Category Archives: Ναυπλιώτου Μαρία

Το Μεταξουργείο απέκτησε την Κάρμεν του

  • «Ας έχουμε στο θέατρο το ένα ποδάρι στη ζωή!», διακηρύσσει ο Στάθης Λιβαθινός. Και από απόψε κάνει τη δήλωσή του πράξη με εμπνευσμένο τρόπο.

Η  Κάρμεν, ενσαρκωμένη από τη Μαρία Ναυπλιώτου, θα είναι μια  απενοχοποιημένη ερωτικά, χειραφετημένη σύγχρονη γυναίκα

Η Κάρμεν, ενσαρκωμένη από τη Μαρία Ναυπλιώτου, θα είναι μια απενοχοποιημένη ερωτικά, χειραφετημένη σύγχρονη γυναίκα

Στο σύγχρονο πολυπολιτισμικό «γκέτο» του Μεταξουργείου, ανάμεσα στους οίκους ανοχής, θα εκτυλίσσεται, για δέκα βραδιές, η τζαζ εκδοχή του πάνω στην οπερατική «Κάρμεν», με επικεφαλής στον ομώνυμο ρόλο της φλογερής, ερωτικά άστατης Τσιγγάνας, τη Μαρία Ναυπλιώτου.

Μπορεί να μην είναι εν ενεργεία πορνείο το νεοκλασικό οίκημα με την εσωτερική αυλή και τους ακάλυπτους χώρους στην Κεραμεικού 28, όπου θα πραγματοποιείται η παράσταση. Αλλά «στο Μεταξουργείο όλα είναι δυστυχώς ή ευτυχώς λίγο πορνεία», τονίζει ο Λιβαθινός. «Η διάθεση των ανθρώπων που κυκλοφορούν στην περιοχή δίνει την αίσθηση ότι απ’ τη μια στιγμή στην άλλη μπορεί να συμβεί οτιδήποτε σκοτεινό και παράνομο. Από κλοπή μέχρι φόνο».

Αυτήν ακριβώς την περιρρέουσα ατμόσφαιρα υψηλής επικινδυνότητας και αγοραίου έρωτα, φαίνεται, επιζητούσε και αποφάσισε να μπει στο «στόμα του λύκου» με τους συνεργάτες του για την πρώτη θεατρική του απόπειρα πάνω σε μια δημοφιλέστατη όπερα. «Μου αρέσει να παίζω και να διακινδυνεύω», διαπιστώνει ο σκηνοθέτης. «Και ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης. Ιδίως στην περίπτωση της «Κάρμεν» δεν μ’ ενδιέφερε μια προσέγγιση που να βασίζεται στο κόκκινο βελούδο». Ως εκ τούτου, για την εξεύρεση του ιδανικού «σκηνικού» περιδιάβηκε «στα χαμαιτυπεία και τα εγκαταλελειμμένα σπίτια της περιοχής». Πατώντας το πόδι του στο οικοδομικό συγκρότημα της Κεραμεικού 28, ήξερε ότι «εδώ είμαστε». «Καλύτερο «σκηνικό» δεν θα έβρισκα», παραδέχεται. «Ο χώρος ταιριάζει στον πυρήνα της ιστορίας. Εχει τα πάντα. Μέχρι και καθαρό ουρανό».

Το κοινό θα παρακολουθεί στην αυλή, στα πεζούλια και τα παράθυρα του οικήματος μια νυχτερινή ιστορία που θα ολοκληρώνεται μέσα σε μία ώρα. «Είναι μια νυχτερινή «Κάρμεν» σε ένα χώρο που μάλλον μας βαφτίζει παρά τον βαφτίζουμε εμείς», τονίζει ο σκηνοθέτης.

