Category Archives: Νικολής Αντώνης

Ταξίδι στο άγνωστο – με το τρίτο θεατρικό έργο του Αντώνη Νικολή…

  • Προηγήθηκαν «Ο κύριος Εμμανουήλ και ο… Ροΐδης» και μετά «Το σπίτι φεύγει», δύο έργα που ανέβασε και έπαιξε ο Σταμάτης Φασουλής. Τώρα ήρθε η σειρά της «Λισαβόνας»: το τρίτο θεατρικό έργο του Αντώνη Νικολή μόλις ανέβηκε στο θέατρο «Στοά» σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου, με τον ίδιον και τη Λήδα Πρωτοψάλτη στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Στη «Λισαβόνα» ο Αντώνης Νικολής διερευνά με τρόπο ποιητικό το κενό που αφήνει μέσα μας ο θάνατος. Ο συγγραφέας αγαπά και ταξιδεύει συχνά στη Λισαβόνα. Τελευταία, μάλιστα, μαθαίνει και πορτογαλικά… Εμπνεύστηκε την ιδέα του έργου όταν τον Δεκέμβρη του 1990 βρέθηκε για ένα μήνα στο Λονδίνο να κατοικεί σ’ ένα δωμάτιο ενός αγγλοεβραϊκού σπιτιού στο Κράουτς Εντ.

Μένουν οι αναμνήσεις

  • «Την πρώτη μέρα θα κατέβαινα στο κέντρο. Στη στάση ακούω ελληνικά, ένα ζευγάρι εξηντάρηδων. Πιάνω την κουβέντα μαζί τους. Αλεξανδρινοί, πολυταξιδεμένοι, ανήκαν στην κατηγορία ανθρώπων που πάντα με γοήτευαν: ούτε μετανάστες ούτε πρόσφυγες ακριβώς, λούμπεν και πρίγκιπες, επαρχιώτες και πολίτες του κόσμου. Δεκαέξι χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο του 2006, έκτη φορά στη Λισαβόνα, συμβαίνει αυτό που δεν θα φανταζόμουν ποτέ: ενώ περπατώ, ένα ζευγάρι, ο Αντώνης και η Θεανώ, παρεισδύουν σ’ εκείνο το σκηνικό χώρο. Είναι οι Αλεξανδρινοί του ’90, αλλά νοτισμένοι με πολλά άλλα, την ξέρει καλά τη δουλειά της η μνήμη»…
  • Ενα ζευγάρι πηγαίνει για χρόνια διακοπές στη Λισαβόνα. Κάποια απ’ αυτές τις εκδρομές διακόπτεται από την είδηση της κόρης που αρρώστηκε ξαφνικά και λίγο αργότερα πέθανε. Υστερα από τέσσερα χρόνια απουσίας συναντούμε ξανά τον Αντώνη και τη Θεανώ στη Λισαβόνα. Μόνο που τώρα είναι αλλιώς. Η πόλη αντιπροσωπεύει την καλή εποχή, τις φωτεινές μέρες, αλλά αυτοί οι ίδιοι πόσο μπορούν να ξεχάσουν; Υπάρχει κανονική ζωή ή μόνο μνήμες;
  • Σ’ αυτό το ερώτημα ο Θανάσης Παπαγεωργίου απαντά πλάθοντας στη σκηνή τους άλλους εαυτούς της Θεανώς και του Αντώνη. Αυτούς που δεν φαίνονται, που κρύβονται πίσω από την κοινωνική αναγκαιότητα και την προσπάθεια να συνεχίσουν τη ζωή τους. «Σ’ ένα τέτοιο έργο που στηρίζεται στο «είναι» και στο «φαίνεσθαι» της ανθρώπινης ψυχής, έπρεπε να τονίσω το στοιχείο του δεύτερου εαυτού, αυτού που παριστάνει τον άνθρωπο που έχει ξεπεράσει το πρόβλημα».
  • Ετσι, ό,τι κρύβουν ο Αντώνης και η Θεανώ, ακόμη κι από τον εαυτό τους, το ζούνε οι «άλλοι εαυτοί»: οι ηθοποιοί Εύα Καμινάρη και Δημήτρης Θεοδώρου βρίσκονται συνεχώς στη σκηνή, πανομοιότυπα αντίγραφα, πάντα σιωπηλοί αλλά με κριτικό βλέμμα, δεν θέλουν να κρύψουν, να καλύψουν τίποτα από τον πόνο, την παραίτησή τους. Βγάζουν στην επιφάνεια αυτό που τους βασανίζει, που δεν τους επιτρέπει να χαρούν στην αγαπημένη τους πόλη. Το απλό σκηνικό συνθέτουν άσπρα γεωμετρικά σχήματα (Λέα Κούση), που δημιουργούν το στοιχείο της υπέρβασης μαζί με τις σκιές που ρίχνουν πάνω στο ζευγάρι οι… άλλοι.
  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ – φωτ.: Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ  / 7 – 01/03/2009

