Category Archives: Μπρουκ Πίτερ

Ο Πίτερ Μπρουκ αποχωρεί από τη θεατρική σκηνή του Παρισιού

  • Τη σκυτάλη στους νεότερους παραδίδει ο διάσημος σκηνοθέτης Peter Brook.

Για τους παριζιάνους θεατρόφιλους, οι πρώτες μέρες του 2011 είχαν μια μικρή δόση μελαγχολίας. Την παραμονή της πρωτοχρονιάς ο διάσημος Άγγλος σκηνοθέτης Peter Brook ολοκλήρωσε την 36άχρονη πορεία του στο πειραματικό θέατρο Bouffes du Nord της γαλλικής πρωτεύουσας.

Η παράσταση του «Μαγεμένου αυλού» του Mότσαρτ ήταν η τελευταία παραγωγή του 85χρονου σκηνοθέτη, του οποίου η δουλειά έχει γίνει συνώνυμη με το δημιουργικό και avant garde θέατρο. Καθώς η όπερα του Brook θα ξεκινήσει μια ευρωπαϊκή περιοδεία η οποία θα καταλήξει στο Barbican του Λονδίνου τον Μάρτιο, ο σκηνοθέτης παρέδωσε τον «έλεγχο» του Bouffes du Nord σε δυο νεότερους Γάλλους: τoν πρώην αναπληρωτή επικεφαλή του Opéra-Comique του Παρισιού Olivier Mantei και τον θεατρικό επιχειρηματία και ειδικό σύγχρονης μουσικής Olivier Poubelle. Αμφότεροι υπήρξαν συνεργάτες της δημιουργικής ομάδας του Brook για χρόνια.

«Πράττει σωστά που φεύγει τώρα» δήλωσε ο Tom Piper, σχεδιαστής του Royal Shakespeare Company και συνεργάτης του Brook στις αρχές της δεκαετίας του 1990. «Είχε ένα παγκόσμιο κοινό εδώ και οι Γάλλοι τον εκτίμησαν. Είναι απίστευτα χαρισματικός και έτσι μπορεί και παίρνει απίστευτα πράγματα από άλλους».

Όταν ο Brook ανακοίνωσε πριν δυο χρόνια ότι θα έφευγε από το Booffes, μίλησε για την πεποίθηση που μοιραζόταν με τους Poubelle και Mantei ότι «η όπερα, η pop μουσική, το θέατρο και ο χορός μπορούν να παντρευτούν και να δημιουργήσουν νέες μορφές έκφρασης».

Ο Brook υπήρξε παραγωγός πρωτοποριακών shows στα γαλλικά, όπως το «La Tragedie de Carmen», το επικό Ινδικό ποίημα «The Mahabharata» και μεταγενέστερα το «Tierno Bokar» έναν μύθο των Sufi από το Mali. Πέρυσι ο Brook, ο οποίος γεννήθηκε στο δυτικό Λονδίνο με καταγωγή την Ρωσία και Λετονία, παραδέχτηκε ότι του έλειψε η αγγλική γλώσσα.

Με Μότσαρτ είπε αντίο στη θεατρική πρωτοπορία

  • ΑΠΟΧΩΡΗΣΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΕΡΓΟ ∆ΡΑΣΗ Ο ΠΙΤΕΡ ΜΠΡΟΥΚ
  • Ε.Φ., ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011


Για τους φίλους του θεάτρου, τους παθιασµένους µε την «άλλη µατιά» του Πίτερ Μπρουκ, το 2011 αρχίζει µε µελαγχολία. Καθώς ο σκηνοθέτης και ιδρυτής του γαλλικού πρωτοποριακού σχήµατος Μπουφ Ντι Νοραποχώρησε από τη δράση. Η προηγούµενη Παρασκευή, τελευταία µέρα του έτους, σηµατοδότησε την αποχώρηση του Μπρουκ µε την τελευταία παράσταση του «Μαγεµένου Αυλού».

Με αυτήν την παραγωγή πάνω στην όπερα του Μότσαρτ ο ογδονταπεντάχρονος θεατράνθρωπος έκλεισε το κεφάλαιο της καριέρας του στο Μπουφ Ντι Νορ, το θέατρο που ίδρυσε το 1974 µαζί µε τους ηθοποιούς του, οι οποίοι προέρχονταν από όλες τιςγωνιές της Γης, την Αφρική, την Ασία, την Ευρώπη. Μαζί τους έχτισε µια νέα σχέση πολύ πιο ελεύθερη και βαθιά ανάµεσα στους ηθοποιούς, τους θεατές και τα θεατρικά έργα.

«Μια σελίδα γυρίζει. Βλέπω ακόµη τηναίθουσα, την πρώτη φορά που την επισκεφθήκαµε η Μισελίν Ροζάν κι εγώ. Μου φαίνεται ότι ήταν σαν χθες. Ωστόσο, γνωρίζω καλά τον αριθµό των παραστάσεων και των θεατών που πέρασαν από εδώ. ∆εν λέω αντίο στο Μπουφ Ντι Νορ. Με κάποιον τρόπο είµαι κι εγώ έναςπιστός θεατής του», είχε πει ο άγγλος σκηνοθέτης στη «Le Monde» στα µέσα του περασµένου φθινοπώρου. «Κάνει µια θαυµάσια κίνηση»,λέει στην εφηµερίδα «Guardian» ο πρώην συνεργάτης του και νυν σκηνογράφος του Βασιλικού Σαιξπηρικού Θεάτρου Τοµ Πάιπερ. «Εχει δηµιουργήσει ένα διεθνές κοινό θαυµαστών της δουλειάς του κι αυτό οι Γάλλοι το εκτιµούν. Είναι ένας ιδιαίτερα χαρισµατικός δηµιουργός και καταφέρνει να βγάζει εκπληκτικά πράγµατα από τους ανθρώπους που δουλεύουν µαζί του».

