Category Archives: Μπερμπέροβα Νίνα

Ξένο ρεπερτόριο και πειραματισμός

  • «Η κληρονομιά», με το «Νέο Λόγο»
«Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κινήματος»

Στεγασμένος στο δικό του «Studio Μαυρομιχάλη», ο θίασος «Νέος Λόγος», θέλησε να «δοκιμαστεί» με ένα κλασικό έργο, την «Κληρονομιά» (1736) του μεγάλου πεζογράφου, κωμωδιογράφου, δοκιμιογράφου του 18ου αιώνα Πιερ Καρλέ ντε Σαμπλέν Μαριβώ, με στήριγμα τη μετάφραση του γνώστη του θεάτρου του Μαριβώ, Ανδρέα Στάικου. Ο Μαριβώ, «απόγονος» της λαϊκής κομέντια ντελ άρτε και της αστικοποιημένης μολιερικής κωμωδίας, δημιουργός ενός απόλυτα προσωπικού, ιδιότυπου γλωσσικού και δραματουργικού στιλ, αποκαλούμενου «μαριβωντάζ», ζώντας στο μεταίχμιο δύο εποχών -στο λυκόφως της φεουδαρχίας και της χρεοκοπημένης αριστοκρατίας (από αυτήν καταγόταν) και στο λυκαυγές της αστικής τάξης, επηρεασμένος από το Διαφωτισμό, υπήρξε για την εποχή του ένα προδρομικό ανάλογο της τολμηρά και καυστικά αποκαλυπτικής κοινωνικής κριτικής που διέκρινε την μπαλζακική πεζογραφική «Ανθρώπινη Κωμωδία». Η υπογράφουσα θεωρεί ότι η δραματουργία του πολυγραφότατου Μαριβώ αποτελεί μια – εξαιρετικής κοινωνικής κριτικής – θεατρική «Ανθρώπινη Κωμωδία» του γαλλικού 18ου αιώνα. Στην «Κληρονομιά», πλέκοντας ένα ερωτικό «γαϊτανάκι» τριών ζευγαριών (δύο ζεύγη αριστοκρατών και ένα υπηρετών), ο Μαριβώ αποκαλύπτει τα – ανταγωνιστικών συμφεροντολογικών – οικονομικών κινήτρων – ερωτικά «παίγνια» των αριστοκρατών, με «όργανα» τους υπηρέτες τους. Χωρίς σκηνικό, με σύγχρονα κοστούμια και μερικά κοστούμια εποχής σε ένα μπαούλο (Γιώργος Λυντζέρης), με σύγχρονα γαλλικά ερωτικά τραγούδια (επιμέλεια Ιάκωβου Δρόσου), με εκφραστική κινησιολογία (Στέλλα Κρούσκα), με ατμοσφαιρικούς φωτισμούς (Παναγιώτης Μανούσης), η λιτή σκηνοθεσία του Φώτη Μακρή, με σεβασμό στο έργο, το έφερε στο κοινωνικό μας σήμερα, με παιγνιώδη αίσθηση του χιούμορ. Χιούμορ που αναδύεται, ιδιαιτέρως από τις ερμηνείες του ίδιου και της Στέλλας Κρούσκα. Γόνιμοι ερμηνευτικά είναι και οι: Μαρία Μαλταμέ, Αλέξανδρος Αλπίδης, Μαρία Κορδώνη, Δημήτρης Πλειώνης.

  • «Η συνοδός» με την «Πάνδημο Ηώ»
«Η συνοδός»