Σκοτείνιασαν οι… φωτεινές τους μέρες

  • Ξεχνιέται ο βαθύς πόνος; Ξαναγυρνάνε στην κανονική ζωή οι άνθρωποι που χτυπήθηκαν αλύπητα; Μπορούνε δύο νεκροί να κάνουν ταξίδια εκτός από τις μνήμες τους; Έχουν μάτια για να δούνε τα γνώριμα στέκια; Αισθήσεις για να δεχτούν οποιαδήποτε ομορφιά; Έχουν άλλη μνήμη εκτός από τη μνήμη του αγαπημένου προσώπου που χάθηκε; Απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα μπορείτε να πάρετε μέσα από το νέο έργο του Αντώνη Νικολή «Λισαβόνα», που παίζεται στο θέατρο «Στοά» (Μπισκίνη 55, Ζωγράφου).
  • Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Θανάσης Παπαγεωργίου, ο οποίος και πρωταγωνιστεί συντροφιά με τη Λήδα Πρωτοψάλτη. Τον συγγραφέα έχουμε γνωρίσει στο παρελθόν από τις συνεργασίες του με το Σταμάτη Φασουλή («Ο κύριος Εμμανουήλ και ο… Ροΐδης» και «Το σπίτι φεύγει»). Το έργο περιγράφει τη ζωή ενός ζευγαριού που επί πολλά χρόνια έκανε τις διακοπές του στη Λισαβόνα. Κάποια από αυτές τις εκδρομές του διακόπηκε από το φοβερό μαντάτο. Η κόρη αρρώστησε σοβαρά. Σε λίγο χάθηκε. Οι εκδρομές διακόπηκαν για τέσσερα χρόνια. Τώρα αποφάσισαν να ξαναπάνε. Αυτοί, δύο νεκροί. Η Λισαβόνα αντιπροσωπεύει την καλή τους εποχή, τις φωτεινές τους μέρες…
  • Η Λισαβόνα είναι ο άλλος τόπος στη συνείδηση του ζευγαριού και τους φέρνει ξανά στην επιφάνεια όσα νομίζουν ότι καταχώνιασαν βαθιά μέσα τους. Ένας σκληρός κλαυσίγελος, για να σκεπάσουν με τις φωνές τους τις δυνατές ζαριές από το παιχνίδι της ζωής με το χρόνο. Μ’ έναν ακριβό ποιητικό τρόπο, ο Αντώνης Νικολής προσπαθεί να διερευνήσει το χάος που αφήνει μέσα μας ο θάνατος. Ξεδιπλώνει το έργο του περιπλανώμενος μέσα σε άγνωστα μονοπάτια, προσπαθώντας κι ο ίδιος να ανακαλύψει αυτό που μας δημιουργεί ο πραγματικά μεγάλος πόνος. Αυτός που κανείς δεν μπορεί να τον περιγράψει στον άλλο.
  • «Σ’ ένα έργο σαν τη “Λισαβόνα” που στηρίζεται στο “είναι” και στο “φαίνεσθαι” της ανθρώπινης ψυχής, η σκηνοθεσία επέλεξε να υπερτονίσει το “είναι”, πιστεύοντας ότι το “φαίνεσθαι” καλύπτεται και με το παραπάνω από το συγγραφέα. Και επειδή το “είναι” ξέρει καλά να κρύβεται, έριξα όλο το βάρος στην αποκάλυψή του.
  • Έτσι, ό,τι κρύβουν ο Αντώνης και η Θεανώ, ακόμη κι από τον εαυτό τους, περιπλανώμενοι στις γειτονιές της Λισαβόνας, το ζούνε τα αντίγραφά τους, ο άλλος τους εαυτός, που δεν θέλει να κρύψει τίποτα, αποκαλύπτοντας αυτό που τους βασανίζει και δεν τους επιτρέπει να χαρούν αυτά που ξέρανε να χαίρονται όσες φορές ερχόντουσαν στην αγαπημένη τους πόλη, που συνδέεται με τα ωραιότερα πράγματα, αλλά και τη σκληρότερη εμπειρία τους», εξηγεί ο Θανάσης Παπαγεωργίου και προσθέτει:
  • «Ο εγκλωβισμός των δύο ηρώων μέσα στο αξεπέραστο πρόβλημά τους τούς βουλιάζει όλο και περισσότερο σε μια σκληρή πραγματικότητα που νομίζανε ότι την ελέγχουν, τη στιγμή που ασυνείδητα άγονται και φέρονται απ’ αυτήν. Γρήγορα ανακαλύπτουν, λες και δεν το νιώθανε, ότι ο αληθινός πόνος δεν ξεριζώνεται ποτέ, είναι το ίδιο βαθύς και οδυνηρός όσο και η αγάπη. Νομίζω ότι αυτά τα δύο αισθήματα εμφανίζονται μόνο μια φορά στη ζωή μας σε όλο τους το μεγαλείο, με όλα τα επακόλουθα και μας σφραγίζουν για πάντα, όπως έχουν σφραγίσει τους δύο ήρωες του έργου, που μάταια πασχίζουν να συμβιώσουν μαζί με τη μεγάλη απουσία, την αφόρητη απώλεια».
  • ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ, Κυριακή, 01 Μαρτίου, 2009
Advertisements

