Category Archives: Ντίρενματ Φρίντριχ

«Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» από την «Πράξη»

Επιμένοντας στην ποιοτική ρεπερτοριακή κατεύθυνσή του, ο θίασος «Πράξη» ανέβασε στο «Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας» ένα έργο «σταθμό» του γερμανόφωνου μεταπολεμικού θεάτρου, την «Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» του Φρίντριχ Ντίρενματ, σε νέα, νοηματικά και θεατρικά δραστική μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα. Ιδεολογικά και δραματουργικά επηρεασμένος από τον Μπρεχτ, ο σπουδαίος Ελβετός δραματουργός και πεζογράφος Ντίρενματ με το έργο αυτό (1956), χρησιμοποιώντας το συνηθέστατο, οικουμενικό, από γενέσεως ανθρώπου, φαινόμενο της ερωτικής προδοσίας, αλληγορικά αποκαλύπτει τη δύναμη του κεφαλαιοκρατικού χρήματος. Το χρήμα εκπορνεύει. Είναι αδυσώπητο, απάνθρωπο. Χάριν της εξουσίας του, χρησιμοποιεί όλες τις μεθόδους για να εκβιάζει, να διαβρώνει και να εξαγοράζει συνειδήσεις. Οχι μόνο του ατόμου, αλλά και τη συλλογική συνείδηση μιας κοινωνίας. Εκμεταλλεύεται τα πάντα. Τα προσωπικά και οικογενειακά προβλήματα, την αδυναμία, τις προσωπικές φιλοδοξίες, την επαγγελματική ή κοινωνικοθεσμική θέση και εργασία του ανθρώπου, κυρίως τη φτώχεια του ανθρώπου της ανάγκης. Εκμεταλλεύεται προπαντός την εκτεταμένη οικονομική κρίση και ανέχεια της κοινωνίας. Αυτό «διαμήνυσε» στην εποχή του και στην εποχή μας ο Ντίρενματ. Οπως ο Μπρεχτ, ο Ντίρενματ πίστευε ότι ο άνθρωπος αλλάζει. Οτι οι συνθήκες, η ταξική θέση και στάση του, η κοινωνική ή μη συνειδητοποίησή του τον αλλάζουν. Τον ωθούν – αναλόγως – είτε στο καλό είτε στο κακό. Και με αυτή την πεποίθηση έπλασε όλα, ανεξαιρέτως, τα πρόσωπα του έργου αυτού. Ο Ντίρενματ γράφει τη «Γηραιά κυρία» σε μια κρίσιμη εποχή. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει. Το μεγάλο κεφάλαιο ανακατανέμεται, ανασυντάσσεται και σωρεύεται «καταβροχθίζοντας», σιωπηλώς και εν μια νυκτί, τον εθνικό πλούτο ανίσχυρων, πασχόντων εξαθλιωμένων κοινωνιών και χωρών (εκτάσεις, υποδομές, εργοστάσια, άλλες επιχειρήσεις κλπ.) και παριστάνοντας τον κοινωνικό «ευεργέτη» αλώνει τις ανθρώπινες συνειδήσεις. Το κεντρικό πρόσωπο του έργου, η Κλαιρ Τσακανασιάν, γηραιά ιδιοκτήτρια πολλών μεγάλων επιχειρήσεων και εκτάσεων σε διάφορες χώρες, κληρονόμος των οκτώ αθλίων, αλλά ζάμπλουτων που παντρεύτηκε, η οποία εν κρυπτώ αγόρασε και τη δημόσια περιουσία (εκτάσεις, δάση, εργοστάσια) της γενέτειράς της, μετά από πενήντα χρόνια απουσίας επιστρέφει σ’ αυτήν, με ένα μόνο σκοπό. Σκοπό που είχε σε όλη τη ζωή της. Με την ισχύ του πλούτου της να εξαγοράσει, ως «ευεργέτις» όλες τις συνειδήσεις στον εξαθλιωμένο οικονομικά και παραγωγικά τόπο της, προκειμένου να τιμωρήσει – έως θανάτου – τον άντρα που ερωτεύτηκε στη νιότη της, τον Αλφρεντ, ο οποίος την εγκατέλειψε, αν και έγκυο, για μια άλλη, εξαιτίας του οποίου ξενιτεύτηκε, έγινε πόρνη για να ζήσει και έχασε το εγκαταλειμμένο, λόγω της ανέχειάς της, μωρό της, αλλά και τη γενέτειρά της (κατοίκους και θεσμούς) που, αντιμετωπίζοντάς την ως πορνίδιο, απάλλαξαν από τις ευθύνες του τον άντρα που την άφησε έγκυο. Ο σκοπός της υπηρετείται από όλα τα πρόσωπα. Ολα εξαγοράζονται, όλα γίνονται συνένοχα. Ο συμπατριώτης της δικαστής, που τον εξαγόρασε για να υπηρετεί όλες τις υποθέσεις της. Ολα τα θεσμικά όργανα – λ.χ. δήμαρχος, αστυνόμος, παπάς, δημοσιογράφοι, πολίτες. Ακόμα και η γυναίκα και τα παιδιά του ηλικιωμένου μικρομαγαζάτορα, αγαπημένου της νιότης της. Μόνο ο δάσκαλος αντιστέκεται στο κακό, αλλά τελικά και αυτός υποκύπτει στην απαίτηση της «ευεργέτιδος»: Κάποιος από όλους να δολοφονήσει τον προδότη του νεανικού έρωτά της. Ο Αλφρεντ, εν μέσω μιας κοινωνικής «ζούγκλας», αναγνωρίζοντας ότι υπήρξε υπαίτιος ενός κακού, αυτοκαθαιρείται αυτοκτονώντας. Η σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού αναδεικνύει, τα μέγιστα, τη διαχρονική και επίκαιρη αξία του έργου, αλλά και τις μπρεχτικές επιρροές του. Κράμα ρεαλισμού, αλλά και συμβολικού εξπρεσιονισμού, αποστασιοποίησης και σαρκαστικού σχολιασμού, η σκηνοθεσία υπογραμμίζει το «γκέστους», τη θέση – στάση (κοινωνική, ταξική, ηθική, συνειδησιακή, ψυχοδιανοητική, συναισθηματική) του κάθε προσώπου. Την ενδιαφέρουσα, πολύ δραστική σκηνοθετική «ανάγνωση» στηρίζουν το λιτά συμβολικό σκηνικό και τα επίσης συμβολικά κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου, οι «ζοφώδεις» φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου, η αρμόζουσα στο «γκέστους» κάθε προσώπου κινησιολογία της Μαρίας Γοργία και η «σκοτεινή» μουσική του Θόδωρου Αμπαζή. Η κυρίαρχη ερμηνεία της παράστασης ανήκει στην Μπέτυ Αρβανίτη (γηραιά κυρία), που πλάθει ένα κυνικά απάνθρωπο και εκδικητικό, ανθρωπόμορφο «τοτέμ» της μεγαλοαστικής τάξης. Λιτά ρεαλιστική η ερμηνεία του Γιάννη Φέρτη. Αξιοι ονομαστικής αναφοράς για τις συνολικά αξιόλογες ερμηνείες τους είναι και οι άλλοι ηθοποιοί της παράστασης: Κώστας Γαλανάκης, Μπάμπης Σαρηγιαννίδης, Θανάσης Δήμου, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Βασίλης Καραμπούλας, Τζίνη Παπαδοπούλου, Ελένη Ουζουνίδου, Ακης Λυρής, Ηλίας Κουνέλας, Δημήτρης Μυλωνάς.

