Category Archives: Ξένοι σκηνοθέτες

Διχάζουν οι ξένοι σκηνοθέτες στο Εθνικό Θέατρο

  • Εξι μετακλήσεις μετρά η τριετία Χουβαρδά στην πρώτη κρατική σκηνή της χώρας. Πόσο μετρούν το διαβατήριο και η εθνικότητα στην τέχνη

Οι ηθοποιοί κερδίζουν. Οι σκηνοθέτες προβληματίζονται. Οι κριτικοί διαφωνούν. Το Εθνικό Θέατρο, ωστόσο, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Γιάννη Χουβαρδά έχει επιλέξει, συστηματικότερα από άλλοτε, να μετακαλεί ξένους σκηνοθέτες για το ανέβασμα παραστάσεων στις σκηνές του, σε συνεργασία με ελληνικό θίασο. Πρόκειται για μια διεθνή πρακτική που άρχισε να εφαρμόζεται πρόσφατα στη χώρα μας και να προκαλεί συζητήσεις και αντιπαραθέσεις, ενώ και ο Νίκος Κούρκουλος την είχε υιοθετήσει, σε μικρότερες δόσεις. Αλλωστε η «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή που ανέβηκε το καλοκαίρι του 2007 από τον γερμανό σκηνοθέτη Πέτερ Στάινμε τη Στεφανία Γουλιώτη στον επώνυμο ρόλο και έναν αμιγώς ντόπιο θίασο ήταν η τελευταία επιλογή του.

Με την προσεχή πρεμιέρα του έργου «Λεόντιος και Λένα» του Μπύχνερ , στις 17 Απριλίου 2010, από τον γάλλο σκηνοθέτη Λοράν Σετουάν, το Εθνικό Θέατρο της τριετίας Χουβαρδά μετρά έξι μετακλήσεις ξένων. Η αρχή έγινε με τον «Εμπορο του Λας Βέγκας», τη χειμερινή σεζόν 2007-2008 στη σκηνή του Κοτοπούλη-Rex από τον γερμανικής καταγωγής, γεννημένο στο Λονδίνο, Μαρκ φον Χένινγκ που σκηνοθέτησε τον «Εμπορο του Λας Βέγκας», διασκευάζοντας ο ίδιο το έργο του Σαίξπηρ «Ο έμπορος της Βενετίας». Ακολούθησε (χειμώνας 2008-2009) ο «Κλήρος του μεσημεριού» του Πολ Κλοντέλ από τον Ελβετό Γιόσι Βίλερ στην Πειραιώς 260, ενώ το περασμένο καλοκαίρι ήταν οι «Πέρσες» του Αισχύλου από τον Βούλγαρο Ντίμιτερ Γκότσεφ, στην Επίδαυρο. Η φετινή χρονιά ξεκίνησε με τον Λιθουανό Τσεζάρις Γκραουζίνις να σκηνοθετεί την παράσταση «Ζορμπάς, η πραγματική ιστορία», στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος», συνεχίζεται με τον Νορβηγό Ερικ Στούμπε και την «Κυρία από τη θάλασσα» του Ιψεν στην Κεντρική Σκηνή του Τσίλεργια να κλείσει με τον προαναφερθέντα γάλλο σκηνοθέτη.

«Οταν στην Ελλάδα υπάρχουν τόσο πολλοί και αξιόλογοι έλληνες σκηνοθέτες, αναρωτιέμαι γιατί το Εθνικό επιλέγει τις μετακλήσεις ξένων, ορισμένοι από τους οποίους φέρνουν στις σκηνές μας παραστάσεις που έχουν ανεβάσει στο εξωτερικό. Οι μετακλήσεις αυτές κοστίζουν περισσότερο και αναρωτιέμαι τι περισσότερο προσφέρουν». Αυτή είναι η άποψη ενός σκηνοθέτη που εκφράζει μια μερίδα- όχι κυρίαρχη συναδέλφων του. Δεν βρίσκει όμως σύμφωνους τους ηθοποιούς, κυρίως εκείνους που είχαν και έχουν την «τύχη», όπως οι ίδιοι τονίζουν, να δουλεύουν με ξένους σκηνοθέτες.

