Category Archives: ΟΨΕΙΣ

Στο Bios: Ευγένιου Ο’ Νιλ «Χιούι»

art02bΤο τελευταίο, άπαιχτο στην Ελλάδα, έργο του Ευγένιου Ο’ Νιλ «Χιούι» (1941-1942), ανεβάζεται σήμερα στο «BIOS», σε σκηνοθεσία Ασπας Τομπούλη. Ο συγγραφέας θεωρούσε ότι αυτό το έργο του «ανήκει στο θέατρο του μέλλοντος», ότι είναι νέο είδος θεάτρου που απαιτεί φιλμική και τεχνική υποστήριξη. Νέα Υόρκη. Χαράματα 1929, λίγο πριν το τρομερό κραχ. Σε ένα ξενοδοχείο ο μικρο-τζογαδόρος Ερι επιστρέφει μετά από πολυήμερο μεθύσι και αντικρίζει τον καινούριο ρεσεψιονίστ. Του θυμίζει τον προηγούμενο, πρόσφατα πεθαμένο, ρεσεψιονίστ Χιούι. Μέσα στην ησυχία της νύχτας, δυο μοναχικοί άνθρωποι βρίσκουν τελικά σημείο επαφής, με ξεκαρδιστικές ιστορίες, εξομολογήσεις αποτυχιών και ψευδαισθήσεών τους. Μετάφραση: Ασπα Τομπούλη. Σκηνικά: Μαρία Κονομή. Κοστούμια: Κλερ Μπρέισγουελ. Μουσική: Πλάτωνας Ανδριτσάκης – Μίκυ Παντελούς. Παίζουν: Κώστας Τριανταφυλλόπουλος, Μάνος Σταλάκης. Ζωντανή ηλεκτρική κιθάρα Μίκυ Παντελούς.

Eugene O'Neill

Eugene O'Neill

Για το Hughie

Ο ΟΝιλ έγραψε το Χιούι [Hughie] το 1941. Άγνωστο μέχρι σήμερα στη χώρα μας, είναι το μόνο που σώζεται από ένα κύκλο 7 ή 8 μονόπρακτων που επρόκειτο να φέρει τον γενικό τίτλο By Way of Obit (Αντί Νεκρολογίας, θα μπορούσαμε να μεταφράσουμε). Ανίκανος να ολοκληρώσει το γράψιμο του κύκλου ο O’Νιλ κατέστρεψε όλα τα άλλα, ημιτελή έργα.

Όπως στα τελευταία του αριστουργήματα (Μακρύ ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα, Ο παγοπώλης έρχεται), έτσι και στο Hughie που γράφτηκε αμέσως μετά τον Παγοπώλη, ο Ο’Νιλ ενσωματώνει με ουσιαστικότατο τρόπο τις καλλιτεχνικές κατακτήσεις της μακράς συγγραφικής του περιπέτειας αλλά και την προσωπική του φιλοσοφία που συνόψισε στη φράση: «I now am a philosophical anarchist».

Σε ένα γράμμα στον κριτικό και φίλο του George Jean Nathan, ο Ο’Νιλ γράφει ότι όλα τα έργα του κύκλου θα είχαν δύο πρόσωπα. Το βασικό πρόσωπο μιλάει για κάποιον που πέθανε πρόσφατα. Το δεύτερο πρόσωπο μιλάει ελάχιστα. Κάθε έργο θα είχε ως τίτλο το όνομα ή το παρατσούκλι του πεθαμένου. Βέβαια, και τα άλλα έργα της ωριμότητας του Ο’ Νιλ είναι ουσιαστικά νεκρολογίες: μέσα από ένα συνεχές παιχνίδι ανάμεσα στη μνήμη και στη λήθη αποτυπώνεται η εμμονή με τους νεκρούς της οικογένειάς του και τους φίλους του.