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 24/12/2008
Advertisements

Μια «γηραιά κυρία» επιστρέφει ακμαία


«Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ…» ΤΟΥ ΝΤΙΡΕΜΑΝΤ ΣΤΟ «ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ» / ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΜΠΕΤΤΥ ΑΡΒΑΝΙΤΗ

Του  Λέανδρου ΠΟΛΕΝΑΚΗ, Η Αυγή, 21/12/2008

«Η επιστροφή της γηραιάς κυρίας» είναι το γνωστότερο στην Ελλάδα δράμα του Ελβετού Φρίντριχ Ντύρενματ (1921-1990), και ο τίτλος του έχει γίνει σχεδόν παροιμιακή φράση στη γλώσσα μας, μετά τη θρυλική παράσταση του Εθνικού Θεάτρου, σε μετάφραση του Γ.Ν. Πολίτη, με τη μεγάλη Παξινού στον κεντρικό ρόλο πριν μισό σχεδόν αιώνα (1961), σε σκηνοθεσία του Μινωτή όταν ακόμη η πρώτη Κρατική Σκηνή «επαίδευε» θεατρικά την Ελλάδα. Το πολυπρόσωπο και απαιτητικό αυτό έργο παίχτηκε από τότε στην ελληνική σκηνή άλλες πέντε φορές, πάντοτε στα Κρατικά Θέατρα, με μια μόνο παρουσίαση από ιδιωτικό θίασο του Αλεξανδράκη και της Γαληνέα το 1991. Έχει άρα, ιδιαίτερη σημασία που σήμερα το παρουσιάζει η Θεατρική Εταιρεία «Πράξη», σε καλή μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθηνού (επιμέλεια κίνησης Μαρία Γοργία), με πρωταγωνίστρια τη Μπέττυ Αρβανίτη.

Τα αδυσώπητα σκληρό και αμείλικτο, αυτό έργο, «κουρδισμένο» σαν ελβετικό ρολόι, σήμερα πράγματι «χτυπάει» την ώρα της Ευρώπης, όταν όλοι οι μεγάλοι μύθοι, μεγάλες αφηγήσεις και μεγάλες παραστάσεις που έφτιαξαν τον πολιτισμό της, κατέληξαν και καταλήγουν ξανά στην ανελευθερία της βίας. Δεν είναι η στιγμή ν’ αναλύσουμε το γιατί και το πώς αυτής της παταγώδους αποτυχίας του πολιτισμού των φώτων και του ορθού λόγου, να κρατήσει όρθιο το οικοδόμημα του ανθρωπισμού, στο όνομα του οποίου εξακολουθεί να ασκεί την παγκόσμια κυριαρχία του. Απ’ την άλλη όμως μεριά θα ήταν λάθος ν’ αποδώσουμε στον Ελβετό συγγραφέα μια διαλεκτική σύλληψη του κόσμου και της ιστορίας, που δεν διαθέτει. Η «Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» αντανακλά, τουλάχιστον εν μέρει, έναν σκληροπυρηνικό, μεταφυσικό, προτεσταντικό, κλειστό πυρήνα σκέψης, όπου ο άνθρωπος, είναι φύσει αμαρτωλός ή θέσει αδύναμος να επιλέξει το καλό, έχοντας ξεφύγει από τον άνωθεν προορισμό του, και θα έρθει εξάπαντος η ημέρα της τιμωρίας. «Έσεται Ήμαρ». Η γραφή του Ελβετού δραματουργού συγγενεύει, με αυτόν τον τρόπο, με τις κινηματογραφικές «Dies irae» του Καρλ Ντράγιερ, και ως επιγόνους της έχει τις ομόλογες ταινίες του Λαρς Φον Τρίερ, με αποκορύφωνα το αμφιλεγόμενο «Ντόγκβιλ».

Η «Επίσκεψη…» δεν είναι μια αληθινή τραγωδία είναι μία, βιβλικής φύσης, ρωμαλέα αλληγορία, κάτω απ’ το πρόσχημα της τραγωδίας. Δεν μας μιλά για το σύγχρονο οικονομικό χάος, αποτέλεσμα εγκληματικών πολιτικών επιλογών, αλλά για τα «θανάσιμα αμαρτήματα» που το προκάλεσαν ως «οργή του Θεού». Σε αυτήν, η μόνη πράξη που έχει νόημα είναι η πράξη προς την ελευθερία. Την πράττει στο τέλος ο κεντρικός ήρως, Ιλ, αποδεχόμενος την ενοχή και την τιμωρία του, αλλά όχι ελεύθερα? είναι μια πράξη ελευθερίας από αδήριτη ανάγκη. Όχι από ελευθερία.

Με αυτήν την έννοια νομίζω ότι ήταν λάθος επιλογή του σκηνοθέτη να «διαβάσει» το έργο διαλεκτικά και να θελήσει να το αποδώσει έμμεσα, «μπρεχτικά», περι-γραφικά, σαν «τραγωδία από απόσταση» και «θέατρο μέσα στο θέατρο». Απομακρύνοντας το έργο από τον συμπαγή κεντρικό πυρήνα της σκέψης που το γέννησε, δεν αντιλαμβάνεται, ίσως, ότι έτσι του αφαιρεί το αρχετυπικό προφίλ, το αδυνατίζει. Το έργο είναι αυτό που είναι ριζικό, φέρει το υπερβατικό φορτίο που φέρει, κάθε «διαλεκτική» «μοντέρνα» προσέγγιση για το να «ελαφρύνει» τάχα, του έρχεται «ξένο ρούχο».

Ευτυχώς, κόντρα σχεδόν στη σκηνοθεσία, οι κεντρικοί και δεύτεροι ρόλοι βρίσκουν τη θέση, τον άξονα και την ιστορία τους. Η Μπέττυ Αρβανίτη (Κλαίρ Τσαχανασιάν), με έξοχα μέσα, ως αντι – Παξινού, βυθίζεται στο σκοτεινό, το εσώτερο, το απρόσιτο, για να αναδυθεί στο φως ξανά, σύμβολο διπλό, μιας πληγωμένης γυναίκας και μιας απρόσωπης τυφλής μοίρας. Ένα κατόρθωμα υποκριτικής σύνθεσης.

Ο Γιάννης Φέρτης (Ιλ) είναι μεστός, μια πλήρης εικόνα «χαρμολύπης» και αποδοχής της μοίρας στον καλύτερο ίσως ρόλο του των τελευταίων ετών.