Ο Πίτερ Μπρουκ γεννήθηκε στο ανατολικό Λονδίνο. Οι γονείς του ήταν ρώσοι και λετονοί µετανάστες και η καριέρα του στο θέατροξεκίνησε στο Βασιλικό Σαιξπηρικό Θέατρο µετις επιτυχηµένες παραγωγές της δεκαετίας του ‘70 «Μαρά/Σαντ», το έργοκατά του πολέµου στο Βιετνάµ «U.S.» και το «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας» µε πρωταγωνιστές την Φράνσις ντε λα Τουρ καιτον Μπεν Κίνγκσλεϊ. Η βασικήτου αρχή, που προξένησε µεγάλη εντύπωση στο θεατρόφιλο κοινό της εποχής και την οποία ανέφερε στο εγχειρίδιό του «Ο κενός χώρος», βρίσκεται στο ότι η σκηνή πρέπει να µένει άδεια, χωρίς σαβούρες, έτσι ώστε να δουλεύει η φαντασία του θεατή. Γιατί το κοινό γίνεται κεντρικός παράγοντας στην ατµόσφαιραενός θεατρικού έργου.

Ο Ολιβιέ Μαντέι, πρώην διευθυντής στην Οπερά Κοµίκ του Παρισιού, και ο Ολιβιέ Πουµπέλ, θεατρικός επιχειρηµατίας και ειδικός στη σύγχρονη µουσική, είναι εκείνοι από τους συνεργάτες του που αναλαµβάνουν να τον διαδεχτούν, µαθαίνοντας από τις παραγωγές του, όπως «Η τραγωδία της Κάρµεν», «Μαχαµπχαράτα», «Τιέρνο Μποκάρ», µε τις οποίες το Μπουφ Ντι Νορ έγινε παγκοσµίως γνωστό. Οµως ο Μπρουκ δεν επιθυµεί να ακολουθήσουν τα δικά του ίχνη. «Καθώς πέρασα τη ζωή µου αντιµαχόµενος την παράδοση, το πρώτο πράγµα που θέλησα να αποφύγω ήταν ο διάδοχός µου να νιώθει αναγκασµένος να προσπαθήσει να ακολουθήσει τη δική µου άποψη».

Ο Μπρουκ ξαναπάτησε τον όρκο του

  • Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ, Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2010

«Ποτέ πια». Από τότε που η εμπειρία του στο Κόβεντ Γκάρντεν είχε κάνει τον 23χρονο Πίτερ Μπρουκ να ορκιστεί πως η σχέση του με την όπερα έληξε, πέρασαν 62 χρόνια.

Μόνο μ' ένα πιάνο, πολλά καλάμια και καμία αναφορά σε μασονία, η παράσταση στο Bouffes du Nord ήδη κέρδισε την κριτική

Μόνο μ’ ένα πιάνο, πολλά καλάμια και καμία αναφορά σε μασονία, η παράσταση στο Bouffes du Nord ήδη κέρδισε την κριτική Σ’ αυτό το διάστημα αθέτησε την απόφασή του σε ελάχιστες, πολύ επιλεγμένες περιπτώσεις, με απολύτως πρόσφατη τη ρηξικέλευθα λιτή ματιά του στον «Μαγεμένο Αυλό» του Μότσαρτ. Παρουσιάζεται ως «Ενας Μαγεμένος Αυλός» μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου στο θέατρο που έχει ταυτιστεί με τον Μπρουκ, το παρισινό Bouffes du Nord. Τα καλά νέα είναι ότι θα τη δούμε κι εμείς στην Ελλάδα, αφού εκ των συμπαραγωγών της είναι η «Αττική Πολιτιστική Εταιρεία» της Ελένης Μουσταΐρα.

Της κάνουν εκλεκτή παρέα το παρισινό Festival d’ Automne, το Musikfest της Βρέμης, το Lincoln Center της Νέας Υόρκης, το Piccolo Teatro του Μιλάνου και το Barbican του Λονδίνου. Η ισχύς εν τη ενώσει υπέρ μιας οπερετικής παραγωγής που, όπως συνέβη και με τη θρυλική σκηνοθεσία της «Κάρμεν» του Μπιζέ, επιτρέπει στον Μπρουκ μια εντελώς απελευθερωμένη προσέγγιση.

Με συμμάχους τον συνθέτη Φρανκ Κραουτσίκ και τη Μαρί-Ελέν Ετιέν στη διασκευή, ο Μπρουκ σκηνοθετεί «έναν «Αυλό» δωματίου, όπου», όπως εξηγεί ο ίδιος, «οι τραγουδιστές ερμηνεύουν σαν να δίνουν ένα ρεσιτάλ με λίντερ». Ο Κρόουτσικ μετέγγραψε ελεύθερα το έργο για σόλο πιάνο και η Ετιέν μαζί με τον Μπρουκ προσάρμοσαν το λιμπρέτο του Εμανουέλ Σικανέντερ. Η απόλυτα μινιμαλιστική εκδοχή τους δεν έχει σκηνικά, ούτε εφέ και «είναι απαλλαγμένη», κατά τη «Monde», «από οποιαδήποτε αποκρυφιστική ή μασονική διάσταση».

Τελικά, όπως εξηγεί ο Μπρουκ, «μεγαλύτερη βαρύτητα έχει η εικόνα που θέλουμε να προβάλλουμε. Σ’ αυτή τη μουσική, την τελευταία που συνέθεσε ο Μότσαρτ, υπάρχει μια ανατρεπτική τρυφερότητα. Ελπίζω ότι επικεντρώνοντας το θέαμα στους χαρακτήρες και σ’ ό,τι εκφράζουν μέσω του τραγουδιού, αναδύεται η βαθιά οικειότητα». Γιατί αν κατέκτησε κάτι από την επαφή του με το θέαμα, είναι η βεβαιότητα ότι το ανθρώπινο ον «είναι το μόνο που αξίζει τον κόπο να αποκρυπτογραφηθεί».

Τολμηρή στη λιτότητά της, η άποψη του Μπρουκ για τον «Μαγεμένο Αυλό», φέρει κι άλλα δικά του αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά: οι ερμηνευτές -ανάμεσά τους και δύο Αφρικανοί ηθοποιοί- είναι ξυπόλητοι και μοναδικό σκηνικό εργαλείο στα χέρια τους είναι μερικά καλάμια. Ο κόσμος της όπερας έχει βέβαια συνηθίσει την αντισυμβατική ματιά του. Δεν ήταν πάντα έτσι.