Νέα Υόρκη. Μεταξύ 3 και 4 το πρωί του 1928, λίγο πριν από το μεγάλο οικονομικό κραχ. Στη ρεσεψιόν ενός ξενοδοχείου της συμφοράς στο κέντρο της πόλης. Ο Έρι Σμιθ, «a teller of tales» –ένας παραμυθάς όπως τον αποκαλεί ο Ο’Νιλ– συναντά τον καινούργιο ρεσεψιονίστ του ξενοδοχείου στο οποίο μένει. Του θυμίζει τον Χιούι, τον προηγούμενο νυχτερινό υπάλληλο που πέθανε πρόσφατα. Ο Έρι μιλάει ακατάσχετα, ο άλλος του απαντάει σχεδόν μονολεκτικά. Η ρεσεψιόν κάθε τόσο αντηχεί από τους ήχους της νυχτερινής Νέας Υόρκης. Οι ήχοι της πόλης –η πόλη– είναι ο άλλος πρωταγωνιστής του Hughie. Οι δυο μοναχικοί θα βρουν τελικά σημείο επαφής μέσα από τις αφηγήσεις ξεκαρδιστικών ιστοριών ή αξιοθρήνητων φαντασιώσεων, εξομολογήσεις αποτυχιών και καταθέσεις ψευδαισθήσεων.

Στον μικρόκοσμο της ρεσεψιόν αποτυπώνεται ολόκληρος ο μακρόκοσμος του Μπρόντγουεϊ: οι τζογαδόροι, οι κολλιτσίδες, οι πόρνες πολυτελείας, οι μεσάζοντες και τα στημένα παιχνίδια, οι γκάνγκστερ και οι μικροαπατεώνες – ο κάλπικος κόσμος της φούσκας και της ψευτιάς. Το Hughie γράφτηκε μέσα στη δίνη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου που ο Ο’Νιλ βίωσε με αισθήματα ακραίας απογοήτευσης και θυμού, σχεδόν σαν ένα προσωπικό τραύμα. Πίστευε ότι η επικράτηση του φασισμού σηματοδοτούσε τη πλήρη κατάρρευση κάθε έννοιας πολιτισμού και έβλεπε με απαισιοδοξία το μέλλον της Δύσης. Στο Hughie, τοποθετεί τη δράση στο χώρο του Αμερικάνικου μύθου για να τον ξεγυμνώσει με ανελέητη ειρωνεία αλλά και βαθιά ανθρωπιά. Ο θεατής διαπιστώνει σύντομα ότι ο χώρος δράσης είναι συμβατικός και ότι οι δύο ήρωες βρίσκονται στη μέση του πουθενά. Η βασική μεταφορά του Ο Παγοπώλης Έρχεται –η ανθρωπότητα ως «πλοίο των τρελών» που ζει μέσα από αυταπάτες και γελοίες προσδοκίες– επανέρχεται με έμφαση στο Hughie.

Το κείμενο ακροβατεί στο μεταίχμιο διηγήματος και θεατρικού έργου. Ο Ο’Νιλ καταγράφει υπό μορφή σκηνικών οδηγιών (αν ο όρος είναι ακριβής εδώ) τις φαντασιώσεις του υπαλλήλου που πυροδοτούνται από συγκεκριμένους θορύβους της πόλης και δείχνουν την άλλη πλευρά του ανθρωπάκου – την ονειρική και φαντασιακή του υπόσταση. Στην πραγματικότητα είναι εσωτερικοί μονόλογοι. Έτσι στο Hughie έχουμε δύο κείμενα διαφορετικής γραφής που ανελίσσονται παράλληλα: ένα θεατρικό, απόλυτα ρεαλιστικό, γραμμένο σε πυκνή αργκό του Μπρόντγουεϊ του 1930 και ένα «λογοτεχνικό» και άκρως ποιητικό. Μέχρι πρόσφατα, τα κείμενα των σκηνικών αυτών οδηγιών κατά κανόνα παραλείπονταν στις παραστάσεις.

