Category Archives: Μπρεχτ Μπέρτολτ

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ και η Ελλάδα

Ο Κουν, ο Χατζιδάκις, η Παξινού και τα βέτο της χήρας του κορυφαίου θεατρικού δημιουργού
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η Καθημερινή, 19/8/2012

Το παρακάτω δεν είναι κριτική. Είναι παραγγελιά. Ο φίλος –και συνάδελφος– από την Πάτρα Μανώλης Πράτσικας με ώθησε: «Εσύ που ξέρεις από Μπρεχτ, που έκανες και στο θέατρό του, γιατί δεν γράφεις καμιά φορά για την “αποστασιοποίηση”, την “αποξένωση” και τα τέτοια που υποστήριζε ο αναμορφωτής του θεάτρου…». Ηταν όντως πραγματικός αναμορφωτής, «ένας κάθε εκατό χρόνια», όπως τον χαρακτήρισε κι ο κριτικός Κένεθ Τάιναν. Ασε που αυτή την εβδομάδα του Αυγούστου είναι και η 68η επέτειος του θανάτου του. Ας αρχίσω, λοιπόν, από την –τελευταία– νόμιμη  γυναίκα του, την ηθοποιό Ελένε Βάιγκελ. Τη γνώρισα όταν φοιτητής στο –Δυτικό τότε– Βερολίνο βρισκόμουν περισσότερες ώρες στο Μπερλίνερ Ανσάμπλ –στο Ανατολικό– που διήυθυνε η Βάιγκελ, παρά στο πανεπιστήμιό μου. Συνέχεια

Ο Μπρεχτ εναντίον των «δημίων» του Χόλιγουντ

Ο Μπρεχτ με την Ελένε Βάιγκελ και άλλους συντελεστές του «Μπερλίνερ Ανσάμπλ»

«Πλήρη ελευθερία του βιβλίου, υπό έναν περιορισμό.Πλήρη ελευθερία του θεάτρου, υπό έναν περιορισμό.

Πλήρη ελευθερία των καλών τεχνών, υπό έναν περιορισμό.

Πλήρη ελευθερία της μουσικής, υπό έναν περιορισμό.

Πλήρη ελευθερία του κινηματογράφου, υπό έναν περιορισμό.

Ο περιορισμός: καμία ελευθερία για γραπτά και έργα τέχνης που εξυμνούν τον πόλεμο ή τον παρουσιάζουν ως αναπόφευκτο, και για εκείνους που υποστηρίζουν το μίσος μεταξύ των λαών» (Μπ. Μπρεχτ).

Για όλα αυτά μόχθησε ο ποιητής, μαρξιστής, κομμουνιστής Μπέρτολτ Μπρεχτ, μέσω όλων των μορφών τέχνης που υπηρέτησε. Αυτό που είναι λιγότερο γνωστό για τον Μπρεχτ είναι η αγάπη του για τον κινηματογράφο και οι προσπάθειές του να επιβληθεί στο Χόλιγουντ. Αυτό δικαιολογείται αφενός από το βαθύ ενδιαφέρον του για την τεχνολογία στις τέχνες και αφετέρου την επιθυμία του να χρησιμοποιήσει τη μαζική τέχνη που λέγεται κινηματογράφος στον αγώνα ενάντια στο φασισμό. Περισσότερο από σαράντα σχέδια συνέλαβε ο Μπρεχτ για το Χόλιγουντ, ανάμεσά τους και αρκετά σενάρια.
  • «Και οι δήμιοι πεθαίνουν»

Η μόνη ταινία που κατάφερε τελικά να κάνει ήταν «Και οι δήμιοι πεθαίνουν». Η επαφή του Μπρεχτ με τον Φριτς Λανγκ την πρώτη χρονιά του στο Χόλιγουντ, την περίοδο της αυτοεξορίας του, οδήγησε στο μοναδικό πρακτικό αποτέλεσμα των προσπαθειών του για το φιλμ. Μια ταινία γυρισμένη το 1942 στις ΗΠΑ, με θέμα φυσικά, εκείνη την εποχή, την ηρωική αντίσταση των λαών ενάντια στην επιθετικότητα και κτηνωδία της φασιστικής Γερμανίας.

Πιο συγκεκριμένα, το σενάριο βασίζεται στο πραγματικό γεγονός της δολοφονίας από Τσέχους αντάρτες ενός ναζί αξιωματικού, του Ράινχαρντ Χάιντριχ, ο οποίος φημιζόταν για τη σκληρότητά του και συμβόλιζε γενικότερα όλη τη βαρβαρότητα του Γ’ Ράιχ. Από εκείνο το σημείο και μετά ξεκινάει μια διαδικασία ερευνών σε όλη την πόλη για την εξεύρεση των τότε τρομοκρατών, που στόχο είχε την τρομοκράτηση του τσέχικου λαού, τη διάσπασή του, τη δημιουργία χαφιέδων, τη δολοφονία τελικά απλών πολιτών – ομήρων εφόσον δεν παραδίδονταν οι «ένοχοι». Παρ’ όλα αυτά, ο τσέχικος λαός παραμένει ενωμένος, δεν ενδίδει στις απειλές, παρά το γεγονός ότι και συγγενικά τους πρόσωπα ήταν υποψήφια θύματα εκτελέσεων από τους Γερμανούς. Καταλαβαίνει πως το να παραδώσει τους «ενόχους» δε θα σταματήσει την αιματοχυσία και καλύπτει τελικά τους αντάρτες.

Το Χόλιγουντ είδε με ενδιαφέρον αυτή την απόπειρα στην Πράγα και ο Μπρεχτ είδε σ’ αυτό μια ευκαιρία για μια ταινία, που μαζί με την απεικόνιση των γεγονότων θα έδινε μηνύματα για την ουσιαστική σημασία που για τον Μπρεχτ ήταν ο αντιστασιακός αγώνας του λαού. Ηδη μια μέρα μετά το γεγονός της Πράγας, στις 28 του Μάη, ο Μπρεχτ έγραφε στις σημειώσεις του ότι σκέφτηκαν εκείνος και ο Λανγκ μια «ταινία με ομήρους» που ν’ αναφέρεται στην επίθεση της Πράγας.Κάποιοι έγραψαν ότι «η σκηνοθεσία του Λανγκ καταφέρνει και αποδίδει πάρα πολύ καλά την άποψη του Μπρεχτ για το ρεαλισμό, την αποστασιοποίηση και την ανάπτυξη των αντιθέσεων, φτάνοντας τελικά στο επικό και το ιστορικό». Ωστόσο, ο Μπρεχτ δεν επιδοκίμασε την ταινία, αν και θεωρείται μια από τις καλύτερες αμερικανικές ταινίες ενάντια στο φασισμό, ταινία που αμφισβητείται αν θα γινόταν έτσι χωρίς τη σύμπραξη του Μπρεχτ.

Διαφορές σε ζητήματα αρχών

Ο Μπρεχτ και ο Λανγκ δούλεψαν εντατικά για δύο μήνες (Ιούνης – Ιούλης), για την ιστορία της ταινίας. Εξαιτίας της έλλειψης επαρκών πληροφοριών και της ύπαρξης των πιο διαφορετικών αφηγήσεων, αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε δικές τους εμπνεύσεις. Ομως στην ανάπτυξη της ιστορίας προέκυψαν διαφορές σε ζητήματα αρχών, οι οποίες όξυναν την αντίθεση ανάμεσα στον Μπρεχτ και στο Χόλιγουντ. Ηδη σ’ αυτήν την πρώτη φάση, ο Λανγκ δεν αποδέχτηκε τις δραματουργικές αντιλήψεις του Μπρεχτ.

Ο Μπρεχτ αντιδρούσε στο σλόγκαν: «Αυτό δέχεται το κοινό». Ο Λανγκ είχε στο νου του τις χολιγουντιανές δομές. «Πηδάνε από κατάσταση σε κατάσταση και βάζουνε ό,τι φιγούρες τους κάνει κέφι», σχολίαζε ο Μπρεχτ, ο οποίος ενδιαφερόταν για τη ρεαλιστική ανάπτυξη της ιστορίας, ενώ ταυτόχρονα τον ενδιέφερε το κοινωνικό προφίλ των ηρώων που δρούσαν μέσα στην όλη ιστορία. Ο Λανγκ έψαχνε για έκτακτες, ασυνήθιστες οπτικές εικόνες που ο συνδυασμός τους δημιουργεί εφέ.