Ο Κώστας Γαλανάκης, ένας εργάτης του θεάτρου, ηθοποιός «για όλες τις εποχές», στον βουβό του ρόλο (Μπόμπυ) διαθέτει, όπως πάντα, μέγεθος, όγκο και ουσία.

Ο Βασίλης Καράμπουλας (Δάσκαλος και τρίτος πολίτης) με υποκριτικό προφίλ που «κόβει» από μακριά.

Ωραία και ομαδικά, δημιουργικά, κινούνται, στο πλαίσιο μιας τραγικωμωδίας οι Νίκος Αλεξίου (απορητικός δήμαρχος), Μπάμπης Σαρηγιαννίδης, Θανάσης Δήμου, Δημήτρης Μυλωνάς, Παναγιώτης Παναγόπουλος, η Τζίνη Παπαδοπούλου με πολύ ωραία φωνή και κίνηση, Ελένη Ουζουνίδου (ταλέντο «μπούφο»), Άκης Λυρής και Ηλίας Κουνέλας, «Μπεκετικές» φιγούρες. Μια παράσταση κυρίως των ηθοποιών, που σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος της.

Θετική γνώμη έχω για τα σκηνικά και τα κοστούμια (Ελένη Μανωλοπούλου), τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς (Αλέκος Αναστασίου) και την ωραία μουσική (Θοδωρής Αμπαζής).

Η «Γηραιά Κυρία» και το… λίφτινγκ

Μια δουλειά που φλερτάρει με το εξωπραγματικό και τον ρεαλισμό – Κριτική Σπύρος Παγιατάκης

Φρίντριχ Ντίρενματ Η Επίσκεψη της Γηραιάς Κυρίας, σκην.: Στάθης Λιβαθινός. Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας

Δεν ξεχνά τίποτα αυτή η γηραιά κυρία. Κι ας πέρασε σχεδόν μισός αιώνας. Και δεν εννοώ βέβαια την παγκοσμίως γνωστή ως «Γηραιά Κυρία» του ποδοσφαίρου, δηλαδή την ιταλική FC Juventus. Οχι. Εννοώ την Κλαίρη Τσαχανασιάν η οποία μη ξεχνώντας το άδικο που της έγινε στα νιάτα της στη μικρή –ελβετική– πόλη Γκίλεν όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, επιστρέφει τώρα –πάμπλουτη μετά από εννέα πλούσιους γάμους κι οκτώ διαζύγια– αποφασισμένη να πάρει την εκδίκησή της. Εκδίκηση με όρους: να γίνει μεν «Μέγας Δωρητής» με την προϋπόθεση όμως ότι κάποιος από τους κατοίκους θα σκοτώσει τον πρώτο της εραστή. Αυτόν που την ανάγκασε να φύγει μ’ ένα παιδί στην κοιλιά – και να εξοκείλει. Πάνω από πενήντα χρόνια πέρασαν από τότε –στις 29 Ιανουαρίου 1956– που η μεγάλη γερμανόφωνη ηθοποιός Τερέζε Γκίζε πρωτοεμφανίστηκε στο ρόλο της γηραιάς Κλαίρης, στο γνωστότερο θεατρικό του Ελβετού Φρίντριχ Ντίρενματ. Ενα έργο που ο συγγραφέας του το χαρακτήριζε «κωμωδία», παρόλο που οι περισσότεροι σκηνοθέτες επέλεγαν σχεδόν μόνιμα να το παρουσιάζουν ψυχο-δραματικά, τονίζοντας κυρίως τις μαύρες σκιές που υπάρχουν γύρω απ’ όλους τους χαρακτήρες του.

Ο ρόλος του χρήματος

Κεντρική σκιά του ζόφου είναι αυτή που φέρει το σύνθημα πως το χρήμα έχει τη δύναμη να αμαυρώνει ανενόχλητα προσωπικότητες και συνειδήσεις. Σύμφωνοι. Είναι κάτι το οποίο βλέπουμε πάντα. Ειδικά στην σύγχρονη υλιστική εποχή το χρήμα είναι ενδεχομένως ακόμα πιο υπολογίσιμο παρά πριν από πενήντα χρόνια. Κι αναρωτιέμαι αν σήμερα οι διάφοροι χαμένοι του χρηματιστηρίου βρισκόταν μπροστά σ’ ένα ανάλογο ερώτημα μ’ αυτό των κατοίκων του Γκίλεν ώστε να πάρουν πίσω τα χαμένα πως θ’ απαντούσαν. Σίγουρα με ελάχιστες επιφυλάξεις!

Και η μεν ποδοσφαιρική Juventus διατήρησε το κεφάλι της ψηλά ως «Γηραιά Κυρία», όμως τούτοι οι κυρτωμένοι ώμοι ενός έργου το οποίο δικαίως θεωρείται φλύαρο και αυτοεπαναλαμβανόμενο αντέχουν άραγε πάντα να κουβαλάνε πέντε δεκαετίες; Είναι μεγάλη η εξέλιξη στο θέατρο. Οχι, δεν το αντέχουν κι αυτό φάνηκε στην πάνω από τρεις ώρες «ορθόδοξη» παράσταση που σκηνοθέτησε ο Στάθης Λιβαθινός σεβόμενος –φευ!– απόλυτα το κείμενο, στο «Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας» με την Μπέττυ Αρβανίτη στον κεντρικό ρόλο. Ενδεχομένως να είμαι και προκατειλημμένος. Είδα πέρυσι μία μοναδική και πέρα για πέρα «ανορθόδοξη» γερμανική παράσταση του ίδιου έργου από την ανατρεπτική σκηνοθετική ομάδα της Rimini Protokoll (Πρωτόκολλο Ρίμινι) όπου οι βασικοί προβληματισμοί του έργου –τιμωρία, απληστία, εκδίκηση, συνειδησιακά προβλήματα– γίνονται απόλυτα κατανοητοί παρ’ όλο που το έργο ήταν «πειραγμένο».

Πρωτοτυπία

Οι τρεις συν-σκηνοθέτες (Χέλγκαρντ Χάουγκ, Στέφαν Κέγκι και Ντάνιελ Βέτσελ) στήριξαν την πρωτοτυπία τους παρουσιάζοντας ως ντοκουμέντο το πώς έγινε η πρώτη, η προ πενηκονταετίας, παράσταση. Εκείνη στη Ζυρίχη με την Τερέζε Γκίζε. Τέλος πάντων. Το δικό μας θέμα μας σήμερα είναι η αθηναϊκή παράσταση. Μία παράσταση η οποία έρχεται τώρα 47 χρόνια μετά την πρώτη παρουσίαση του έργου στη χώρα μας, στο Εθνικό Θέατρο με την Κατίνα Παξινού και τον Αλέξη Μινωτή, σε σκηνοθεσία –τότε– του τελευταίου.

