Category Archives: Παγιατάκης Σπύρος

Εννέα μετανάστες αφηγούνται…

Απλοί, σύντομοι, αυθεντικοί μονόλογοι ανθρώπων που ξεριζώθηκαν από τις πατρίδες τους

  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 14/4/2012

Πατρίδες
σκην.: Θαν. Παπαθανασίου, Μιχ. Ρέππας
θέατρο: Εθνικό, Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»

Χριστός Ανέστη! Τι; Χριστός Ανέστη; «Δύσκολο να δεχτείς την Ανάσταση του Χριστού. Ακόμα και οι μαθητές του απιστούσαν στην πρώτη είδηση, τη λογάριασαν για παραλήρημα των γυναικών», ανέφερε σε σημείωμά του -στις 7.4.1996- με τον τίτλο «Αναστάσιμη Εμπειρική Πιστοποίηση» ο γνωστός -και- για τη βαθιά του πίστη καθηγητής Χρήστος Γιανναράς. Ο ίδιος μερικούς μήνες αργότερα (3.11.1996) έγραφε: «Η εκκλησιαστική ορθοδοξία παράγει πολιτισμό…». Ομως πιο κάτω συμπλήρωνε πως: «Με τα σύγχρονα δυτικά κριτήρια “ανάπτυξης” και “προόδου” οι κοινωνίες με ορθόδοξη πολιτιστική καταγωγή κρίνονται ως κοινωνίες σε “καθυστέρηση” ή και σε “υπανάπτυξη”». Oπου αναφέρονται μερικές βασικές έννοιες όπως: Ορθοδοξία, πολιτισμός, δυτικά κριτήρια, κοινωνική καθυστέρηση, παραλήρημα γυναικών. Συνέχεια

Μεταμορφώσεις μέσα στα όρια

  • Σκηνοθεσία και ερμηνείες κρατούν την «Κατάρα της Ιρμα Βεπ» στην πλευρά της ποιότητας
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η Καθημερινή, 22/1/2012
  • ΤΣΑΡΛΣ ΛΑΝΤΛΑΜ, Η κατάρα της Ιρμα Βεπ, σκην.: Κων. Αρβανιτάκης, Θέατρο Ροές

Τον φίλο μου τον Δημήτρη από την Κέρκυρα θα τον έλεγα Ελληνάρα. Ιδιος μ’ εκείνον τον Ελληνοαμερικανό πατέρα της νύφης στην ταινία «Γάμος α λα ελληνικά», βλέπει τα πάντα να έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία Ελλάδα. Πρόσφατα είδαμε μαζί την κωμωδία η «Κατάρα της Ιρμα Βεπ» του Τσαρλς Λάντλαμ, όπου κατά τη διάρκεια της δράσης δύο άνδρες ηθοποιοί μεταμορφώνονται αστραπιαία και συνεχόμενα  σε πολλά και διάφορα πρόσωπα – συχνά φορώντας γυναικεία ρούχα. Για μια ακόμα φορά, ο Δημήτρης από τους Λάκωνες θριαμβολόγησε: «Είδες που σου ’λεγα! Σαν τον Πενθέα στις “Βάκχες” είναι! Σαν τον Μνησίλοχο στις “Θεσμοφοριάζουσες”». «Ενα λεπτό! Υπήρχαν πολύ νωρίτερα και οι Κινέζοι και οι Ινδοί, για να μη σου πω για την πιο πρόσφατή μας “Τούτσι” – ξένη αυτή ανάμεσα σε αμέτρητες αλλοδαπές τραβεστί. Και αν επιμένεις για εγχώριους “μεταμορφωτές” –όπως τους έλεγαν στον Μεσοπόλεμο– να σου πω για τα αστέρια της μεταμορφωτικής παρενδυτικής παράδοσης στη χρυσή επιθεώρησή μας, όπως ήταν ο Χριστοδούλου, ο Ροτζάιρον, οι αδελφοί Μάνου και άλλοι πολλοί». Στην παιγνιώδη σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη, που δείχνει να βρέθηκε σε μεγάλα κέφια δουλεύοντας εδώ, όπως άλλωστε και ο Αντώνης Λουδάρος και ο Γεράσιμος Γεννατάς, οι οποίοι παίζουν οκτώ ρόλους αλλάζοντας πενήντα εφτά κοστούμια (στις οδηγίες του συγγραφέα αναφέρονται μόνο 35 αλλαξιές), το μυστήριο της Ιρμα Βεπ αποκαλύπτεται εύκολα. Είναι το όνομα της πρώτης –θανούσης– συζύγου του Βρετανού λόρδου Ελγκαρ Χίλκρεστ, και είναι αναγραμματισμός της λέξης βαμπίρ. Στην πλοκή αναμειγνύονται ακόμα λυκάνθρωποι, μούμιες, δράκουλες και μια «Ρεβέκκα» όπως τη φαντάστηκε ο Αλφρεντ Χίτσκοκ στην ταινία του, το 1940. Από την εποχή του Αριστοφάνη τέτοιου είδους μεταμορφώσεις είχαν στόχο τη μεγαλοποίηση και τη διακωμώδηση. Εννοείται ότι σε παρόμοιες παρενδύσεις υπάρχει πάντα η οσμή, η υποψία μιας σεξουαλικής ανατροπής, ενός φετιχισμού μιας ομοφυλόφιλης συμπεριφοράς. Ο ίδιος ο πολυγραφότατος συγγραφέας (1943 – 1987) ποτέ δεν κράτησε μυστικές τις ομοφυλόφιλες προτιμήσεις του και ήταν ο πρώτος που έπαιξε στο έργο του μαζί με τον σύντροφό του, Εβερετ Κουίντον. Επιστήμονες έχουν γράψει τόμους και τόμους για τους άνδρες που ντύνονται γυναίκες (το περίφημο cross-dressing), και τα εμβριθή συμπεράσματα που βγήκαν είναι πολλά και αντιφατικά. Πάντως, στη δική μας τη συγκεκριμένη περίπτωση, στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Κ. Αρβανιτάκης χάρη στην καλλιεργημένη του αισθητική και –το κυριότερο– χάρη στην εύστροφη και καλόγουστη ερμηνευτική σάτιρα των δύο πρωταγωνιστών, η παράσταση αποφεύγει τον μεγαλύτερό της κίνδυνο: να γίνει drag show. Γιατί ασφαλώς σε drag show εμφανίζονται κι εκεί άνδρες με γυναικεία, όμως το λεπτό σύνορο ανάμεσα στη χοντροκομμένη γελοιοποίηση και στο ψάξιμο ενός κωμικού χαρακτήρα από έναν ταλαντούχο ηθοποιό είναι μια «κόκκινη γραμμή» –για να μείνουμε στη σημερινή κοινωνικο-οικονομική ορολογία–, η οποία χωρίζει το φθηνό τέχνασμα από την υποκριτική ποιότητα. Δόξα τω Θεώ, στην ιντερνετικά ανεπτυγμένη εποχή που ζούμε, κάτι τέτοιο μπορεί να το διαπιστώσει κανείς ιδίοις όμμασι. Δείτε και συγκρίνετε για παράδειγμα στο YouTube αποσπάσματα από δύο αμερικανικές παραστάσεις της «Ιρμα Βεπ». Από τη μια μεριά χοντράδα (στο: http://www. youtube.com/watch?v=50vu6WDBKtA&feature=related), και από την άλλη απόλαυση (στο: http://www .youtube.com/watch?v=DlpjD2df7xk). Είναι η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στον Αριστοφάνη και στις κακογραμμένες και κακοπαιγμένες σύγχρονες επιθεωρήσεις. Από την εποχή του Αριστοφάνη τέτοιου είδους μεταμορφώσεις είχαν στόχο τη μεγαλοποίηση και την υπερβολή στην κωμωδία. Η καλοδουλεμένη μετάφραση των Λάκη Λαζόπουλου, Ακη Σακελλαρίου, Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη και Μαριλένας Παναγιωτοπούλου, τα γεμάτα εφέ σκηνικά της Λίλης Πεζανού, τα ευφάνταστα στην κωμικότητά τους κοστούμια της Κλερ Μπρέισγουελ, και το τόσο σημαντικό για την περίσταση μακιγιάζ του Αγγελου Μέντη προσφέρουν μια ποιότητα στο ψευτο-κωμικό υπόβαθρο της σάτιρας.