Στο «Βαφείο», ο θίασος «Πάνδημος Ηώς» της Δήμητρας Χατούπη, ανέβασε τη διασκευασμένη (Ραζιβάν Μαζλού), μεταφρασμένη και σκηνοθετημένη από τον Δαμιανό Κωνσταντινίδη, νουβέλα της Ρωσίδας πεζογράφου Νίνα Μπερμπέροβα «Η συνοδός». Η ελάσσων, ως συγγραφέας, μεγαλοαστικής καταγωγής, γεννημένη το 1901 στην Πετρούπολη, εμιγκρέ στην Ευρώπη στη δεκαετία του 1950 και τελικά στις ΗΠΑ, Νίνα Μπερμπέροβα, με την εν πολλοίς αυτοβιογραφική «Συνοδό» ψυχογράφησε δύο διαμετρικά αντίθετα πλάσματα. Τα αισθήματα της καταξίωσης και απαξίωσης του ατόμου, της ευτυχίας και της δυστυχίας, της ευζωίας και της κακουχίας, της καλοσύνης και της κακότητας, της φιλίας και της ζηλοφθονίας, της ευγνωμοσύνης και της αχαριστίας. Κεντρικά πρόσωπα της νουβέλας που διαδραματίζεται, στα μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση χρόνια του εμφυλίου, είναι μια νέα, όμορφη μεγαλοαστή, ευημερούσα με τον μεσήλικα μεγαλέμπορο άντρα της, κρυφά ερωτευμένη με έναν άλλο νέο και όμορφο άντρα και φημισμένη λυρική τραγουδίστρια και μια 18χρονη, φτωχή, δύστυχη, νόθα, πεινασμένη, άσχημη, ανέραστη, ταξικά ασυνειδητοποίητη, ιδεολογικά ανίδεη και ψυχολογικά έρμαιο των εχθρών της Οχτωβριανής Επανάστασης και μέτρια πιανίστρια, που συνοδεύει στο πιάνο τις πρόβες και τα ρεσιτάλ της αοιδού. Η καθ’ όλα μειονεκτούσα «συνοδός», καταδικασμένη στην ανωνυμία, βασανισμένη από τη ζήλια και τον πόθο του κακού, βυθίζεται ολότελα στο – μορφωτικά και κοινωνικά αστοιχείωτο, οργισμένο με όλους και με όλα – υπαρξιακό της «τίποτα», όταν η τραγουδίστρια φυγαδεύεται, χηρεύει, παντρεύεται τον αγαπημένο της και διαπρέπει στο εξωτερικό. Αυτή είναι όλη κι όλη η μυθοπλαστική ουσία της νουβέλας, από την οποία ο διασκευαστής της και ο σκηνοθέτης της παράστασης προσπάθησαν, ματαίως, να βγάλουν αντισοβιετικό ξίγκι… Η διασκευή, ελάχιστα θεατρική (υπερτερεί η αφήγηση, μέσω της «συνοδού, ενώ μειονεκτούν οι διάλογοι), ουσιαστικά υπηρετεί μια υπερπρωταγωνιστική φιλοδοξία. Της ηθοποιού που θα παίξει το ρόλο της «συνοδού», αφού ο ρόλος της τραγουδίστριας κατάντησε σκιώδης και όλα τα άλλα πρόσωπα απλώς «φόντο». Η σκηνοθεσία πέτυχε να παράξει δραστικές θεατρικές εικόνες με τα δραματουργικά σκιώδη πρόσωπα, χάρη και στην αποτελεσματική συμβολή των Απόστολου Αποστολίδη (σκηνικό, κοστούμια), Χρυσηίδας Λιατζιβίρη (κινησιολογία), Μαρίνας Χρονοπούλου (μουσική), Φώτη Καράμπα – Βασίλη Σιάφακα (επιμέλεια ήχου), Ελίζας Αλεξανδροπούλου (φωτισμοί), αλλά και χάρη στην τεχνικά πολύ ασκημένη, υπερεκφραστική, μεγάλης μεταμορφωτικής ικανότητας και με πνευματικότητα υποκριτική της Δήμητρας Χατούπη («Συνοδός») και της Ελενας Χατζηαυξέντη που με την έξοχη σοπράνο φωνή της, την αισθαντικότητα και τη λιτότητα της ερμηνείας της «μεγέθυνε» το ρόλο της τραγουδίστριας. Αξιοσημείωτοι ερμηνευτικά είναι και οι Αλκης Ζούπας, Γιώργος Καπινάρης, Αντα Σπανού, Ηλίας Παρασκευόπουλος, Γιάννης Μουγιάκος και η πιανιστική παρουσία της Μαρίνας Χρονοπούλου.

«Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κινήματος» με τον «Υποβολέα»

Στο «Θέατρο της Ανοιξης» φιλοξενείται το τόλμημα του νεοσύστατου θιάσου «Υποβολέας», να θεατροποιήσει το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» του Μαρξ, με τίτλο «Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κινήματος», σε μετάφραση, δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία Ελενας Πατρικίου. Παράδοξο και άκρως ριψοκίνδυνο εγχείρημα. Το ακούς και κουμπώνεσαι …στους καιρούς που ζούμε. Αναρωτιέσαι (όπως και η υπογράφουσα): ποιες οι προθέσεις του; Γιατί επέλεξε ένα μη θεατρικό κείμενο, γραμμένο από τον Μαρξ πριν από 160 χρόνια, και μάλιστα ένα τόσο καραμπινάτα …κομμουνιστικό κείμενο; Μια εξήγηση είναι ότι εσχάτως έγιναν «μόδα» τα μαρξικά κείμενα. Τα διαβάζουν και αντίπαλοι του μαρξισμού (αυτοί, βέβαια, ανέκαθεν τα μελετούσαν). Σύμφωνα με ξένα δημοσιεύματα ένας «πρωτοποριακός», όπως χαρακτηρίζεται, γερμανικός θίασος ενέβασε μια παράσταση με το «Κεφάλαιο» του Μαρξ. Η μαρξική σκέψη συγκίνησε, συγκινεί, θα συγκινεί την ψυχή και θα διεγείρει εσαεί την απανταχού εργατική τάξη ενάντια στους καταπιεστές και εκμεταλλευτές της και κάθε αγνό άνθρωπο. Και το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» αποτέλεσε, αποτελεί και θα αποτελεί το βασικό κείμενο αναφοράς, «ευαγγέλιο» για την οργανωμένη, επαναστατική πάλη της εργατικής τάξης ενάντια σε κάθε μορφής εκμεταλλευτή και την κατάκτηση της εξουσίας. Εχοντας αυτήν την πεποίθηση η Ελενα Πατρικίου, διατηρώντας τη συγκίνηση που ένιωσε διαβάζοντας στα νεανικά της χρόνια το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», με απόλυτο σεβασμό, χρησιμοποιώντας ατόφια τα δύο πρώτα κεφάλαια του έργου (παρέλειψε το αρκούντως φιλολογικό τρίτο μέρος), χωρίς ίχνος διασκευαστικής παρέμβασης αλλοίωση του μαρξικού λόγου, πιστεύοντας ότι αυτός διαθέτει αναπαραστατική εμβέλεια αλλά και ποιητικότητα (ασφαλώς ο μεγαλοφυής οραματιστής Μαρξ υπήρξε και ο «ποιητής» της κομμουνιστικής θεωρίας για την οικοδόμηση της κοινωνίας του Ανθρώπου), μέσα από σύνθεση στοιχείων του Μπρεχτ, του Πισκάτορ, του πολιτικού θεάτρου καμπαρέ, της μιμικής και του χοροθεάτρου αναπαρέστησε όσα λέει ο Μαρξ. «Εικονοποίησε» τα λόγια του για τη φεουδαρχική κοινωνία, για την προοδευτική στις απαρχές της αστική τάξη, την καπιταλιστική συσσώρευση του κεφαλαίου με τη βιομηχανοποίηση, τη μηχανοποιημένη εντατικοποίηση της εργασίας της εργατικής τάξης. Την απάνθρωπη εκμετάλλευσή της και την αρπαγή της υπεραξίας που η εργατική τάξη παράγει και τη μόνη διέξοδο απελευθέρωσης της εργατικής τάξης. Τους «εκμαυλιστές» της. Την οργανωμένη συνδικαλιστική, αλλά και επαναστατική κομματική πάλη της για την ανατροπή του καπιταλισμού. Συνεργάτες αυτού του καλοπροαίρετου, αλλά με αρκετές θεατρικού τύπου αδυναμίες (των καλλιτεχνικών συντελεστών και των ερμηνευτών) εγχειρήματος είναι οι Κάκια Σακελλαρίου (σκηνικό, κοστούμια), Γιώργος Κομπογιάννης (μελοποίηση και ζωντανή εκτέλεση στο πιάνο αποσπασμάτων του κειμένου), Πατρίσια Λάζου (χορογραφία), Θόδωρος Μαργκάς (φωτισμοί) και οι ηθοποιοί Χαρά Γαλενιανού, Ασαβντούρ Γουντικιάν, Μυρτώ Καμηλάκη, Γιάννης Κουφαλέξης, Πατρίσια Λάζου, Λεωνίδας Παπαβασιλάκης, Βιβή Πηνιώτη, Τάσος Σωτηράκης.