Οπως ο Νίκος Κουρής, που επισημαίνει ότι από τη συνεργασία του με τον Γιόσι Βίλερ ή τον Γκότσεφ μόνο κερδισμένος βγήκε. «Είναι εξαιρετικά αξιόλογοι αυτοί οι άνθρωποι» τονίζει και εξηγεί ότι «πρέπει ωστόσο να αποσυνδεθεί το αποτέλεσμα από την προσπάθεια. Καθώς το θέατρο χρειάζεται χρόνο για να γεννήσει μια δημιουργική κατάσταση και ο χρόνος ποτέ δεν φθάνει, η δουλειά με τους ξένους γίνεται δυσκολότερη. Θα ήταν ιδανικό να υπήρχε συνέχεια σε αυτές τις συνεργασίες, να υπήρχε δηλαδή μια δεύτερη και τρίτη φορά…». Και η γλώσσα; Ολοι συμφωνούν ότι είναι ένα πρόβλημα. «Θέλεις να μιλάς την ίδια γλώσσα, η γλώσσα είναι ο κώδικας. Οχι όμως ως επικοινωνίας, αλλά ως κείμενο. Από εκεί και πέρα εξαρτάται από τον σκηνοθέτη. Ο Γιόσι Βίλερ είχε μια πρακτική σχέση με τον χώρο και το σώμα του ηθοποιού και με την αίσθηση που είχε ήταν πραγματικά ένα μεγάλο μάθημα για μας, ένα σχολείο. Ο Γκότσεφ, από την άλλη, ήξερε πολύ καλά το κείμενο χωρίς χρήση νοηματικής». Για τον Βασίλη Ανδρέου «ο Ερικ Στούμπε ήταν σαφής. Τον ενδιέφερε το ημερολόγιο του ήρωα, αυτό που θα μεταφέρουμε εμείς και όχι ο ρόλος.Δεν ήθελε αυτοσχεδιασμούς. Για εκείνον είμαστε ένα νέο υλικό, μια talula rasa και γι΄ αυτό είναι πιο απαιτητικοί μαζί μας αλλά και πιο τίμιοι. Κάτω από κάθε ελληνική λέξη είχε τη μετάφρασή της» και θυμίζει ότι και ο σκηνοθέτης βρίσκεται απέναντι σε ξένους, οπότε ο σεβασμός αποτελεί το κλειδί της καλής συνεργασίας και καταλήγει. «Προσωπικά πιστεύω ότι παίζεις καλύτερα, μια που εξετάζεις τη γλώσσα από μόνος σου και προσέχεις πολύ. Και όταν ο Ερικ Στούμπε δεν μπορούσε να μας πει κάτι με λέξεις, μας μετέφερε την αίσθησή του».

Για τον Νίκο Χατζόπουλο, που μοιράστηκε την εμπειρία με τον ίδιο νορβηγό σκηνοθέτη, η αλήθεια είναι ότι «σίγουρα πάντα κάτι χάνεται στη μετάφραση». Ηθοποιός και σκηνοθέτης, αναγνωρίζει το πρόβλημα «όταν ο ξένος σκηνοθέτης δεν ξέρει καθόλου τη γλώσσα και προσπαθεί να καταλάβει πού βρισκόμαστε. Μια τέτοια συνεργασία, πάντως, έχει και τα υπέρ και τα κατά της… Το σημαντικό κέρδος είναι η κατανόηση του κει μένου πέρα από τις λέξεις, μια άλλου τύπου συνεννόηση. Σου δίνονται περισσότερα ερεθίσματα, ανοίγουν οι ορίζοντές σου, εμπλουτίζεσαι». «Πράγματι, μπορεί να γίνει εμπόδιο το θέμα της γλώσσας» συμφωνεί και ο Δημήτρης Λιγνάδης, ενώ για τον Δημήτρη Κουρούμπαλη που συνεργάστηκε για δεύτερη φορά με τον Γκραουζίνις- είχε προηγηθεί το «Δάφνις και Χλόη» στο Πορεία- το ζήτημα δεν είναι η καταγωγή, αλλά η προσωπικότητα, η εκπαίδευση και η κουλτούρα του σκηνοθέτη. «Ως ηθοποιός συναναστράφηκα έναν άλλο πολιτισμό και μια άλλη νοοτροπία, η οποία στην αρχή με ξένισε, αλλά σε δεύτερη φάση μου άνοιξε καινούργιους ορίζοντες, με εμπλούτισε. Αποκτάς μια διαφορετική οπτική».