Το 1948 ήταν ήδη μια διασημότητα στο Λονδίνο, όταν τον έχρισαν μόνιμο σκηνοθέτη στη Βασιλική Οπερα του Κόβεντ Γκάρντεν. Στα 23 του ήταν ο νεότερος δημιουργός που είχε ποτέ περάσει από τη θέση. Η θητεία του, δοκιμασμένη με τον «Μπορίς Γκοντουνόφ» του Μουσόργκσκι και τη «Σαλώμη» του Στράους, έμελλε, ωστόσο, να αποδειχτεί πολύ σύντομη…

«Στο Κόβεντ Γκάρντεν μπήκα», θυμάται,«με την ακλόνητη πρόθεση να προκαλέσω σ’ αυτόν τον νωθρό και ντεμοντέ θεσμό μια σειρά από ισχυρά σοκ που θα τον έφερναν στο παρόν. Δεν είχα καταλάβει ότι εισερχόμουν σ’ ένα σύμπαν από μπετόν αρμέ». Το πρώτο που προσπάθησε να επιτύχει ήταν την κατάργηση των ζωγραφισμένων σκηνικών. «Ζούμε σε μια τρισδιάστατη εποχή. Χρειάζονται ανάλογα σκηνικά», επέμενε.

Για τον «Μπορίς Γκοντουνόφ» ζήτησε τη συμμαχία του Ζορζ Βάκεβιτς, σκηνογράφου στο μπαλέτο «Ο Νέος και ο Θάνατος» των Ζαν Κοκτό και Ρολάν Πετί. Μαζί συνέλαβαν ένα σκηνικό μνημειακών διαστάσεων, μέρος του οποίου ήταν κι ένα τεράστιο εκκρεμές πάνω από τη σκηνή. «Οι μουσικοκριτικοί στην πλειονότητά τους είχαν σκανδαλιστεί. Το ίδιο κι οι τραγουδιστές. Στο ρόλο του Γκοντουνόφ είχαμε την τύχη να εμφανίζεται ένας από τους μεγαλύτερους ερμηνευτές της εποχής, ο Βούλγαρος Μπορίς Κριστόφ. Οταν είδε το σκηνικό, αρνήθηκε να παίξει. Δεν άντεχε τον ανταγωνισμό μ’ αυτό τον οπτικό εφιάλτη. Ηθελε να βρίσκεται στο κέντρο της σκηνής μόνος και λουσμένος σε άπλετο φως».

Στην επόμενη παραγωγή ο Μπρουκ τράβηξε κι άλλο το σκοινί. Δηλαδή, Σαλβαντόρ Νταλί για τα σκηνικά και τα κοστούμια της «Σαλώμης». «Εγινε μάχη! Ο Νταλί είχε σχεδιάσει τα πιο παράξενα κοστούμια. Οι τραγουδιστές αρνούνταν σθεναρά να τα φορέσουν. Το σκηνικό, ένα είδος γιγαντιαίας τέντας φτιαγμένης από πανιά που με τη βοήθεια ανεμιστήρων έμοιαζαν με κινούμενες αράχνες, είχε ανάλογη αντιμετώπιση. Η πρεμιέρα δημιούργησε σκάνδαλο. Την επομένη προσέβαλαν το συμβόλαιό μου και τελείωσε…».

Ξόρκισε ωστόσο την κακή εμπειρία του στην όπερα σχεδόν αμέσως, ανεβάζοντας στη Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης κατά παραγγελία του ανοιχτόμυαλου διευθυντή της, Ρούντολφ Μπινγκ, «Φάουστ» του Γκουνό και «Ευγένιο Ονιέγκιν» του Τσαϊκόφσκι. Και πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο Μπερνάρ Λεφόρ από την Οπερα των Παρισίων τού ζήτησε συνεργασία, ο Μπρουκ ανέβασε μια τόσο ρηξικέλευθη «Κάρμεν» (χωρίς χορωδία, χωρίς σκηνές πλήθους, παιγμένη ανάμεσα στο κοινό) ώστε να καταχωριστεί ως μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του.

«Δεν είχα ποτέ την πρόθεση να σοκάρω», λέει σήμερα. «Αλλά μια άσχημη και ακατάλληλη εικόνα μάς αποσπά από τη μουσική, ενώ μια φιλόδοξη εικόνα, συνεπής με τη μουσική, μας βοηθά στην ολοκληρωμένη ακρόαση». *

Το να είσαι βίαιος είναι η απόλυτη τεμπελιά

  • Σκηνοθετεί ξανά ένα έργο για τον μουσουλμάνο ηγέτη Τιέρνο Μποκάρ και τονίζει: Αυτό που με τρομάζει είναι το ιδεολογικό θέατρο

Eνας από τους μεγαλύτερους πειραματιστές του σύγχρονου θεάτρου, που ο μύθος του έχει ξεπεράσει τον ίδιο, ο σκηνοθέτης Πίτερ Μπρουκ επιστρέφει στον Αφρικανό ηγέτη και μουσουλμάνο μυστικιστή Τιέρνο Μποκάρ, για να μιλήσει με τη νέα του παράσταση «Eleven and Twelve» («Εντεκα και Δώδεκα»), για τον θηριώδη θρησκευτικό πόλεμο που τον απασχολεί τα τελευταία 50 χρόνια, όπως ο ίδιος λέει στην εφημερίδα «Γκάρντιαν».

Η νέα παράσταση που σκηνοθετεί ο Πίτερ Μπρουκ παρουσιάστηκε ήδη στο Παρίσι και τώρα μεταφέρεται στο Λονδίνο

Η νέα παράσταση που σκηνοθετεί ο Πίτερ Μπρουκ παρουσιάστηκε ήδη στο Παρίσι και τώρα μεταφέρεται στο Λονδίνο

Η παράσταση που παρουσιάστηκε ήδη στο Παρίσι και μεταφέρεται την επόμενη εβδομάδα στο Λονδίνο μοιάζει να συνοψίζει όλη τη φιλοσοφία του 85χρονου Μπρουκ. Ηθοποιοί από όλες τις γωνιές της γης πάνω σε μια σχεδόν γυμνή -σπαρμένη με άμμο- σκηνή, ανοίγουν στο κοινό την πόρτα σε ένα καινούργιο κόσμο, αφηγούμενοι την ιστορία λιτά, εύκολα αντιληπτά, με βάθος και μαγεία.