Σκηνές από την ταινία «Και οι δήμιοι πεθαίνουν»

Αναφερόμενος στο παρασκήνιο της σχέσης του Μπρεχτ με την χολιγουντιανή άποψη και την περιπέτειά του με τη μοναδική αυτή ταινία του, ο Βόλφγκανγκ Γκερς γράφει στο «Exil in den UPA» (μετάφραση Μαρίας Χατζηγιάννη) «Ετσι π.χ. ο αρχηγός της αντιστασιακής ομάδας βαριά τραυματισμένος κρύβεται πίσω από την κουρτίνα ενός παραθύρου, όταν η Γκεστάπο κάνει έρευνα στο σπίτι και ο δράστης της δολοφονικής απόπειρας παίζει στην Γκεστάπο μια ψεύτικη ερωτική σκηνή με μια κοπέλα, της οποίας τον αρραβωνιαστικό έχουν φέρει εκεί. Αυτή η σκηνή, που είχε βασιστεί στο εφέ της έκπληξης, του αιφνιδιασμού του θεατή, έγινε για τον Μπρεχτ εύγλωττο παράδειγμα παράλογης παρουσίασης. Και αμύνθηκε, επικρίνοντας τον Λανγκ ότι «νοιάζεται πολύ περισσότερο για εκπλήξεις παρά για εσωτερική ένταση».

  • Η αντικομμουνιστική στάση του Χόλιγουντ

Και συνεχίζει ο Βόλφγκανγκ Γκερς: «Από τον Αύγουστο ο Μπρεχτ συνεργάστηκε με τον Αμερικανό σεναριογράφο Τζον Ουέξλεϊ, ο οποίος συγκαταλεγόταν στους αριστερούς του Χόλιγουντ: «Ο Μπρεχτ νοιαζόταν για τον τσέχικο λαό και το αντιστασιακό του κίνημα. Μου φάνηκε πολύ εύκολο να ενταχθώ κι εγώ σ’ αυτήν την προσπάθεια». Διαφορές γνωμών που αφορούσαν την όλη δομή της ταινίας παρουσιάστηκαν. Ο Ουέξλεϊ αναφέρει: «Ο Μπρεχτ δεν μπορούσε να συνηθίσει εντελώς ούτε τις αμερικάνικες μεθόδους και απόψεις ούτε την ιδεολογική μέθοδο του χειρισμού πραγμάτων που έπρεπε ν’ ακολουθηθεί στην ιστορία εκείνη την εποχή. Πολλές επιθυμίες του δεν μπορούσαν να πραγματοποιηθούν: είτε εκ των πραγμάτων δεν ήταν πραγματοποιήσιμες είτε θ’ αντιμετωπίζονταν με μεγάλη εχθρότητα». Αυτό αφορούσε προπαντός τις, για τον Μπρεχτ, σημαντικές λαϊκές σκηνές, την απεικόνιση της συλλογικής «καθημερινής» αντίστασης. Οι δυο συγγραφείς είχαν μαζέψει πληροφορίες από πολιτικούς πρόσφυγες ή εφημερίδες και είχαν λάβει υλικό ντοκουμέντων… «Αλλά, εξαιτίας της αντικομμουνιστικής στάσης μέχρι το τέλος του πολέμου, υπήρχε γενικά μια αντίσταση ενάντια σε καθετί που είχε να κάνει με το λαό». Ο τρόπος αφήγησης στην ταινία, που δεν μπορούσε να διαχωριστεί από την πολιτική της κατεύθυνση, οδήγησε σε παραπέρα διενέξεις με τον Ουέξλεϊ, ο οποίος ορίστηκε για τη δουλειά σαν ο μοναδικός σεναριογράφος, πράγμα που παρατήρησε ο Μπρεχτ με κάποια έκπληξη. Αλλά εξακολούθησε να εργάζεται εντατικά μαζί του. Και το Σεπτέμβρη έκανε μια αποφασιστική προσπάθεια να επηρεάσει την ταινία σύμφωνα με το πνεύμα του: «Προπαντός όμως κέρδισα με το μέρος μου τον Ουέξλεϊ στο να γράψει στο σπίτι μου που θα υποβαλόταν ύστερα στον Λανγκ. Φυσικά, σ’ αυτό το σενάριο ρίχνω το κύριο βάρος στις λαϊκές σκηνές». Αφού γράφτηκαν εβδομήντα σελίδες, η δουλειά διακόπηκε. Ο παραγωγός Αρνολντ Πρέσμπουργκερ, που έκανε την παραγωγή της ταινίας για τους Ενωμένους Καλλιτέχνες και που πίεζε για το τελείωμά της πλήρωνε τώρα υπερωρίες για δουλειά τα βράδια και τις Κυριακές και ο Λανγκ απαίτησε από τον Ουέξλεϊ να δουλέψει αυτές τις ώρες για το επίσημο σενάριο. Ο Ουέξλεϊ αιτιολόγησε τη διακοπή της δουλειάς για το νέο σενάριο προβάλλοντας την απορριπτική στάση του Λανγκ ο οποίος – είπε ο Ουέξλεϊ – παρατήρησε με δυσαρέσκεια ότι η ιστορία τραβούσε προς μια νέα κατεύθυνση. «Ο,τι προτείναμε εμείς ήταν επαναστατικό γι’ αυτόν». Γι’ αυτό το νέο σκριπτ, του οποίου η απώλεια πρέπει να θεωρηθεί πολύ λυπηρό πράγμα για τον τομέα της κινηματογραφικής δουλειάς του Μπρεχτ, δεν υπάρχουν λεπτομερειακά γραπτά. Ο Ουέξλεϊ χρησιμοποίησε στο σενάριό του μέρη από το νέο σκριπτ που πρότεινε ο Μπρεχτ. Στη χρησιμοποίησή τους αναφερόταν ο Μπρεχτ, όταν παρατήρησε ότι αν μπορούσε να συνεχίσει τις «προσπάθειες» θ’ ανασκεύαζε μερικές σκηνές από το σενάριο. Πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο Μπρεχτ μπόρεσε να βάλει στο σενάριο μερικές δικές του συλλήψεις, ότι ο Ουέξλεϊ – που απέρριπτε την επική μέθοδο του Μπρεχτ – τελικά μάλλον τον πλησίασε. Αλλά με το ρεαλιστικό δόσιμο των τύπων, με την αναφορά στο οικονομικό παρασκήνιο και στις ταξικές αντιθέσεις, με τη σφραγίδα του επικού στον τρόπο αφήγησης ξεπεράστηκαν τα όρια που είχε χαράξει το Χόλιγουντ. Στην τελική επεξεργασία του σεναρίου ο Λανγκ κατάργησε τον Μπρεχτ. Οχι μόνο απαίτησε από τον Ουέξλεϊ αποφασιστικές αλλαγές, αλλά έφερε ο ίδιος, με βοηθό ένα νεαρό συγγραφέα το σενάριο στην κατεύθυνση που επιθυμούσε. «Τα είχα σχεδόν καταφέρει ν’ απομακρύνω από το στόρι τις κυριότερες ηλιθιότητες. Τώρα είναι πάλι όλες μέσα», αντέδρασε ο Μπρεχτ με πικρία».

  • Ο μόχθος και ο ακρωτηριασμός

Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι, παρά τα τόσα χρόνια που έχουν περάσει από τότε που γυρίστηκε η ταινία, μπορούμε να βρούμε στοιχεία και απόψεις που υπάρχουν και σήμερα και απασχολούν την κοινωνία. Θέματα όπως αντίσταση, αγώνας, δύναμη συλλογικότητας, αίσθημα αλληλεγγύης και θυσίας για ανεξαρτησία και δικαιώματα, αξιοπρέπεια απέναντι στο δυνάστη σου, αλλά και το ποιος είναι ο πραγματικός τρομοκράτης των λαών και αν είναι τόσο «ανίκητος» όσο φαντάζει, είναι θέματα που και τίθενται σήμερα αλλά και η απάντησή τους θα κρίνει πράγματα προοπτικά. Το συγκεκριμένο έργο προσεγγίζει τη συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα, που στο σήμερα αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία με βάση τις εξελίξεις στον κόσμο και αναδεικνύει το έργο, καθιστώντας το τραγικά επίκαιρο.«Ο Μπρεχτ» – συνεχίζει ο Γκερς- «έγραψε συναρπαστικούς και πλούσιους σε δράση μύθους, που μαρτυρούν μια καταπληκτική θεματική πολυμέρεια: Ιστορίες για διάσημους ερευνητές και δικτάτορες, για κλόουν και εγκληματίες, γι’ αντιστασιακούς αγωνιστές και συνεργάτες του εχθρού, για μάνατζερ και ηθοποιούς, για ιστορικές προσωπικότητες και ανθρώπους της καθημερινής ζωής. Μύθους εμπνευσμένους από περίφημες ιστορίες, από μια όπερα, δραματικές ιστορικές ταινίες, κωμωδίες, ειρωνικές και γκροτέσκ αισθηματικές ταινίες, αστυνομικές ταινίες με διαφορετικές παραλλαγές. Ομως σε όλα αυτά ο Μπρεχτ δεν έδινε κλισέ, αλλά ρεαλισμό».