  • Προσωπικό πείραμα

Η «Κάρμεν», μια εκτός θεάτρου «παρανομία» του, όπως λέει, «τώρα που βρέθηκα σε κενό χρόνου και δεν μπορώ να κάθομαι», ξεκίνησε περισσότερο «σαν ένα προσωπικό πείραμα», που μάλιστα στην αρχή σκηνοθέτης και ηθοποιοί δεν θέλανε να το δείξουν σε κοινό. Η νεωτερική στην εποχή της όπερα του Μπιζέ δεν είναι παρά η αφετηρία, ώστε ο Λιβαθινός, που λατρεύει την όπερα, να αποτολμήσει τη δική του διασκευή πάνω στο λιμπρέτο της πασίγνωστης όπερας αλλά και στη λιγότερο γνωστή νουβέλα του Μεριμέ, που αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης για τους συγγραφείς του. «Είναι μια δραματική σπουδή πάνω στην «Κάρμεν», με άριες», λέει, «ένα μικτό δραματικό είδος για ένα ελεύθερο μυαλό», που δεν είναι μιούζικαλ, αλλά έχει ζωντανή τζαζ μουσική την οποία ερμηνεύουν οι καλλίφωνοι ηθοποιοί.

Είναι η πρώτη φορά, τονίζει με καμάρι, στην ιστορία της όπερας του Μπιζέ, που μεταφράζονται οι άριες στα ελληνικά (από τον ποιητή Στρατή Πασχάλη). Οι ηθοποιοί τις τραγουδάνε σαν να είναι σύγχρονα τζαζ τραγούδια. «Ετσι, μεταξύ πρόζας και τραγουδιού, παρακολουθούμε μια ομάδα ανθρώπων που πεθαίνουν για τον έρωτα -αλληγορικά και κυριολεκτικά. Είναι καλό να πεθαίνεις για τον έρωτα και όχι για την κρίση!», λέει με νόημα ο σκηνοθέτης.

Ο Λιβαθινός συνεργάζεται ξανά με τη μούσα του Μαρία Ναυπλιώτου. Και με τους υπόλοιπους όμως ηθοποιούς της «Κάρμεν», Ηλία Μελέτη, Χρήστο Σουγάρη, Ευθύμη Παπά, Πηνελόπη Μαρκοπούλου και Μαρία Σαββίδου, είτε είχαν δουλέψει μαζί πρόπερσι στον «Βασιλιά Λιρ» είτε είχαν συνεργαστεί παλαιότερα στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. «Είναι μια συνάντηση παλιών συνεργατών μου με νέους, απ’ την οποία προκύπτει μια εξαιρετική καινούργια ομάδα. Μαζί θα συνεχίσουμε στο μέλλον».

Η «Κάρμεν» δεν θα είχε γίνει πραγματικότητα αν δεν υπήρχε η γενναιόδωρη αρωγή της εταιρείας «Πολυπλάνητη» της βοηθού του Λιβαθινού στον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι, Γιολάντας Μαρκοπούλου.

INFO: Στη σκηνοθεσία συνεργάστηκε η Μαρία Σαββίδου. Την τζαζ μουσική διασκευή και ενορχήστρωση της μουσικής του Μπιζέ υπογράφει ο μουσικός Κώστας Μαγγίνας, που ερμηνεύει ζωντανά τη μουσική μαζί με τον Νίκο Καπηλίδη και τον Μάξιμο Δράκο. Σκηνικά – Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου. Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου. Παραστάσεις: 1-11 Ιουλίου. Τηλέφωνο κρατήσεων: 6981-802544. Ωρα έναρξης: 21:30. Είσοδος: 15 ευρώ. * Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

Advertisements

ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟ… Η «Κάρµεν» βγαίνει στον δρόµο

  • Του Γιώργου Δ. Κ. Σαρηγιάννη, TA NEA: Τρίτη 29 Ιουνίου 2010

  • Μια όπερα αλλιώτικη, που συνδυάζει Μπιζέ και Μεριµέ, ανεβάζει σε µια αυλή ο Στάθης Λιβαθινός, µε πρωταγωνίστρια στον επώνυµο ρόλο τη Μαρία Ναυπλιώτου

Και τώρα όπερα! Ο Στάθης Λιβαθινός και η οµάδα του τολµούν για πρώτη φορά να προσεγγίσουν το θέµα «Κάρµεν». Αλλά µέσα τόσο από το λιµπρέτο της δηµοφιλούς – πασίγνωστης – όπερας (1865) του Ζορζ Μπιζέ όσο και από τη λιγότερο γνωστή νουβέλα (1845) του Προσπέρ Μεριµέ, που αποτέλεσε και την πηγή έµπνευσης για τους συγγραφείς του λιµπρέτου, τον Ανρί Μεϊλάκ και τον Λουντοβίκ Αλεβί. Στον επώνυµο ρόλο, η Μαρία Ναυπλιώτου.