Σε ένα επίπεδο, το θέμα της παράστασης είναι μια αντιπαράθεση μεταξύ των Σούφι για το αν η προσευχή πρέπει να επαναλαμβάνεται έντεκα ή δώδεκα φορές. Στην περίπτωση του Μπρουκ αποτελεί μια αλληγορία-σχόλιο πάνω στο φονταμενταλισμό.

«Το να είσαι βίαιος είναι η απόλυτη τεμπελιά», λέει ο Πίτερ Μπρουκ. «Ο πόλεμος μοιάζει πάντα μεγάλη προσπάθεια, αλλά είναι ο εύκολος δρόμος. Και η ψεύτικη μη βία είναι επίσης εικονική». Για τον Μπρουκ, η σύγχρονου τύπου ανεκτικότητα των Ηνωμένων Εθνών δεν είναι ανεκτικότητα. «Αυτή είναι η πιο δύσκολη επιλογή από όλες και είναι αυτή που κάνει ο Τιέρνο, γνωρίζοντας, όπως και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ότι πρέπει να πληρώσουν γι’ αυτό».

Ο Τιέρνο Μποκάρ έβαλε τέλος σε έναν αιματηρό θρησκευτικό πόλεμο, παραδεχόμενος ότι οι αντίπαλοί του έχουν δίκιο. Εμεινε στην ιστορία χάρη στη βιογραφία που έγραψε ο συγγραφέας και εθνολόγος Αμαντού Αμπατέ Μπα, τον οποίο ο Μπρουκ γνώρισε τη δεκαετία του ‘50 και στου οποίου το έργο βασίστηκε.

Τα θέματα της συγχώρεσης και του περάσματος στη σοφία ηχούν αρμονικά σε έναν άνδρα στο μέσο της ένατης δεκαετίας του. «Ως νεαρός πειραματίστηκα με τα πάντα», λέει ο Μπρουκ. «Ανδρες, γυναίκες, ιδέες, ναρκωτικά. Το LSD μού άνοιξε αντιλήψεις που δεν ήξερα ότι υπήρχαν, παρόλο που δοκίμασα μόνο μία φορά». Αυτό που έχει αντιληφθεί σήμερα είναι ότι «κάποιος προσπαθεί να αφήσει ένα ζωντανό ίχνος πάνω στους ανθρώπους, όπου θα καθρεφτίζεται αυτό ακριβώς το οποίο κάνουν. Αυτό που με τρομάζει, όμως, είναι το ιδεολογικό θέατρο».

Συνήθως οι δημοσιογράφοι και οι βιογράφοι αποσιωπούν μια σημαντική πλευρά του Πίτερ Μπρουκ, την αναζήτηση ενός πνευματικού μονοπατιού, πέρα από τη διασημότητα και την επιτυχία.

Ο σκηνοθέτης εξομολογείται ότι βίωσε την πρώτη πνευματική εμπειρία όταν έμενε μαζί με τον Σαλβαντόρ Νταλί στην Ισπανία και διάβαζε ένα βιβλίο του Ρουμάνου πρίγκιπα Ματίλα Γκίκα. Κι ύστερα, ισχυρή επιρροή στη σύνδεση θρησκευτικής και επιστημονικής σκέψης στο έργο του άσκησαν οι ιδέες του ελληνικής καταγωγής Ρωσοαρμένιου μυστικιστή Γκουρτζίεφ:

«Οταν αντιλήφθηκα ότι αυτό που ονομάζουμε ομορφιά δεν είναι θέμα αισθητικής, αλλά ότι υπάρχει ένας απόλυτος νόμος, η χρυσή τομή που σχετίζεται με αναλογίες και αριθμούς, τότε κατάλαβα αμέσως ότι υπάρχει νόημα».

«Ο Σαίξπηρ ποτέ δεν μας είπε πώς να σκεφτόμαστε. Και τρέφω μεγάλο σεβασμό για τον Μπρεχτ, αλλά το μονοπάτι του δεν ταυτίζεται με το δικό μου».

  • Σοφία Στυλιανού, ΕΘΝΟΣ, 26/01/2010

Πίτερ Μπρουκ. Παραβολή κατά μίσους

Είναι σημαντικό σε καιρούς βιαστικούς και απρόσεκτους, να μας χαρίζονται ακόμη παραστάσεις όπως αυτή του Πίτερ Μπρουκ. Η νέα δουλειά του δημοφιλούς Βρετανού σκηνοθέτη που μόλις έκανε πρεμιέρα στην έδρα του, στο παρισινό Bouffes du Nord, έχει τίτλο «Εντεκα και δώδεκα».

Ο Μπρουκ εμπνέεται και πάλι από το έργο του Αμαντού Αμπατέ Μπα (1900-1991) από το Μάλι με θέμα τα έργα και τις ημέρες του δασκάλου του και ιδρυτή του κορανικού σχολείου στην Μπαντιαγκάρα, Τιέρνο Μποκάρ (1875-1939). Ο Μπρουκ επιστρέφει στον Αφρικανό σοφό έπειτα από πέντε χρόνια (ο «Τιέρνο Μποκάρ» παρουσιάστηκε το 2005 και στο Φεστιβάλ Πέτρας) και δεν είναι παράξενο. Αυτό που «καίει» τον κορυφαίο καλλιτέχνη είναι θέματα τόσο επίκαιρα όσο και διαχρονικά όπως η διαλλακτικότητα, η μη βία, η ανοχή -του διαφορετικού, του αντίθετου και γενικότερα του άλλου.