Ο αυστριακός σκηνοθέτης Φριτς Λανγκ (1890 – 1976)
© Corbis. All Rights Reserved

«Εκείνο που θέλουν οι παραγωγοί είναι ένα αριστούργημα πρωτότυπο, όμως να μην ξαφνιάζει, ασυνήθιστο, όμως ευκολονόητο, ηθικό και όμως άσεμνο, αληθινό, όμως απίθανο, αισθηματικό, όμως βάναυσο, πολύ καλογραμμένο κι όμως όχι πνευματώδες». Μ’ αυτά τα λόγια προσπάθησε ο Σάγκα Φίρτελ να εξηγήσει στον Μπρεχτ τις προσδοκίες του Χόλιγουντ.Ο Μπρεχτ μόχθησε πολύ γι’ αυτήν την ταινία και υπέφερε πολύ για τον ακρωτηριασμό της δουλειάς του από τις βρώμικες μεθόδους του Χόλιγουντ. Ομως η στράτευσή του γι’ αυτή την ταινία, η ανυποχώρητη θέλησή του να κάνει μια «μεγάλη» ταινία με πολιτικό περιεχόμενο, δεν ήταν μόνο ένα είδος αμόκ. Και αν ο Λανγκ μπορούσε να θεωρεί το «Και οι δήμιοι πεθαίνουν» σαν την «πιο σπουδαία αντιναζιστική ταινία του», αυτό είναι και επιβράβευση του Μπρεχτ.

«Μετά από αυτό» – καταλήγει ο Γκερς – «καμιά δυνατότητα δεν του δόθηκε πια. Ακόμα κι όταν την άνοιξη του 1945 προετοίμασε μαζί με τον Ουίλιαμ Ντίτερλε εκτός Χόλιγουντ ταινίες για Γερμανούς αιχμαλώτους πολέμου στις ΗΠΑ, καμιά δυνατότητα δεν του δόθηκε. Μ’ αυτά τα σχέδια ταινιών ήθελε να επέμβει με το δικό του άμεσο τρόπο στο κοινωνικό προτσές της εποχής. Οπως φαίνεται, επρόκειτο για μια σειρά από μικρού μήκους ταινίες αγκιτάτσιας. Αρχικά ο Μπρεχτ και ο Ντίτερλε δούλεψαν για μια κινηματογραφική βερσιόν του «Το τραγούδι της γυναίκας του ναζί στρατιώτη» από το έργο «Ο Σβέικ στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο»».

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ
  • Σοφία ΑΔΑΜΙΔΟΥ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 26 Σεπτέμβρη 2010

Μπρεχτ, Βάιλ, Ουίλσον: μια ιδιότυπη συνάντηση

Δεν ήταν μια πολιτική παράσταση, μια παραγωγή με αιχμηρή γλώσσα ή ένα θέαμα που επιχειρεί την παρέμβαση στη σημερινή ζοφερή πραγματικότητα, όπως ενδεχομένως να το ήθελαν οι Μπρεχτ και Βάιλ. Παρ’ όλα αυτά, η παράσταση της «Οπερας της πεντάρας» σε σκηνοθεσία του Μπομπ Ουίλσον, όπως την παρουσίασε στο Παλλάς το Μπερλίνερ Ανσάμπλ στις 14 Ιανουαρίου, είχε ενδιαφέρον: όχι μόνο δεν χάθηκε πίσω από τη γνωστή άκρως γοητευτική, ταυτόχρονα όμως επικίνδυνα ισοπεδωτική μανιέρα αισθητικής του Αμερικανού σκηνοθέτη, αλλά αντίθετα, αξιοποίησε επιδέξια τα βασικά στοιχεία αυτής της προσωπικής γλώσσας προκειμένου να προβάλει το μήνυμα του έργου.

Ο Ουίλσον έπλασε ένα θέαμα με κινηματογραφικό ρυθμό, με κίνηση και στάσεις – παγώματα πλάνου. Κινηματογραφικοί μύθοι της εποχής του έργου (Μαρλένε Ντίτριχ, Τσάρλι Τσάπλιν, Μπέλα Λούγκοσι – ο Δράκουλας της μεγάλης οθόνης το 1931), η κινηματογραφική «Οπερα της πεντάρας» του Παμπστ, το βερολινέζικο καμπαρέ αλλά και οι ιστορικές ηχογραφήσεις της μουσικής αξιοποιήθηκαν με οικονομία, χιούμορ και σατιρική διάθεση. Απέδωσαν την Ευρώπη του μεσοπολέμου και την αισθητική της πρώτης παραγωγής με αποστασιοποιημένη, «αντικειμενική» ματιά που απηχεί τις προθέσεις του Μπρεχτ. Το ίδιο το παιχνίδι των αναφορών αντανακλά τη λογική του μπρεχτικού κειμένου και τις συνθετικές αρχές του Κουρτ Βάιλ: στο πρώτο έχει ενσωματωθεί ποίηση του Φρανσουά Βιγιόν και του Ρούντγιαρντ Κίπλινγκ, ενώ ο δεύτερος ανέμειξε στοιχεία της τζαζ, των μπλουζ και του τάνγκο εισάγοντας επιπλέον σατιρικές αναφορές στην όπερα, την οπερέτα και τη θρησκευτική μουσική.

  • Θαυμάσιοι ηθοποιοί

Δεδομένη και αυτονόητη είναι η υψηλή, στυλιζαρισμένη αισθητική του οπτικού μέρους –φωτισμοί, σκηνικά, κοστούμια, μακιγιάζ– στις παραστάσεις του Ουίλσον. Ομως, η επιτυχία του θεάματος στηρίχτηκε πρωτίστως στους ερμηνευτές: τον έξοχο Στέφαν Κουρτ ως γοητευτικό Μακ Χιθ ανδρόγυνο λαμπερό σταρ του Χόλιγουντ, τον εφάμιλλό του Γιούργκεν Χολτς ως Πίτσαμ, τον Αξελ Βέρνερ ως δράκουλα – διοικητή της αστυνομίας και τις τέσσερις κυρίες: την Τράουτε Χάις ως κυρία Πίτσαμ, την Κριστίνα Ντρέξλερ ως Πόλι, την Αννα Γκρέντσερ ως Λούσι και την Ανγκελα Βίνκλερ ως Τζένι.

Η φωνή αποτελούσε βασικό εργαλείο. Με το ιδιαίτερο ηχόχρωμα και το ερμηνευτικό της ύφος, ηλεκτρικά ενισχυμένη, κάθε μία υπηρετούσε τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά κάθε (στερεο) τύπου προσώπου. Αριστη επίσης η στήριξη της παράστασης από τους εννέα μουσικούς της ορχήστρας.

Με το εξαιρετικό του θέαμα, ο Ουίλσον έδειξε ότι γίνεται κι έτσι. Αν τελικά αποκάλυψε κάτι νέο για το έργο και αν ο θαυμασμός και η ψυχική ευφορία που προκάλεσε είναι αυτό στο οποίο στόχευαν οι Μπρεχτ και Βάιλ, θα πρέπει να το απαντήσει καθένας για τον εαυτό του.

  • Του Νικου Α. Δοντα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 24/01/2010

Μουσικός Μπρεχτ στη Θεσσαλονίκη

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ (1898-1956)

Μολονότι έχουμε αφήσει πλέον αρκετά πίσω την «στρογγυλή» επέτειο των 110 χρόνων από τη γέννηση του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898-1956), η μουσική παράσταση-διάλεξη Έρευνα για το αν ο άνθρωπος τον άνθρωπο βοηθά, αφιερωμένη στον μεγάλο αναμορφωτή του θεάτρου και τους δύο συνθέτες που ταυτίστηκαν με το έργο του, τους Κουρτ Βάιλ και Χανς Άισλερ, συνεχίζει να προκαλεί το ενδιαφέρον και να παρουσιάζεται με μεγάλη επιτυχία.

Έτσι, την Παρασκευή 22 Ιανουαρίου, στις 8 μ.μ., οι 5 ΕΛΜΕ της Θεσσαλονίκης διοργανώνουν εκδήλωση αφιερωμένη στον Μπρεχτ, στην Αίθουσα Τελετών του ΑΠΘ, όπου και θα ακουστεί για άλλη μία φορά ο λόγος του Μπρεχτ, συνοδευόμενος από τις μουσικές και τα τραγούδια που συνέθεσαν για τα έργα του οι δύο «σύγχρονοι κλασικοί».