Βιώνουμε τις τελευταίες εβδομάδες μία περίοδο εύλογης και έντονης αμφισβήτησης. Γνωρίζουμε ήδη ότι τίποτα δεν θα είναι πλέον όπως χθες. Τουλάχιστον τίποτα δεν θα παραμείνει τόσο εύκολα αποδεκτό όπως γινόταν μέχρι τώρα. Η εποχή της γαλαζομάτικης αθωότητας έχει παρέλθει. Στο θέατρο η αλλαγή έχει ήδη γίνει πλατιά αντιληπτή τα τελευταία χρόνια. Τουλάχιστον σε άλλες, σε ξένες θεατρικές πιάτσες. Δύσκολα θα δει κανείς πλέον έργα τα οποία παρουσιάζονται «απείραχτα». Οχι, βέβαια, ότι τα πειράματα έχουν πάντα αίσιο τέλος. Ακριβώς όπως και στην «Επίσκεψη» όπου η συνείδηση πάει περίπατο δίνοντας τη θέση της στον πονηρό υπολογισμό.

Μάλλον το αντίθετο. Ελάχιστες είναι οι σκηνοθετικές «παραξενιές» που πετυχαίνουν. Ακριβώς όπως και στην «Επίσκεψη» η θεμελιωμένη σκηνοθετική άποψη συχνά πάει περίπατο δίνοντας τη θέση της στον πονηρό υπολογισμό. Ο Στάθης Λιβαθινός είναι ανάμεσα στους καλούς –επειδή αποτελεσματικά πειραματιζόμενους– σκηνοθέτες που διαθέτουμε. Στο μεταίχμιο ανάμεσα στην παράδοση και το λεγόμενο μοντέρνο έχει βρει μια ικανοποιητική ισορροπία. Φλερτάροντας με το εξωπραγματικό και με τον ρεαλισμό στην «Επίσκεψη» παρουσίασε μια ενδιαφέρουσα δουλειά. Περιορισμένος από τον τετραγωνικό χώρο του συγκεκριμένου θεάτρου, υποχρεώθηκε σε μια σκηνική αφαίρεση η οποία συχνά υπέφερε από την πολυλογία του –δυστυχώς απείραχτου– κειμένου. Καλύτερο στοιχείο της παράστασης οι πρωταγωνιστές της, Γιάννης Φέρτης και Μπέττυ Αρβανίτη.

Συγκλονιστικοί

Η εξέλιξη του χαρακτήρα του Αλφρεντ Ιλ (Γ. Φέρτης) στις λίγες μέρες που διαρκεί η Επίσκεψη –από το «την-έχω-στο-τσεπάκι-μου» μέχρι την συνειδητοποίηση της απόλυτης εγκατάλειψής του– μιλάει από μόνη της τόμους. Από τις χαμηλόφωνες αλλά καλύτερες ερμηνείες που δύσκολα ξεχνιούνται. Συγκλονιστική η Κλαίρη της Μπέττυς Αρβανίτη. Συγκλονιστική γιατί ανακαλύπτεις μία «μοχθηρή εκδικήτρια», ένα αδίστακτο, σκληρό χαρακτήρα ο οποίος όμως εξακολουθεί –πάνω απ’ όλα– να είναι ουσιαστικά ερωτευμένη με την πρώτη της αγάπη.

Ακριβώς όπως το θέλει και «Η επίσκεψη» όπου η γηραιά κυρία έχει προ-κατασκευάσει ένα υπέρλαμπρο μαυσωλείο στο Κάπρι για ν’ αποσυρθεί εκεί με το λείψανο του παλιού (;) αγαπημένου της. Είναι ακριβώς αυτή η αμφισημία, αυτές οι σχέσεις αγάπης–μίσους, ανιδιοτέλειας–συμφέροντος που είναι ανάμεσα στις μεγάλες αρετές του συγκεκριμένου έργου του Ντίρενματ. Υπάρχουν ήδη τρεις ή τέσσερις ελληνικές μεταφράσεις του έργου. Οπως τα πάντα, έτσι και η γλώσσα καλπάζει τα τελευταία χρόνια. Αναγκαία λοιπόν η τωρινή καλή μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα. Το φόρτε της Ελένης Μανωλοπούλου είναι εμφανέστατα τα κοστούμια. Εκεί το θεατρικό της αισθητήριο μπορεί να κάνει τις ενδιαφέρουσες εικαστικές υπερβάσεις δίχως να την εκθέσει. Και δεν εννοώ μόνο τις ενδυματολογικές εκκεντρικότητες της Μαντάμ Τσαχαναζιάν.

ΥΓ.: Τον περασμένο Απρίλιο το 12ο Ευρωπαϊκό Βραβείο Θεάτρου που είχε φιλοξενηθεί για δύο συνεχείς χρονιές στις εγκαταστάσεις του ΚΘΒΕ (το 2009 πηγαίνει στην Πολωνία) δόθηκε στον Γάλλο σκηνοθέτη Πατρίς Σερό. Παράλληλα, το 10ο Βραβείο «Νέες Θεατρικές Πραγματικότητες» που προβάλλει τη δουλειά νέων πρωτοπόρων καλλιτεχνών μοιράστηκε στα τρία: Στη Γερμανίδα χορογράφο Σάσα Βαλτς, στον Πολωνό σκηνοθέτη Κρίστοφ Βαρλικόφσκι και στην σκηνοθετική ομάδα της Γερμανίας «Πρωτόκολλο Ρίμινι» που πειραματίζεται πάνω στις θεατρικές συμβάσεις. Ο πειραματισμός της ομάδας με την «Επίσκεψη» ήταν από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που έχω δει τα τελευταία χρόνια.

Η… εκδίκηση της γηραιάς κυρίας

Ο θίασος της παράστασης «Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας», που παρουσιάζεται στο Θατρο Οδού Κεφαλληνίας, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού

Ο θίασος της παράστασης «Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας», που παρουσιάζεται στο Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού

Εξαιρετική η Μπέτυ Αρβανίτη στον ρόλο της Κλερ Τσαχανασιάν, σε μια παράσταση που δείχνει πώς η απληστία μπορεί να «μεταμορφώσει» τον άνθρωπο σε δολοφόνο. Πόσο τιμάται η Δικαιοσύνη; Ενα δισεκατομμύριο δολάρια. Τόσα δίνει για να την αγοράσει στους κατοίκους του φτωχικού «ετοιμοθάνατου» Γκίλεν η δισεκατομμυριούχος Κλερ Τσαχανασιάν, αποδεικνύοντας ότι όλα, ακόμη και οι συνειδήσεις, έχουν την τιμή τους.

Στη μικρή πάμπτωχη πόλη της κεντρικής Ευρώπης, οι κάτοικοι ύστερα από μία οικονομική καταστροφή ζουν εξαθλιωμένοι, περιμένοντας ένα θαύμα.

Η είδηση ότι η διεθνούς φήμης ζάπλουτη εκκεντρική κυρία επιστρέφει έπειτα από 45 χρόνια στην άσημη γενέτειρά της, τους γεμίζει ελπίδα και προσδοκία για καλύτερες μέρες, με την πιθανότητα μιας σωτήριας δωρεάς.

Αυτή είναι μόλις η αρχή του έργου «Η Επίσκεψη της Γηραιάς Κυρίας» του Φρίντριχ Ντίρενματ, μία μαύρη, τραγική κωμωδία στο θέατρο της «Οδού Κεφαλληνίας».