Το έργο λαμβάνει χώρα στην εποχή της αποικιοκρατίας και μιλά για τη σύγκρουση δύο σοφών του Ισλάμ, του Τιέρνο Μποκάρ με τον Σερίφ Χαμαλά. Οι δύο σούφι ερίζουν για το αν η προσευχή θα πρέπει να επαναλαμβάνεται έντεκα ή δώδεκα φορές, για να συμφιλιωθούν τελικά, επικαλούμενοι ό,τι τους ενώνει και όχι ό,τι τους χωρίζει. Η ιστορία μετατρέπεται έτσι σε μια παραβολή για τις εμφύλιες συγκρούσεις που κλονίζουν τα αφρικανικά κράτη αλλά και για τις θλιβερές επιπτώσεις της αποικιοκρατίας. «Ο Θεός έχει δώσει την ίδια εντολή σε χριστιανούς και μουσουλμάνους: ού φονεύσεις», σημειώνει στο πρόγραμμα ο Πίτερ Μπρουκ. «Ωστόσο σήμερα, διαπιστώνουμε πως καμία λογική, καμία συζήτηση, καμία ανάλυση δεν μπορεί να εξηγήσει ή να έχει την παραμικρή επίδραση στο κύμα μίσους που ρημάζει ανέκαθεν την ανθρωπότητα. Για τον Αμαντού Αμπατέ Μπα αυτό το ζήτημα υπήρξε ουσιαστικό». Δεν είναι τυχαίο ότι ο σκηνοθέτης επέλεξε για την παράσταση την αγγλική γλώσσα, γεγονός που οξύνει την κριτική που ασκείται στις σχέσεις του γαλλικού κράτους με τις νυν ή τις πρώην αποικίες του.

Αυτό που εντυπωσιάζει και σε αυτήν τη δουλειά του Πίτερ Μπρουκ είναι η επιβράδυνση του σκηνικού ρυθμού, γεγονός που μας υποβάλλει σε μια αντίληψη του χρόνου εντελώς διαφορετική από αυτήν που έχουμε συνηθίσει στην καθημερινότητά μας. Παράλληλα, η αφοπλιστική απλότητα της γλώσσας και η οικονομία των σκηνικών μέσων γονιμοποιεί τη φαντασία:ένα χαλί γίνεται πιρόγα που πλέει στο νερό, κορμοί δέντρων μας ταξιδεύουν σε ανοιχτούς ορίζοντες, ενώ οι φθαρμένοι τοίχοι του θεάτρου μεταμορφώνονται με τη βοήθεια του φωτισμού σε αφρικανικό τοπίο που πάλλεται στους ήχους του μουσικού Τόσο Τσουτσιοτόρι.Τα λιγοστά σκηνικά αντικείμενα μαζί με υλικά «φτωχά», όπως η άμμος, είναι αρκετά για να μας μεταδώσουν με απέριττο τρόπο τη «θερμοκρασία» του κειμένου. Οι ηθοποιοί που συγκέντρωσε ο Μπρουκ από διάφορα μέρη του κόσμου είναι εξαιρετικοί, με κορυφαίο τον Παλαιστίνιο Μάκραμ Κούρι που ερμηνεύει τον Τιέρνο Μποκάρ.

Η τελευταία σκηνή, όταν ο αφηγητής έρχεται στη Γαλλία για να προσκυνήσει τον τάφο του Σερίφ Χαμαλά που πέθανε εξόριστος, συμπυκνώνει θαυμαστά τον κόσμο του Πίτερ Μπρουκ. Οταν ο επισκέπτης φεύγει από το νεκροταφείο αφήνοντας άδεια τη σκηνή, παραμένουμε αμήχανοι για αρκετά λεπτά, χωρίς να είμαστε σίγουροι αν έχουμε φθάσει στο τέλος – η ευφυΐα του Μπρουκ αφήνει τα πάντα ανοιχτά, ακόμα και τη σύμβαση της «αυλαίας». Η παράσταση «σβήνει» αργά, υπερβαίνοντας τα όρια μιας απλής θεατρικής εμπειρίας. Αυτό που μένει μέσα μας είναι μια εντελώς άλλη αίσθηση του χρόνου μαζί με μια ανάγκη να πλησιάσουμε διαφορετικά τους μακρινούς κόσμους της διπλανής μας πόρτας. [Ελευθεροτυπία, Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009]

Η αβάσταχτη ποίηση της κοινοτοπίας

  • Για τον Πίτερ Μπρουκ ένας οποιοσδήποτε άδειος χώρος μπορεί να γίνει σκηνή. Η θεατρική πράξη γεννιέται από τη στιγμή που κάποιος τον διασχίζει ενώ κάποιος άλλος τον παρατηρεί.

Στη νέα του δουλειά, που έφερε στο παρισινό Θέατρο της Βαστίλης, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ του Φθινοπώρου, ο Τιμ Ετσελς μάς προσέφερε μια απολαυστικά βασανιστική εμπειρία απομυθοποίησης του «άδειου χώρου». Ο γνωστός συγγραφέας, σκηνοθέτης και περφόρμερ της βρετανικής κολεκτίβας Forced Entertainment (την περασμένη άνοιξη τους είδαμε στο Bios) δομεί αυτή τη φορά την αφήγησή του πάνω στην ιδέα του λεξικού.

Ο μονόλογος έχει ως τίτλο την τελευταία φράση που ακούγεται: «Η όραση είναι η πρώτη αίσθηση που λένε ότι χάνει κάποιος όταν πεθαίνει». Απευθύνεται, όμως, σε κάποιον που μόλις ανακαλύπτει τον κόσμο, ένα παιδί, κάποιον που συνέρχεται από ένα βαθύ κώμα, κάποιον που έρχεται από άλλον πλανήτη ή που απλώς ζει απομονωμένος στον μικρόκοσμό του.

Χωρίς να εγκαταλείψει το χιούμορ και την αφοπλιστική αμεσότητα που χαρακτηρίζει τη γραφή του, ο Ετσελς προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει το περιεχόμενο αντικειμένων, εννοιών, ιδεών, καταστάσεων τόσο κοινότοπων όσο «παράθυρο», «χιόνι», «κατοικίδιο» ή «φιλί» και τόσο περίπλοκων όσο «Ιστορία», «ομηρία», «φόρμα». Συνεργάτης του αυτή τη φορά είναι ο εξαιρετικός Αμερικανός ηθοποιός Τζιμ Φλέτσερ, τον οποίο γνωρίσαμε στο Παρίσι πριν από μερικά χρόνια χάρη στη συνεργασία του με τον ταλαντούχο Ρίτσαρντ Μάξγουελ και τους New York City Players. Μόνος στο κέντρο της άδειας σκηνής, με ένα μπουκάλι νερό, ελάχιστες κινήσεις και αποστασιοποιημένη έκφραση, ο Φλέτσερ ανατρέπει τα δεδομένα του κόσμου μας. Οι ορισμοί διαδέχονται ο ένας τον άλλον, κάποτε συνειρμικά, τις περισσότερες φορές χωρίς (προφανή) λογική, υπακούοντας σε έναν έξοχο χειρισμό των παύσεων και των σιωπών. Ο ρυθμός αυξομειώνεται σε ανύποπτο χρόνο προδίδοντας μια περίπλοκη απλότητα, που φέρνει στον νου τη δομή των παιχνιδιών.