Στην παράσταση θα ερμηνευτούν τραγούδια σε τέσσερις γλώσσες (γερμανικά, ελληνικά, αγγλικά και γαλλικά) από την Όπερα της πεντάρας, το Happy End, το Berliner Requiem και το Μαχαγκόνι του Βάιλ, που έγιναν ορόσημα στο θέατρο και το καμπαρέ, πρώτα της Γερμανίας την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και στη συνέχεια ολόκληρου του κόσμου. Επίσης τραγούδια από τη Μάνα, τον Σβέικ στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τις εκπληκτικές (και άγνωστες στην Ελλάδα) «Χολιγουντιανές ελεγείες» από το The Hollywood Songbook της αμερικάνικης περιόδου του Άισλερ.

Πρόκειται για ορισμένα από τα ωραιότερα τραγούδια του 20ού αιώνα, που συνδυάζουν την αισθητική απόλαυση με αυτή που ο Μπρεχτ θεωρούσε εντονότερη απ’ όλες τις ηδονές, την κριτική σκέψη για τον κόσμο και τις ανθρώπινες σχέσεις.

Τα θεατρικά τραγούδια του Μπρεχτ ερμηνεύουν η σοπράνο Μάιρα Μηλολιδάκη και ο βαρύτονος Κωστής Ρασιδάκις, τους οποίους συνοδεύουν στο πιάνο η Αφροδίτη Στυλιανίδου και στο τρομπόνι ο Παύλος Τριανταφυλλίδης. Τα εμβόλιμα κείμενα, που ξεδιπλώνουν την ιδιαίτερη ιστορία των τραγουδιών που ερμηνεύονται, μέσα από την πιο ταραγμένη περίοδο της πρόσφατης Ιστορίας, συνέθεσε και αφηγείται η Νάντια Βαλαβάνη. Τέλος, η «εικονογράφηση» της μουσικής με εικαστικά στοιχεία της εποχής, πίνακες και φωτογραφίες, καθώς και η παρουσίαση ιδιόμορφων «υπέρτιτλων» με την ελληνική μετάφραση των στίχων, μέσω video-art έγινε από τους Έλσα Τριβιζάκη και Αλέξη Στηλ.

Ποιητής του παγκόσμιου θεάτρου

  • Από τον Κωνσταντίνο Μπούρα
  • Μπέρτολτ Μπρεχτ: Ποιήματα, δίγλωσση έκδοση, απόδοση: Νίκος Παππάς, Ρίτα-Μπούμη Παππά, Νάντια Βαλαβάνη, Μάριος Πλωρίτης, Οδυσσέας Ελύτης, Πέτρος Μάρκαρης, Μαρία Λουίζα Κωνσταντινίδου, ανθολόγηση: Κώστας Μηλτιάδης. Εκδόσεις Κοροντζή, σ. 160, 12 ευρώ

Εσύ που τα πάντα αψήφησες / Ξέρω πόσο το θάνατο φοβήθηκες / Μα πιότερο φοβόσουν / Μιαν ανέντιμη ζωή.

(από το ποίημα «Αντιγόνη», απόδοση: Πέτρος Μάρκαρης, σ. 79)

bertolt brecht

Σύμφωνα με τον Μάρτιν Εσλιν, «ο Μπρεχτ είναι ποιητής, πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα». Ως προλογικό κείμενο αυτού του ανθολόγιου ποιημάτων του Μπέρτολτ Μπρεχτ επιλέχθηκε ορθώς ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Μάρτιν Εσλιν «Ο Μπρεχτ και το έργο του» (σε μετάφραση του Φώντα Κονδύλη). Ο Εσλιν διατείνεται ότι: «Τα θεατρικά έργα του Μπρεχτ μπορείς να τα συζητήσεις και να τα μιμηθείς σαν πρότυπα ενός νέου είδους δραματικής κατασκευής, σκηνικής τεχνικής. Εντούτοις, η βασική τους αξία έγκειται στην ποιητική ιδιότητά τους. Η νέα δραματική σύμβαση που αντιπροσωπεύουν γίνεται αισθητή, πάνω απ’ όλα από τη γοητεία της γλώσσας της και το ποιητικό όραμα του κόσμου που μεταδίδει. Χωρίς τη σφραγίδα της μεγαλοσύνης που αποτυπώνει η ποίησή τους, τα έργα αυτά δεν θα μπορούσαν ποτέ να εξασκήσουν μια τέτοια επίδραση. Ούτε καν θα τα πρόσεχε κανείς. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ιδέες του Μπρεχτ, σε άλλες περιοχές. Οι ιδέες του αποκτούν μια σπουδαιότητα, μονάχα σαν ιδέες ενός μεγάλου ποιητή» (σσ. 9-10).

Και ο Μπρεχτ είναι βεβαίως ένας μεγάλος, ένας παγκόσμιος ποιητής. Μπόλιασε την ποίηση με τη δραματικότητα των μονολόγων σκηνικών προσώπων που εξιστορούν τα πάθη τους, αυτοσαρκάζονται, ειρωνεύονται και σαρκάζουν τους καταπιεστές τους, και υπερβαίνουν τη μοίρα τους καταγγέλλοντας τους κάθε μορφής δυνάστες. Κι όταν δεν μπορούν να ξεφύγουν από τα δίχτυα που τους κρατούν φυλακισμένους, καταφεύγουν σε ένα ψευδαισθητικό παράλληλο σύμπαν και στο όνειρο, σαν τη «Τζένη των Πειρατών» από την «Οπερα της Πεντάρας». Αλλοτε πάλι μονολογούν διεκτραγωδώντας τη μιζέρια μέσα στην οποία ζουν, όπως η ταλαίπωρη persona στο ποίημα «Σκέψεις που κάνει μια στριπτιζέζ την ώρα που γδύνεται» (σ. 95, σε απόδοση Πέτρου Μάρκαρη): Ξέχασα να πω του γαλατά να μη μου φέρει γάλα. / Οχι, σήμερα δε δείχνω πισινό. / Μονάχα θα τον κουνήσω μια στάλα. / Το φαΐ μού φέρνει αναγούλα στο «Κίτρινο Σκυλί».

Ομως δεν μιλάει πάντα πίσω από προσωπεία ο δραματικός, πολιτικός ποιητής Μπρεχτ. Πολλές φορές επιλέγει την άμεση επίθεση, χρησιμοποιώντας αριστοτεχνικά το στοιχείο της ειρωνείας, όπως στο ποίημα «Η Λύση» (σ. 45, σε απόδοση Μάριου Πλωρίτη): Υστερ’ απ’ την εξέγερση της 17 του Ιούνη, / ο γραμματέας της Ενωσης Λογοτεχνών / έβαλε και μοιράσανε στη λεωφόρο Στάλιν προκηρύξεις / που λέγανε πως ο λαός / έχασε την εμπιστοσύνη της κυβέρνησης, / και δεν μπορεί να την ξανακερδίσει / παρά μονάχα με διπλή προσπάθεια. Δε θα ‘ταν τότε / πιο απλό, η κυβέρνηση/ να διαλύσει το λαό / και να εκλέξει έναν άλλον; Αυτό το «ειρωνικό ποίημα του Μπρεχτ γράφτηκε μετά την εξέγερση που έγινε τον Ιούνιο του 1953 από τους γερμανούς εργάτες ενάντια στο σταλινικό καθεστώς. Η εξέγερση αυτή σαρώθηκε από τα ρωσικά τανκς» (σ. 45).

Ως θεατρικός συγγραφέας, εισηγητής της «αποστασιοποίησης», ο Μπρεχτ δημιουργεί τη δική του ποιητική γλώσσα, η οποία εκτός από την έντονη, προφανή δραματική μονολογικότητα, διακρίνεται από μια επίσης ηθελημένη προφορικότητα, μακριά από στείρους φορμαλισμούς και αισθητικές απόψεις τού είδους «η Τέχνη για την Τέχνη». Παραδείγματος χάριν «Το τραγούδι της σούπας (το τραγούδι της διεξόδου)» καταδεικνύει την κύρια φροντίδα και το μέλημα του ποιητή να μιλήσει όσο γίνεται πιο απλά και άμεσα, για να αγγίξει μάλλον το νοητικό μέρος της συνείδησης του αναγνώστη-θεατή-ακροατή και όχι τόσο να κινητοποιήσει το συναίσθημά του.