ΘΥΜΕΛΗ, Ριζοσπάστης, Τετάρτη 3 Δεκέμβρη 2008
Advertisements

Τρεις παραστάσεις «μπερδεμένου» περιθωρίου

«Σοσιαλιστικό» Βερολίνο, Οκτωβριανή Επανάσταση, αγγλική πρωτοπορία

Κριτική Σπύρος Παγιατάκης, Η Καθημερινή, Kυριακή, 23 Nοεμβρίου 2008

  • Δημήτρης Γκενεράλης, Bερολίνο 1989. Ιστορίες Μιας Πόλης, σκην.: Αρ. Τρουπάκης. Θέατρο: Απλό
  • Νίνα Μπερμπέροβα, Η συνοδός, σκην.: Δ. Κωνσταντινίδης. Θέατρο: Βαφείο
  • Μάρτιν Κριμπ, Ολο και λιγότερες καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης, σκην.: Φ. Μακρής. Θέατρο: Studio Μαυρομιχάλη

Το Βερολίνο μετά την πτώση του τείχους αλλά πριν αποχωρήσει οριστικά η κυβέρνηση της Ανατολικής Γερμανίας και επανενωθεί το πλέον ισχυρό κράτος της Δυτικής Ευρώπης.

«Βερολίνο 1989». Μια πόλη «μάλλον μπερδεμένη» αναφέρει το πρόγραμμα που προλογίζει το επταπρόσωπο έργο του Δημήτρη Γκενεράλη που φέρει τον υπότιτλο «Ιστορίες μιας Πόλης». Καμιά σχέση με τον Αμερικανό Ισεργουντ ή τον Ντέμπριν – και οι δυο τους περιγραφικοί και αφηγηματικοί. Με εξίσου μπερδεμένη διάθεση –και σ’ ένα μετα-εξπρεσιονιστικό ημίφως– σκηνοθέτησε το έργο ο Αρης Τρουπάκης. Το σκηνικό περιβάλλον έδειχνε να είναι κάτι σαν ανακριτικός χώρος της διαβόητης ΣΤΑΖΙ. Ενας ανακριτής κι ένας ανακρινόμενος, οι οποίοι αλλάζουν συνεχώς ρόλους. Μέσα σε μια γκριζαρισμένη υποφωτισμένη ατμόσφαιρα που θύμιζε έντονα την ταινία του Φριτς Λανγκ «Δρ Μαμπούζε» (του 1920) ο κυνηγός και ο κυνηγημένος αδυνατούν να διατηρήσουν την όποια σιγουριά ή ανασφάλειά τους. Το καθεστώς βρίσκεται υπό κατάρρευση και οι πάντες τρικλίζουν βλέποντας ένα μέλλον με ερωτήματα. Μία κατάσταση η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί θεατρικο-ψυχολογικά ενδιαφέρουσα εάν κι εφόσον ήταν πιο διευκρινιστική.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το μπέρδεμα παραμένει θολό. Κι όμως, μετά τα τόσα χρόνια που πέρασαν από το γκρέμισμα του «τείχους του αίσχους» πολλά είναι αυτά που σηκώνουν μια ψυχραιμότερη αντιμετώπιση. Και πρώτα-πρώτα το ίδιο το τείχος. Και το «αίσχος». Αν δεν το είχαν χτίσει η Ανατολική Γερμανία θα έπρεπε να το έκλεινε το μαγαζί της.