Ενα από τα ιδιαίτερα της παράστασης που έχει πειραµατικό χαρακτήρα και η δραµατουργική της επεξεργασία αποτελεί προϊόν συνεργασίας του σκηνοθέτη και των έξι ηθοποιών είναι ότι θα παιχτεί για λίγες µόνο βραδιές, µε τη συνοδεία ζωντανής τζαζ µουσικής, σε έναν εναλλακτικό υπαίθριο χώρο: στην εσωτερική αυλή ενός παλιού νεοκλασικού κτιρίου στο Μεταξουργείο.

Ο Στάθης Λιβαθινός στην πρώτη του αυτή επαφή µε την όπερα αποπειράται να προσεγγίσει (µε τη συνεργασία στη σκηνοθεσία της Μαρίας Σαββίδου) την τραγική ιστορία της Κάρµεν. Μαζί του στο εγχείρηµα αυτό, η Ελένη Μανωλοπούλου για τα σκηνικά και τα κοστούµια, ο Αλέκος Αναστασίου για τους φωτισµούς, ο µουσικός Κώστας Μαγγίνας για την τζαζ µουσική διασκευή και την ενορχήστρωση της µουσικής του Μπιζέ, ο ποιητής και µεταφραστής Στρατής Πασχάλης για την προσαρµογή των στίχων και τη δραµατολογική επεξεργασία και πέντε – συν η βοηθός, έξι – ταλαντούχοι ηθοποιοί µε τους οποίους έχει συνεργαστεί – µε µερικούς συνεργάζεται εδώ και χρόνια. Πρόκειται, εκτός της Μαρίας Ναυπλιώτου και της Μαρίας Σαββίδου, για τους Μελέτη Ηλία (Χοσέ), Χρήστο Σουγάρη (Θουνίγα, Γκαρθία), Ευθύµη Παπά (Τορεαντόρ), Πηνελόπη Μαρκοπούλου (Μικαέλα). Στην παράσταση παίζουν ζωντανά µουσική οι Κώστας Μαγγίνας (κιθάρες), Νίκος Καπηλίδης (ντραµς) και Μάξιµος Δράκος (αρµόνιο).

  • Πώς έφτασε στην όπερα ο Στάθης Λιβαθινός;

«Η όπερα µε συνοδεύει από τα παιδικά µου χρόνια γιατί λατρεύω την κλασική µουσική. Δεν είχε τύχει κανένας να µε σκεφτεί και να µου προτείνει να κάνω όπερα. Και αφού υπήρχε η Γιολάντα Μαρκοπούλου (σ.σ.: βοηθός του στον “Ηλίθιο” και δηµιουργός της εταιρείας Πολυπλάνητη που έχει δραστηριοποιηθεί από το 2007 µε θεατρικές παραγωγές), ένας πολύ κοντινός µου άνθρωπος που µπορούσε να µπει στην τρέλα αυτή και να µας στηρίξει, πήρα την απόφαση να κάνουµε την παραγωγή µόνοι µας.

Στην αρχή σκέφτηκα να κάνω την παράσταση µε νέους τραγουδιστές της όπερας που να θέλουνε να παίξουνε κιόλας. Γιατί αυτό που µε ενδιέφερε ήταν µια δραµατική σπουδή πάνω στο θέµα της “Κάρµεν”. Μετά σκέφτηκα πως έχω πολύ κοντινή σχέση µε εξαιρετικούς ηθοποιούς που θα προτιµούσα αυτούς να δω να τραγουδούν παρά τραγουδιστές της όπερας να παίζουν.