Σε αυτό επανέρχεται και ο Νίκος Κουρής: «Ανοίγουν τα μυαλά μας,η αίσθησή μας, ανταλλάσσουμε πράγματα και ιδέες και συνειδητοποιούμε ότι δεν είμαστε και τόσο πίσω όσο νομίζαμε. Είμαστε ανοιχτοί και έχουμε ανάγκη να πάμε λίγο παραπέρα. Αλλωστε αυτά που μαθαίνουμε με τους ξένους, τα κουβαλάμε μετά δεν σημαίνει ότι όλα θα φανούν τώρα. Τίποτε δεν αλλάζει από τη μια στιγμή στην άλλη. Συνεργασίες όπως αυτές έχουν όλα τα καλά της φρεσκάδας, της εγρήγορσης, την επείγουσας διάστασης να τολμήσεις, να δοκιμάσεις. Και απ΄ ό,τι καταλαβαίνω, και το κοινό θέλει να έρχονται ξένοι. Μπαίνουν έτσι κάποιες βάσεις. Η τέχνη απαιτεί ανταλλαγές». «Προτιμώ τις πολιτιστικές ανταλλαγές από τις πολιτιστικές εισροές. Ναι, να πέσουν τα σύνορα, αρκεί να υπάρχουν οι χώρες» επαυξάνει ο Δημήτρης Λιγνάδης που συμφωνεί με την πολιτική μετακλήσεων του Εθνικού: «Ως ηθοποιός κερδίζεις μια άλλη ματιά γιατί οι ξένοι είναι απενοχοποιημένοι και δεν έχουν ψυχολογικά βαρίδια. Ως σκηνοθέτης, δεν πιστεύω στις εθνικότητες στην τέχνη. Ούτε ό,τι βλέπουμε έξω είναι ευαγγέλιο…». Να μη θεωρούμε δηλαδή τον ξένο απαραιτήτως καλύτερο από εμάς. «Διαφορετικό είναι»λέει ο Νίκος Χατζόπουλος. «Και αυτή η επαφή με το καινούργιο και το διαφορικό είναι γόνιμη .Πρέπει όμως», υπογραμμίζει, «να βάλουμε και την Ελλάδα στον χάρτη της Ευρώπης. Και η πολιτεία πρέπει να επενδύσει σε αυτό». Ισως το Σύστημα Αθήνα να είναι ένας δρόμος. Ισως μια σειρά από πρωτοβουλίες που θα μπορούσε να λάβει το Εθνικό Θέατρο ή, ακόμα περισσότερο, το Ελληνικό Φεστιβάλ και το υπουργείο Πολιτισμού, να άνοιγαν νέους δρόμους, επί σκηνής.

  • ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΟΥΒΑΡΔΑΣ
  • διευθυντής Εθνικού Θεάτρου
  • Χωρίς ιδεοληψίες και φοβίες

«ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ για πάρα πολλά χρόνια ήταν ερμητικά κλειστό στον εαυτό του. Και παρ΄ όλο που κατά καιρούς επηρεαζόταν, δανειζόταν ή και αντέγραφε από επιλεγμένους “στόχους”, δεν υπήρχαν επίσημα και ανοιχτά κανάλια επικοινωνίας με το ξένο θέατρο. Αυτό άλλαξε άρδην την τελευταία δεκαπενταετία: περισσότεροι ξένοι σκηνοθέτες μετακαλούνται στην Ελλάδα (και βεβαίως όχι μόνο από το Εθνικό ή το Αμόρε παλιότερα), περισσότεροι έλληνες σκηνοθέτες εργάζονται στο εξωτερικό, ενώ γενικότερα η ανταλλαγή καλλιτεχνικής ενέργειας, προσώπων και παραστάσεων είναι πολύ πιο πλούσια. Συγκριτικά βεβαίως με την υπόλοιπη Ευρώπη, της οποίας τα καλλιτεχνικά σύνορα έχουν προ πολλού πέσει τελείως, βρισκόμαστε ακόμη σε πιλοτικό στάδιο. Και αυτό, και γιατί το κοινό μας χρειάζεται περισσότερο χρόνο εξοικείωσης με άλλες νοοτροπίες ή καλλιτεχνικές πρακτικές (δεν αναφέρομαι στους καλλιτέχνες, ιδίως τους ηθοποιούς, γιατί τους θεωρώ «έτοιμους από καιρό»), αλλά δυστυχώς καιδιότι δεν έχει ακόμη υπάρξει εκ μέρους της πολιτείας οργανωμένη υποστήριξη στον τομέα αυτό. Οσο δηλαδή συστηματικά και να σκεφτόμαστε τις ανταλλαγές καλλιτεχνικού δυναμικού διεθνείς συμπράξεις και συμπαραγωγές, συμμετοχή σε ξένα φεστιβάλ, αμοιβαιότητα στη μετάκληση σκηνοθετών (και για όλα αυτά έχουμε προτάσεις)- χωρίς θεσμοθετημένη και γενναιόδωρη κρατική μέριμνα, κάτι τέτοιο μένει μόνο στη φάση της ευγενούς φιλοδοξίας. Υποθέτω ότι ένας βασικός λόγος για αυτή την έλλειψη (αν και σίγουρα όχι ο μόνος) είναι και ήταν ανέκαθεν το οικονομικό κόστος. Και για να απαντήσω στην ερώτησή σας ευθέως, ναι, κοστίζει η συνεργασία με το εξωτερικό, ιδίως όταν εξάγεις πολιτισμό, όμως αυτός είναι ένας στόχος εντελώς πρώτης προτεραιότητας, όσο και αν κοστίζει. Ως προς την «εισαγωγή» σκηνοθετών, αυτή δεν έχει ιδιαίτερο κόστος, αν αναλογισθούμε ότι σημαντικά ονόματα που ήρθαν στο Εθνικό Θέατρο, εθελοντικά κατέβασαν τις αμοιβές τους κατά πολύ για να ευθυγραμμισθούν με τις αμοιβές των ελλήνων συναδέλφων τους και σεβόμενοι τις δυνατότητες του Εθνικού Θεάτρου. Αντίθετα, τα οφέλη υπήρξαν πολλαπλά, τόσο στο καλλιτεχνικό πεδίο όσο και στο οικονομικό,αφού όλες σχεδόν οι παραστάσεις που σκηνοθέτησαν είχαν πολύ καλή πληρότητα. Και βέβαια οι ηθοποιοί που συνεργάστηκαν μαζί τους κέρδισαν πολλά, αλλά και το κοινό (ακόμη και η μερίδα εκείνη που μπορεί να διαφώνησε με τις επιλογές τους) είχε την ευκαιρία να κρίνει άμεσα τις τελευταίες τάσεις στη διεθνή θεατρική σκηνή. Οσο για το αν τίθεται θέμα μη επάρκειας του ελληνικού δυναμικού: και φυσικά όχι. Αλλά είναι ζωτικής σημασίας να γίνονται ζυμώσεις και οσμώσεις στον καλλιτεχνικό χώρο,να κυκλοφορεί η σύγχρονη τέχνη και να κρίνεται ελεύθερα, χωρίς να εμποδίζεται από ιδεοληψίες ή φοβίες, γιατί μόνο έτσι εξελίσσεται».