Θα ήταν πραγματικά παράλογο να πιστέψουμε ότι συγγραφείς του επιπέδου του Ο’ Νιλ καταγράφουν με τόση επιμονή κάτι ασήμαντο και χωρίς λόγο. Ο ίδιος είπε ότι αυτός που θα αγνοήσει τις σκηνικές οδηγίες και θα μείνει μόνο στο διάλογο «θα ανεβάσει το μισό έργο εφόσον ο διάλογος δεν μας δίνει όλη την ιστορία». Και πρόσθεσε με νόημα: «Κάποια από τα πεζά και τις καταγραμμένες σκέψεις του Υπαλλήλου είναι από τα καλύτερα κομμάτια του έργου». Σύμφωνα με τους σπουδαίους βιογράφους του, Β.&Α. Gelb και Louis Sheaffer, ο Ο’Νιλ πίστευε ότι το Hughie ήταν ένα κείμενο για το «θέατρο του μέλλοντος». Ενόσω ζούσε αρνήθηκε να το δώσει για παράσταση. Και οι Gelb και ο Sheaffer συμφωνούν ότι φοβόταν ένα συμβατικό ανέβασμα που θα κατέστρεφε την ιδιαιτερότητά του. Ο Ο’Νιλ εξομολογήθηκε στη γυναίκα του, την Καρλότα, ότι στο Hughie πειραματίσθηκε με «ένα νέο θεατρικό είδος». Προαναγγέλλοντας ουσιαστικά το θέατρο των πολυμέσων, ο Ο’Νιλ θεωρούσε ότι «το Hughie χρειάζεται φιλμ, ειδικά επεξεργασμένα sound track και ηχογραφημένα» για να λειτουργήσει σκηνικά.

Για πολλά χρόνια η πλειονότητα των κριτικών διατύπωνε αμφιβολίες για τη θεατρικότητα του Χιούϊ. Δεν είναι τυχαίο ότι ανέβηκε για πρώτη φορά στη Στοκχόλμη το 1958, ενώ στην Αμερική μόλις το 1964. Ο Τζέισον Ρόμπαρτς, έπαιξε τον Έρι Σμιθ σε σκηνοθεσία Χοσέ Κουιντέρο. Ακολούθησαν ο Μπεν Γκαζάρα και ο Αλ Πατσίνο. Ο Πατσίνο κατανόησε την ιδιαιτερότητα του έργου όταν το σκηνοθέτησε και έπαιξε τον Έρι το 1996-7. Μετέφερε μέρος των εσωτερικών μονολόγων σε ηχογραφημένα τα οποία ενσωμάτωσε στη ροή της παράστασης. Αλλά και στην Ευρώπη αρχίζουν να ανακαλύπτουν το Hughie που μέχρι πρόσφατα ήταν σχεδόν άγνωστο στους ανθρώπους του θεάτρου. Παίχθηκε στο Άμστερνταμ, στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου το 2006 και στο Παρίσι από τον Λοράν Τερζιέφ το 2008.

Διάβασα το Hughie πολλά χρόνια πριν. Αργότερα, όταν ήμουν βοηθός του Τάσου Μπαντή στην παράσταση του Σωσμένου, στο Εμπρός, του είχα σώσει το κείμενο στα αγγλικά. «Έχει γράψει τέτοιο κείμενο ο Ο’Νιλ;» με ρώτησε. Πάντα έλεγε πως ήθελε να το ανεβάσει. Μέχρι και την τελευταία φορά που τον συνάντησα τυχαία και τα είπαμε όρθιοι στην πλατεία Βικτωρίας γιατί «είμαι βιαστικός». By Way of Obit για τον Τάσο λοιπόν.

Άσπα Τομπούλη

Eugene O'Neill με τη γυναίκα του και την κόρη τουστο Cape Cod, 1922.

Eugene O’Neill με τη γυναίκα και την κόρη του στο Cape Cod, 1922.

Advertisements