Το «Μεγάλο Πέρασμα» στο απόλυτο κακό. Η Ρούλα Πατεράκη σκηνοθετεί το»Ρuerto Grande» του Μάνου Λαμπράκη, που έχει αφετηρία τον «Βόιτσεκ» του Μπίχνερ

  • Δεκατέσσερις ηθοποιοί, μπροστά σε σαράντα τέσσερις θεατές, παρουσιάζουν τις είκοσι τέσσερις σκηνές του έργου τουΜάνου Λαμπράκη «Ρuerto Grande» (2005) που σκηνοθετεί η Ρούλα Πατεράκη. Πρόκειται για ένα σύγχρονο μετα-κείμενο το οποίο έχει ως αφετηρία τον «Βόιτσεκ» του Γκέοργκ Μπίχνερ και διαδραματίζεται μέσα σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το κοινό παρακολουθεί τον βασανισμό και τη σταδιακή αποκτήνωση του Μπούνκερ- ενός κρατουμένου που θα ξεπεράσει κάθε όριο. Μέσα από έναν λόγο ελλειπτικό και «ασθμαίνοντα», οι άνθρωποι – ή ό,τι έχει απομείνει από αυτούς-, οδηγούνται σε αδιέξοδο και αφανισμό. Το απόλυτο κακό θριαμβεύει(;). «Μεγάλο Λιμάνι» ή «Μεγάλο Πέρασμα», το «Ρuerto Grande» φέρνει στη σκηνή πρόσωπα τα οποία μάταια προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα σε έναν κόσμο που καταρρέει. Ολοι και όλα είναι σε κρίση- ακόμη και το κακό μοιάζει ανίσχυρο μπροστά στην οργανωμένη φρίκη που οδηγεί στην καταστροφή. Χωρίς καμία ελπίδα.
  • «Ο συνδυασμός του χώρου και του θέματος,που είναι ακραίο και μελλοντολογικό, δημιουργεί αντιδράσεις από τους θεατές, οι οποίοι δεν μπορούν να σταθούν απαθείς απέναντι σε αυτό που βλέπουν. Είναι ένα έργο προβοκατόρικο που ζορίζει το κοινό», λέει η Ρούλα Πατεράκη λίγο πριν από την πρεμιέρα και μετά τις τρεις προπαραστάσεις που δόθηκαν για φίλους στον Χώρο Ιστορικής Μνήμης (1941-1944), πρώην κρατητήρια της Κομαντατούρ, στο αριθμό 4 της οδού Κοραή.
  • «Δεν ξέρεις πού να το τοποθετήσεις αυτό το έργο- έχει μια λογική μελλοντολογική. Ακόμη και οι εξουσιαστές δεν είναι απόλυτα καταδικασμένοι, σαν να έχει και για αυτούς μια κατανόηση», σχολιάζει η σκηνοθέτρια, η οποία γοητεύτηκε και αγάπησε βαθιά αυτό το έργο.
  • «Χρόνια είχα ν΄ αγαπήσω τόσο πολύ κάτι», παραδέχεται και μιλάει για το κείμενο που διαθέτει«ποιητικό τρόπο», ενώ παράλληλα είναι μια«ρεαλιστική πρόζα, με τη βία που τρομάζει πραγματικά».
  • Και συμπληρώνει ότι οι νέοι είναι εκείνοι που δείχνουν έτοιμοι να το αγκαλιάσουν γιατί τους αγγίζει, ενώ η εκλογίκευση των μεγαλυτέρων αποτελεί πρόβλημα.
  • «Εχει πολύ ενδιαφέρον όλο αυτό, μέσα σε έναν χώρο που λειτουργεί άμεσα με το κοινό- είναι τόσο κοντά που συμμετέχουν… Νιώθουν σαν μάρτυρες». Παραλληλίζοντας το έργο με τον «Βόιτσεκ», η σκηνοθέτρια αναφέρεται στην καθοριστική αποσπασματικότητα η οποία επιτρέπει στον καθένα να βάλει όποια σειρά θέλει στις σκηνές.
  • «Παρακολουθούμε τις διεργασίες των εξουσιών σε έναν άνθρωπο, που τον φτιάχνουν όπως θέλουν και τον κάνουν φονιά- σκοτώνει τη γυναίκα του αλλά και τον εαυτό του. Κάτι παρόμοιο, αν όχι το ίδιο, συμβαίνει και στον Μπούνκερ, αλλά είναι ακόμη πιο σκληρό. Η παράσταση είναι σαν να βγαίνει από τον χώρο».

