αυτού του ιδιότυπου bolero, που είναι το έργο, όλο και πιο μέσα στραμμένο, και η Λήδα-Θεανώ… Πού να κοιτάζει άραγε αυτή η γυναίκα, τι ματιά όταν η ψυχή της ξεβράζει εικόνες παράλογες, τίνος ρυθμού εκκρεμές από τη μανία στην κατάθλιψη, εκλύοντας τόση πολλή ενέργεια μέσα της; Αλλά και ο καθένας στη δουλειά του, όλοι οι υπόλοιποι συνεργάτες στο Στοά. Είμαι μάλλον ένας πολύ τυχερός συγγραφέας», καταλήγει.

Οσο για το κεντρικό ζευγάρι του έργου, τον Αντώνη και τη Θεανώ, έλκει την παρουσία του από ένα ζευγάρι εξηντάρηδων, Αλεξανδρινών, που είχε περιηγηθεί σε Βραζιλία, ΗΠΑ, Αγγλία («μου ασκούσαν ανέκαθεν γοητεία αυτού του τύπου οι Ελληνες τυχοδιώκτες, ούτε μετανάστες ούτε πρόσφυγες ακριβώς»), που είχε γνωρίσει τυχαία ο συγγραφέας στο Λονδίνο, το 1990, σε μια στάση λεωφορείου».

  • Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

«Λισαβόνα» του Αντώνη Νικολή. Σκηνοθεσία: Θανάσης Παπαγεωργίου. Σκηνικό: Λέα Κούση. Παίζουν: Λήδα Πρωτοψάλτη, Θανάσης Παπαγεωργίου, Εύα Καμινάρη, Δημήτρης Θεοδώρου. Θέατρο «Στοά» (Μπισκίνη 55, Ζωγράφου, τηλ.: 210-7702830). Προγραμματισμένη πρεμιέρα: 27 Φεβρουαρίου.

  • Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 15/02/2009

Παράταση στη Στοά για την … «Σωτηρία»

Κατά δεκαπέντε μέρες αλλάζει ο προγραμματισμός των παραστάσεων που είχε ανακοινωθεί από το θέατρο «Στοά». Η παράσταση «Σωτηρία με λένε» θα παίζεται μέχρι τις 15 του Φλεβάρη, ενώ η «Λισαβόνα» θα ανέβει στις 24 του ίδιου μήνα.Η αλλαγή οφείλεται αφ’ ενός μεν στον επιπλέον χρόνο που απαιτείται για την καλύτερη προετοιμασία της παράστασης του έργου του Αντώνη Νικολή «Λισαβόνα», μια παράσταση με ιδιαίτερα τεχνικά προβλήματα, και αφ’ ετέρου στη μεγάλη ζήτηση που παρουσιάζει το «Σωτηρία με λένε» της Σοφίας Αδαμίδου, μια προσωπική ερμηνευτική επιτυχία της Λήδας Πρωτοψάλτη. Θυμίζουμε ότι η σκηνοθεσία είναι του Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου, τα σκηνικά της Κούλας Γαλιώνη και το φιλμ της Λουκίας Ρικάκη. Παίζει επίσης η Εύα Καμινάρη.

Η «Λισαβόνα» του Αντώνη Νικολή ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου, σκηνικό Λέας Κούση. Παίζουν: Λήδα Πρωτοψάλτη – Θανάσης Παπαγεωργίου.

Αντώνη Νικολή «Λισαβόνα» στη Στοά

Το θέατρο «Στοά» στις αρχές του Φλεβάρη θα ανεβάσει το έργο του Αντώνη Νικολή «Λισαβόνα». Σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου, σκηνικό Λέας Κούση. Παίζουν: Λήδα Πρωτοψάλτη – Θανάσης Παπαγεωργίου.

Στη «Λισαβόνα» παρακολουθούμε ένα ζευγάρι που επί πολλά χρόνια έκανε διακοπές στη Λισαβόνα. Κάποτε τις διακοπές σταμάτησε η αρρώστια και ο θάνατος της κόρης τους. Μετά από τέσσερα χρόνια αποφάσισαν να ξαναπάνε στη Λισαβόνα, που αντιπροσωπεύει τις φωτεινές μέρες τους, μήπως και ξεχάσουν… Ξεχνιέται ο βαθύς πόνος; Ξαναγυρνάνε στην κανονική ζωή οι άνθρωποι που χτυπήθηκαν αλύπητα; Μπορούν δύο «νεκροί» να σβήσουν τις μνήμες τους; Εχουν άλλη μνήμη εκτός από τη μνήμη του αγαπημένου προσώπου που χάθηκε; Είναι οι ίδιοι; Με ποιητικό τρόπο ο συγγραφέας διερευνά το χάος που αφήνει ο θάνατος, προσπαθώντας να ανακαλύψει εκείνο που δημιουργεί ο απερίγραπτος πόνος.