Κι ενώ αναρωτιόμαστε για πόσο ακόμα θα αντέξουμε να μείνουμε συγκεντρωμένοι σε μια μη γραμμική αφήγηση, όπου δεκάδες μικρές ιστορίες γεννιούνται και πεθαίνουν συρρικνωμένες στα όρια μιας φράσης, συνειδητοποιούμε ότι ο Ετσελς αποδομεί με μεθοδικότητα την ίδια την έννοια του θεάτρου: Τι σημαίνει θεατρικός χρόνος; Υποκριτική; Πλοκή; Μίμηση; Θέαση;

Ο Ετσελς, που δεν γνωρίζει στο συντηρητικό παρισινό κοινό δημοτικότητα ανάλογη με εκείνη που έχει για παράδειγμα στο Βέλγιο ή στη Γερμανία όπου έχει επηρεάσει γενιές νέων δημιουργών, έχει φέτος την τιμητική του στο Φεστιβάλ του Φθινοπώρου. Πέρα από παράλληλες αναγνώσεις έργων του και συνεργασίες με εικαστικούς καλλιτέχνες στο Πομπιντού, ο μονόλογος με τον Τζιμ Φλέτσερ διαδέχτηκε έναν ακόμα μονόλογο με τίτλο «In pieces». Παρουσιάστηκε πάλι στο Θέατρο της Βαστίλης, αυτή τη φορά σε συνεργασία με τη Φούμιγιο Ικεντα, μία από τις παλαιότερες και πλέον χαρισματικές χορεύτριες της Αν Τερέζα ντε Κεερσμάακερ και των Rosas.

Στο στόχαστρο του Ετσελς αυτή τη φορά δεν μπαίνει μόνο ο λόγος αλλά και η κίνηση. Με μαθηματική ακρίβεια επεξεργασμένος ο μονόλογος της εξαιρετικής Ικεντα αρθρώνεται γύρω από το αριθμητικό σύστημα. Πόσες φορές ένας αριθμός κατάταξης δεν έχει καθορίσει το επαγγελματικό μας μέλλον, τον χρόνο αναμονής μας σε ένα γιατρό, σε μια τράπεζα κ.λπ. κ.λπ… Ξεκινώντας ξανά και ξανά από το 1 και φτάνοντας ώς το 100 κι ακόμη παραπέρα, η Ικεντα περνά με εντυπωσιακή ταχύτητα από όλες τις καταστάσεις, συναισθηματικές, διανοητικές ή άλλες με τις οποίες έχουν ταυτιστεί οι αριθμοί στην καθημερινότητά μας.

Σε αντίθεση με τον μονόλογο του Φλέτσερ, το «In pieces» χαρακτηρίζεται από παρεκκλίσεις, ανατροπές, παρεμβολές. Κάποια στιγμή η Ικεντα μιλά για παράδειγμα στη μητρική της γλώσσα, τα ιαπωνικά, «αποκόβοντας» για αρκετά λεπτά τον θεατή από κάθε λεκτική επικοινωνία. Επιπλέον, η αφηγηματική ροή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την κίνηση, η οποία ακολουθεί κι αυτή με τη σειρά της μια αντίστοιχη πορεία αποδόμησης: αρχικά δεξιοτεχνική παραπέμπει στο ιδίωμα των Rosas, για να εξαντληθεί σταδιακά σε μια σχεδόν μη κίνηση.

Είναι αλήθεια ότι ο Ετσελς φτάνει συχνά στα όριά τους τις αντοχές των περφόρμερ του και του κοινού. Δεν ακυρώνει, ωστόσο, τη θεατρική πράξη. Απλώς αναζητά έναν διαφορετικό τρόπο να κάνουμε θέατρο, να σκεφτόμαστε για το θέατρο, να βλέπουμε θέατρο. Ελλειπτική και επίπονα επαναληπτική η γραφή του δεν ενδίδει στη γλώσσα των μίντια. Καταθέτει αντίθετα ένα νέο είδος δραματουργίας στα ίχνη ανατρεπτικών γραφών του 20ού αιώνα, όπως αυτή της Αμερικανίδας Γερτρούδης Στάιν. Ο Ετσελς οικειοποιείται με άλλα λόγια τους κώδικες της σύγχρονης επικοινωνίας για να τους διαστρέψει, διοχετεύοντας ισχυρές δόσεις ποίησης ακόμα και στις πλέον κοινότοπες σκέψεις. Βαθιά ποιητικό, το θέατρό του παραμένει μια φόρμα ανοιχτή, υπενθυμίζοντάς μας επίμονα τις άπειρες δυνατότητες προσέγγισης της σκηνής, του κόσμου και του εαυτού μας. *

  • Της ΚΑΤΙΑΣ ΑΡΦΑΡΑ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009

«Η τέχνη έχει προδοθεί». Ο σκηνοθέτης Πίτερ Μπρουκ μιλά στον ΕΤ

«Η τέχνη έχει προδοθεί»

  • Παρίσι, δεκαετία του ‘70. Πίτερ Μπρουκ και Σάμιουελ Μπέκετ. Ενας Βρετανός κι ένας Ιρλανδός εκπατρισμένοι, και οι δύο, στην Πόλη του Φωτός. Ο σκηνοθέτης μικρόσωμος και καλοδιατηρημένος, ο συγγραφέας ψηλός και γεμάτος ρυτίδες.
  • Αθήνα, Σάββατο 9 Μαΐου 2009. Ο Πίτερ Μπρουκ, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ «Θέατρο Πέρα από τα Ορια» σκηνοθετεί τα «Θραύσματα», μια σύνθεση τεσσάρων μονόπρακτων του Σάμιουελ Μπέκετ, «Θέατρο Ι», «Νανούρισμα», «Πράξη Χωρίς Λόγια ΙΙ», «Πηγαινέλα», κι ενός ολιγόστιχου ποιήματος, του «Ούτε». Απόψε η τελευταία παράσταση στο θέατρο Δημήτρης Χορν (Αμερικής 10, τηλ.:210-3612500).