Και καταλήγει:

  • «Πρόκειται για μια διαμαρτυρία του ανθρωπισμού απέναντι σε οποιαδήποτε μορφής εξουσία που ασκεί πιέσεις. Ο Λαμπράκης έχει γράψει ένα σύγχρονο πολιτικό έργο. Οπως η “Μηχανή Αμλετ” του Χάινερ Μίλερ, είναι κάτι αντίστοιχο. Εχει τη σωστή αναρχία – όπως πρέπει να είναι σήμερα το πολιτικό θέατρο».

Και ο συγγραφέας προσθέτει:

  • «Γράφοντας το “Ρuerto Grande”, κατάλαβα ότι ο έρωτας και το σώμα οφείλουν να έχουν πολιτική διάσταση. Το ίδιο και το θέατρο. Δεν ξέρω αν έγραψα πολιτικό έργο ή μια παραβολή», και προσθέτει, γύρω του, σαν συγγενείς του, τον Μπίχνερ και τη Σάρα Κέιν.
  • Το έργο «Ρuerto Grande» του Μάνου Λαμπράκη παρουσιάζεται από το Δραματικό Θέατρο της Ρούλας Πατεράκη. Παίζουν: Κοσμάς Φοντούκης, Διονύσης Ποταμίτης, Ενκε Φεζολάρι, Λένικα Αρφάνη, Κώστας Σειραδάκης, Γιάννης Παπαδόπουλος, Σαράντος Ρηγάκος κ.ά.Παραστάσεις στον Χώρο Ιστορικής Μνήμης (1941-1944), πρώην κρατητήρια της Κομαντατούρ, Κοραή 4. Τρίτη- Κυριακή,στις 21.00. Ως τις 31 Μαΐου.
  • ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 26 Απριλίου 2009

Η «Γηραιά Κυρία» και το… λίφτινγκ

Μια δουλειά που φλερτάρει με το εξωπραγματικό και τον ρεαλισμό – Κριτική Σπύρος Παγιατάκης

Φρίντριχ Ντίρενματ Η Επίσκεψη της Γηραιάς Κυρίας, σκην.: Στάθης Λιβαθινός. Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας

Δεν ξεχνά τίποτα αυτή η γηραιά κυρία. Κι ας πέρασε σχεδόν μισός αιώνας. Και δεν εννοώ βέβαια την παγκοσμίως γνωστή ως «Γηραιά Κυρία» του ποδοσφαίρου, δηλαδή την ιταλική FC Juventus. Οχι. Εννοώ την Κλαίρη Τσαχανασιάν η οποία μη ξεχνώντας το άδικο που της έγινε στα νιάτα της στη μικρή –ελβετική– πόλη Γκίλεν όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, επιστρέφει τώρα –πάμπλουτη μετά από εννέα πλούσιους γάμους κι οκτώ διαζύγια– αποφασισμένη να πάρει την εκδίκησή της. Εκδίκηση με όρους: να γίνει μεν «Μέγας Δωρητής» με την προϋπόθεση όμως ότι κάποιος από τους κατοίκους θα σκοτώσει τον πρώτο της εραστή. Αυτόν που την ανάγκασε να φύγει μ’ ένα παιδί στην κοιλιά – και να εξοκείλει. Πάνω από πενήντα χρόνια πέρασαν από τότε –στις 29 Ιανουαρίου 1956– που η μεγάλη γερμανόφωνη ηθοποιός Τερέζε Γκίζε πρωτοεμφανίστηκε στο ρόλο της γηραιάς Κλαίρης, στο γνωστότερο θεατρικό του Ελβετού Φρίντριχ Ντίρενματ. Ενα έργο που ο συγγραφέας του το χαρακτήριζε «κωμωδία», παρόλο που οι περισσότεροι σκηνοθέτες επέλεγαν σχεδόν μόνιμα να το παρουσιάζουν ψυχο-δραματικά, τονίζοντας κυρίως τις μαύρες σκιές που υπάρχουν γύρω απ’ όλους τους χαρακτήρες του.