Η διάθεσή µου πάντως να συνεργαστώ µε ανθρώπους της όπερας είναι πάρα πολύ µεγάλη. Ξέρω πως υπάρχουν πολλά πολύ ταλαντούχα παιδιά που τα περισσότερα δεν έχουν χώρο να εργαστούν και να εκφραστούν.

Αλλά προτίµησα τελικά να δοκιµάσουµε πρώτα τον δραµατικό καµβά της “Κάρµεν” κρατώντας µερικές βασικές άριες της όπερας που θα τραγουδηθούν θεατρικά όµως. Η παράσταση εξάλλου είναι πάρα πολύ χαµηλού προϋπολογισµού. Από την άλλη το ενδιαφέρον µού κίνησε ο χώρος. Δεν πρέπει εµείς οι καλλιτέχνες να χάνουµε την επαφή µε τον δρόµο και τους εναλλακτικούς χώρους. Για να µη χάσουµε τη γεύση και τη µυρουδιά µας. Εχω τη ζωή της Κάρµεν µπροστά µου αφτιασίδωτη και αληθινή. Τα πρόσωπα των Κινέζων και των Πακιστανών που µαζεύονται στην πόρτα στις πρόβες και κοιτάνε ενώ εµείς παίζουµε ζωντανή µουσική είναι από τα πιο ενδιαφέροντα και συγκινητικά πράγµατα που έχω ζήσει. Εκεί, λοιπόν, ανάµεσα στις πουτάνες, στα ναρκωτικά και στις κλοπές, ακούγεται και λίγη “Κάρµεν”. Ολο αυτό φαντάζεστε πόσο φορτισµένο και αληθινό είναι…».

ΙΝFΟ

Από 1 έως 11 Ιουλίου, εκτός Κυριακής 4 Ιουλίου, στις 21.30, στον χώρο της Κεραµεικού 28 (Μεταξουργείο, τηλ. κρατήσεων 6981802544). Εισιτήριο: 15 ευρώ.

  • Πιο κοντά στον Ζενέ

Ρωτώ τον Στάθη Λιβαθινό ποια είναι τα στοιχεία του έργου που θέλησε να προβάλει. «Τη νοσταλγία για απόλυτη ελευθερία. Και την εύθραυστη και καταδικασµένη – µε ηµεροµηνία λήξης – οµορφιά. Που δεν είναι φτιαγµένη για να διατηρηθεί, για να µπει στο ψυγείο, για να πουληθεί, για να γεράσει… Που υπάρχει για να υπάρχει. Θα είναι µια Κάρµεν σύγχρονη, πιο κοντά στον Ζενέ παρά στην ισπανική της προέλευση και στα εξωτικά στοιχεία. Μια τέτοια Κάρµεν δεν µε αφορά. Αποφασίσαµε πως έχει µεγαλύτερο ενδιαφέρον να δούµε την Κάρµεν πώς γυρίζει σήµερα στους δρόµους. Πρόκειται για µια Κάρµεν της µιας νύχτας. Ο χρόνος είναι ποιητικός, σαν να είναι για µια ζωή αλλά και για µια νύχτα». Μια ανάλογη µουσική απόπειρα πάνω στην «Κάρµεν» έκανε ο Πίτερ Μπρουκ στο Παρίσι το 1981. Την άκρως λιτή παράστασή του µε τον τίτλο «Η τραγωδία της Κάρµεν», την οποία µετέφερε και στον κινηµατογράφο το 1983, είδαµε και στην Αθήνα, τον Ιούνιο του 1987, στο θέατρο που φέρει πια το όνοµά του και που δηµιουργήθηκε στο νταµάρι της Πετρούπολης για να παρουσιάσει τη «Μαχαµπχαράτα» του το 1985, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων Αθήνα, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης.

