Category Archives: Παναγιωτοπούλου Αννα

«Ωχ! Τι κόσμος γιαγιά!» στο θέατρο Λαμπέτη

  • Ένα στημένο ατύχημα, που καταλήγει να γίνει δυστύχημα, ενώνει τους δρόμους τους και… τους μπερδεύει… αρκετά! Όλα αυτά, κάπου μέσα στη δεκαετία του 80’…

«Ωχ! Τι κόσμος γιαγιά!» στο θέατρο Λαμπέτη

Το Θέατρο επιστρέφει το καλοκαίρι στην Αθήνα με τη διαχρονική και επίκαιρη σατιρική βρετανική κωμωδία, «Ωχ! Τι κόσμος γιαγιά!» του Μπάρυ Κηφ, που παρουσιασιάζεται στο θερινό θέατρο Λαμπέτη («ταράτσα»).

Μία από τις πιο όμορφες καλλιτεχνικές σκηνές που ανακαινίστηκε εξ ολοκλήρου και επαναλειτουργεί μετά από οχτώ χρόνια, προσδοκώντας να ζωντανέψει την πάλαι ποτέ θεατρική λεωφόρο, τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας!

Την ανακαίνιση του θεάτρου και την πραγματοποίηση της παράστασης ανέλαβε η νεοσύστατη εταιρία παραγωγής TEATRO, της οποίας την καλλιτεχνική διεύθυνση έχει ο Τάσος Ιορδανίδης. Η Άννα Παναγιωτοπούλου, ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης, ο Τάσος Ιορδανίδης, η Σοφία Φαραζή, ο Ορέστης Τζιόβας, ο Γιάννης Σαρακατσάνης, ο Σταύρος Σβήγκος, η Τερέζα Γριμάνη και ο Μιχάλης Τιτόπουλος απαρτίζουν το θίασο που προσδοκά να «καυτηριάσει» με κωμικό τρόπο τη διαφθορά και την παντελή έλλειψη ηθικής των «σηματοδοτημένων» ηρώων του έργου. Συνέχεια

Advertisements

Μάνα κωμική και τραγική. Μια πολυεπίπεδη ερμηνεία από την Αννα Παναγιωτοπούλου στο «Μπουφάν της Χάρλεϊ…»

Μάνα. Κωμική. Ματαιωμένη. Αλλά και τραγική. Η Aννα Παναγιωτοπούλου την υποδύεται στο «Μπουφάν της Χάρλεϊ… Ή πάλι καλά», τον μονόλογο του Βασίλη Κατσικονούρη που έρχεται από την ίδια περίοδο που γράφτηκε «Το Γάλα» -με την ίδια δύναμη, την ίδια λαχτάρα για ζωή, την ίδια συντριβή από την ακύρωσή της- και παρουσιάζεται στο θέατρο «Δημήτρης Χορν», κάθε Δευτέρα και Τρίτη, σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια.

Μάνα κωμική και τραγική

Η παράσταση κράτησε την ατμόσφαιρα του κειμένου κι εστίασε στην κεντρική ηρωίδα, στον ρόλο της οποίας η Αννα Παναγιωτοπούλου καταφέρνει μια πολυεπίπεδη ερμηνεία, δίχως να «χάνεται» στις μελοδραματικές διαδρομές του κειμένου, ούτε να πνίγεται στο (όποιο) «μελό» του.

Περνάει από το κωμικό στο δραματικό κι από την τρυφερότητα στην απόγνωση με μαεστρία, κινείται μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, ισορροπώντας στις καταστάσεις αλλά και τα συναισθήματα. Μιλάει για τη ζωή που χάνεται και ακυρώνεται αλλά και την αίσθηση του «πάλι καλά» – σανίδα σωτηρίας μιας ζωής που συνεχίζεται με τις όποιες «απώλειες».

Μόνη, νύχτα, στέκεται έξω από το κουβούκλιο του φρουρού στον Αγνωστο Στρατιώτη, στην Πλατεία του Συντάγματος, η πρωταγωνίστρια του κειμένου. Μέσα εκεί, για να προφυλαχτεί από τη βροχή, στέκεται ο εύζωνος στρατιώτης.

Είναι ο γιος της (;) Η γυναίκα τού μιλάει σαν να είναι. Είναι η μόνη της ευκαιρία. Πάντα, όποτε προσπαθούσε να του μιλήσει, αυτός έφευγε. Αρπαζε το μπουφάν του της Χάρλεϊ κι ορμούσε έξω στον δρόμο. Απόψε, όμως, σκοπός ακίνητος κι αμίλητος στο μνημείο-μνήμα, δεν μπορεί να φύγει.

Είναι εγκλωβισμένος σ’ εκείνο το σημείο καμπής απ’ όπου ο καθένας μας περνάει κάποια στιγμή, βγαίνοντας απ’ την ελευθερία του και μπαίνοντας στο πόστο του. Εγκλωβισμένος σ’ αυτήν ακριβώς τη στιγμή, όπου η πέτρα που κυλάει καλείται να σταματήσει ήσυχα ήσυχα σε μια γωνιά και να χορταριάσει. Θέλει δεν θέλει, σ’ αυτό το σημείο βρίσκεται τώρα. Θέλει δεν θέλει, ακούει τη μάνα του τώρα. Κι αυτή θα του μιλήσει.

Οχι τόσο για να νουθετήσει, να γκρινιάξει, να κάνει κήρυγμα, ή να κλαφτεί, «σαν μάνα». Θα μιλήσει μόνο. «Σαν κοπέλα». Και θα του τα πει όλα.

Για την γκρίζα, θαμπή ζωή της, πώς, ξεκινώντας από τα καπνοχώραφα της Μακεδονίας στις αρχές της δεκαετίας του ’60, και φτάνοντας στην Αθήνα του σήμερα, της ξέφυγε στη διαδρομή. Για την πολύχρωμη, κι όμως πάλι θαμπή ζωή των νέων παιδιών εδώ, τώρα, πώς παρόμοια βλέπει να ξεγλιστράει μέσα και από τα δικά τους χέρια. Για τη ζωή που ξεκινάει σαν ένα υπέρλαμπρο θαύμα και σύντομα καταλήγει στον κλαυσίγελο του «πάλι καλά».

  • Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 04/01/2010