Ο ρόλος του χρήματος

Κεντρική σκιά του ζόφου είναι αυτή που φέρει το σύνθημα πως το χρήμα έχει τη δύναμη να αμαυρώνει ανενόχλητα προσωπικότητες και συνειδήσεις. Σύμφωνοι. Είναι κάτι το οποίο βλέπουμε πάντα. Ειδικά στην σύγχρονη υλιστική εποχή το χρήμα είναι ενδεχομένως ακόμα πιο υπολογίσιμο παρά πριν από πενήντα χρόνια. Κι αναρωτιέμαι αν σήμερα οι διάφοροι χαμένοι του χρηματιστηρίου βρισκόταν μπροστά σ’ ένα ανάλογο ερώτημα μ’ αυτό των κατοίκων του Γκίλεν ώστε να πάρουν πίσω τα χαμένα πως θ’ απαντούσαν. Σίγουρα με ελάχιστες επιφυλάξεις!

Και η μεν ποδοσφαιρική Juventus διατήρησε το κεφάλι της ψηλά ως «Γηραιά Κυρία», όμως τούτοι οι κυρτωμένοι ώμοι ενός έργου το οποίο δικαίως θεωρείται φλύαρο και αυτοεπαναλαμβανόμενο αντέχουν άραγε πάντα να κουβαλάνε πέντε δεκαετίες; Είναι μεγάλη η εξέλιξη στο θέατρο. Οχι, δεν το αντέχουν κι αυτό φάνηκε στην πάνω από τρεις ώρες «ορθόδοξη» παράσταση που σκηνοθέτησε ο Στάθης Λιβαθινός σεβόμενος –φευ!– απόλυτα το κείμενο, στο «Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας» με την Μπέττυ Αρβανίτη στον κεντρικό ρόλο. Ενδεχομένως να είμαι και προκατειλημμένος. Είδα πέρυσι μία μοναδική και πέρα για πέρα «ανορθόδοξη» γερμανική παράσταση του ίδιου έργου από την ανατρεπτική σκηνοθετική ομάδα της Rimini Protokoll (Πρωτόκολλο Ρίμινι) όπου οι βασικοί προβληματισμοί του έργου –τιμωρία, απληστία, εκδίκηση, συνειδησιακά προβλήματα– γίνονται απόλυτα κατανοητοί παρ’ όλο που το έργο ήταν «πειραγμένο».

Πρωτοτυπία

Οι τρεις συν-σκηνοθέτες (Χέλγκαρντ Χάουγκ, Στέφαν Κέγκι και Ντάνιελ Βέτσελ) στήριξαν την πρωτοτυπία τους παρουσιάζοντας ως ντοκουμέντο το πώς έγινε η πρώτη, η προ πενηκονταετίας, παράσταση. Εκείνη στη Ζυρίχη με την Τερέζε Γκίζε. Τέλος πάντων. Το δικό μας θέμα μας σήμερα είναι η αθηναϊκή παράσταση. Μία παράσταση η οποία έρχεται τώρα 47 χρόνια μετά την πρώτη παρουσίαση του έργου στη χώρα μας, στο Εθνικό Θέατρο με την Κατίνα Παξινού και τον Αλέξη Μινωτή, σε σκηνοθεσία –τότε– του τελευταίου.

Βιώνουμε τις τελευταίες εβδομάδες μία περίοδο εύλογης και έντονης αμφισβήτησης. Γνωρίζουμε ήδη ότι τίποτα δεν θα είναι πλέον όπως χθες. Τουλάχιστον τίποτα δεν θα παραμείνει τόσο εύκολα αποδεκτό όπως γινόταν μέχρι τώρα. Η εποχή της γαλαζομάτικης αθωότητας έχει παρέλθει. Στο θέατρο η αλλαγή έχει ήδη γίνει πλατιά αντιληπτή τα τελευταία χρόνια. Τουλάχιστον σε άλλες, σε ξένες θεατρικές πιάτσες. Δύσκολα θα δει κανείς πλέον έργα τα οποία παρουσιάζονται «απείραχτα». Οχι, βέβαια, ότι τα πειράματα έχουν πάντα αίσιο τέλος. Ακριβώς όπως και στην «Επίσκεψη» όπου η συνείδηση πάει περίπατο δίνοντας τη θέση της στον πονηρό υπολογισμό.

Μάλλον το αντίθετο. Ελάχιστες είναι οι σκηνοθετικές «παραξενιές» που πετυχαίνουν. Ακριβώς όπως και στην «Επίσκεψη» η θεμελιωμένη σκηνοθετική άποψη συχνά πάει περίπατο δίνοντας τη θέση της στον πονηρό υπολογισμό. Ο Στάθης Λιβαθινός είναι ανάμεσα στους καλούς –επειδή αποτελεσματικά πειραματιζόμενους– σκηνοθέτες που διαθέτουμε. Στο μεταίχμιο ανάμεσα στην παράδοση και το λεγόμενο μοντέρνο έχει βρει μια ικανοποιητική ισορροπία. Φλερτάροντας με το εξωπραγματικό και με τον ρεαλισμό στην «Επίσκεψη» παρουσίασε μια ενδιαφέρουσα δουλειά. Περιορισμένος από τον τετραγωνικό χώρο του συγκεκριμένου θεάτρου, υποχρεώθηκε σε μια σκηνική αφαίρεση η οποία συχνά υπέφερε από την πολυλογία του –δυστυχώς απείραχτου– κειμένου. Καλύτερο στοιχείο της παράστασης οι πρωταγωνιστές της, Γιάννης Φέρτης και Μπέττυ Αρβανίτη.

Συγκλονιστικοί

Η εξέλιξη του χαρακτήρα του Αλφρεντ Ιλ (Γ. Φέρτης) στις λίγες μέρες που διαρκεί η Επίσκεψη –από το «την-έχω-στο-τσεπάκι-μου» μέχρι την συνειδητοποίηση της απόλυτης εγκατάλειψής του– μιλάει από μόνη της τόμους. Από τις χαμηλόφωνες αλλά καλύτερες ερμηνείες που δύσκολα ξεχνιούνται. Συγκλονιστική η Κλαίρη της Μπέττυς Αρβανίτη. Συγκλονιστική γιατί ανακαλύπτεις μία «μοχθηρή εκδικήτρια», ένα αδίστακτο, σκληρό χαρακτήρα ο οποίος όμως εξακολουθεί –πάνω απ’ όλα– να είναι ουσιαστικά ερωτευμένη με την πρώτη της αγάπη.

