Category Archives: Οι Αλλοπαρμένοι

«Οι Αλλοπαρμένοι» στο «Αγγέλων Βήμα»

Ο Κοραής Δαμάτης υπογράφει τη σκηνοθεσία της παράστασης «Οι Αλλοπαρμένοι» των Τόμας Μίντλετον και Ουίλιαμ Ρόουλεϊ που ολοκληρώνει την πορεία της στις 25 Ιανουαρίου, στο θέατρο «Αγγέλων Βήμα». «Οι Αλλοπαρμένοι» είναι κράμα σκοτεινής τραγωδίας με γκροτέσκο, έργο γραμμένο με απολύτως σύγχρονο, ρεαλιστικό λόγο και με κινηματογραφικούς ρυθμούς. Η πλοκή του εκτυλίσσεται σε δύο επίπεδα που κινούνται παράλληλα. Στο ένα, το τραγικό, η βία, το τυφλό πάθος και ο ερωτισμός οδηγούν στην καταστροφή και την αυτοκαταστροφή. Στο άλλο, το γκροτέσκο, ο ζωώδης ανδρικός ερωτισμός μαζί με την ανδρική επιπολαιότητα και ματαιοδοξία γελοιοποιούν τους ανδρικούς χαρακτήρες και αναδεικνύουν τη δύναμη της γυναικείας πίστης.

Advertisements

Τόμας Μίντλτον – Ουίλιαμ Ρόουλεϊ, Οι αλλοπαρμένοι, σκην.: Κοραής Δαμάτης. Θέατρο: Αγγέλων Βήμα

Οταν το Ελισαβετιανό μαχαίρι βυθίζεται χωρίς οίκτο παντού – Κριτική Γιάννης Βαρβέρης

Τόμας Μίντλτον – Ουίλιαμ Ρόουλεϊ, Οι αλλοπαρμένοι, σκην.: Κοραής Δαμάτης. Θέατρο: Αγγέλων Βήμα

Ο Ελισαβετιανός συγγραφέας κωμωδιών και δραμάτων Τόμας Μίντλτον (1570 – 1627) κρατάει μια ζηλευτή θέση δίπλα στους συγκαιρινούς του, τον Μάρλοου, τον Φλέτσερ, τον Ντέκερ, τον Φορντ, έχοντας κατά πολλούς της εποχής του επισκιάσει και τον Σαίξπηρ – υπερβολές…

Αρνησίθεος, δεινός ανατόμος και επαναστάτης, έγινε συχνά θύμα της βασιλικής δυσμένειας, που έφθασε μέχρι το βαρύ πρόστιμο ή και τη βίαιη λογοκρισία. Οσο λογικό μοιάζει αυτό το τελευταίο για τους δικούς του καιρούς, άλλο τόσο επίκαιρος γίνεται για τους ίδιους λόγους σήμερα. Η ακρότητά του, ιδίως στο αριστούργημά του «Οι αλλοπαρμένοι» (1622), οδηγεί την αμαρτία στην αποθέωσή της και αναβιβάζει το έγκλημα σε απόλυτη αξία, μετρούμενη μόνον ως υλική ανταμοιβή. Εδώ οι άνθρωποι βυσσοδομούν, δολοφονούν αντί πινακίου κλίνης, προδίδουν δίχως ενδοιασμούς τους αγαπημένους και μη, και ενθρονίζουν την απροκάλυπτη σεξουαλική πράξη σε εφαλτήριο οριακού πάθους. Η πλοκή του έργου είναι καταιγιστική και ως ανελέητη ανάγεται σε ποιητική. Ο Μίντλτον έγραψε τους «Αλλοπαρμένους» σε συνεργασία με τον σύγχρονό του κωμικό ηθοποιό και κλόουν Ουίλιαμ Ρόουλεϊ. Νόμιμα μπορεί κανείς να φανταστεί ότι στον Ρόουλεϊ οφείλεται η αντιστικτική προς την κύρια πλοκή κίνηση των «τρελών ηρώων» ενός βουλιμικού και ασελγούς φρενοκομείου, στο οποίο η πράξη προηγείται της σκέψης και το ένστικτο της συνείδησης.

Υπέρ και κατά

Δύσκολο όσο και ποιοτικά φιλόδοξο το σχέδιο του Κοραή Δαμάτη να αναμετρηθεί μ’ αυτό το πυρίκαυστο υλικό. Ποια ήταν τα υπέρ και ποια τα κατά του; Είχε στη διάθεσή του μια ανθεκτική μετάφραση, την οποία είχε φιλοτεχνήσει, ίσως με κάποια συστολή αλλά με γνήσια θεατρικότητα, ο Γιώργος Σεβαστίκογλου το 1983 για την θνησιγενή ομάδα «Αεικίνητον». Είχε ακόμα τη φαντασία και το σκηνοθετικό δυναμισμό να οργανώσει γύρω από οργιώδεις αιωρούμενες κλίμακες έναν κόσμο σκαληνό, σάπιο, φοβογόνο, ερωτισμικό, σκοτεινό μέσα στα ημίφωτα των προθέσεων και φωτεινό στις λάμψεις του φονικού αίματος. Είχε ακόμα μια προσωπική σκέψη, για «φαρφουρένια» κοστούμια, που όμως κατά περίεργο αναμαγευτικό τρόπο παρέπεμπαν και στο ελισαβετιανό σύμπαν, στη διαστροφική εκδοχή του.

Από την άλλη μεριά, δεν φρόντισε να υποτάξει το «φρενοκομείο» του σε λογικές εσωτερικού χώρου, με συνέπεια να παράγεται ανεπιθύμητος θόρυβος και να κινδυνεύσει σοβαρά η αντίστιξη προς την κεντρική δράση.

Ελλειψη

Η αληθινή όμως έλλειψη της παράστασης ήταν η ανυπαρξία νέων ηθοποιών ειθισμένων στη βαρύτητα της λέξης, στο εννοιολογικό της φορτίο, στη μουσική της φράσης και, τελικά, στο όλον ύφος ως δήλωση πειστικού επιχειρήματος. Απ’ αυτή την άποψη αλλά και γενικά ως σκηνικές οντότητες στάθηκαν μόνον ο Δημήτρης Καραμπέτσης και ο Δημήτρης Μαύρος. Δεν θα αρνηθώ πάντως το μόχθο και την ένταση στερημένους όμως από εσωτερική συνοχή και την απαιτούμενη εν προκειμένω τεχνική, των: Λεωνίδα Χρυσομάλλη, Χρήστου Γεωργαλή, Κορίνας Χρυσάιδου, Σοφίας Αθανασοπούλου, Σήφη Πολυζωίδη, Μανώλη Χουρδάκη.

Επαινος στις φελλινικές-τρομακτικές μάσκες των Δήμητρας Καίσαρη και Κατερίνας Θεοφιλοπούλου, προσωπεία μιας ελευθέριας ηθικής και μιας παγανιστικής βακχείας που λοιδορεί τη χριστιανική αρετή. Βλέποντας το αβυσσαλέα αιματηρό φινάλε των «Αλλοπαρμένων» θυμήθηκα την ωραία ρήση του ρουμανογάλλου φιλόσοφου του 20ού αιώνα Ε. Μ. Σιοράν: «Τι ωφελεί τον άνθρωπο να κερδίσει τον κόσμο αν πρόκειται να χάσει την ψυχή του; Να κερδίσει τον κόσμο, να χάσει την ψυχή του! Έκανα κάτι καλύτερο: έχασα και τα δύο».