Η πολιτική του διάσταση δεν τον εμποδίζει να γίνεται φιλοσοφικός και να στοχάζεται πάνω στα ανθρώπινα, σαν Οιδίποδας στο τρίστρατο, πριν από τον φόνο του πατέρα του, πριν από τη μυθική συνάντησή του με τη Σφίγγα. Στο ποίημα «Το άλλαγμα της ρόδας» (σ. 89, σε απόδοση Μάριου Πλωρίτη), ως άλλος Σοφοκλής, γράφει ο Μπρεχτ: Στης δημοσιάς τον όχθο κάθομαι, / κοιτάω τον οδηγό ν’ αλλάζει ρόδα. / Δε μ’ αρέσει ο τόπος απ’ όπου ήρθα. / Δε μ’ αρέσει ο τόπος που πάω. / Γιατί, λοιπόν, βλέπω το άλλαγμα της ρόδας / έτσι ανυπόμονα;

Ο έρωτας και η ερωτική αγάπη δεν απουσιάζουν βεβαίως από το έργο ενός μεγάλου ποιητή. Μόνο που ο πολιτικοποιημένος Μπρεχτ έχει μια δική του αντικομφορμιστική οπτική στο ακανθώδες θέμα της σχέσης των δύο φύλων. Στο ποίημα «Για την παρακμή του έρωτα» (σ. 133) απομυθοποιεί τον αλλοτριωμένο έρωτα των αστών, ενώ στο ποίημα «Αδυναμίες» (σ. 109, σε απόδοση Νάντιας Βαλαβάνη) «ομολογεί» ποιητικώς: Καμιά δεν είχες / Εγώ είχα μία: / Αγάπησα.

Η πρωτοτυπία δεν ήταν ποτέ η πρώτη προτεραιότητα του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Δεν διστάζει να «δανειστεί», να διασκευάσει, να μεταγράψει, να αποδομήσει και να ανασυνθέσει το έργο άλλων ποιητών. Δεν διστάζει να συνεργαστεί με άντρες και γυναίκες στη συγγραφή των θεατρικών του έργων, αναφέροντας βεβαίως τα ονόματά τους στο κείμενο. Γι’ αυτόν η συγγραφή είναι μάλλον μια υπόθεση κοινωνική και συλλογική, αντίθετα από το ουτοπικό ιδεώδες του ρομαντικού ποιητή και καλλιτέχνη, του αποκομμένου από το κοινωνικό γίγνεσθαι, που εμπνέεται από κάποια «ανώτερη» πηγή, και ως προφήτης (poeta vates, για τους Λατίνους) μεταφράζει τη «θεία» βούληση για τους «πιστούς» του. Στο ποίημα «Στη γέννηση ενός γιου» (Κατά τον κινέζο ποιητή Su Tung-p’ο, 1036-1101) (σ. 81, σε απόδοση Μάριου Πλωρίτη) ο Μπρεχτ δηλώνει στον υπότιτλο την «πηγή» της έμπνευσής του. Για το θέμα αυτό γράφει ο μελετητής Μάρτιν Εσλιν (σ. 16): «Οι διάφορες επιδράσεις που διαμόρφωσαν το έργο του Μπρεχτ σ’ ολόκληρη τη ζωή του, και που τις παραδέχεται ανοιχτά, είχαν σαν αναπόφευκτο αποτέλεσμα να τον κατηγορήσουν για λογοκλοπή και έλλειψη πρωτοτυπίας. Στην πραγματικότητα, την πρωτοτυπία του συνιστούσε η διαβολική ικανότητά του ν’ απορροφά και ν’ αφομοιώνει τα πιο διαφορετικά και φαινομενικά ασυμβίβαστα στοιχεία».

Ο ποιητής για τον Μπρεχτ πρέπει να είναι τεχνίτης, να στηρίζεται στη λογική (και όχι αποκλειστικά στο συναίσθημα) και να καλλιεργεί διαρκώς την επίκτητη δεξιοτεχνία του. Ο Μπρεχτ είναι εικονοκλάστης και ασεβής απέναντι στο ίδιο του το έργο. Ακόμα κι αν δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει κανείς για έπαρση, φαίνεται πως δεν τον χαρακτήριζε υπερβολική μετριοφροσύνη. «Ο Lion Feuchtwanger λέει πώς αντιδρούσε συνήθως ο Μπρεχτ στις επικρίσεις, μ’ εκείνη την πολύ ανορθόδοξη πολλές φορές χρήση της γραμματικής, με τα λόγια «Ego, poeta Germanus, supra Grammaticos sto». Κι όταν κάποιος, στη διάρκεια της παραμονής του στην Αμερική, με αφορμή την κυριολεκτική απόδοση ενός αγγλικού ιδιωματισμού, του υπέδειξε πως τέτοια φράση δεν υπήρχε στα γερμανικά, ο Μπρεχτ απάντησε: «Πολύ ωραία. Θα υπάρχει απ’ αυτή τη στιγμή!»» (από το προλογικό κείμενο του Μάρτιν Εσλιν, σ. 18).

Το βιβλίο αυτό, παρά τα ελάχιστα μεταφραστικά λάθη (π.χ. ο πρώτος στίχος της «στροφής» 6 τής σ. 25), παρά τις «άμουσες» αποδόσεις στίχων (π.χ. το τελευταίο δίστιχο της σ. 39, και η κακόηχη παρήχηση του σίγμα στον τελευταίο στίχο τής σ. 131) και παρά τις όποιες -συνήθεις ή μη- τυπογραφικές αβλεψίες (π.χ. στη σ. 41 «παραληφτεί» αντί «παραλειφθεί» κ.ά.) είναι ένα σημαντικό βοήθημα και εργαλείο για κάθε μελετητή, σπουδαστή ή «επαγγελματία» αναγνώστη, που ενδιαφέρεται για το ποιητικό έργο ενός από τους μεγαλύτερους θεατρικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα.

  • ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

Θεατροδρομίες: Το κομψοτέχνημα και το χονδροτέχνημά του

  • Η «Οπερα της Πεντάρας» ως σχήμα, πρόσχημα και ξεπατίκωμα, όχι όμως ως όχημα πνευματικής και καλλιτεχνικής μαθητείας.

Aρχές καλοκαιριού στο Βερολίνο συμφιλιώθηκα, ύστερα από χρόνια, με έναν αίφνης αισθαντικό, στοχαστικό, ταυτόχρονα ανάλαφρο, ευανάγνωστο και αναγνωρίσιμο Ρόμπερτ Ουίλσον βλέποντας την «Οπερα της πεντάρας» στη δική του, πολυπαινεμένη σκηνοθεσία (πρεμιέρα Σεπτέμβριος 2007), με σκίτσα σκηνικών και σχεδιασμό φωτισμών επίσης δικά του. Θίασος ονειρεμένος, δοσμένος με πάθος στο κομψό, ιδιαίτερο και ακριβέστατο ύφος του Ουίλσον, ύφος βωβού σινεμά και ψαλιδοκοπτικής των αρχών του αιώνα ανάμεικτο με καρτούν α λα Σίμπσονς, ανδρόγυνη τόλμη στη φιγούρα του φονιά Μακ Χιθ, απόκοσμη χροιά στα λευκά πρόσωπα, μαριονετίστικες κινήσεις, χιούμορ και θεατρική εκτέλεση της μουσικής του Βάιλ, χωρίς μπελκάντο, κορόνες και βιμπράτα.

Ο Πίτσαμ του Γιούργκεν Χολτς, η Πόλι της Χριστίνας Ντρέχσλερ, η Πίτσαμ της Τράουτε Χόες, ο Μακ Χιθ του Στέφαν Κουρτ, ο Φιλτς του δικού μας Γιώργου Τσιβανόγλου και η θεσπέσια Τζένι της Ανγκελα Βίνκλερ έμειναν, μαζί με τον υπόλοιπο εξαιρετικό θίασο, για πολύ στη μνήμη μου. Και μαζί τους, το μεγάλο επίτευγμα της παράστασης να φωτίσει πίσω από φιγούρες, λόγια, τραγούδια, μύθο, τη μελαγχολία της διαχρονικότητας αυτού του τοπίου της φθοράς, της διαφθοράς και της ύφεσης των πάντων. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα αναφώνησα κι εγώ σαν την Πόλι, «χόπλα», όταν είδα ένα τηλεοπτικό τρεϊλεράκι της πανελλαδικής τουρνέ του ίδιου έργου (συμπαραγωγής δύο ΔΗΠΕΘΕ και ενός ιδιωτικού φορέα), σε απόδοση, σκηνοθεσία (τρίτη απόπειρα) Θ. Μουμουλίδη, με ηθοποιούς-σταρ και ονομαστούς συντελεστές. «Χόπλα», γιατί κάτι θετικό μού θύμισε το τρέιλερ, σε ύφος και στυλιζάρισμα. «Κυνήγησα» την παράσταση γιατί με ενδιέφερε.