Τελειομανής

  • Ποιος όμως ήταν στ’ αλήθεια ο Σάμιουελ Μπέκετ; Ο Πίτερ Μπρουκ είναι αποκαλυπτικός: «Ο Μπέκετ ήταν τελειομανής αλλά μπορεί κανείς να είναι τελειομανής χωρίς αίσθηση της τελειότητας; Σήμερα, με το πέρασμα του χρόνου, αντιλαμβανόμαστε πόσο λανθασμένες ήταν οι ετικέτες που πρωτοκόλλησαν στον Μπέκετ: «αποκαρδιωτικός», «αρνητικός», «απαισιόδοξος». Πράγματι, περιεργάζεται τη σκοτεινή άβυσσο της ανθρώπινης ύπαρξης αλλά το χιούμορ αποτρέπει εκείνον όσο κι εμάς απ’ το να βυθιστούμε ολοκληρωτικά μέσα της».
  • Για να φωτίσει την πολυπρισματική αλήθεια του Μπέκετ, ο Μπρουκ έχει επιλέξει, ως συνήθως, καλλιτέχνες από διαφορετικές κουλτούρες: τον Ιταλό Marcello Magni, τον Παλαιστίνιο Khalifa Natour και τη Βρετανίδα Hayley Carmichael. Το πολυπολιτισμικό στοιχείο στη δουλειά του Μπρουκ αντικατοπτρίζει τη θέση του για το θέατρο ως σημείο συνάντησης διαφορετικών ανθρώπων και πολιτισμών: «Ευτυχώς, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα στο θέατρο μόνος σου. Προετοιμάζομαι σημαίνει συνεργάζομαι, υποδύομαι σημαίνει μοιράζομαι. Ωστόσο, οι σκηνοθέτες ζουν στο δικό τους περίεργο μοναχικό κόσμο, απομακρυσμένοι από τους υπόλοιπους, για να έρθουν αντιμέτωποι με το εξής ερώτημα: Ποια είναι ακριβώς η δουλειά μας εδώ;».
  • Ο ίδιος έχει άραγε απαντήσει σε αυτό το ερώτημα; «Το θέατρο είναι η ζωή στο παρόν. Οπότε, η θεατρική πράξη είτε σου “λέει” κάτι τη στιγμή που τη βιώνεις είτε όχι. Είναι όπως με το φαγητό. Τη στιγμή που βάζεις την μπριζόλα στο στόμα σου, είτε απολαμβάνεις αυτό που δοκιμάζεις είτε το φτύνεις». Η αμεσότητά του είναι αφοπλιστική. Αραγε ποιο θεωρεί πως είναι το νόημα της τέχνης σήμερα; «Βρισκόμαστε σε μια πολύ κακή στιγμή ιστορικά.
  • Οι δυνάμεις που επικρατούν δεν ευνοούν την καλλιτεχνική έκφραση και η τέχνη πλέον δεν έχει τη ζωογόνο δύναμη που είχε κάποτε. Γι’ αυτό όλοι προσεύχονται σήμερα για την “τύχη του πολιτισμού μας”. Αυτό όμως είναι ένα μεγάλο πολιτικό ψέμα, μια υποκριτική στάση. Η τέχνη ναι, έχει προδοθεί από όλους μας, τους καλλιτέχνες, το κοινό, τα media. Η ελπίδα όμως δεν βρίσκεται στις μεγαλόσχημες εξαγγελίες αλλά στη σκληρή δουλειά, στις πράξεις. Κάθε μέρα, κάθε στιγμή, αρκεί να κάνουμε κάτι που θα είναι χρήσιμο ακόμα και σε λίγους ανθρώπους».

Η παράσταση

  • Στην πρεμιέρα της παράστασης το Σάββατο το αθηναϊκό κοινό υποκλίθηκε στην ιδιοφυή σκηνοθετική λιτότητα του Πίτερ Μπρουκ. Το θέατρο του Βρετανού θεατράνθρωπου χρειάζεται ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα (εν προκειμένω, έναν πάγκο, δύο σκαμπό τροχήλατα, μία καρέκλα, δύο λευκά πλαστικά καλύμματα) και ηθοποιούς με εξαιρετική εκπαίδευση (εδώ, τρεις) για να εισαγάγει το θεατή στο τρυφερό, ρημαγμένο και συνάμα αστείο σύμπαν του Σάμιουελ Μπέκετ. «Αυτή είναι η δυστυχία μου: Είμαι δυστυχισμένος αλλά όχι αρκετά δυστυχισμένος για να πεθάνω». Το υπαρξιακό αδιέξοδο, κοινός παρονομαστής μιας ανθρωπότητας που παραπαίει μες στην αμφιθυμία της κατάκτησης της ευτυχίας, γίνεται κοινό πεδίο προβληματισμού και γέλιου εκ μέρους των θεατών. «Αρκετά δεν άκουσες; Τα ίδια, επαναλαμβανόμενα βογκητά και στεναγμοί από το λίκνο ως το νεκροκρέβατο». Η μοίρα του ανθρώπινου γένους σε δύο γραμμές. Με ζηλευτή τεχνική οι Μαρτσέλο Μάνι και Καλίφα Νατούρ στα «Πράξη χωρίς λόγια ΙΙ» και «Πηγαινέλα» και η Χέιλι Κάρμαϊκλ στο «Νανουρίσμα» και το «Ούτε».
  • ΜΠΛΑΤΣΟΥ ΙΩΑΝΝΑ, Ελεύθερος Τύπος, Δευτέρα, 11.05.09

