Category Archives: Μπρόντγουεϊ

«One Man, Two Guvnors». Το νέο έργο του Ρίτσαρντ Μπιν…

Music Box Theater
http://www.onemantwoguvnorsbroadway. com
«One Man, Two Guvnors». Το νέο έργο του Ρίτσαρντ Μπιν παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία τη χειμερινή σεζόν στο Λονδίνο, και τώρα έχει μετακομίσει σε θέατρο του Μπροντγουέι με τους ίδιους ηθοποιούς. Βασισμένος στην κλασική κωμωδία του Κάρλο Γκολντόνι «Υπηρέτης δύο αφεντάδων», ο Μπιν μεταφέρει την πλοκή του έργου στο Μπράιτον του 1960, όπου ο κεντρικός ήρωας, ο Φράνσις, δουλεύει σε δύο δουλειές για να επιβιώσει, υπηρετώντας δύο αφεντικά με ύποπτες δοσοληψίες και προσπαθώντας να μη μάθει ο ένας τα μυστικά του άλλου. Το αποτέλεσμα είναι μια ντελιριακή κωμωδία που έχει κερδίσει ύμνους από την κριτική, με σκηνοθεσία (από τον Νίκολας Χάιτνερ) που αναμειγνύει δεξιοτεχνικά την αστική φάρσα με την κομέντια ντελ’ άρτε και εξαιρετικές ερμηνείες από τον Τζέιμς Κόρντεν (Φράνσις), την Τζεμίνα Ρούπερ και τον Ολιβερ Κρις, που παίζουν τα δύο «αφεντικά».
Advertisements

Το πιο λαμπερό αστέρι της μουσικής κωμωδίας

Ο Νέιθαν Λέιν είναι ίσως ο τελευταίος μεγάλος του Μπρόντγουεϊ

International Herald Tribune

  • Δεν θα διακινδύνευα να εκφέρω γνώμη ως προς το ποιος είναι ο μεγαλύτερος ηθοποιός που εμφανίστηκε στο Μπροντγουέι την τελευταία δεκαετία. Η πιο λαμπερή ντίβα; Ποτέ δεν θα τολμούσα να πω. Ποιος όμως υπήρξε ο καλύτερος διασκεδαστής; Αυτό είναι εύκολο: Ο Νέιθαν Λέιν.

Δεν έχω πρόθεση βέβαια να υποτιμήσω τις αρετές του κ. Λέιν ως ηθοποιού (ή, πάλι, να υπονοήσω πως δεν είναι ντίβα). Αποδείξεις για το πόσο καλός ηθοποιός είναι βρίσκει κανείς άφθονες στο νέο μιούζικαλ «Οικογένεια Ανταμς». Το έργο σφυροκοπήθηκε από τους κριτικούς και έμεινε έξω από τις υποψηφιότητες για Τόνι. Βλέποντας όμως τον Νέιθαν Λέιν να κυριαρχεί στη σκηνή, να τη γεμίζει κωμική αδρεναλίνη κάθε φορά που ανοίγει το στόμα του, καταλαβαίνεις πόσο άδικο είναι να μην επιβραβεύεται μια τέτοια ερμηνεία. Ολοι συμφωνούν ότι η κωμωδία είναι το πιο δύσκολο είδος στη σόου-μπίζνες, αλλά όταν πρόκειται για τρόπαια αριστείας οι τραγωδοί πάντα κατατροπώνουν τους κλόουν.

Παρ’ όλο που έχει πάρει δύο βραβεία Τόνι, για τους «Παραγωγούς» και το «Κάτι παράξενο συνέβη στον δρόμο για το Φόρουμ», ο κ. Λέιν έχει μόνο μία επιπλέον υποψηφιότητα στο όνομά του. Οι μεγάλοι θεατρικοί «διασκεδαστές» είναι πολύ σπανιότεροι σήμερα από τους μεγάλους σκηνικούς ηθοποιούς, εν μέρει επειδή δεν υπάρχει το κατάλληλο υλικό για να τους στηρίξει. Ο Νέιθαν Λέιν θα μπορούσε να αποδειχτεί ο τελευταίος από τη ράτσα αυτή, του πολύπλευρου μουσικο-θεατρικού περφόρμερ. Είναι το είδος του ταλέντου που έδωσε τη μαγιά για την άνθηση του αμερικανικού μιούζικαλ τον περασμένο αιώνα.