Οδυνηρό ταξίδι μνήμης. Αντώνη Νικολή «Λισαβόνα» σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου

  • Πρεμιέρα, αύριο, στο θέατρο «Στοά» με το έργο του Αντώνη Νικολή «Λισαβόνα», σε σκηνοθεσία του Θανάση Παπαγεωργίου, με πρωταγωνιστές τον ίδιο και την Λήδα Πρωτοψάλτη. Σκηνικό Λέας Κούση, επεξεργασία ήχου Κώστα Μπόκους, σύνθεση – επεξεργασία εικόνας Βασίλη Κουντούρη, μάσκες: αδελφοί Αλαχούζοι. Παίζουν επίσης: Εύα Καμινάρη, Δημήτρης Θεοδώρου. Το έργο περιγράφει τη ζωή ενός ζευγαριού που επί πολλά χρόνια έκανε διακοπές στη Λισαβόνα. Κάποτε οι διακοπές του σημαδεύτηκαν από το φοβερό μαντάτο. Η κόρη τους αρρώστησε σοβαρά και πέθανε.
  • Μετά από τέσσερα χρόνια χωρίς διακοπές, το ζευγάρι αποφάσισε να ξαναπάει. Δύο «νεκροί». Η Λισαβόνα αντιπροσωπεύει τις φωτεινές μέρες τους. Μπορεί και να ξεχάσουν. Αλλά δεν ξεχνιέται ο βαθύς πόνος. Μπορούν δύο «νεκροί» να ταξιδεύουν χωρίς τις μνήμες τους; Η Λισαβόνα είναι ο άλλος «τόπος» στη συνείδηση του ζευγαριού. Τους επαναφέρει στην επιφάνεια όσα προσπάθησαν να «καταχωνιάσουν» βαθιά μέσα τους. Ενας σκληρός κλαυσίγελος, για να σκεπάσει τις «ζαριές» του «παιχνιδιού» της ζωής με το χρόνο.
  • Με ποιητικό τρόπο, ο Αντώνης Νικολής προσπαθεί να διερευνήσει το χάος που αφήνει μέσα μας ο θάνατος. Ξεδιπλώνει το έργο του περιπλανώμενος μέσα σε άγνωστα μονοπάτια προσπαθώντας κι ο ίδιος να ανακαλύψει αυτό που μας δημιουργεί ο πραγματικά μεγάλος πόνος. [Ριζοσπάστης, 26/02/2009]
Λ. Πρωτοψάλτη και Θ. Παπαγεωργίου στο ρόλο του ζευγαριού της «Λισαβόνας»