Η Κάρμεν, ένα άπιαστο πουλί

  • Σε ένα παλιό σπίτι η Μαρία Ναυπλιώτου ενσαρκώνει την ανυπότακτη ηρωίδα του Μπιζέ
  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ – φωτ.: Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Επτά, Κυριακή 27 Ιουνίου 2010

Κάρμεν: η επιτομή της ελευθερίας, του αισθησιασμού, της αμαρτίας, της παρανομίας. Η πανέμορφη ανυπότακτη τσιγγάνα ζωντανεύει αλά ελληνικά στο πρόσωπο της Μαρίας Ναυπλιώτου. Στην εσωτερική αυλή ενός εγκαταλειμμένου σπιτιού στην οδό Κεραμεικού 28, ανάμεσα σε χαμαιτυπεία, κινέζικα μαγαζιά, μπουρδέλα, η γεννημένη ελεύθερη Κάρμεν θα σαγηνέψει, θα αποπλανήσει, θα ρισκάρει μέχρι και τη ζωή της. Η Μαρία Ναυπλιώτου από την 1η Ιουλίου, και για δέκα παραστάσεις, παίζει, χορεύει και τραγουδάει την πιο γνωστή όπερα του Μπιζέ.

Σ’ ένα τοπίο, μείγμα παλιάς Αθήνας και… Πεκίνου, διαδραματίζεται το έργο έτσι όπως το οραματίστηκε ο σκηνοθέτης Στάθης Λιβαθινός. Ενα παλιό κτίριο με μπαλκόνια, σιδερένιες σκάλες, ψηλά παράθυρα, υπόγειο, εξωτερική τουαλέτα, συνθέτει το φυσικό σκηνικό της παράστασης. Στον ίδιο χώρο που παλαιότερα λειτουργούσε σχολείο, στεγάζονται σήμερα μικρομάγαζα, εργαστήρια, αποθήκες.

Για τον Στάθη Λιβαθινό ήταν μια μοναδική ευκαιρία να παρουσιάσει το έργο σ’ έναν εξωθεατρικό χώρο. «Δεν μας δίνεται συχνά η δυνατότητα να παίζουμε σε τέτοιο «σκηνικό». Ηθελα η Κάρμεν να μη σχετίζεται με την πολυτέλεια μιας αίθουσας για όπερα. Το Μεταξουργείο διαθέτει πολλά τέτοια ποιητικά τοπία που μπορούν να αξιοποιηθούν με πολλούς τρόπους. Στην προκειμένη περίπτωση τόσο η παραγωγός Γιολάντα Μαρκοπούλου όσο και ο ιδιοκτήτης του χώρου Ιάσων Τσάκωνας ρίσκαραν μαζί μας. Δεν συναγωνιζόμαστε την όπερα. Επιχειρούμε μια φαντασία πάνω σ’ αυτήν με τις βασικές άριες και με σύγχρονη μουσική γραμμένη πάνω σ’ αυτήν του Μπιζέ. Δραματουργικός πυρήνας είναι η αγάπη για την ελευθερία όσο κι αν κοστίζει, ακόμα και σε μια φτωχή, πεζή καθημερινότητα».

Αυτή η ιστορία έρωτα και θανάτου γράφτηκε από τον Προσπέρ Μεριμέ το 1845. Ο συγγραφέας που είχε ταξιδέψει πολύ στην Ισπανία ισχυριζόταν ότι οι πρωταγωνιστές είναι πρόσωπα υπαρκτά. Τόνιζε μάλιστα ότι ο Ντον Χοσέ τού είχε εξομολογηθεί ότι η διαβολική Κάρμεν ευθυνόταν για τις συμφορές του. Την είχε συναντήσει ενώ ήταν ακόμη στρατιώτης. Για χάρη της λιποτάκτησε κι έγινε λαθρέμπορος, ληστής και τελικά δολοφόνος.

Ο Μπιζέ γοητεύτηκε από την Κάρμεν, που δεν σταματά να παίζει επικίνδυνα παιχνίδια σε μια γραφική Ισπανία περιτριγυρισμένη από ανθρώπους γεμάτους πάθη. Παρ’ ότι οι λιμπρετίστες προσπάθησαν να μαλακώσουν τον βίαιο χαρακτήρα του έργου, ο ρεαλισμός που εισήγαγε ο συνθέτης στα χορωδιακά μέρη απογείωσε προκλητικά την ιστορία. Οι δυο συγγραφείς επινόησαν την Μικαέλα, πρόσωπο που δεν υπήρχε στη νουβέλα και σε αντίστιξη με την εκρηκτική Κάρμεν εκπροσωπεί το ρομαντισμό, την αθωότητα, τη φρεσκάδα και την αφέλεια.