  • ΕΛΕΝΗ ΒΑΡΟΠΟΥΛΟΥ
  • θεατρολόγος- κριτικός θεάτρου
  • Με κριτήρια καλλιτεχνικά και όχι εθνικά

«Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΩΝ ΣΚΗΝΟΘΕΤΩΝ από έναν θεατρικό οργανισμό δεν μπορεί παρά να γίνεται με κριτήρια καλλιτεχνικά και όχι εθνικά. Μια από τις προϋποθέσεις για να υπάρξει αξιόλογο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα στο θέατρο ήταν πάντοτε ο προβληματισμός ποιος σκηνοθέτης θα ανεβάσει τι. Αν ο καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου θεωρεί απαραίτητη τη μετάκληση ξένων σκηνοθετών γιατί πιστεύει ότι έτσι υπηρετούνται καλύτερα τα συγκεκριμένα έργα, ότι έτσι επιτυγχάνονται η ανταλλαγή ιδεών και ο διάλογος ανάμεσα σε θεατρικούς πολιτισμούς και καλλιτέχνες, ή ότι έτσι εξασφαλίζονται καινούργιες εμπειρίες για τους ηθοποιούς ή τους θεατές, τότε κάνει σωστά τη δουλειά του. Πάντως οι επιλογές του θα κριθούν στην πράξη, με βάση τις ίδιες τις παραστάσεις. Σε καμία περίπτωση όμως δεν πρέπει να κρίνονται με βάση την καταγωγή των σκηνοθετών. Αλίμονο αν θέτουμε ζητήματα διαβατηρίου και εθνικότητας για τους σκηνοθέτες από το εξωτερικό που έρχονται να συνεργαστούν με παραγωγές του Εθνικού Θεάτρου. Η Κομεντί Φρανσέζ στη Γαλλία ανανέωσε την παράδοση των κλασικών της σε μεγάλο βαθμό με τη συνδρομή του «ξένου» σκηνοθετικού βλέμματος, ο Κουν είχε κληθεί να σκηνοθετήσει Σαίξπηρ στην Αγγλία και αρκετοί από τους σύγχρονους έλληνες σκηνοθέτες καλούνται σήμερα να σκηνοθετήσουν στο εξωτερικό. Ας μην υψώνουμε τείχη και μάλιστα σε μια τέχνη που από την ιστορία της έχει διεθνώς αποδείξει πόσο τρέφεται από τη μετακίνηση και τις περιοδείες των καλλιτεχνών, από την παραγωγική διακίνηση των αισθητικών απόψεων και ιδεών».

  • ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ
  • θεατρολόγος- κριτικός θεάτρου
  • Με την αρχή της αμοιβαιότητας

«ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΝ ΕΧΩ καμία αντίρρηση για την παρουσία ξένων σκηνοθετών στη χώρα μας, αρκεί να γίνεται πάνω στην αρχή της αμοιβαιότητας. Αναρωτιέμαι γιατί δεν πηγαίνουν και οι Ελληνες να σκηνοθετούν ένα ελληνικό έργο ή μια αρχαία τραγωδία στο εξωτερικό… Το ίδιο σκεπτικό θα έπρεπε να ισχύει και στο ελληνικό φεστιβάλ. Ομολογώ πάντως ότι ως τώρα στις κρατικές σκηνές δεν έχει αποδειχθεί να έχουμε κερδίσει κάτι από την παρουσία και τη συνεργασία με ξένους σκηνοθέτες- μαζί τους έρχονται και σκηνογράφοι, την ίδια στιγμή που έχουμε μεγάλη και σημαντική σχολή στη χώρα μας.

»Πιστεύω ότι θα πρέπει να είναι κάτι πολύ σημαντικό για να αξίζει τον κόπο να ξεπεραστεί το θέμα της γλώσσας. Στην Ελλάδα συνηθίζουμε να λέμε ότι η μισή άποψη μιας παράστασης είναι η μετάφραση. Αναρωτιέμαι λοιπόν, πώς είναι δυνατόν να μην έχει σημασία το γεγονός ότι ο σκηνοθέτης δεν μπορεί να καταλάβει τι λέει ο ηθοποιός- και μιλάμε για Στρίντμπεργκ, Ιψεν ή αρχαία τραγωδία; Ο ηθοποιός παίζει μεν με το σώμα του, αλλά παίζει και με τη γλώσσα,το κείμενο, τις λέξεις,την άρθρωσή του».

ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ,  Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2010

Advertisements