  • Υπάρχει επιστροφή; Υπάρχει έξοδος από τη διεργασία του πένθους; Υπάρχει λήθη που να μπορεί να θεραπεύσει τη μνήμη; Αυτά είναι κάποια από τα ερωτήματα που εγείρει το ζεύγος των ηρώων του καινούργιου έργου του συγγραφέα Αντώνη Νικολή Λισαβόνα, που κάνει πρεμιέρα αύριο στο θέατρο Στοά, σκηνοθετημένο από τον Θανάση Παπαγεωργίου. Ο ίδιος και η Λήδα Πρωτοψάλτη κρατούν τους ρόλους ενός ζεύγους ηλικιωμένων που δοκιμάζουν να επιστρέψουν στον τόπο των ευτυχισμένων στιγμών τους, στη Λισσαβώνα, όπου επί πολλά χρόνια έκαναν τις διακοπές τους. Μόνο που ακριβώς εκεί ο χρόνος σταμάτησε – όταν έμαθαν πως η κόρη τους είχε αρρωστήσει, για να χαθεί λίγο αργότερα. Τέσσερα χρόνια αργότερα, επιχειρούν να ξαναπιάσουν το κομμένο νήμα ακριβώς εκεί. Στην πορτογαλική πρωτεύουσα, στον ου-τόπο της χαμένης για πάντα ευτυχίας.
  • Είναι «δύο άνθρωποι ώς το μεδούλι τους μόνοι», λέει ο συγγραφέας, περιγράφοντας τους ήρωές του. «Δίχως τόπο, πρόσφυγες παντού, δίχως συγγενείς, δίχως φίλους, η σχέση τους μια σχεδία, ο κόσμος γύρω και μέσα τους ερείπια, σημαδεμένοι από την πιο σκληρή απώλεια, δίχως καμιά βεβαιότητα, κανένα δόγμα, τίποτε να δίνει κύρος στις ιδέες τους, μόνο ένα ‘αλλού’ της ψυχής τους, η συγκίνηση από μία πόλη που ούτε κι αυτήν την ξέρουν καλά-καλά, τόσο που και τα τοπία της στην εμπειρία τους να μην είμαστε σίγουροι αν είναι τα πραγματικά ή μόνο τάπητες φανταστικοί του μυαλού τους».
  • Για να συνεχίσει ο Θ. Παπαγεωργίου: «Ο εγκλωβισμός μέσα στο αξεπέραστο πρόβλημά τους τους βουλιάζει όλο και περισσότερο σε μια σκληρή πραγματικότητα που νομίζανε ότι την ελέγχουν, τη στιγμή που ασυνείδητα άγονται και φέρονται απ’ αυτήν. Γρήγορα ανακαλύπτουν ότι ο αληθινός πόνος δεν ξεριζώνεται ποτέ, είναι το ίδιο βαθύς και οδυνηρός όσο και η αγάπη». Σε αυτό το «είναι» της ανθρώπινης ψυχής, που «ξέρει καλά να κρύβεται», έριξε όλο της το βάρος η σκηνοθεσία του Θ. Παπαγεωργίου, επιδιώκοντας να φέρει επί σκηνής αυτό που οι δύο ήρωες, επιχειρώντας να τακτοποιήσουν το χάος που άφησε μέσα τους ο θάνατος, προσπαθούν να αποφύγουν να αντιμετωπίσουν… [Σ.Κ. Η Αυγή, 26/02/2009]

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ «ΛΙΣΑΒΩΝΑ» ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ: «Η αγάπη και ο πόνος είναι η σφραγίδα μας»