Ακριβώς όπως το θέλει και «Η επίσκεψη» όπου η γηραιά κυρία έχει προ-κατασκευάσει ένα υπέρλαμπρο μαυσωλείο στο Κάπρι για ν’ αποσυρθεί εκεί με το λείψανο του παλιού (;) αγαπημένου της. Είναι ακριβώς αυτή η αμφισημία, αυτές οι σχέσεις αγάπης–μίσους, ανιδιοτέλειας–συμφέροντος που είναι ανάμεσα στις μεγάλες αρετές του συγκεκριμένου έργου του Ντίρενματ. Υπάρχουν ήδη τρεις ή τέσσερις ελληνικές μεταφράσεις του έργου. Οπως τα πάντα, έτσι και η γλώσσα καλπάζει τα τελευταία χρόνια. Αναγκαία λοιπόν η τωρινή καλή μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα. Το φόρτε της Ελένης Μανωλοπούλου είναι εμφανέστατα τα κοστούμια. Εκεί το θεατρικό της αισθητήριο μπορεί να κάνει τις ενδιαφέρουσες εικαστικές υπερβάσεις δίχως να την εκθέσει. Και δεν εννοώ μόνο τις ενδυματολογικές εκκεντρικότητες της Μαντάμ Τσαχαναζιάν.

ΥΓ.: Τον περασμένο Απρίλιο το 12ο Ευρωπαϊκό Βραβείο Θεάτρου που είχε φιλοξενηθεί για δύο συνεχείς χρονιές στις εγκαταστάσεις του ΚΘΒΕ (το 2009 πηγαίνει στην Πολωνία) δόθηκε στον Γάλλο σκηνοθέτη Πατρίς Σερό. Παράλληλα, το 10ο Βραβείο «Νέες Θεατρικές Πραγματικότητες» που προβάλλει τη δουλειά νέων πρωτοπόρων καλλιτεχνών μοιράστηκε στα τρία: Στη Γερμανίδα χορογράφο Σάσα Βαλτς, στον Πολωνό σκηνοθέτη Κρίστοφ Βαρλικόφσκι και στην σκηνοθετική ομάδα της Γερμανίας «Πρωτόκολλο Ρίμινι» που πειραματίζεται πάνω στις θεατρικές συμβάσεις. Ο πειραματισμός της ομάδας με την «Επίσκεψη» ήταν από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που έχω δει τα τελευταία χρόνια.

Ολα μουντά και γεροντοκοριασμένα

Αισθηματο–ερωτικά συμπλέγματα και παντελής έλλειψη χιούμορ

Κριτική Σπύρος Παγιατάκης, Η Καθημερινή, Kυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

Γιώργος Σκούρτης, Οι ηθοποιοί, σκην.: Θόδωρος Γράμψας. Θέατρο: Τέχνης – Κάρολος Κουν

Σε ένα σημείο του έργου (Γιώργου Σκούρτη, «Οι Ηθοποιοί») ένα από τα κύρια πρόσωπα λέει: «Σήμερα ο Οιδίπους θα κυκλοφορούσε με χαρτοφύλακα και θα κουβαλούσε μέσα του ομόλογα και μετοχές». Κάτι τέτοιο έχει κιόλας συμβεί. Ηδη πριν από μερικά χρόνια η Σέρβα σκηνοθέτις Βίντα Ογκνιενόβιτς μάς παρουσίασε σε μια ξεχωριστή παράσταση με το Εθνικό Θέατρο του Βελιγραδίου έναν σύγχρονο πολιτικό Οιδίποδα, ο οποίος εκμεταλλεύεται στο έπακρο τη δύναμη του χρήματος και των ΜΜΕ. Η παράσταση φιλοξενήθηκε πριν από δύο μήνες στο ΚΘΒΕ στη Θεσσαλονίκη. Εδώ κι ενάμιση μήνα η –διαρκώς ξεπουλημένη– ανάλογη παράσταση στο Εθνικό Θέατρο στο Λονδίνο (στην αίθουσα Ολιβιέ) είναι ένας εξίσου εκσυγχρονισμένος «Οιδίπους Τύραννος» με σύγχρονα κοστούμια και αναφορές στη πολιτική τού σήμερα – σε σκηνοθεσία Τζόναθαν Κεντ με πρωταγωνιστή τον Ραλφ Φάινς.

Η τραγωδία του Σοφοκλή με τον μυθικό βασιλιά των Θηβών αντέχει κάπου 2.500 χρόνια. Αντίθετα, γραμμένοι πριν από λίγες –μόνο– δεκαετίες «Οι Ηθοποιοί» του Γιώργου Σκούρτη λυγίζουν από το βάρος μιας εποχής που δύσκολα αντέχει πλέον μεγαλοστομίες, περιπεπλεγμένα, μπαροκοειδή αισθηματο–ερωτικά συμπλέγματα και, το κυριότερο, την παντελή έλλειψη χιούμορ. Ιδού πώς ο ίδιος ο συγγραφέας περιγράφει το –«κατ’ εξοχήν υπαρξιακό» όπως το χαρακτηρίζει– έργο του: «Εδώ, οι άνθρωποι –ως ήρωες πια του εαυτού τους– κατορθώνουν να αντισταθούν στα εξουσιαστικά εμφυτεύματα φτάνοντας στην αυτογνωσία κι από κει στην καινούργια ζωή, με εμπιστοσύνη και αγάπη ο ένας για τον άλλον».