Την πέτυχα αλλά με πέτυχε κι εκείνη στον σταυρό! Ηταν το χονδροτέχνημα του κομψοτεχνήματος που είχα μόλις δει στο Βερολίνο; Μήπως ήταν η ιδέα μου;Τι χρειάζονταν όλες αυτές οι παρεμβολές και επεξηγήσεις από το κείμενο και τον υπερκινητικό, νευρόσπαστο κομπέρ του Α. Μπουρδούμη; Γιατί όλα τα κορίτσια του μπορντέλου, μηδέ της προδομένης Τζένι (Κ. Καραμπέτη) εξαιρουμένης, έπρεπε να κινούνται και να μοιάζουν με «μοντέλες», χωρίς ούτε καν μια χαρακιά στον ακκισμό τους, σαν αυτή π.χ. στο πρόσωπο του, έτσι κι αλλιώς, περιγραφικού και γραφικού Μακ Χιθ του Σ. Μάινα;

Πού είχε πάει όλη η αντι-μελωδική Μπρεχτική άποψη για τη μουσική και τα τραγούδια, που τόσο μεγαλοφυώς είχε αφομοιώσει ο Βάιλ; Γιατί έπρεπε να θυμίζει Λυρική Σκηνή παλαιών καιρών το άκουσμα και να βαριούνται οι θεατές γύρω μου; Γιατί αίφνης αυτό το χονδροειδές σχόλιο για τον διευθυντή της αστυνομίας Μπράουν με τη συγκεκριμένη επιλογή ηθοποιού; Και, τέλος, γιατί στο πρόγραμμα της παράστασης αυτή η καραμπινάτη κλεψιτυπία του φωτογραφικού υλικού από τη σκηνοθεσία του Ουίλσον, χονδροειδώς ενσωματωμένου στην ύλη, δίχως την παραμικρή διευκρίνιση ή παραπομπή, έτσι που ο ανίδεος αναγνώστης να θεωρεί πως ανήκουν στη σκηνοθεσία Μουμουλίδη; Να φανταστώ πως το κλίμα φθοράς του έργου επηρέασε και το ήθος κάποιων ιθυνόντων της παραγωγής; Μετά σου λέει, ο Μπρεχτ δεν είναι επίκαιρος!

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ: «Στρατευμένος» στο μαρξισμό, πρωτοπόρος, επαναστάτης

  • Η «Όπερα της Πεντάρας» η διασημότερη μουσική κωμωδία των Μπρεχτ – Βάιλ σε καλοκαιρινή περιοδεία
Ο μεγάλος δημιουργός

«Χρειαζόμαστε θέατρο, που δεν περιορίζεται να μας δίνει μόνο συναισθήματα, απόψεις και αυθορμητισμούς, που επιτρέπει κάθε φορά το ιστορικό πεδίο των ανθρώπινων σχέσεων όπου διαδραματίζονται οι υποθέσεις, αλλά ένα θέατρο, όπου θα χρησιμοποιούνται σκέψεις και αισθήματα που παίζουν ρόλο στη μεταβολή του πεδίου».

Αυτά πρέσβευε κι αυτά έπραττε ο μεγάλος ποιητής, πεζογράφος, δραματουργός, θεωρητικός, σκηνοθέτης και δάσκαλος, ο Μπρεχτ, ο «στρατευμένος» στο μαρξισμό και σοσιαλισμό, του οποίου το πολύμορφο έργο, για τέσσερις σχεδόν δεκαετίες, αποτέλεσε, όχι μόνο μια πρωτοπορία, αλλά και πολιτιστική «επανάσταση» στη Δυτική Ευρώπη του 20ού αιώνα. Μια επανάσταση που γνώρισε διεθνή απήχηση. Επηρέασε πολλούς καλλιτέχνες παγκοσμίως, αλλά και πολεμήθηκε πολύμορφα, όσο κανένα άλλο αισθητικό κίνημα, από δηλωμένους κι αδήλωτους εχθρούς, από «άσπονδους φίλους».

Ο διδακτισμός των έργων του Μπρεχτ είναι μια έννοια αρκετά παρεξηγημένη για πολλά χρόνια. Θεωρήθηκε αρνητικό στοιχείο προσέγγισης του έργου του. Θα πρέπει ίσως να θυμίσουμε τα λόγια του συνθέτη των μπρεχτικών τραγουδιών και φίλου του Μπρεχτ, Χανς Αϊσλερ: «Όταν μιλάμε για τον Μπρεχτ, είμαστε σε θέση μάχης, ιδιαίτερα στις καπιταλιστικές χώρες. Αγωνιζόμαστε για τον Μπρεχτ. Είναι αναγκασμένοι να καταπιούν τον Μπρεχτ και δεν πρέπει να τους επιτρέψουμε να τον καταπιούν παρά μονάχα ολόκληρο, μαζί με τ’ αγκάθια».

Είναι τόσο μεγάλος συγγραφέας, που δεν μπόρεσαν, όμως, να τον θάψουν. Ας μην ξεχνάμε ότι και οι αρχαίοι Ελληνες συγγραφείς διδακτικό έργο έκαναν. Ο Σοφοκλής στην «Αντιγόνη» τελειώνει με ένα πόρισμα, πραγματικά γεωμετρία. Λέει «και πολύ πιο πάνω απ’ όλα η φρόνηση είναι της ευδαιμονίας το πρώτο. Τα μεγάλα τους τα λόγια οι ξιπασμένοι με μεγάλα τα πληρώνουνε χτυπήματα για να βάλουν στα γεράματά τους γνώση». Δεν είναι δίδαγμα αυτό; Και οι αρχαίοι θεατές γι’ αυτό πηγαίνανε στο θέατρο για να διδαχτούν.

  • Στόχος του, η ταξική αφύπνιση
Μπουρδούμης, Λουιζίδου, Καραμπέτη, Μάινας, στην «Οπερα της πεντάρας»

Πρώτιστος στόχος του έργου του στα προπολεμικά και στα πολεμικά χρόνια ήταν η αποκάλυψη του καπιταλισμού και ιμπεριαλισμού και η ταξική αφύπνιση, συνειδητοποίηση και ενεργοποίηση της εργατικής τάξης και όλων των λαϊκών στρωμάτων, είτε με ποιήματα είτε με τα θεατρικά του έργα. Ο διαλεκτικός Μπρεχτ ήξερε ότι το θέατρο «μπορεί να αναλάβει μια τέτοια κριτική στάση, αν παραδοθεί το ίδιο στα ορμητικά ρεύματα μες στην κοινωνία και συνταιριαστεί μ’ εκείνους που θα πρέπει να είναι οι πιο ανυπόμονοι να πραγματοποιήσουν μεγάλες μεταβολές». Και προς αυτήν την κατεύθυνση τον ωθούσε «μια ξεκάθαρη επιθυμία, να εξελίξουμε την τέχνη μας με τις απαιτήσεις της εποχής μας. Το θέατρο πρέπει να μπει στην υπηρεσία της πραγματικότητας». Υπογράμμιζε, μάλιστα, ότι οι εκμεταλλευόμενοι πρέπει να «ψυχαγωγηθούν με τη σοφία που προέρχεται από τη λύση των προβλημάτων, με το θυμό που σ’ αυτόν μπορεί ωφέλιμα να μετατραπεί ο οίκτος για τους καταπιεσμένους, με το σεβασμό μπρος στο αξιοσέβαστο της ανθρωπιάς, δηλαδή της φιλανθρωπίας, και, με δυο λόγια, με καθετί που τέρπει τους παραγωγικούς ανθρώπους».Σημαντική ώθηση στη σχέση του με την εργατική τάξη και το κίνημά της έδωσε η μαζική εξαθλίωση που προκάλεσε η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1920 και η νέα ορμητική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στη Γερμανία. Η παγκοσμιότητα του έργου του αναγνωρίστηκε ευρέως μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα έργα του κλείνουν μέσα τους μια διάρκεια καθώς αναδεικνύουν την ανθρώπινη υπόσταση. Έτσι, όχι μόνο δεν καταλύθηκαν από το χρόνο αλλά τώρα προβάλλονται και τιμούνται περισσότερο παρά ποτέ.

Και στην Ελλάδα το έργο του Μπρεχτ εξακολουθεί να είναι λαοφιλές. Έργα του έχουν ανέβει πολλές φορές από αθηναϊκές αλλά και περιφερειακές σκηνές. Φέτος, η Εταιρεία Τέχνης «5η Εποχή», σε συνεργασία με την εταιρεία «Πολιτισμός και επικοινωνία», παρουσιάζουν σε καλοκαιρινή περιοδεία, τη διασημότερη μουσική κωμωδία – σάτιρα του εικοστού αιώνα, το έργο των Μπέρτολτ Μπρεχτ – Κουρτ Βάιλ «Η Όπερα της πεντάρας». Το έργο παρουσιάζεται στην αυθεντική του εκδοχή, με όλες τις μουσικές και τα τραγούδια του Κουρτ Βάιλ, σε απόδοση – σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη, σκηνικό – κοστούμια Γιώργου Πάτσα, χορογραφίες Δημήτρη Παπάζογλου, μουσική διδασκαλία Θοδωρή Οικονόμου. Παίζουν: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Στέλιος Μάινας, Ρένια Λουιζίδου, Αλέξανδρος Μπουρδούμης, Μάνος Βακούσης, Νάντια Κοντογεώργη, Δημήτρης Βογιατζής, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Δέσποινα Πολυκανδρίτου, κ.ά. Η πρεμιέρα της παράστασης θα δοθεί στις 18, 19 και 20 Ιουνίου, στην Αθήνα στο θέατρο BADMINTON και στη συνέχεια η παράσταση θα παρουσιαστεί σε επιλεγμένες πόλεις και θέατρα της ελληνικής περιφέρειας και στην Κύπρο.