Ο Θανάσης Παπαγεωργίου  και η Λήδα Πρωτοψάλτη  υποδύονται δύο γονείς που  έχασαν την κόρη τους και  συνεχίζουν να ζουν... Δύο  ζωντανοί νεκροί που  «ταξιδεύουν» στο τοπίο του  πόνου και της αγάπης,  πασχίζοντας  να συμβιώσουν με  την αβάσταχτη  απουσία
  • Έργο ποιητικό, που πραγματεύεται τον πόνο της τραυματικής απώλειας, αυτής που δεν θα γίνει ποτέ ουλή και πάντα θα αιμορραγεί, είναι το τελευταίο έργο του Αντώνη Νικολή. Ο τίτλος «Λισαβώνα» ορίζει το ψυχικό τοπίο των δύο κεντρικών ηρώων του. Είναι ένα ζευγάρι μεσηλίκων, που επί χρόνια έκανε τις διακοπές του στη Λισαβώνα. Κάποια φορά όμως οι διακοπές τους διεκόπησαν βίαια, μετά την είδηση πως η κόρη τους αρρώστησε σοβαρά και σε λίγο χάθηκε.
  • Οι διακοπές σταμάτησαν για πολύ καιρό. Και τώρα αποφασίζουν να ξαναπάνε. «Πόλη όμορφη και θλιμμένη, είμαι πάλι εδώ». Μόνο που η ματιά τους αδυνατεί να απολαύσει την ομορφιά, ν΄ αναγνωρίσει γνώριμα στέκια. Στη συνείδηση του ζευγαριού, η Λισαβώνα είναι πλέον ένας «άλλος τόπος» που τους φέρνει ξανά στην επιφά- νεια όσα νόμιζαν καταχωνιασμένα μέσα τους.
  • Ο συγγραφέας Αντώνης Νικολής, τον οποίον μας σύστησε ο Σταμάτης Φασουλής ανεβάζοντας τα πρώτα του έργα «Το σπίτι φεύγει» και τον μονόλογο «Ο κύριος Εμμανουήλ και ο Ροϊδης», στη «Λισαβώνα», αφηγείται τον απλό μύθο, εμβαθύνοντας στο τοπίο του πόνου. Χαρακτηρίζοντας το τελευταίο του έργο «ιδιότυπο bolero», λέει για τους ήρωές του: «Δύο άνθρωποι ώς το μεδούλι τους μόνοι, δίχως τόπο, πρόσφυγες παντού, δίχως συγγενείς, δίχως φίλους. Η σχέση τους μια σχεδία, ο κόσμος γύρω και μέσα τους, ερείπια. Σημαδεμένοι από την πιο σκληρή απώλεια, δίχως καμία βεβαιότητα, κανένα δόγμα. Τους διασώζει κάπως ένα παράδοξο χιούμορ και η εύκολη πρόσβαση στο υποσυνείδητο».
  • «Μ΄ έναν ακριβό ποιητικό τρόπο, ο Αντώνης Νικολής προσπαθεί να διερευνήσει το χάος που αφήνει μέσα μας ο θάνατος» εξηγεί τη δική του σκηνική «ανάγνωση» ο Θανάσης Παπαγεωργίου. «Ξεδιπλώνει το έργο του περιπλανώμενος μέσα σε άγνωστα μονοπάτια προσπαθώντας κι ο ίδιος να ανακαλύψει αυτό που μας δημιουργεί ο πραγματικά μεγάλος πόνος. Αυτός που κανείς δεν μπορεί να τον περιγράψει στον άλλον». Αν και το έργο έχει δύο πρόσωπα, ο σκηνοθέτης βάζει στην παράσταση τέσσερις ηθοποιούς. Ο ίδιος και η Λήδα Πρωτοψάλτη υποδύονται το ζευγάρι, τον Αντώνη και τη Θεανώ, μετά τον χαμό της κόρης τους- δύο άνθρωποι ζωντανοί νεκροί- η Εύα Καμινάρη και ο Δημήτρης Θεοδώρου υποδύονται το αντίγραφο του ζευγαριού. Και το αιτιολογεί:
  • «Σ΄ ένα έργο σαν τη «Λισαβώνα», που στηρίζεται στο «είναι» και στο «φαίνεσθαι» της ανθρώπινης ψυχής, η σκηνοθεσία επέλεξε να υπερτονίσει το «είναι» πιστεύοντας ότι το «φαίνεσθαι» καλύπτεται και με το παραπάνω από τον συγγραφέα. Κι επειδή το «είναι» ξέρει καλά να κρύβεται, έριξα όλο το βάρος στην αποκάλυψή του. Έτσι, ό,τι κρύβουν ο Αντώνης και η Θεανώ, ακόμη κι από τον εαυτό τους, περιπλανώμενοι στης γειτονιές της Λισαβώνας, το ζουν τα αντίγραφά τους, ο άλλος τους εαυτός, που δεν θέλει να κρύψει τίποτα, αποκαλύπτοντας αυτό που τους βασανίζει και δεν τους επιτρέπει να χαρούν αυτά που ήξεραν να χαίρονται όσες φορές έρχονταν στην αγαπημένη τους πόλη που συνδέεται με τα ωραιότερα πράγματα, αλλά και τη σκληρότερη εμπειρία τους».