Φεστιβάλ με Κάφκα και Μπέκετ

  • Κάφκα και Μπέκετ θα έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε στο θέατρο Δημήτρης Χορν μέσα στο Μάιο. Δύο ιδιαίτερες παραστάσεις που παρουσιάζει η Αττική Πολιτιστική Εταιρεία στο πλαίσιο του Φεστιβάλ «Θέατρο Πέρα από τα Ορια». Συγκεκριμένα, στις 9, 10 και 11 Μαΐου, ο Πίτερ Μπρουκ σκηνοθετεί Σάμιουελ Μπέκετ, «Fragments» (Θέατρο Ι, Νανούρισμα, Πράξη Χωρίς Λόγια ΙΙ, Ούτε, Πηγαινέλα). Μια σύνθεση τεσσάρων μονόπρακτων του νομπελίστα Ιρλανδού που μεταφέρει στη σκηνή ο σημαντικός Πίτερ Μπρουκ, σε συνεργασία με την Marie Helene Estienne. «Σήμερα, με το πέρασμα του χρόνου, αντιλαμβανόμαστε πόσο λανθασμένες ήταν οι ετικέτες που πρωτοκόλλησαν στον Μπέκετ: αποκαρδιωτικός, αρνητικός, απαισιόδοξος», έχει γράψει ο Μπρουκ, ο οποίος διατείνεται ότι αυτή είναι μόνον η μία πλευρά του νομίσματος στο έργο του Μπέκετ. Διόλου τυχαία, ο αγγλικός Τύπος έγραψε ότι «Ο Μπρουκ βγάζει τη φωτεινή πλευρά του Μπέκετ». Πρωταγωνιστές στην παράσταση είναι οι Hayley Carmichael, Marcello Magni και Khalifa Natour. Η δεύτερη παράσταση του φεστιβάλ «Θέατρο Πέρα από τα Ορια» είναι ο μονόλογος «Πίθηκος του Κάφκα» (15-17 Μαΐου). Εργο βασισμένο στο διήγημα του Τσεχοεβραίου συγγραφέα «Αναφορά στην Ακαδημία», το οποίο διασκεύασε ο συγγραφέας Colin Teevan. Το έργο έκανε πρεμιέρα στο θέατρο Young Vic του Λονδίνου τον περασμένο Μάρτιο και παρουσιάζεται για πρώτη φορά στη χώρα μας. Πρωταγωνίστρια είναι η ελληνικής καταγωγής Κάθριν Χάντερ (Κατερίνα Χατζηπατέρα), με βραβεία Ολίβιε και Σαίξπηρ στο ενεργητικό της. Η σκηνοθεσία είναι του Walter Meierjohann. Και οι δύο παραστάσεις θα έχουν ελληνικούς υπέρτιτλους.

A stage of mind: Peter Brook and the Bouffes du Nord theatre

Peter Brook’s Mahabharata, staged at the Bouffes du Nord in 1987 Photograph: Julio Donoso/Corbis Sygma

Peter Brook's Mahabharata at the Bouffes du Nord in Paris in 1987

Since the 1970s, a magical old music hall by the Gare du Nord has housed Peter Brook’s theatrical dreams. Architect Andrew Todd explores the extraordinary shape-shifting venue

Peter Brook has been for 34 years, as Michael Billington pointed out last week, the presiding genius of the Bouffes du Nord theatre in Paris, which has become the most influential performance space of the last 100 years. Now that he has announced a gentle transition to stewardship under his current collaborators Oliviers Mantei and Poubelle, it seems appropriate to evaluate just what one spirit can do for a place, and what happens when they move away.

First, the specifics of the story. The Bouffes, a former music hall just behind the Gare du Nord, was in terminal decline when Brook chanced upon it in 1974. His recognition of the theatrical value of its decay saved it from destruction. He literally stopped the rot at a specific point where, relying upon the audience’s imagination, it can be retuned to appear young or old, vast or intimate, holy or profane. A near-ruin, pregnant with possibility, it was exactly the theatre he wanted.

For six years, Brook had been peripatetic, having rejected conventional theatres for hindering the communication between performer and audience. He had taken a group of actors (many still work with him today) across Africa with just a carpet as «scenery», testing the limits of what can be shared between human beings with no apparent frame of reference. This experience was extended in the royal tombs of Persepolis with a project called Orghast, written on site by Ted Hughes (1971), and in the streets, shopping malls and fields of North America.

Rather miraculously, the Bouffes du Nord (designed by an architect with no prior experience of the theatre) has nourished all of the stories Peter has told since 1974: it has shape-shifted into India and Africa, a Russian country house, an abstract desert island for The Tempest and a clinical ground for the doctor-patient dialogues of The Man Who. The Bouffes represented then, and represents now, a compelling answer to the question, «How can we make a space in which to tell a story?» In spite of its intimacy, it requires a heightened energy from performers. It also confers a responsibility on the audience to be attentive, to «assist» (as the French say) the performance: there is no room to slouch or hide in this tiny arena.

But the Bouffes has already gone beyond Brook. Among British directors, Deborah Warner and Declan Donnellan discovered Brook’s work here and soon returned to use it themselves; it has influenced their approach to theatre and opera in many ways. In continental Europe, directors Luca Ronconi and Luc Bondy have also refined their art here. Musicians such as Michel Portal and Daniel Humair have found this an ideal venue, both sonically and socially.

Eamonn McCabe

Peter Brook. Photograph: Eamonn McCabe

Brook has also exported the core principles of the Bouffes to several spaces he has created, adapted and discovered around the world – in Frankfurt, Adelaide, Avignon, Barcelona and elsewhere. Many of these were only ephemeral; some solidified into theatres and lost their spirit; others have taken on a vibrant life of their own. Just a few days ago, I was on the stage of the Harvey in Brooklyn, a beaten-up vaudeville hall like the Bouffes, where Sam Mendes is about to launch his globe-spanning Bridge Project with a production of The Cherry Orchard, one of the plays with which Peter opened the Harvey in the 1980s. There is still a bump at the back of the stalls where Peter created an entry through the audience .

I can fully understand that, at 83, Brook wants to relinquish the responsibilities of being the full-time manager of a theatre. It is characteristic of him that he should do so gently, without bombast, and in such a manner that the space stands the greatest possible chance of working in harmony with its future guardians. Part of Brook’s strength is that instead of inscribing principles in stone, he has already created the space for myriad kindred – but individual – spirits to share his world.

• Andrew Todd, a Paris-based architect, is co-author of the book The Open Circle: Peter Brook’s Theatre Environments, published by Faber. He recently transformed the Old Vic into a theatre in-the-round.