Η Κάρμεν είναι αερικό. Εκκεντρική, ασυγκράτητη, άστατη, με έντονη σεξουαλική αυτοπεποίθηση, που κάνει το κέφι της, όπως λέει. Αδίστακτη, μπλεγμένη σε σκοτεινές υποθέσεις, ληστείες μέχρι και φόνους, αλλάζει ερωτικούς συντρόφους χωρίς αναστολές, παραμένοντας όμως πιστή στον αρχιληστή άντρα της Γκαρθία (Χρήστος Σουγάρης). Μέχρι που εισβάλλει στη ζωή της ο Ντον Χοσέ (Μελέτης Ηλίας) διεκδικώντας την υποταγή και την αφοσίωσή της. Ομως εκείνη είναι άπιαστο πουλί. Και το πληρώνει.

Η διασκευή βασίστηκε τόσο στη νουβέλα όσο και στο λιμπρέτο. Η παράσταση δουλεύτηκε από τους ηθοποιούς με μελέτη του υλικού και αυτοσχεδιασμούς που δημιούργησαν σκηνές και διαλόγους. Οδηγήθηκαν σε μια αφαιρετική εκδοχή χωρίς το ισπανικό χρώμα αλλά με δυναμικά παρόν το λούμπεν στοιχείο του Μεταξουργείου…

  • «Νιώθω όπως στις παλιές γειτονιές»

Τα τραγούδια διασκευάστηκαν από τον Κώστα Μαγγίνα σ’ άλλο μουσικό ύφος -με στοιχεία τζαζ- που ερμηνεύονται από ζωντανή ορχήστρα. Ο Στρατής Πασχάλης, που έχει τη δραματουργική επιμέλεια του κειμένου, έγραψε καινούριους στίχους στα ελληνικά. Η Ελένη Μωνοπούλου έχει την ευθύνη των κοστουμιών, ενώ τον ρόλο της Μικαέλα ερμηνεύει η Πηνελόπη Μαρκοπούλου, του Εσκαμίγιο και του Θουνίγα ο Ευθύμης Παππάς.

«Προσπάθησα να ξεπεράσω τη σωματική έκθεση, δεν εννοώ το γυμνό, γιατί δεν υπάρχει», λέει η Μ. Ναυπλιώτου. «Το θέμα είναι η πρόκληση, η λαγνεία της ηρωίδας, η διεκδίκηση του αρσενικού αλλά και της νίκης. Η Κάρμεν είναι όμορφη, ακατέργαστη, σκοτεινή και φωτεινή, ο ίδιος ο πόθος. Αυτή διαλέγει απ’ όσους την κυνηγούν. Πετώντας ένα λουλούδι, λέει: «Εσύ». Ο,τι φρικτό κι αν κάνει στη ζωή της δεν προδίδει τον άντρα της και τη φυλή της. Είναι απόλυτη, συνδεδεμένη με τη φύση, με το ένστικτο. Ομως η ομορφιά, το πάθος δεν παίζονται. Δημιουργούνται μέσα από συσχετισμούς και επικοινωνία με τον παρτενέρ σου. Η γλώσσα είναι βίαιη. Χωρίς υπερβολές, αλλά ακολουθεί τη δύναμη των παθών και των συναισθημάτων. Η Κάρμεν ζει μέσα στη φτώχεια, τη μιζέρια, αλλά η θηλυκότητά της κυριαρχεί. Αρκούν η καπατσοσύνη της, ένα γιασεμί, ένα κραγιόν. Νιώθω όπως στις παλιές γειτονιές όταν έπαιζα με τα ξαδέλφια μου στις αυλές. Βρίσκαμε ένα μικροπράγμα και το κάναμε κάτι πολύτιμο». *