ΙΝFΟ: Πρεμιέρα την Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου, στο θέατρο «Στοά» (Μπισκίνη 55, Ζωγράφου, τηλ. 210-7702.830).

  • Η αφόρητη απώλεια
  • «Ο εγκλωβισμός των δύο ηρώων μέσα στο αξεπέραστο πρόβλημά τους» παρατηρεί ο Θανάσης Παπαγεωργίου, «τούς βουλιάζει όλο και περισσότερο σε μια σκληρή πραγματικότητα που νόμιζαν ότι την ελέγχουν, τη στιγμή που ασυνείδητα άγονται και φέρονται απ΄ αυτήν. Γρήγορα ανακαλύπτουν, λες και δεν το ένιωθαν, ότι ο αληθινός πόνος δεν ξεριζώνεται ποτέ, είναι το ίδιο βαθύς και οδυνηρός, όσο και η αγάπη. Νομίζω ότι αυτά τα δύο αισθήματα εμφανίζονται μόνο μία φορά στη ζωή μας, σε όλο τους το μεγαλείο, με όλα τα επακόλουθα και μας σφραγίζουν για πάντα, όπως έχουν σφραγίσει τους δύο ήρωες του έργου, που μάταια πασχίζουν να συμβιώσουν μαζί με τη μεγάλη απουσία, την αφόρητη απώλεια».
  • Της Έλενας Δ. Χατζηιωάννου, ΤΑ ΝΕΑ: Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009

Αντώνη Νικολή «Λισαβόνα» στο Θέατρο «Στοά»: Σύγχρονος μύθος για τη μοναξιά

Σύγχρονος μύθος για τη μοναξιά

Ενα ζευγάρι, ο Αντώνης και η Θεανώ, ύστερα από ένα διάλειμμα τριών χρόνων, επισκέπτονται ξανά τη Λισαβόνα, την πόλη που και για τους ίδιους ανεξήγητα μοιάζει να αφυπνίζει το αυθεντικότερο κομμάτι της ύπαρξής τους. Με πολλές απώλειες, και την πιο ακραία πριν από τέσσερα χρόνια, τον χαμό του μονάκριβου παιδιού τους, δεν έχουν πια παρά ο ένας το χέρι του άλλου, την ανάσα του άλλου, την αγωνία να μοιραστούν έναν σκληρό κλαυσίγελο, να σκεπάσουν με τις φωνές τους τις δυνατές ζαριές από το παιχνίδι της ζωής με τον χρόνο.

Σε αυτή την κατάσταση ζωής έρχονται αντιμέτωποι με ερωτήματα όπως: «Ξεχνιέται ο βαθύς πόνος;», «Ξαναγυρνούν στην κανονική ζωή οι άνθρωποι που χτυπήθηκαν αλύπητα;», «Μπορούν δύο νεκροί να κάνουν ταξίδια εκτός από τις μνήμες τους;», «Έχουν μάτια για να δουν τα γνώριμα στέκια;», «Αισθήσεις για να δεχτούν οποιαδήποτε ομορφιά;», «Έχουν άλλη μνήμη εκτός από τη μνήμη του αγαπημένου προσώπου που χάθηκε;», «Υπάρχουν, άραγε, πια;», «Ζουν;», «Είναι οι ίδιοι;».

Σύγχρονος μύθος για τη μοναξιά
  • «Πρόφαση»

Τις απαντήσεις καλούνται να τις δώσουν μέσα από το έργο του Αντώνη Νικολή, «Λισαβόνα», το οποίο κάνει πρεμιέρα στο θέατρο «Στοά», στις 27 Φεβρουαρίου, σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου. «Το έργο, έτσι όπως είναι γραμμένο, αποτελεί την πρόφαση για να γίνει μια παράσταση», εξηγεί ο σκηνοθέτης. «Από την πρώτη ανάγνωση καταλαβαίνεις ότι δεν είναι μία κωμωδία κι ας έχει κωμικά στοιχεία. Κάτι συμβαίνει. Κάτι θέλει να μας πει πολύ πιο βαθύ από την επιφάνειά του. Κι εκεί βρίσκεται η ομορφιά του».