  • Η πλοκή

Κι επειδή υποθέτω πως δεν καταλάβατε και πολλά πράγματα, θα επιχειρήσω να σας τα πω πιο απλά. Δύο άνδρες και μια γυναίκα που ζούνε στον χώρο του θεάτρου μπλέκονται σ’ ένα ερωτικό τρίγωνο. Ο ένας τους, «δάσκαλος» και σκηνοθέτης (Αγγελος Αντωνόπουλος), είναι μεγάλος στην ηλικία και καθοδηγεί τόσο τη νέα κι όμορφη ηθοποιό (Ελισάβετ Μουτάφη) με την οποία συνδέεται στενά, όσο και τον φέρελπι πρωταγωνιστή (Μάνο Ζαχαράκο) σε «εφιαλτικές στιγμές εσώψυχων αποκαλύψεων, με κίνδυνο να τιναχτούν όλοι στον αέρα…» για να προχωρήσω στα λόγια του συγγραφέα. Με δυο λόγια ο ώριμος σπρώχνει το νέο ζευγάρι σε ερωτική σχέση. Βέβαια, υπάρχει κι ένα παλιότερο μυστικό: Ο σκηνοθέτης τα είχε και με τη μητέρα του νεαρού, οπότε…

Τέλος πάντων. Μια πλοκή είναι μια πλοκή. Το ζήτημα είναι με τι τρόπο αφήγησης αυτή η πλοκή θα παρασταθεί στη σκηνή. Απλά και κατανοητά ή μήπως μέσα από μια προσπάθεια «…να αγγίξω την κόλαση της ψυχής των ηρώων μου με ειλικρίνεια και αγάπη, δείχνοντας πως ο άνθρωπος μπορεί να νιώσει τη γαλήνη της ερωτικής και συντροφικής συνύπαρξης, παρ’ όλα τα “αγκάθια” της καθημερινής εγωιστικής ανταγωνιστικότητας». Χρησιμοποιώ πάλι τσιτάτα του συγγραφέα για να καταδείξω μια γλώσσα, μια νοοτροπία, μια κοσμο–φιλοσοφία την οποία προσωπικά τουλάχιστον θεωρώ φλύαρη και ξεπερασμένη, έτσι που είναι τόσο στενά συνδεδεμένη με παλιές και χωνεμένες δεκαετίες. Ευτυχώς στο μεταξύ ο τρόπος σκέψης κι έκφρασης έγινε πιο σβέλτος, πιο απλός.

Ο χρόνος και η αντοχή του σ’ αυτόν είναι η μόνη μεζούρα για ν’ αντιληφθεί κανείς αν κάτι εξακολουθεί ν’ αναπνέει μετά από μεγάλα –ή ακόμα και μικρά– διαστήματα. Είναι κάτι που αντιλαμβάνεται κανείς ιδιαίτερα στον κινηματογράφο. Ταινίες του Μικελάντζελο Αντονιόνι, του Αλεν Ρενέ και κυρίως του Ζακ–Λικ Γκοντάρ είναι σήμερα αφόρητες. Μήπως το ίδιο δεν συνέβη προσφάτως και με την τελευταία ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου όταν προβλήθηκε πριν από δύο εβδομάδες στη Θεσσαλονίκη; Κι από την άλλη μεριά υπάρχει βέβαια ο Ερνστ Λούμπιτς, ο Μπίλι Ουάιλντερ, ο Τσάρλι Τσάπλιν, που δεν θα γεράσουν ποτέ ακόμα και μετά 100 χρόνια.

Ο Γιώργος Σκούρτης έγραψε το έργο αυτό για τον συγκεκριμένο σκηνικό και παρασκηνιακό χώρο του Υπογείου του Θεάτρου Τέχνης. Δεν πρόλαβε να το ανεβάσει ο Γιώργος Λαζάνης κι ανεβαίνει τώρα στη σκηνοθεσία ενός άλλου απογόνου, του Θόδωρου Γράμψα, ο οποίος τόνισε όλες τις γκρίζες –και σκονισμένες– αποχρώσεις του κειμένου. Με δυο λόγια: Μουντά και γεροντοκοριασμένα. Οχι! Η κληρονομιά που άφησε ξωπίσω του ο Κάρολος Κουν σίγουρα δεν μπορεί να θυμίζει τόσο έντονα την πρωτοπορία των δεκαετιών ’50, ’60 και ’70.

Σωστός –επειδή στην ηλικία του μπορεί άνετα να υποδυθεί τον «ώριμο» καλλιτέχνη– ο Αγγελος Αντωνόπουλος. Λάθος ο διαρκώς αμήχανα κι ανέκφραστα συνοφρυωμένος Μάνος Ζαχαράκος. Κι από την Ελισάβετ Μουτάφη με εντυπωσίασαν τα ωραία κόκκινα μαλλιά της. Δίχως την παραμικρή έμπνευση τα θαμπά σκηνικά – κοστούμια της Κατερίνας Σωτηρίου και με επιμελημένη οικονομία στη ΔΕΗ οι φωτισμοί του Νίκου Σωτηρόπουλου.

Τρεις παραστάσεις «μπερδεμένου» περιθωρίου

«Σοσιαλιστικό» Βερολίνο, Οκτωβριανή Επανάσταση, αγγλική πρωτοπορία

Κριτική Σπύρος Παγιατάκης, Η Καθημερινή, Kυριακή, 23 Nοεμβρίου 2008

  • Δημήτρης Γκενεράλης, Bερολίνο 1989. Ιστορίες Μιας Πόλης, σκην.: Αρ. Τρουπάκης. Θέατρο: Απλό
  • Νίνα Μπερμπέροβα, Η συνοδός, σκην.: Δ. Κωνσταντινίδης. Θέατρο: Βαφείο
  • Μάρτιν Κριμπ, Ολο και λιγότερες καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης, σκην.: Φ. Μακρής. Θέατρο: Studio Μαυρομιχάλη

Το Βερολίνο μετά την πτώση του τείχους αλλά πριν αποχωρήσει οριστικά η κυβέρνηση της Ανατολικής Γερμανίας και επανενωθεί το πλέον ισχυρό κράτος της Δυτικής Ευρώπης.