Η παράσταση που έστησε ο Στάθης Λιβαθινός προσπάθησε να μην προδώσει το κείμενο στο ελάχιστο, αλλά και να διατηρήσει τις ευαίσθητες ισορροπίες του. Πυκνότητα σκηνών, ομαδικότητα προσώπων, ποιητικές προεκτάσεις, σαρκασμός, ρεαλισμός και συμβολισμός, λογικό και παράλογο, τραγική φάρσα και ειρωνεία. Οι προθέσεις του δεν έφταναν πάντοτε στον επιθυμητό στόχο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το θέαμα «έμπαζε» νερά ή «μπάταρε» προς μία κατεύθυνση.

Βέβαια, τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο εάν δεν υπήρχε μία εξαιρετική Μπέτυ Αρβανίτη στον ρόλο της Κλερ Τσαχανασιάν. Υπέροχη. Καθισμένη στο αναπηρικό καροτσάκι της με τα μπριγιάν στις ρόδες, με φαλακρό κεφάλι και κατακόκκινη περούκα, με μαύρο βινίλ φόρεμα και φλούο βλεφαρίδες, με ψεύτικα μέλη κι εντυπωσιακά καπέλα, να τρώει πατατάκια και να ακολουθείται από έναν «θίασο» ανθρωπάριων.

Η πρωταγωνίστρια έφτιαξε μία ηρωίδα τόσο σύνθετη, αλλά και τόσο ξεκάθαρη. Είναι η πλουσιότερη γυναίκα του κόσμου και με την περιουσία της είναι σε θέση να δρα απόλυτα, σκληρά. Διαθέτει χιούμορ, κρατά απόσταση από τους ανθρώπους, απόσταση κι από τον ίδιο της τον εαυτό. Εχει μια αλλόκοτη χάρη, μια υπεροψία, μια δαιμονική γοητεία.

Ο παλιός νεανικός της έρωτας, ο Αλφρεντ Ιλ, αναλαμβάνει να ξυπνήσει τη γενναιοδωρία της Γηραιάς Κυρίας. Εκείνη αποφασίζει να δωρίσει ένα δισεκατομμύριο δολάρια στην πόλη, αλλά υπό έναν όρο: να σκοτώσουν τον Ιλ που, στα 17 της χρόνια, την άφησε με ένα παιδί κι έγινε η αιτία να διωχθεί επαίσχυντα από την πατρίδα της. Φεύγοντας είχε ορκιστεί να ξαναγυρίσει και να εκδικηθεί… Τώρα η πόλη βρίσκεται μπροστά σ’ ένα μεγάλο δίλημμα και το παιχνίδι αρχίζει…

Στην αρχή όλοι αρνιούνται, αποτροπιασμένοι, την προσφορά. Σε λίγο όμως το συμφέρον υπονομεύει και διαβρώνει την «αρετή» τους. Διαμαρτύρονται φωναχτά αλλά παζαρεύουν με τη συνείδησή τους ψιθυριστά. Κι η απληστία μεταμορφώνει σταδιακά όλα αυτά τα ανθρωπάκια σε πρόθυμους φονιάδες.

Στο τέλος ολόκληρη η πόλη έχει «μολυνθεί» -ο δήμαρχος Νίκος Αλεξίου, ο δάσκαλος Βασίλης Καραμπούλας, η κ. Ιλ Τζίνη Παπαδοπούλου, ο πάστορας Θανάσης Δήμου, ο αστυνόμος Μπάμπης Σαρηγιαννίδης, τα παιδιά του Ιλ, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Ελένη Ουζουνίδου, και ο «πλάνος» (ένα ανθρωπάκι κι αυτός που πέφτει θύμα της χωρίς να το καταλάβει δέχεται τη μοίρα του) σκοτώνεται άγρια.

Ανθρωπος απλός που σιγά σιγά τον κυριεύει ο φόβος και η τρομάρα, ο Ιλ του Γιάννη Φέρτη στέκεται επάξια στον αντίποδα της Γηραιάς Κυρίας. Μέσα από μια προσωπική διαδρομή φτάνει στην αντίληψη της δικαιοσύνης, αναγνωρίζει το φταίξιμό του και σχεδόν «θυσιάζεται».

ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ
Ο Κώστας Γαλανάκης σκιαγραφεί απολαυστικά τον μπάτλερ Μπόμπι, ο Ηλίας Κουνέλας και ο Ακις Λυρής αποτελούν το δίδυμο Κόμπι και Λόμπι, ενώ ο Δημήτρης Μυλωνάς υποδύεται τρεις διαφορετικούς ρόλους, τους τρεις τελευταίους από τους οκτώ συζύγους της Κλερ Τσαχανασιάν.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΡΑΛΗ, ΕΘΝΟΣ, 15/12/2008

* «Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας – Κεντρική Σκηνή

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Ο Φρίντριχ Ντίρενματ ανήκει στο Ηρώον των συγγραφέων μιας περασμένης γενιάς, της πρώτης ουσιαστικά γενιάς που έπρεπε να διαχειριστεί πολιτικά, ιδεολογικά και αισθητικά το βάρος του Β’ Παγκοσμίου Πόλεμου. Εχοντας ισχυρή πολιτική συνείδηση, χωρίς να είναι ένας ακριβώς πολιτικός συγγραφέας, όπως ο Μπρεχτ, με σατιρική διάθεση, αν και δύσκολα θα τον χαρακτηρίζαμε σατιρικό όπως τον Μαγιακόφσκι, εξπρεσιονιστής χωρίς να είναι ο Βέντεκιντ και παράλογος χωρίς να είναι ο Ιονέσκο, ο Ντίρενματ είναι τελικά ένας ποταμός συνείδησης πάνω στο ανθρώπινο και κοινωνικό μεταπολεμικό γίγνεσθαι. Το σπουδαιότερο έργο του «Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» όμως, εκτός από όλα αυτά, είναι μαζί και καθαρό θέατρο: θέατρο δηλαδή που χαίρεται αυτόματα, άτακτα και αυθόρμητα τον εαυτό του. Εδώ βρίσκεται ίσως και το μεγάλο πρόβλημα με την «Επίσκεψη» για τον κάθε σκηνοθέτη. Μια πηγή λαϊκού, αυθόρμητου και ζωντανού θεάτρου πρέπει να συνδυαστεί με τη λελογισμένη, συντεταγμένη και δομημένη προοπτική της ερμηνείας του.