Ο ιδιαίτερος συνδυασμός προσόντων του Νέιθαν Λέιν -μια απίστευτη επιδεξιότητα στην κωμική ατάκα, η χάρη που είναι απαραίτητη για την κωμωδία της σωματικής κίνησης, ένα σουλούπι ευέλικτα αστείο (με την καλή έννοια), μια στέρεη ευχέρεια στο τραγούδι- ήταν πάντα σπάνιο πακέτο. Ωστόσο, μέσα στο απέραντο χάος του YouTube μπορείς να βρείς μερικούς νεαρούς που φαίνεται να διαθέτουν το χάρισμα. Αναρωτιέσαι, όμως, για ποιο σκοπό, πέρα από μια περαστική στιγμή κυβερνοδόξας;

  • Ταλέντα

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς το αυριανό Μπρόντγουεϊ να προσφέρει το πλαίσιο ανάδειξης για τέτοια ταλέντα. Αν ξεπηδούσαν μια καινούργια Εθελ Μέρμαν, ένας καινούργιος Αλ Τζόνσον ή Τζίμι Ντουράντε, πού θα βρίσκονταν τα σκηνικά οχήματα για να τους αξιοποιήσουν; Ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’70, το μιούζικαλ άρχισε να αποκτά μια σοβαροφανή αυτοεπίγνωση και να προσφέρει λιγότερες ευκαιρίες για τους πολυτάλαντους ερμηνευτές της μουσικής κωμωδίας. Οπως ο Νέιθαν Λέιν, οι καινούργιοι σταρ παλιάς κοπής πιθανότατα θα στριμώχνονταν μέσα σε μεγα-μιούζικαλ βασισμένα σε ταινία βασισμένη σε τηλεοπτικό σίριαλ βασισμένο σε καρτούν.

Αν εξετάσεις την καριέρα του Νέιθαν Λέιν από τότε που αναδείχθηκε σε σταρ χάρη στο νέο ανέβασμα του «Μάγκες και κούκλες» από τον Τζέρι Ζακς το 1992, προκύπτει μια σταθερά. Νιώθει άνετα σε παραστάσεις που χρονολογούνται από άλλη εποχή ή που επίτηδες τη θυμίζουν. Επαιξε τον νευρωτικό τηλεοπτικό σταρ του ’50 στην κωμωδία του Νιλ Σάιμον «Γέλιο στο 23ο πάτωμα» και τον κλαψιάρη Οσκαρ Μάντισον στο «Παράξενο ζευγάρι», επίσης του Σάιμον – αμφότερες οι παραστάσεις ήταν «αναβιώσεις» παλαιότερων παραγωγών. Ηταν ένας υπέροχος Ψεύδουλος, ο μηχανορράφος και γκαφατζής σκλάβος στο «Κάτι παράξενο συνέβη στον δρόμο για το Φόρουμ», το μιούζικαλ των Σοντχάιμ-Σέβελοβ που ξανανέβηκε το 1996. Και, στην πιο φημισμένη ερμηνεία του, έγινε μια απολαυστική ενσάρκωση του Μαξ Μπιάλιστοκ, του παλαιομοδίτη απατεώνα της σόου-μπίζνες στο μιούζικαλ του Μελ Μπρουκς «Οι παραγωγοί».

Εκείνο που προσκόμισε στον ρόλο, και που τον διαφορίζει από την πιο σκοτεινή εκδοχή στην αρχική ταινία του Μελ Μπρουκς, είναι μια γλυκιά, ανάλαφρη νότα συμπάθειας -μια αίσθηση ευάλωτου- που αποτελεί και ένα από τα κλειδιά της ανθεκτικής γοητείας του. Κάτω από την απόγνωση και την επιθετικότητα που με τόση μαεστρία εκφράζει, κρύβεται η καρδιά ενός ευαίσθητου παιδιού. Το στοιχείο αυτό του ταλέντου του το αξιοποίησε περισσότερο στην αρχή της καριέρας του σε παραστάσεις «off Broadway». Οι ρόλοι του στο Μπρόντγουεϊ σπανίως απαιτούσαν να αντλήσει από αυτήν την πιο λεπταίσθητη πλευρά της ερμηνευτικής του ικανότητας, πρόσφατα, όμως, η υποβλητικά λιτή ερμηνεία του στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» δείχνει πως το δυναμικό αυτό υπάρχει ακόμα.