  • Ιστορική παράσταση
  • «Κυρίες και κύριοι σκεφτείτε, τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυσή της».

Η «Οπερα της πεντάρας» είναι η μεταφορά του αγγλικού έργου του 18ου αιώνα «Η όπερα του ζητιάνου» του Τζον Γκέι. Εκανε πρεμιέρα στις 31 Αυγούστου 1928 στο Θέατρο του Βερολίνου κι από την πρώτη στιγμή προκάλεσε αίσθηση στο ευρύ κοινό κι είχε μεγάλο αντίκτυπο στο χώρο του μιούζικαλ. Γνώρισε παγκόσμια επιτυχία, μεταφράστηκε σε 18 γλώσσες, ενώ εξακολουθεί και παίζεται από επαγγελματικούς και ερασιτεχνικούς θιάσους, ενώ έχει γνωρίσει αρκετές παραλλαγές για τον κινηματογράφο, την όπερα κλπ.

Η πρεμιέρα της παράστασης είχε προγραμματιστεί για να εορταστεί η ίδρυση του Θεάτρου του Φραγμάτων των Ναυπηγών. Η σκηνοθεσία ανατέθηκε τυπικά στον Εριχ Ενγκελ, αλλά ουσιαστικά σκηνοθέτης ήταν ο Μπρεχτ που επέβαλε την αποστασιοποίηση ως μέθοδο απόδοσης του κειμένου. Οι ηθοποιοί (Εριχ Πόντα, Ρόζα Βαλέτι, Ρόμα Μπαν, Κάτε Κιλ, Χάραλντ Πάουλσεν, Κουρτ Γκέρον, Ερνστ Μπους και η πρωτοεμφανιζόμενη Λότε Λένια στο ρόλο της Τζένης) παρά τις αρχικές τους αμφιβολίες για την καινοτόμο σκηνοθετική άποψη του Μπρεχτ, ακολούθησαν τελικά τις οδηγίες του, εξασφαλίζοντας τη μεγάλη εμπορική επιτυχία του έργου. Η τεράστια απήχηση που είχε η παράσταση αποτέλεσε πρόκληση για τους εχθρούς του Μπρεχτ.

  • Ιδανικά επίκαιρη επιλογή

Το έργο επικεντρώνεται σε ιστορίες της αστικής τάξης. Στο βικτωριανό Λονδίνο, πρωταγωνιστής είναι ο περιβόητος Μακίθ, που παντρεύεται την Πόλι Πίτσαμ. Στην Πρώτη Πράξη, ο Μπρεχτ παρουσιάζει το μαγαζί του Τζόναθαν Πίτσαμ, του αφεντικού των ζητιάνων του Λονδίνου, στους οποίους πουλάει προστασία, τους εκμεταλλεύεται και διεκδικεί μερίδιο από τα καθημερινά «κέρδη» τους, ασκώντας κριτική στο καπιταλιστικό σύστημα, προβάλλοντας την εικόνα ότι τα πάντα μπορούν να γίνουν «εμπόριο», ακόμα και η ελεημοσύνη. Ο Πίτσαμ ανακαλύπτει ότι η κόρη του, η Πόλι, που τη θεωρεί ιδιοκτησία του, έχει μπλέξει με τον περιβόητο κακοποιό Μακίθ. Η ίδια η Πόλι εκείνο το βράδυ παντρεύεται τον Μακίθ σε ένα σταύλο και διασκεδάζει μαζί με τη συμμορία του, παριστάνοντας την «Τζένη των Πειρατών». Γυρίζοντας σπίτι, ανακοινώνει στους γονείς της το γάμο της, αλλά και το ότι ο αρχηγός της αστυνομίας Τάγικερ Μπράουν διασκέδασε μαζί τους, καθώς αυτός και ο Μακίθ είναι στενοί φίλοι από το στρατό. Ο γάμος αυτός εξοργίζει τον πατέρα της, ο οποίος πασχίζει να στείλει τον Μακίθ στην κρεμάλα.

Η Πόλι αναφέρει στον Μακίθ τις προσπάθειες του πατέρα της κι αυτός αποφασίζει να φύγει από το Λονδίνο, αφήνοντας διάφορες «δουλειές» στην Πόλι. Πριν φύγει, επισκέπτεται την Τζένι, πρώην αγαπημένη του, χωρίς να ξέρει ότι έχει δεχτεί λεφτά από την κυρία Πίτσαμ για να τον καταδώσει. Παρά τη φιλία του με τον αρχηγό της αστυνομίας Μπράουν, συλλαμβάνεται και οδηγείται στη φυλακή. Εκεί εμφανίζονται η Πόλι μαζί με την Λούσι, την κόρη του Μπράουν, όπου μεσολαβεί μια σκηνή ζήλιας και τσακωμού. Η Λούσι μηχανορραφεί για την απόδραση του Μακίθ, ενώ ο Πίτσαμ απειλεί τον αστυνόμο Μπράουν ότι θα εξαπολύσει όλους τους ζητιάνους του κατά την τελετή στέψης της βασίλισσας, κάτι που θα στοίχιζε τη θέση του. Η Τζένι απαιτεί τα χρήματά της από την κυρία Πίτσαμ, η οποία αρνείται. Ο Μπράουν μαθαίνει ότι οι ζητιάνοι έχουν ήδη λάβει θέσεις και ο μόνος τρόπος να σώσει τον ίδιο και τη θέση του στην αστυνομία είναι να συλλάβει και να εκτελέσει τον Μακίθ. Ο Μακίθ οδηγείται και πάλι στη φυλακή, αλλά αυτή τη φορά κανείς δεν μπορεί να μαζέψει τόσα χρήματα για να εξαγοράσει τους φύλακες. Λίγο πριν την εκτέλεση, γίνεται η μεγάλη ανατροπή. Καταφτάνει απεσταλμένος της βασίλισσας, η οποία δίνει χάρη στον Μακίθ και του χορηγεί αποζημίωση και ένα κάστρο με τίτλο. Σύσσωμος ο θίασος στο φινάλε τραγουδάει μια παράκληση να μην τιμωρούνται τόσο αυστηρά τα αδικήματα.

Αποτελεί μια ιδανικά επίκαιρη επιλογή – σχόλιο στις εποχές που διανύουμε… είναι έργο που απευθύνεται σ’ ένα ευρύτατο κοινό κάθε ηλικίας, ένα έργο λαϊκό και ταυτόχρονα μια μοναδική μουσική κωμωδία… μια σάτιρα στα όσα και σήμερα απλώς επαναλαμβάνονται στο γύρισμα του χρόνου… Παράλληλα, η παράσταση αποτελεί ένα μοναδικό θέαμα, καθώς πρόζα, μουσική, τραγούδι, χορός και φωτισμοί, συνυπάρχουν σε ένα σκηνικό χώρο που παραπέμπει άλλοτε σε καμπαρέ άλλοτε σε τσίρκο και άλλοτε σε μια απέραντη λεωφόρο …

  • Σοφία ΑΔΑΜΙΔΟΥ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 10 Μάη 2009

Αξιέπαινη θεατρική δημιουργία των εργαζομένων στο «Σωτηρία» – Με τον ανατρεπτικό λόγο του Μπρεχτ

Σκηνή από την παράσταση των εργαζομένων στο «Σωτηρία»