Είναι βέβαια θέατρο κατάλληλο για κρατική σκηνή, που διαθέτει τους κατάλληλους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους. Στο μικρό και στενό θέατρο της Κεφαλληνίας το εγχείρημα μοιάζει φιλόδοξο, ακόμα και για έναν έμπειρο σκηνοθέτη όπως ο Στάθης Λιβαθινός. Ο τελευταίος στρέφεται -και είναι αυτό πολύ ευχάριστο- σε ένα θέατρο άλλης υφολογίας από το ρωσικό. Με κάποια αμηχανία και θέλοντας να χωρέσει πολλά πράγματα στο ίδιο -και μικρό- καλάθι, καταλήγει σε μια ιμπρεσιονιστική παράσταση, μαυρόασπρη σαν κόμικς, όπου με μπρεχτικές, διδακτικές παρεμβάσεις το αρχικό κείμενο εισάγεται στη χοάνη του μεταδραματικού θεάτρου.Αυτά είναι στοιχεία που μπορούν ίσως να περιγράψουν, αλλά όχι και να χαρακτηρίσουν μια παράσταση. Ακόμα περισσότερο δεν μπορούν να πείσουν. Η προσπάθεια του σκηνοθέτη να χωρέσει το έργο στη μικρή και στρογγυλή σκηνή της Κεφαλληνίας, που αφήνει ακάλυπτα τα νώτα και διαχέει τη δυναμική σε όλες τις κατευθύνσεις, τον παρέσυρε σε ένα υπερβολικό ντάμπλινγκ (ηθοποιοί που εμφανίζονται σε παραπάνω από έναν ρόλους) και σκόρπισε τη διασκευή και το στήσιμο της παράστασης στην ασάφεια.

Από την άλλη, η δομή της παράστασης μοιάζει στενή για να επιτρέψει στους ηθοποιούς μια αληθινά αυθόρμητη δημιουργία. Η «Επίσκεψη» βυθίζεται σε ένα κλίμα μελαγχολίας και βαρύθυμης διαπίστωσης που δεν διακόπτεται και δεν αναιρείται από τη χαρά του θεάτρου.

Ετσι, στο χωριό του Γκίλεν, όπου οι κάτοικοι περιμένουν στην αγορά συναθροισμένοι την έλευση της σωτηρίας, στο πρόσωπο της βαθύπλουτης γηραιάς Νέμεσης, το γκροτέσκο στοιχείο γίνεται βαρύ στολίδι και άγριο κόσμημα. Στο πρόσωπο της Μπέττυς Αρβανίτη κάτι τέτοιο λειτουργεί. Η ηθοποιός έχει να επιδείξει τα τελευταία χρόνια μια ολόκληρη σειρά πορτρέτων γυναικών μοιραίων και αυτοσαρκαζόμενων, ώστε να μπορεί να χτίζει τώρα με ευκολία τον ρόλο και το στιλ της Κλαίρης Ζαχανασιάν. Με την ίδια άνεση ο θαυμαστά θαλερός Γιάννης Φέρτης σηκώνει τον απαιτητικό ρόλο του Ιλ, του μόνου στο έργο που σηκώνεται έστω και λίγο ψηλότερα από το ανάστημά του, έστω και λίγο πριν από την τελική πτώση.

Παρόμοια θετικές είναι οι παρατηρήσεις που αφορούν τους υπόλοιπους ηθοποιούς (Κώστας Γαλανάκης, Νίκος Αλεξίου, Μπάμπης Σαρηγιαννίδης, Βασίλης Καραμπούλας, Τζίνη Παπαδοπούλου, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Θανάσης Δήμου, Ελένη Ουζουνίδου, Ηλίας Κουνέλας και Ακις Λυρής). Το σύνολο όμως εδώ είναι κατώτερο των μερών του. Το έργο από κάποια στιγμή και μετά κουράζει, και μάλιστα στο σημείο που θα έπρεπε κανονικά να υψώνεται σε μια καυστική αλληγορία της σημερινής πιστωτικής και οικονομικής μας κρίσης. *

Ελευθεροτυπία / 2 – 13/12/2008

ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ: Η… εκδίκηση της γηραιάς κυρίας

Friedrich Dürrenmatt
Friedrich Dürrenmatt

Ενα θεατρικό έργο που προβάλει με τρόπο ιδιοφυή το σπάσιμο των αρμών της σύγχρονης κοινωνίας

Της Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

Το σκηνικό παραπέμπει σε ένα ζοφερό περιβάλλον. Σιγά σιγά αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για μια πόλη (και τους κατοίκους της) που βρίσκεται, που βρίσκονται όλοι, στα όρια της εξαθλίωσης.

Ο δήμαρχος, ο μέλλων δήμαρχος, ο εφημέριος, ο δάσκαλος είναι η ηγεσία ενός τόπου που παραπαίει υπό το βάρος της οικονομικής εξαθλίωσης. Τα φτηνά αντικείμενα του σκηνικού και το μαυρογκρί χρώμα τους υπογραμμίζουν αυτή την ατμόσφαιρα. Στο βάθος αυτού του αδιεξόδου όμως αρχίζει να αχνοφαίνεται ένα φως, μια ελπίδα. Σε λίγο θα περάσει από κει η Κλαίρη Ζαχανασιάν, η πάμπλουτη γόνος αυτού του μικρού χωριού. Κι όλοι σκέφτονται πώς θα την προσεγγίσουν, πώς θα την πείσουν να γίνει ευεργέτρια του τόπου. Η γηραιά κυρία φτάνει πράγματι (ο ρόλος της Κλαίρης Ζαχανασιάν είναι κομμένος και ραμμένος για την Μπέττυ Αρβανίτη) και προσφέρεται να τους δώσει ένα τεράστιο ποσόν, μ’ έναν όρο: «να σκοτώσουν ένα συμπολίτη τους, τον Ιλ, που στα 17 της χρόνια, την άφησε μ’ ένα παιδί στα χέρια κι έγινε αιτία να διωχτεί επαίσχυντα από την πατρίδα της. Φεύγοντας είχε ορκιστεί να γυρίσει και να εκδικηθεί», έγραφε ο Μάριος Πλωρίτης το 1965.

Κι από αυτό το σημείο αρχίζει μια δύσκολη πάλη όπου σιγά σιγά όλες οι αρχές, όλες οι αξίες αφήνονται πίσω, εκπίπτουν με σκοπό το κέρδος, τον πλούτο.

Ο Φρίντριχ Ντίρενματ έγραψε το 1955 το θεατρικό έργο «Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» και είναι σαν να είχε προβλέψει με τρόπο ιδιοφυή το σπάσιμο των αρμών της σύγχρονης, της σημερινής μας κοινωνίας. Στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας, η Θεατρική Εταιρεία Πράξη παρουσιάζει φέτος αυτό το συγκλονιστικό έργο του Ντίρενματ σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού (που βρίσκεται σε μεγάλα κέφια), μετάφραση Γιώργου Δεπάστα, σκηνικά-κοστούμια (πολύ εύστοχα) της Ελένης Μανωλοπούλου και μουσική του Θοδωρή Αμπαζή. Στη σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας εμφανίζεται ένας θίασος ώριμων και ταλαντούχων ανθρώπων: Νίκος Αλεξίου, Μπάμπης Σαρηγιαννίδης, Βασίλης Καραμπούλας, Θανάσης Δήμου, Γιάννης Φέρτης, Μπέττυ Αρβανίτη, Κώστας Γαλανάκης, Δημήτρης Μυλωνάς, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Τζίνη Παπαδοπούλου, Ελένη Ουζουνίδου, Ακης Λύρης, Ηλίας Κουνελάς.