Αυτή η σπίθα ζεστασιάς αποτελεί επίσης κρίσιμο συστατικό της ερμηνείας του Νέιθαν Λέιν στην «Οικογένεια Ανταμς», στον ρόλο του Γκόμεζ. Από το φτωχό σκιτσάρισμα ενός καρτούν, ο Νέιθαν Λέιν καταφέρνει να κάνει τον γλοιώδη Γκόμεζ έναν ξεχωριστό και παράξενα αξιαγάπητο ήρωα, μια απολαυστική παρωδία του κομψευόμενου Ευρωπαίου των παλιών χολιγουντιανών ταινιών. Ο ηθοποιός δεν μας κλείνει το μάτι πίσω από τον ήρωά του για να μας επιβάλει την προσωπικότητά του, αλλά αντίθετα συγχωνεύει τη δική του κωμική περσόνα με τον ήρωα, με τρόπο που ικανοποιεί τόσο τις ανάγκες της αφήγησης όσο και τη μεγιστοποίηση του γέλιου.

  • Το χιούμορ του λειτουργεί καλύτερα στη σκηνή

Βλέποντας την κινηματογραφική εκδοχή των «Παραγωγών», μπορείς να πάρεις μια ιδέα γιατί ο Νέιθαν Λέιν δεν απέκτησε μεγάλη φήμη στον κινηματογράφο, παρότι έχει ερμηνεύσει μερικούς πρωταγωνιστικούς ρόλους, με πιο γνωστό αυτόν στο αμερικανικό ριμέικ του γαλλικού φιλμ «Το κλουβί με τις τρελές». Το χιούμορ που λειτουργεί στη σκηνή δεν μεταφράζεται πάντα στην οθόνη. Τα αστεία που σπινθηροβολούν στο θέατρο, συχνά πνίγονται στις ταινίες, όπου η ζωογόνα σχέση μεταξύ κοινού και ερμηνευτή εμποδίζεται από ένα τείχος σελουλόιντ.

Οχι, τον Νέιθαν Λέιν όπως όλους τους μεγάλους σκηνικούς ερμηνευτές, τον απολαμβάνεις καλύτερα ζωντανό. Πρέπει να βρίσκεσαι μαζί του στο δωμάτιο – ακόμα κι ένα πολύ μεγάλο δωμάτιο, όπως στα μέγαρα του Μπρόντγουεϊ -όπου παίζει τώρα- για να νιώσεις το κέντρισμα της ιδιοφυΐας του. [Η Καθημερινή, Kυριακή, 18 Iουλίου 2010]

Ξανά στη σκηνή του Μπρόντγουεϊ ο Ντένζελ Ουάσινγκτον

  • Επιστρέφει στο θεατρικό σανίδι ο δις βραβευμένος με Όσκαρ ηθοποιός.

Ο διάσημος ηθοποιός Ντένζελ Ουάσινγκτον κατευθύνεται από το Χόλιγουντ στο Μπρόντγουεϊ για τον πρώτο του ρόλο στο νεοϋρκέζικο θέατρο, από τότε που είχε ερμηνεύσει τον Βρούτο το 2005 στη θεατρική διασκευή του Ιούλιου Καίσαρα. Ο βραβευμένος με Οσκαρ δύο φορές Ουάσινγκτον θα πρωταγωνιστήσει στην παράσταση Fences του Αυγούστου Ουίλσον που θα ανέβει την άνοιξη. Σύμφωνα με σχετικά δημοσιεύματα της Νιου Γιορκ Ποστ, ο Ουάσινγκτον θα ερμηνεύσει το ρόλο του Τρόι Μάξσον που για πρώτη φορά ερμήνευσε ο Τζέιμς Ερλ Τζόουνς στο Μπρόντγουεϊ το 1987. Το έργο Fences αποτελεί μέρος του επικού κύκλου του Ουίλσον που εστιάζει στη ζωή των Αφρο-αμερικανών κατά τον 20ο αιώνα και έχει τιμηθεί με το βραβείο Τόνι για το καλύτερο θεατρικό έργο και με βραβείο Πούλιτζερ για το καλύτερο δραματικό έργο.