«Βερολίνο 1989». Μια πόλη «μάλλον μπερδεμένη» αναφέρει το πρόγραμμα που προλογίζει το επταπρόσωπο έργο του Δημήτρη Γκενεράλη που φέρει τον υπότιτλο «Ιστορίες μιας Πόλης». Καμιά σχέση με τον Αμερικανό Ισεργουντ ή τον Ντέμπριν – και οι δυο τους περιγραφικοί και αφηγηματικοί. Με εξίσου μπερδεμένη διάθεση –και σ’ ένα μετα-εξπρεσιονιστικό ημίφως– σκηνοθέτησε το έργο ο Αρης Τρουπάκης. Το σκηνικό περιβάλλον έδειχνε να είναι κάτι σαν ανακριτικός χώρος της διαβόητης ΣΤΑΖΙ. Ενας ανακριτής κι ένας ανακρινόμενος, οι οποίοι αλλάζουν συνεχώς ρόλους. Μέσα σε μια γκριζαρισμένη υποφωτισμένη ατμόσφαιρα που θύμιζε έντονα την ταινία του Φριτς Λανγκ «Δρ Μαμπούζε» (του 1920) ο κυνηγός και ο κυνηγημένος αδυνατούν να διατηρήσουν την όποια σιγουριά ή ανασφάλειά τους. Το καθεστώς βρίσκεται υπό κατάρρευση και οι πάντες τρικλίζουν βλέποντας ένα μέλλον με ερωτήματα. Μία κατάσταση η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί θεατρικο-ψυχολογικά ενδιαφέρουσα εάν κι εφόσον ήταν πιο διευκρινιστική.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το μπέρδεμα παραμένει θολό. Κι όμως, μετά τα τόσα χρόνια που πέρασαν από το γκρέμισμα του «τείχους του αίσχους» πολλά είναι αυτά που σηκώνουν μια ψυχραιμότερη αντιμετώπιση. Και πρώτα-πρώτα το ίδιο το τείχος. Και το «αίσχος». Αν δεν το είχαν χτίσει η Ανατολική Γερμανία θα έπρεπε να το έκλεινε το μαγαζί της.

Ηταν η εποχή που η Δυτική Γερμανία ευνοούσε τη μαύρη αγορά του ανατολικογερμανικού μάρκου που το άλλαζες τέσσερα προς ένα. Στόχος ήταν να προκληθεί μια αναπόφευκτη κατάρρευση της ανατολικής οικονομίας. Τότε χιλιάδες ήταν αυτοί που δούλευαν στο Δυτικό Βερολίνο, τετραπλασίαζαν τα έσοδά τους και ζούσαν βασιλικά στο «σοσιαλιστικό» Ανατολικό δίχως να προσφέρουν οτιδήποτε. Ποια χώρα θα ανεχόταν κάτι τέτοιο δίχως τείχος; Τέλος πάντων. Ενα μικρό μόνο παράδειγμα για το πώς μπορεί να σου βγει το όνομα, ακόμα κι όταν τυγχάνεις «τείχος», ντουβάρι. Πάρα πολλά είναι αυτά που θα μπορούσε να διηγηθεί το Βερολίνο του τότε. Σπούδασα κι έζησα εκεί για μία δεκαετία, κι είχα τα μάτια μου ανοιχτά. Ομως, από το «Βερολίνο 1989» του Δημήτρη Γκενεράλη δεν κατάλαβα πολλά πράγματα. Μάλλον μπερδεύτηκα κι εγώ με την εσωστρεφή του διήγηση κι ένιωσα συμπόνια για μερικούς αξιοπρεπέστατους ηθοποιούς, όπως του Αργύρη Θανασούλα, Ιωάννη Λάσπια, Στέλιο Πάρρη και Δάφνη Μανούσου, οι οποίοι είχαν –οι δύστυχοι– να υποστηρίξουν θολές και ανεξήγητες καταστάσεις. Το πρόγραμμα της παράστασης με τις φωτογραφίες του Λένιν και με τα κείμενα της Οκτωβριανής Επανάστασης σε μπερδεύει κι αυτό.

Σκιά της «πρωταγωνίστριας»

Το μόνο κοινό που έχει «Η συνοδός» με εκείνη την ταραγμένη επαναστατική εποχή είναι πως η συγγραφέας Νίνα Μπερμπέροβα γεννήθηκε το 1901 στην Πετρούπολη και μάλιστα από αστική οικογένεια. Εφυγε όμως σε νεαρή ηλικία και δημιούργησε στη Δύση.