Από τα πιο γοητευτικά στοιχεία της παράστασης είναι η μουσική υπόκρουση και οι ήχοι που σχεδόν εξ ολοκλήρου βγαίνει από τα στόματα των ηθοποιών, δίνοντας μοναδικές πολυφωνίες. Ενα θεατρικό έργο από τα σημαντικότερα του σύγχρονου θεάτρου. Μια παράσταση καλοστημένη.

«Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» του Φρίντριχ Ντύρενματ στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού

Η Δευτέρα Παρουσία

Λουιζα Αρκουμανεα | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2008

Την ημέρα της εκτέλεσης του Ιλ, όλοι είναι ντυμένοι με καινούργια, γιορτινά ρούχα- οι άνδρες με φράκο. Παντού φωτογράφοι, δημοσιογράφοι, κινηματογραφικές κάμερες. Το θέατρο του ξενοδοχείου «Χρυσός Απόστολος» είναι κατάμεστο. Είναι το ξενοδοχείο όπου διανυκτέρευσε ο Γκέτε. Ανυπομονησία άνευ προηγουμένου. Σε λίγα λεπτά θα συντελεστεί «ένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά πειράματα της εποχής μας», όπως το περιγράφει στους ακροατές του ο ραδιοφωνικός ανταποκριτής. Σε όλα τα πρόσωπα είναι ζωγραφισμένη η πιο δυνατή συγκίνηση. Ο γυμνασιάρχης του Γκύλεν παίρνει το μικρόφωνο: «Θα πρέπει, για τ΄ όνομα του Θεού,να πάρουμε επιτέλους στα σοβαρά τα ιδανικά μας.Πάρα πολύ στα σοβαρά. Είναι τα ιδανικά τα οποία αποτελούν τη βάση του δυτικού πολιτισμού μας» διακηρύσσει ενώπιον των κατοίκων της αδημονούσας κωμόπολης, εκφωνώντας έναν από τους ειρωνικότερους λόγους που έχουν γραφτεί ποτέ στην ιστορία του θεάτρου.

Μια τοπική κοινωνία έρχεται αντιμέτωπη με την πιο δελεαστική πρόταση που της έχει γίνει ποτέ: ένα δισεκατομμύριο δολάρια για ένα πτώμα. Σαν μεταδοτική ασθένεια εξαπλώνεται στις ψυχές των φτωχών κατοίκων η λαχτάρα για την παντοδυναμία του χρήματος. Δεν είναι κάτι που το συζητούν ανοιχτά, δεν είναι κάτι που το παραδέχονται- ούτε στον ίδιο τους τον εαυτό. Κατά βάθος όμως ξέρουν πως, έπειτα από χρόνια στέρησης, θα έκαναν οτιδήποτε προκειμένου να είναι σε θέση και πάλι να πίνουν την ακριβή μπίρα, να αγοράζουν τα ακριβά τσιγάρα και να φορούν καινούργια δερμάτινα παπούτσια. Θα έφταναν ως τον φόνο; Θα δέχονταν να θυσιάσουν τον συμπολίτη τους, τον μπακάλη Αλφρεντ Ιλ; Αυτόν που πριν από σαράντα πέντε χρόνια αδίκησε κατάφορα τη νεαρή αγαπημένη του και αυτή τώρα επιστρέφει, γηραιά κυρία πλέον, δισεκατομμυριούχος, ζητώντας «την κεφαλή του επί πίνακι»;

Αν δεν είναι αυτό κόλαση, τότε τι είναι; Να διαβάζεις σε κάθε πρόσωπο την επιθυμία για τον θάνατό σου. Να αισθάνεσαι σε κάθε φράση μια ευχή για τον αφανισμό σου. Να αντικρίζεις σε κάθε περαστικό, σε κάθε γνωστό, ακόμη και στα μέλη της ίδιας σου της οικογένειας, τον υποψήφιο δολοφόνο σου.

Τι συμβαίνει όταν οι αξίες της ανθρωπιστικής παράδοσης αδυνατούν να υπερασπιστούν τη βασικότερη προϋπόθεσή τους, τον σεβασμό για την ανθρώπινη ζωή;

«Τhings fall apart· the center can not hold» γράφει ο Γέιτς στο ποίημά του Τhe Second Coming (Η Δευτέρα Παρουσία). «Το κέντρο δεν μπορεί να κρατήσει»: ο πυρήνας των ιδανικών, οι υψηλές ηθικές επιταγές στις οποίες απέβλεπε ο δυτικός πολιτισμός, οι αρχές του Διαφωτισμού, τα όνειρα της προόδου, της ανέλιξης και της πνευματικής εξύψωσης, ο πυρήνας αυτός αποδεικνύεται ανίσχυρος. Στη μεσοευρωπαϊκή αυτή πόλη όπου διανυκτέρευσε ο Γκέτε, ο Μπραμς συνέθεσε ένα κουαρτέτο και ο Σβαρτς ανακάλυψε την πυρίτιδα, σε αυτή τη μικρή, κάποτε ζηλευτή «θέση κάτω από τον ήλιο», όπως ήταν γνωστό το Γκύλεν, τα πράγματα καταρρέουν. «Οι καλύτεροι έχουν

Όλος ο θίασος σε στιγμιότυπο από την παράσταση. Καθισμένη στο αναπηρικό καροτσάκι η Μπέτυ Αρβανίτη

χάσει κάθε πεποίθηση, ενώ οι χειρότεροι/ είναι γεμάτοι παθιασμένη ένταση» συνεχίζει ο Γέιτς. «Το νιώθω, το νιώθω σιγά σιγά,όλο και πιο πολύ πως γίνομαι δολοφόνος» εκμυστηρεύεται ο μεθυσμένος γυμνασιάρχης στον απελπισμένο Ιλ.

«Οι ελπίδες σας ήταν μια ψευδαίσθηση,η καρτερία σας χωρίς νόημα, η θυσία σας μια βλακεία, ολόκληρη η ζωή σας σπαταλήθηκε άχρηστη» καγχάζει η Κλαίρη Τσαχανασιάν, η γηραιά κυρία, η πλουσιότερη γυναίκα στον κόσμο, η σιδηρά Ερινύα που παρακολουθεί τα θύματά της να τυφλώνονται αργά αλλά σταθερά μπροστά στη λαμπερή υπόσχεση του πλούτου της. Η εκδίκηση είναι ο μόνος σκοπός τής ύπαρξής της: ο οίκτος, η συγχώρεση, η συμφιλίωση, έννοιες που έχουν διαγραφεί από το λεξιλόγιό της εδώ και σαράντα πέντε χρόνια. «Η ανθρωπιά, φίλοι μου, είναι φτιαγμένη για το πορτοφόλι των εκατομμυριούχων. Αξιοπρεπής είναι μονάχα όποιος πληρώνει·κι εγώ πληρώνω»: η Δευτέρα Παρουσία είναι τελικά ίσως κάτι τόσο απλό όσο μια εβδομηντάχρονη ημιανάπηρη σκύλα που θέλει να καταστρέψει αυτόν που την κατέστρεψε.