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Δεν άρεσε σε όλους ο Τζουντ Λο ως Αμλετ…

Δεν άρεσε σε όλους

Ανάμεικτες εντυπώσεις άφησε ο Τζουντ Λο ως Αμλετ στην πρεμιέρα του ομώνυμου θεατρικού έργου του Σαίξπηρ στη σκηνή του Μπρόντγουεϊ. Τρεις μεγάλες εφημερίδες της Νέας Υόρκης αποκαλούν την ερμηνεία του «ηλεκτρισμένη» και επαινούν το μοναδικό ταλέντο του, που του δίνει άλλη υπόσταση από αυτήν που του έχουν προσδώσει τα σκάνδαλα της ερωτικής του ζωής. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλες δύο σημαντικές εφημερίδες που μιλούν για «μεγάλη απογοήτευση», χρησιμοποιώντας βαριές εκφράσεις. Οπως και να χει, αυτή είναι η δεύτερη φορά που ο Λο εμφανίζεται στο Μπρόντγουεϊ μετά τη βραβευμένη με Τόνι ερμηνεία του στις «Αδιακρισίες», το 1995. [ΕΘΝΟΣ]

THEATER REVIEW | ‘HAMLET’

Ready, Set, Emote: A Race to His Doom

New York Times
By BEN BRANTLEY, Published: October 7, 2009

If vigor were all in acting Shakespeare, Jude Law would be a gold medal Hamlet. Playing the doomed Prince of Denmark in the barnstorming production that opened on Tuesday night at the Broadhurst Theater, directed by Michael Grandage, Mr. Law approaches his role with the focus, determination and adrenaline level of an Olympic track competitor staring down an endless line of hurdles.

Sara Krulwich/The New York Times

«Hamlet»: Jude Law plays the Danish prince at the Broadhurst Theater.

Hold your breath, sports fans! Here’s Mr. Law, lithe and taut, bracing himself for that first tricky soliloquy, “O that this too too solid flesh would melt.” No melting here. Mr. Law, gesturing and enunciating violently, nails the speech with the attack of an electric hammer. But can he keep it up for “O what a rogue and peasant slave am I” and “To be or not to be” and “Alas, poor Yorick”? Yes, he can, bringing the same athletic gusto and no trace of fatigue (or modulation) to each and every one.

People who ask for a little introspection from the man whose name is a byword for that activity may find it perplexing that this Hamlet never seems to look inward, which means that he never grows up — or grows, period. When Mr. Law’s hyperkinetic Dane announces early that “I have that within which passeth show,” it is a promise that will not be fulfilled.

Mr. Law, a rakish leading man of film, doesn’t disappear onstage the way some screen stars do. Though small-boned and delicately featured, he fills the theater to the saturation point. But the finer shades of feeling that a movie camera has been known to extract from his face — most notably in his Oscar-nominated performance in “The Talented Mr. Ripley” (1999) — are rarely in evidence here.

His Hamlet — which has only increased in intensity, if not in depth, since I saw it in London last summer — is, above all, an externalizer, never shy about acting out his inner conflicts and acting on his instincts. It is hard to understand the distress of Hamlet’s friends and family when he feigns madness, since the prince, in this case, appears to be as he always was: sarcastic, contemptuous, quick-witted and mad only in the sense of being really, really angry.

Mr. Law conveys these traits with a grandstanding bravado and annotative clarity that is often pitched full throttle into the audience. The much-quoted instructions that Hamlet delivers to a troupe of visiting players apparently do not apply to princes in mourning. This one mouths his words like a town crier and saws the air with his hands.

He does follow his own advice in suiting “the action to the word, the word to the action.” If Hamlet talks about his mind, you can bet that Mr. Law will point to his forehead; when he mentions the heavens, his arm shoots straight up; and when the guy says his gorge rises, rest assured that he clutches at his stomach. If every actor were like Mr. Law, signed performances for the hard of hearing would be unnecessary.