Γραμμένη το 1934 «Η συνοδός» είναι μία νουβέλα όπου εξιστορείται η ιστορία της Σόνιας, μιας accompagnatrice, δηλαδή μιας απ’ αυτές τις μέτριες πιανίστες που συνοδεύουν –μέχρι και σήμερα– τραγουδίστριες και χορεύτριες στο σολίστικο πρόγραμμά τους. Η μέτριας εμφάνισης δασκάλα του πιάνου Σόνια συνοδεύει τη Μαρία, μια απαστράπτουσα κλασική τραγουδίστρια στις τουρνέ της. Κι έτσι όπως βρίσκεται πάντα στη σκιά της «πρωταγωνίστριας» δεν αργούν να δημιουργηθούν σχέσεις περισσότερο ζήλειας παρά θαυμασμού, μάλλον μίσους παρά αγάπης. Και βέβαια υπάρχουν κι έντονες κάποιες υποψίες κάποιου ανολοκλήρωτου ομο-ερωτισμού. Αυτή η τραμπάλα που γέρνει επικίνδυνα από τη μια μεριά είναι ένα πρώτης τάξεως υλικό για τη Νίνα Μπερμπέροβα, η οποία το επεξεργάζεται αριστοτεχνικά στο αφηγηματικό κείμενό της, όπου φανερώνει και ταυτόχρονα κρύβει ενδόμυχες εγληματικές σκέψεις. Στη θεατρική του παρουσίαση (διασκευή Ράζβαν Μαζίλου και μετάφραση Δαμιανού Κωνσταντινίδη, ο οποίος και σκηνοθέτησε την παράσταση) η ισχυρή προσωπικότητα της –υποταγμένης στο κείμενο– Δήμητρας Χατούπη επεσκίασε εκείνη τη φιγούρα, η οποία κανονικά θα έπρεπε να λάμπει επάνω στη σκηνή. Δηλαδή την primadonna assolutta, παιγμένη εδώ από την Ελενα Χατζηαυξεντή, μία ηθοποιό η οποία διαθέτει και μία καλογυμνασμένη οπερετική φωνή. Ομως, πώς να το κάνουμε. Το «δεύτερο βιολί» στο έργο δεν θα έπρεπε να διαθέτει έναν τόσο εντυπωσιακά καλύτερο ήχο στην παράσταση.

Κανονικά έπρεπε να δίνει την εικόνα του θαμπού και του άτεχνου. Και η Δήμητρα Χατούπη έλαμπε από την αρχή μέχρι το τέλος. Το πιθανότερο ήταν ότι ο σκηνοθέτης δεν κατόρθωσε να παρουσιάσει τη Χατούπη σαν υποταγμένη και –τελικά– αποτυχημένη στη ζωή της, όπως είναι η Σόνια στο έργο. Εκτός πλέον και αν η όλη υπόθεση «…θα μπορούσε εντέλει να εκληφθεί… σχεδόν προφητική, της ιστορίας της ίδιας της ρωσικής Επανάστασης και της απώτερης κατάληξής της», όπως αναφέρει ο σκηνοθέτης στο πρόγραμμα σ’ ένα ελάχιστα κατατοπιστικό σημείωμά του. Προσωπικά τουλάχιστον δεν κατόρθωσα ν’ αντιληφθώ τα των προφητειών – της Οκτωβριανής Επανάστασης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ομως έστω και «λάθος», ακόμα και στις υπερβολές της η Δήμητρα Χατούπη είναι μια ηθοποιός που ο θεατής αξίζει να «χαζέψει» στις κοντινές αποστάσεις ενός μικρού θεάτρου.

Χαμογελαστή παράσταση

Αν σας αρέσει η λεγόμενη πρωτοπορία στο θέατρο κι αν τύχει να βρεθείτε στο Λονδίνο και θελήσετε να πάτε με –σχεδόν– κλειστά μάτια να δείτε «πρώτοι» κάτι που θα παιχθεί προσεχώς και στις μικρές avant garde σκηνές της Αθήνας, ε τότε πηγαίνετε στο Royal Court Theatre, στην Πλατεία Sloane. Από εκεί «ψωνίζουν» τους νεωτερισμούς τους και οι νεο- Ελληνες θεατράνθρωποι. Σάρα Καίην, Μαρκ Ρέηβενχιλλ, Νταίηβιντ Χέηρ, Απριλ Ντε Αντζελις κι άλλοι 40άρηδες με 50άρηδες Αγγλοι και Ιρλανδοί συγγραφείς έχουν πρωτοπαρουσιασθεί εκεί. Ανάμεσά τους και ο Μάρτιν Κριμπ (Crimp) του οποίου το «Ολο και λιγότερες καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης» παίζεται τώρα κι εδώ σ’ εμάς. Επισημασμένος για την «ανυπόφορη» γλώσσα του και για τη συναισθηματική του αποστασιοποίηση –σπάνια οι χαρακτήρες του μαρτυρούν σημάδια αγάπης ή αγαλλίασης– ο 52χρονος Αγγλος συγγραφέας ανήκει στην μετα-πιντερική «μαύρη γεννιά».

Στο «Ολο και λιγότερες Καταστάσεις Εκτάκτου Ανάγκης» –προβληματικό κείμενο μεταφρασμένο από τη Χριστίνα Μπάμπου-Παγουρέλη, μπράβο της!– αφηγητές και ήρωες (τα πρόσωπα είναι 3 ή τέσσερα) μπερδεύονται αναμεταξύ τους αλλάζοντας τους ρόλους, μιλώντας πολλές φορές ο ένας πάνω στον άλλον και συναλλασσόμενοι όσο γίνεται με τους θεατές. Το ανακάτωμα που δημιουργείται είναι τελικά πρόσχαρο. Στην αγγλική παράσταση δεν υπήρχε βέβαια τίποτα το πρόσχαρο. Ομως προτιμώ την ελληνική χαρμόσυνη εκδοχή, η οποία σίγουρα οφείλεται και στους «έξω καρδιά» ηθοποιούς Θανάση Βλαβιανό, Μαρία Κορδώνη, Στέλλα Κρούσκα και Φώτη Μακρή. Ο τελευταίος υπογράφει και τη σκηνοθεσία, η οποία δείχνει να στέκεται σεμνά απόμακρα αφήνοντας άνετο περιθώριο στον κάθε ηθοποιό για αυτοσχεδιασμούς. Μία χαμογελαστή παράσταση όπου λείπει το συνοφρυωμένο και απαισιόδοξο ύφος που κουβαλά ένας συγγραφέας ο οποίος παρά τα λίγα του χρόνια μόνο νέος δεν δείχνει. Κάπως σαν τη συμπατριώτισσά του, τη γνωστή και για την αυτοχειρία της Σάρα Καίην.