Που φοράει μαύρο βινίλ σύνολο, ιριδίζουσες ψεύτικες βλεφαρίδες και μασάει βαριεστημένα πατατάκια, ενώ ανεμίζει αδιάφορη τα χαρτονομίσματά της μπροστά στα μάτια μας. Ετσι την ενσαρκώνει η Μπέτυ Αρβανίτη και από την πρώτη στιγμή δεν αφήνει αμφιβολία ότι ο ρόλος είναι κομμένος στα μέτρα της. Ψυχρή, παγερή, απρόσιτη, ανέκφραστη, η μοναδική αστραφτερή παρουσία μέσα στον γκρίζο ορίζοντα του Γκύλεν, σαν ατσάλι που αστράφτει λίγο προτού προσγειωθεί στον αυχένα.

Οσο δυνατή κι αν είναι η εικόνα της όμως δεν αρκεί να συντηρήσει μια ολόκληρη παράσταση. Γιατί δεν υπάρχει τίποτε άλλο από όπου να κρατηθούμε: και εμείς, όπως και οι κάτοικοι του Γκύλεν, κρεμόμαστε πάνω της. Τόσο το χειρότερο για τον σκηνοθέτη, όμως, που εξαντλεί την έμπνευσή του στην Κλαίρη.

Δεν είναι ότι ο Λιβαθινός δεν έχει συναίσθηση του κειμένου και των προθέσεών του. Αδυνατεί όμως να τις αναδείξει με θεατρικό τρόπο, τις συρρικνώνει, τις αφυδατώνει. Δεν υπάρχει καμία αίσθηση αγωνίας, έντασης, επικείμενου κακού: κανένα ρίγος δεν προκαλεί ο λόγος του γυμνασιάρχη ή η επίκληση του δημάρχου προς τον Ιλ να αφαιρέσει μόνος του τη ζωή του. Αν η πόλη αυτή παραπαίει ηθικά στο χείλος της αβύσσου, δεν το αισθανόμαστε ποτέ. Η μονοτονία ρυθμού, υποκριτικής και συναισθημάτων αποδυναμώνει οποιαδήποτε αίσθηση ότι όσα διακυβεύονται- μέσα στην τραγελαφικότητά τους- είναι εξαιρετικά σοβαρά. Οι ασθενείς ερμηνείες δεν βοηθούν την κατάσταση: ο Νίκος Αλεξίου (δήμαρχος), ο Βασίλης Καράμπουλας (δάσκαλος), ο Θανάσης Δήμου (πάστορας), ο Μπάμπης Σαρηγιαννίδης (αστυνόμος), μοιράζονται τέσσερις ρόλους-«κλειδιά» με περισσή έλλειψη πειθούς, σαφήνειας και φαντασίας. Οσο για τον Γιάννη Φέρτη στον ρόλο του Αλφρεντ Ιλ αποδεικνύεται μια σαφώς αξιοπρεπής παρουσία που φέρει με καρτερία τα δεινά του, δεν προχωράει όμως παραπέρα, ως τον υπαρξιακό πανικό.

Φρίντριχ Ντίρενματ, Ρίτσαρντ Αλφιέρι, Δημήτρης Μπόγρης

Ο θίασος της «Πράξης»

Την «Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» του Φρίντριχ Ντίρενματ ανεβάζει, αύριο, η «Πράξη» στο θέατρο «Οδού Κεφαλληνίας». Μετάφραση Γιώργου Δεπάστα, σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού, σκηνικά – κοστούμια Ελένης Μανωλοπούλου, μουσική Θοδωρή Αμπαζή. Σε μια μικρή πόλη, οι κάτοικοι ζουν εξαθλιωμένοι. Μαθαίνοντας ότι μια δισεκατομμυριούχος επιστρέφει μετά από 45 χρόνια στη γενέτειρά της, ελπίζουν σε μια δωρεά της. Ο νεανικός της έρωτας αναλαμβάνει να ξυπνήσει τη γενναιοδωρία της. Ομως αποκαλύπτεται μια ενοχή. Τελικά η κυρία αποφασίζει να δωρίσει 1 δισεκατομμύριο δολάρια στην πόλη, βάζοντας έναν όρο-μεγάλο δίλημμα. Παίζουν: Μπέτυ Αρβανίτη, Γιάννης Φέρτης, Κώστας Γαλανάκης, Νίκος Αλεξίου, Μπάμπης Σαρηγιαννίδης, Βασίλης Καραμπούλας, Τζίνη Παπαδοπούλου κ.ά.

Στο θέατρο «Ιλίσια – Βολανάκης» αρχίζουν, σήμερα, οι παραστάσεις του έργου «Έξι μαθήματα χορού σε… έξι εβδομάδες» του Ρίτσαρντ Αλφιέρι. Το έργο παρακολουθεί την απρόβλεπτη σχέση μεταξύ μιας αστής μοναχικής κυρίας και του νεαρού χορευτή που της παραδίδει, κατ’ οίκον, μαθήματα χορού. Η Λίλι και ο Μάικλ, δύο εντελώς διαφορετικοί «κόσμοι», μέσα από το χορό (βαλς, σουίνγκ, τσάρλεστον, φλαμένγκο, ροκ εντ ρολ, τάνγκο) περνούν όλη την γκάμα της ανθρώπινης επικοινωνίας. Τα μαθήματα χορού γίνονται μαθήματα ζωής και για τους δύο. Με ανατροπές, χιούμορ και χορό, το αταίριαστο ζευγάρι φτιάχνει μια πρωτότυπη και αισιόδοξη ανθρώπινη σχέση. Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος. Απόδοση: Πέτρος Ζούλιας – Ρένη Πιττακή. Σκηνοθεσία: Πέτρος Ζούλιας. Σκηνικά – κοστούμια: Αναστασία Αρσένη. Φωτισμοί: Ανδρέας Μπέλλης. Χορογραφία: Μάρω Μαρμαρινού. Παίζουν: Ρένη Πιττακή, Κώστας Κάππας.

Το θέατρο «Πρόβα» ανεβάζει, σήμερα, τη «Δράκαινα» του Δημήτρη Μπόγρη (1928, «Κοτοπούλειο» βραβείο), που πρωτόπαιξαν οι Μερόπη Ροζάν, Αλέξης Μινωτής, Σοφία Βερώνη, Νίκος Ροζάν. Η Δράκαινα είναι μια σκληρόψυχη χήρα, που κρύβει τον ανικανοποίητο έρωτά της για έναν άντρα. Σκηνοθεσία Σωτήρη Τσόγκα, σκηνικά-κοστούμια Μιχάλη Σδούγκου, μουσική Νίκου Χαριζάνου, φωτισμοί Γιάννη Μανιμανάκη. Παίζουν: Μαίρη Ραζή, Πολύκαρπος Πολυκάρπου, Νίκος Παπαδόπουλος, Αντώνης Ταμβακάς, Κοραλία Τσόγκα, Ιλιάνα Παζαρζή.