Ο μύθος είναι «απλός, αλλά και σύγχρονος, και αν θα τα κατάφερνα, και βαθύς. Δύο άνθρωποι ως το μεδούλι τους μόνοι – και την ευθύνη γι αυτό να μην τη χρεώνουν σε κανέναν. Δίχως τόπο, πρόσφυγες παντού, δίχως συγγενείς, δίχως φίλους, η σχέση τους μία σχεδία, ο κόσμος γύρω και μέσα τους ερείπια, σημαδεμένοι από την πιο σκληρή απώλεια, δίχως καμία βεβαιότητα, κανένα δόγμα, τίποτε να δίνει κύρος στις ιδέες τους, μόνο ένα αλλού της ψυχής τους, η συγκίνηση από μία πόλη που ούτε κι αυτήν την ξέρουν καλά καλά, τόσο που και τα τοπία της στην εμπειρία τους να μην είμαστε σίγουροι αν είναι τα πραγματικά ή μόνο τάπητες φανταστικοί του μυαλού τους. Ενα παράδοξο χιούμορ τούς διασώζει κάπως, και η εύκολη πρόσβαση στο υποσυνείδητο, τα όνειρα», σημειώνει ο συγγραφέας για το έργο του.

Τον Αντώνη Νικολή τον γνωρίσαμε στο παρελθόν από τις συνεργασίες του με τον Σταμάτη Φασουλή («Ο κύριος Εμμανουήλ και ο… Ροΐδης», «Το σπίτι φεύγει»). Η «Λισαβόνα» είναι το τρίτο έργο του που ανεβαίνει στη σκηνή – μέχρι το τέλος του 2008 θα κυκλοφορήσει σε βιβλίο η νουβέλα του «Το Σκοτεινό Νησί» (2008), μεταγραφή του ομώνυμου θεατρικού του (2001) και πρώτη έξοδός του στην πεζογραφία. Η επιλογή του τόπου δράσης δεν είναι τυχαία. Η Λισαβόνα αποτελεί για τον ίδιο αγαπημένο προορισμό.

«Τον Ιούνιο του 2006, έκτη φορά στη Λισαβόνα, παθιασμένος με την πόλη, τα τοπία της ήδη εικόνες της αισθηματικής μου ζωής, συνθήκη του αυθεντικού την ονομάζω, και να αυτό που δεν θα φανταζόμουν ποτέ, η ανάμνησή της ήδη, ενώ την περπατώ, μεταπλάθεται σε σκηνικό χώρο στο μυαλό μου, κι ένα ζευγάρι, ο Αντώνης και η Θεανώ παρεισδύουν σ’ εκείνο τον σκηνικό χώρο, την περιδιαβαίνουν», εξηγεί ο Αντώνης Νικολής. Περίπου έναν χρόνο μετά, λίγες ημέρες πριν από την «έβδομη φορά μου στην πόλη, η Λισαβόνα μου ήταν ολόκληρη. Ελεγα στον συνταξιδιώτη, τον φίλο που μοιραζόμαστε το ετήσιο ταξίδι, να λοιπόν ένα έργο, μόνο για μένα και για σένα. Νόμιζα ότι δεν θα συγκινούσε κανέναν αν δεν είχε ταξιδέψει μαζί μου εκεί».

Χρειάστηκε ένα διάστημα, τις γνώμες αρκετών, μέχρι να… «χωνέψω ότι μπορεί και να τα είχα καταφέρει. Αλλωστε δεν άργησαν ο Θανάσης με τη Λήδα.

Ο Θανάσης με δυνατές εικόνες, με το σάστισμα από τον αντίλαλο όσων δεν λέει, με ό,τι αφήνει μετέωρο στην άκρη της φωνής του, τη βαθμιαία τη βασανιστική εσωτερική κατάρρευση, το βλέμμα, στο τέλος κάθε στροφής αυτού του ιδιότυπου bolero, που είναι το έργο, όλο και πιο μέσα στραμμένο, και η Λήδα-Θεανώ… Πού να κοιτάζει άραγε αυτή η γυναίκα, τι ματιά όταν η ψυχή της ξεβράζει εικόνες παράλογες, τίνος ρυθμού εκκρεμές από τη μανία στην κατάθλιψη, εκλύοντας τόση πολλή ενέργεια μέσα της; Αλλά και ο καθένας στη δουλειά του, όλοι οι υπόλοιποι συνεργάτες στο Στοά. Είμαι μάλλον ένας πολύ τυχερός συγγραφέας», καταλήγει.