Most of the supporting cast members have chosen to follow Mr. Law’s semaphore style, though in a scaled-down manner that befits a team that knows its raison d’être is to avoid obstructing the view of the name above the title. (As Gertrude, Hamlet’s mother, Geraldine James goes for a more impassive effect, and as a consequence, vanishes before your eyes.) Though the look of Christopher Oram’s black-on-black set (exquisitely lighted by Neil Austin) is very of the moment, the overall effect is what you imagine a 19th-century touring production of “Hamlet” might have been like, with a crowd magnet like Edwin Booth or Henry Irving.

Such histrionic bluster, enhanced by Adam Cork’s scary-movie music and sound effects, is not without its advantages. This is one production in which I could understand every word, and you feel the heat of energy from the stage. In the sequence in which Hamlet and the Player King (the resonant-voiced Peter Eyre, who doubles memorably as the weary, tortured ghost of Hamlet’s father) swap favorite memorized speeches from hoary old tragedies, you sense the pleasure the characters and the men playing them derive from the ripe theatricality of it all.

But that’s one of the few times you are viscerally connected to the people onstage. As the artistic director of the Donmar Warehouse, Mr. Grandage has been responsible for some of the most emotionally engaging shows I’ve seen in London in recent years, including marvelous revivals of “Passion Play,” “The Wild Duck” and “Caligula.” (He was nominated for a Tony for his ingenious staging of Peter Morgan’s “Frost/Nixon.”)

His “Hamlet” generates little psychological tension, though. And it is remarkably lacking in the vivid, specific characterizations you expect of Shakespeare in performance. If the actors playing the villainous Claudius (Kevin R. McNally) and the pompous Polonius (Ron Cook) — or the stalwart Horatio (Matt Ryan) and the aggrieved Laertes (Gwilym Lee) — changed parts midway, I doubt anyone would care much. It’s as if they were all Rosencrantzes and Guildensterns (played here, for the record, by John MacMillan and Harry Attwell).

Granted, Mr. Law doesn’t give his fellow actors much in the way of interpersonal connection. When Polonius tells his daughter, Ophelia (the beautiful, unconvincing Gugu Mbatha-Raw), that Hamlet is “out of thy star,” he could be speaking to anyone. This Hamlet occupies — nay, is — his own constellation, and his radiance is bestowed almost exclusively upon the audience.

Still, Mr. Law’s undeniable charisma and gender-crossing sex appeal may captivate Broadway theatergoers who wouldn’t normally attend productions of Shakespeare. (When I caught the show in London I was heartened by the sizable presence of teenagers who seemed truly enthralled by the performance.) And, by the way, the sleeves on which Hamlet wears his feelings are seriously chic.

Mr. Oram has created an array of Pradaesque costumes — in shades of black, gray and navy — that could step right into the windows of Barneys. Hamlet’s cardigan, short raincoat and pea jacket are all must-have items for fall. If Mr. Law’s Prince seems way too active for a hero known for inaction, no one is going to argue when Ophelia calls him “the glass of fashion.”

HAMLET

By William Shakespeare; directed by Michael Grandage; sets and costumes by Christopher Oram; lighting by Neil Austin; music and sound by Adam Cork; technical supervisors, Aurora Productions and Patrick Molony. A Donmar Warehouse production, presented by Arielle Tepper Madover, the Donmar Warehouse, Matthew Byam Shaw, Scott M. Delman, Stephanie P. McClelland, Neal Street Productions/Carl Moellenberg, Ruth Hendel/Barbara Whitman and Philip Morgaman/Frankie J. Grande. At the Broadhurst Theater, 235 West 44th Street, Manhattan; (212) 239-6200. Through Dec. 6. Running time: 3 hours 15 minutes.

WITH: Ross Armstrong (Cornelius), Harry Attwell (Guildenstern), Ron Cook (Polonius/First Gravedigger), Ian Drysdale (Osric), Peter Eyre (Ghost/Player King), Sean Jackson (Reynaldo), Geraldine James (Gertrude), Jude Law (Hamlet), Gwilym Lee (Laertes), John MacMillan (Rosencrantz), Gugu Mbatha-Raw (Ophelia), Kevin R. McNally (Claudius) and Matt Ryan (Horatio).

Multimedia

Related

Hello, Sweet Prince (September 6, 2009)

Times Topics: Jude Law | William Shakespeare

Sara Krulwich/The New York Times

Jude Law in the title role of a kinetic “Hamlet.”