  • Γιατροί, νοσοκόμοι, καθαρίστριες, διοικητικό και τεχνικό προσωπικό, μια ομάδα. Άνθρωποι διαφορετικοί, με αγάπη για το θέατρο, ένωσαν τις δυνάμεις τους, βρήκαν κοινό χρόνο, μετά από πολύωρη δουλειά, και έκαναν μια θεατρική ομάδα. Συγκέντρωσαν κείμενα του Μπρεχτ, έραψαν κοστούμια, έφτιαξαν σκηνικά, οργάνωσαν και έστησαν μια παράσταση για όλους. Για τους εργαζόμενους, τους ασθενείς και τους συγγενείς τους. Η θεατρική ομάδα εργαζομένων του νοσοκομείου «Σωτηρία» εξέπληξε με την ιδέα που είχε και με την υλοποίησή της.
  • Στο ασφυκτικά γεμάτο αμφιθέατρο – και στις τρεις μέχρι τώρα παραστάσεις – ήχησε ο διαχρονικός, πάντα επίκαιρος μπρεχτικός λόγος. «Ο βίος του Γαλιλαίου», «Μάνα Κουράγιο», «Μονόλογος της ψαροπώλισσας», «Η εβραία», υπό το γενικό τίτλο «Παίζοντας με τον Μπρεχτ». «Ο πόλεμος που έρχεται δεν είν’ ο πρώτος/ πριν απ’ αυτόν γίνανε κι άλλοι πόλεμοι/. Οταν τελείωσε ο τελευταίος/ υπήρχαν νικητές και νικημένοι/. Στους νικημένους ο φτωχός λαός/ πέθανε απ’ την πείνα. Στους νικητές/ ο φτωχός λαός πέθαινε το ίδιο».
  • Το ερασιτεχνικό θέατρο είναι μια πολύπλοκη διαδικασία, κοινωνική και μορφωτική, που αγγίζει τις αρχέτυπες ανάγκες του ανθρώπου για επικοινωνία, δράση και θέαση του κόσμου. Σε μια εποχή που οι άνθρωποι μονάζουν, σε έναν κόσμο όπου η εμπορευματοποίηση διαμορφώνει ακόμη και την αισθητική, σε έναν κόσμο που δεν μπορεί να δώσει στον αληθινό χώρο της ανθρώπινης δραστηριότητας ένα νόημα, οι εργαζόμενοι στο νοσοκομείο «Σωτηρία» αντιστέκονται, χτίζουν όνειρα, παλεύουν με τα εκφραστικά τους μέσα για να πλησιάσουν – και το επιτυγχάνουν – το νόημα της επικοινωνίας.
  • Πρόκειται για μια αξιέπαινη προσπάθεια ερασιτεχνών του θεάτρου, που καταπιάστηκαν με σπουδαία και απαιτητικά κείμενα. Η σκηνοθεσία της Αντωνίας Τερτίπη (υπεύθυνη και για την επιλογή των κειμένων) επέλεξε τη λιτότητα στο σκηνικό χώρο και στα κοστούμια δίνοντας προτεραιότητα στη δυναμική του λόγου του Μπρεχτ συγκινώντας, εξεγείροντας. Παίζουν: Στέλλα Ζούρα, Γιούλη Νίκου, Δήμητρα Γεννηματά, Θανάσης Παγωνίδης, Βασίλης Γεωργόπουλος, Φωτεινή Σπυροπούλου, Παναγιώτης Πανίδης, Αναστασία Διονά, Βαγγέλης Σαλακούμας, Λευτέρης Μπερσίμης, Μαριάνθη Ρακοπούλου, Θοδωρής Πεπονάς, Αρης Μπαζίνης, Βαγγέλης Σαλακούμας, Αργυρώ Παλιουδάκη, Ανθή Βασιλειάδου, Φωτεινή Γαρουφαλή, Κώστας Γιωτάκης. Στη «Μάνα Κουράγιο» χρησιμοποιήθηκε η μουσική του Θάνου Μικρούτσικου.
  • «Εγώ δε χρειάζομαι ταφόπετρα» – έγραψε ο Μπρεχτ – «αν όμως εσείς χρειάζεστε για μένα, πάνω της θα ήθελα να γράφονταν τούτο: Εκανε προτάσεις. Εμείς τις δεχτήκαμε. Με μια τέτοια γραφή θα είχαμε όλοι τιμηθεί».

Σημειώνουμε ότι η τελευταία παράσταση θα δοθεί αύριο (14/3, 8μμ), στο αμφιθέατρο του νοσοκομείου.

«Παίζοντας με τον Μπρεχτ» στο αμφιθέατρο του νοσοκομείου «Σωτηρία»

Μια αξιέπαινη πρωτοβουλία για γνωριμία με το έργο του Μπ. Μπρεχτ πήρε η Θεατρική Ομάδα Εργαζομένων στο Νοσοκομείο «Σωτηρία». Εκανε μια σύνθεση αποσπασμάτων από έργα του Μπρέχτ και τα παρουσιάζει (σε τέσσερις παραστάσεις) στο αμφιθέατρο του νοσοκομείου. Τα επιλεγμένα αποσπάσματα είναι τέτοια ώστε να παραπέμπουν και σε γεγονότα που έχουν σχέση με την ιστορία του τόπου μας, γενικότερα, αλλά και με το νοσοκομείο «Σωτηρία», ειδικότερα.Οι παραστάσεις, με τίτλο «Παίζοντας με τον Μπρεχτ» αρχίζουν σήμερα και θα συνεχιστούν αύριο, στις 9 και στις 14 Μάρτη (8μμ), στο αμφιθέατρο του «Σωτηρία» (είσοδος ελεύθερη). Την πρωτοβουλία της θεατρικής ομάδας στηρίζουν το Σωματείο Εργαζομένων «Σωτηρίας» και η Ενωση Ιατρών Νοσοκομείων Αθηνών Πειραιώς

Η «Σχεδία» σαλπάρει

Υστερα από επτά χρόνια μόνιμης διαμονής, ο Θεατρικός Ομιλος «Σχεδία» αποχαιρετά το ομώνυμο θέατρο επί της οδού Βουτάδων 34, στο Γκάζι. Οι παραστάσεις του έργου του Μπέρτολτ Μπρεχτ «Αρτούρο Ούι» θα συνεχιστούν μέχρι τις 19 Ιανουαρίου με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.

Ενα εξαιρετικά επίκαιρο έργο του Μπρεχτ σκηνοθετεί ο Βασίλης Κανελλόπουλος, αφού τα σκάνδαλα με τις μίζες, τους εκβιασμούς και τα παιχνίδια εξουσίας είναι παντός καιρού και τόπου.

Στον «Αρτούρο Ούι» το θέμα ξεσκεπάζει η κρυφή κάμερα ενός τηλεοπτικού σταθμού.

Η υπόθεση εξελίσσεται στο Σικάγο του μεσοπολέμου, την εποχή της οικονομικής κρίσης. Οι θεσμοί στην πόλη έχουν καταρρεύσει. Οι μεγαλέμποροι του τραστ κουνουπιδιού εξαγοράζουν μια ναυαγισμένη ναυτιλιακή εταιρεία και προσφέρουν την πλειοψηφία των μετοχών της στο δήμαρχο Ντόξμπορο, εξασφαλίζοντας την υπογραφή του ως εγγύηση για δάνειο κατασκευής αποβάθρας στο λιμάνι. Τα έργα δεν κατασκευάζονται ποτέ και το χρήμα, ζεστό ακόμη, γίνεται βίλα του δημάρχου…

Το σκάνδαλο αποκαλύπτεται και διατάσσεται έρευνα για τη διασπάθιση του δημοσίου χρήματος. Σ’ αυτό το σημείο θα κάνει την εμφάνισή του ο γκάνγκστερ Αρτούρο Ούι και χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα θα καταφέρει να αποκτήσει την εξουσία.

Οι θεατές της παράστασης παρακολουθούν όλο το παρασκήνιο του σκανδάλου να ξετυλίγεται μέσα σ’ ένα τηλεοπτικό στούντιο. Ο σκηνοθέτης εμπλέκει στο έργο την τηλεόραση ως ρυθμιστικό παράγοντα στη λειτουργία της σύγχρονης δημοκρατίας, θέτοντας επίκαιρα ερωτήματα γύρω από θεσμούς, συμφέροντα, δυνατότητα παρέμβασης πολιτών στη λήψη αποφάσεων.

Οπως και σε άλλες του δουλειές έτσι και τώρα ο Βασίλης Κανελλόπουλος επεξεργάστηκε την εικόνα, τον ήχο, τους φωτισμούς. Με τη χρήση βίντεο, την ζωντανή βιντεοσκόπηση, ντουντούκες, ήχους παραμορφωμένους, συγχρονισμένη κίνηση και μετωπικά παιξίματα από τους ηθοποιούς, οδηγεί το σόου των διαφθορέων εκεί που τους αξίζει: σε μια ακραία παράσταση. Συντεταγμένοι στη σκηνοθετική άποψη, χωρίς στιγμή χαλάρωσης, η Ελένη Μακρή (Ούι), Ντίνος Ποντικόπουλος (Ρόμα), Χάικ Κασαρτζιάν (Ντόξμπορο), Κώστας Γεραντώνης (Ντάλφιτ-ηθοποιός), Ανδρονίκη Αβδελιώτη (Ντοκ Νταίζη), Κωνσταντίνα Μάρα (εικονολήπτης), Τζίνα Αποστολοπούλου (παρουσιάστρια) και Μαρίνα Νατιώτη.

Ε. Μ., ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 – 11/01/2009