Οσο για το κεντρικό ζευγάρι του έργου, τον Αντώνη και τη Θεανώ, έλκει την παρουσία του από ένα ζευγάρι εξηντάρηδων, Αλεξανδρινών, που είχε περιηγηθεί σε Βραζιλία, ΗΠΑ, Αγγλία («μου ασκούσαν ανέκαθεν γοητεία αυτού του τύπου οι Ελληνες τυχοδιώκτες, ούτε μετανάστες ούτε πρόσφυγες ακριβώς»), που είχε γνωρίσει τυχαία ο συγγραφέας στο Λονδίνο, το 1990, σε μια στάση λεωφορείου».

  • Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

«Λισαβόνα» του Αντώνη Νικολή. Σκηνοθεσία: Θανάσης Παπαγεωργίου. Σκηνικό: Λέα Κούση. Παίζουν: Λήδα Πρωτοψάλτη, Θανάσης Παπαγεωργίου, Εύα Καμινάρη, Δημήτρης Θεοδώρου. Θέατρο «Στοά» (Μπισκίνη 55, Ζωγράφου, τηλ.: 210-7702830). Προγραμματισμένη πρεμιέρα: 27 Φεβρουαρίου.

  • Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 15/02/2009

Παράταση στη Στοά για την … «Σωτηρία»

Κατά δεκαπέντε μέρες αλλάζει ο προγραμματισμός των παραστάσεων που είχε ανακοινωθεί από το θέατρο «Στοά». Η παράσταση «Σωτηρία με λένε» θα παίζεται μέχρι τις 15 του Φλεβάρη, ενώ η «Λισαβόνα» θα ανέβει στις 24 του ίδιου μήνα.Η αλλαγή οφείλεται αφ’ ενός μεν στον επιπλέον χρόνο που απαιτείται για την καλύτερη προετοιμασία της παράστασης του έργου του Αντώνη Νικολή «Λισαβόνα», μια παράσταση με ιδιαίτερα τεχνικά προβλήματα, και αφ’ ετέρου στη μεγάλη ζήτηση που παρουσιάζει το «Σωτηρία με λένε» της Σοφίας Αδαμίδου, μια προσωπική ερμηνευτική επιτυχία της Λήδας Πρωτοψάλτη. Θυμίζουμε ότι η σκηνοθεσία είναι του Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου, τα σκηνικά της Κούλας Γαλιώνη και το φιλμ της Λουκίας Ρικάκη. Παίζει επίσης η Εύα Καμινάρη.

Η «Λισαβόνα» του Αντώνη Νικολή ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου, σκηνικό Λέας Κούση. Παίζουν: Λήδα Πρωτοψάλτη – Θανάσης Παπαγεωργίου.

Αντώνη Νικολή «Λισαβόνα» στη Στοά

Το θέατρο «Στοά» στις αρχές του Φλεβάρη θα ανεβάσει το έργο του Αντώνη Νικολή «Λισαβόνα». Σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου, σκηνικό Λέας Κούση. Παίζουν: Λήδα Πρωτοψάλτη – Θανάσης Παπαγεωργίου.

Στη «Λισαβόνα» παρακολουθούμε ένα ζευγάρι που επί πολλά χρόνια έκανε διακοπές στη Λισαβόνα. Κάποτε τις διακοπές σταμάτησε η αρρώστια και ο θάνατος της κόρης τους. Μετά από τέσσερα χρόνια αποφάσισαν να ξαναπάνε στη Λισαβόνα, που αντιπροσωπεύει τις φωτεινές μέρες τους, μήπως και ξεχάσουν… Ξεχνιέται ο βαθύς πόνος; Ξαναγυρνάνε στην κανονική ζωή οι άνθρωποι που χτυπήθηκαν αλύπητα; Μπορούν δύο «νεκροί» να σβήσουν τις μνήμες τους; Εχουν άλλη μνήμη εκτός από τη μνήμη του αγαπημένου προσώπου που χάθηκε; Είναι οι ίδιοι; Με ποιητικό τρόπο ο συγγραφέας διερευνά το χάος που αφήνει ο θάνατος, προσπαθώντας να ανακαλύψει εκείνο που δημιουργεί ο απερίγραπτος πόνος.