Ηταν η εποχή που η Δυτική Γερμανία ευνοούσε τη μαύρη αγορά του ανατολικογερμανικού μάρκου που το άλλαζες τέσσερα προς ένα. Στόχος ήταν να προκληθεί μια αναπόφευκτη κατάρρευση της ανατολικής οικονομίας. Τότε χιλιάδες ήταν αυτοί που δούλευαν στο Δυτικό Βερολίνο, τετραπλασίαζαν τα έσοδά τους και ζούσαν βασιλικά στο «σοσιαλιστικό» Ανατολικό δίχως να προσφέρουν οτιδήποτε. Ποια χώρα θα ανεχόταν κάτι τέτοιο δίχως τείχος; Τέλος πάντων. Ενα μικρό μόνο παράδειγμα για το πώς μπορεί να σου βγει το όνομα, ακόμα κι όταν τυγχάνεις «τείχος», ντουβάρι. Πάρα πολλά είναι αυτά που θα μπορούσε να διηγηθεί το Βερολίνο του τότε. Σπούδασα κι έζησα εκεί για μία δεκαετία, κι είχα τα μάτια μου ανοιχτά. Ομως, από το «Βερολίνο 1989» του Δημήτρη Γκενεράλη δεν κατάλαβα πολλά πράγματα. Μάλλον μπερδεύτηκα κι εγώ με την εσωστρεφή του διήγηση κι ένιωσα συμπόνια για μερικούς αξιοπρεπέστατους ηθοποιούς, όπως του Αργύρη Θανασούλα, Ιωάννη Λάσπια, Στέλιο Πάρρη και Δάφνη Μανούσου, οι οποίοι είχαν –οι δύστυχοι– να υποστηρίξουν θολές και ανεξήγητες καταστάσεις. Το πρόγραμμα της παράστασης με τις φωτογραφίες του Λένιν και με τα κείμενα της Οκτωβριανής Επανάστασης σε μπερδεύει κι αυτό.

Σκιά της «πρωταγωνίστριας»

Το μόνο κοινό που έχει «Η συνοδός» με εκείνη την ταραγμένη επαναστατική εποχή είναι πως η συγγραφέας Νίνα Μπερμπέροβα γεννήθηκε το 1901 στην Πετρούπολη και μάλιστα από αστική οικογένεια. Εφυγε όμως σε νεαρή ηλικία και δημιούργησε στη Δύση.

Γραμμένη το 1934 «Η συνοδός» είναι μία νουβέλα όπου εξιστορείται η ιστορία της Σόνιας, μιας accompagnatrice, δηλαδή μιας απ’ αυτές τις μέτριες πιανίστες που συνοδεύουν –μέχρι και σήμερα– τραγουδίστριες και χορεύτριες στο σολίστικο πρόγραμμά τους. Η μέτριας εμφάνισης δασκάλα του πιάνου Σόνια συνοδεύει τη Μαρία, μια απαστράπτουσα κλασική τραγουδίστρια στις τουρνέ της. Κι έτσι όπως βρίσκεται πάντα στη σκιά της «πρωταγωνίστριας» δεν αργούν να δημιουργηθούν σχέσεις περισσότερο ζήλειας παρά θαυμασμού, μάλλον μίσους παρά αγάπης. Και βέβαια υπάρχουν κι έντονες κάποιες υποψίες κάποιου ανολοκλήρωτου ομο-ερωτισμού. Αυτή η τραμπάλα που γέρνει επικίνδυνα από τη μια μεριά είναι ένα πρώτης τάξεως υλικό για τη Νίνα Μπερμπέροβα, η οποία το επεξεργάζεται αριστοτεχνικά στο αφηγηματικό κείμενό της, όπου φανερώνει και ταυτόχρονα κρύβει ενδόμυχες εγληματικές σκέψεις. Στη θεατρική του παρουσίαση (διασκευή Ράζβαν Μαζίλου και μετάφραση Δαμιανού Κωνσταντινίδη, ο οποίος και σκηνοθέτησε την παράσταση) η ισχυρή προσωπικότητα της –υποταγμένης στο κείμενο– Δήμητρας Χατούπη επεσκίασε εκείνη τη φιγούρα, η οποία κανονικά θα έπρεπε να λάμπει επάνω στη σκηνή. Δηλαδή την primadonna assolutta, παιγμένη εδώ από την Ελενα Χατζηαυξεντή, μία ηθοποιό η οποία διαθέτει και μία καλογυμνασμένη οπερετική φωνή. Ομως, πώς να το κάνουμε. Το «δεύτερο βιολί» στο έργο δεν θα έπρεπε να διαθέτει έναν τόσο εντυπωσιακά καλύτερο ήχο στην παράσταση.

Κανονικά έπρεπε να δίνει την εικόνα του θαμπού και του άτεχνου. Και η Δήμητρα Χατούπη έλαμπε από την αρχή μέχρι το τέλος. Το πιθανότερο ήταν ότι ο σκηνοθέτης δεν κατόρθωσε να παρουσιάσει τη Χατούπη σαν υποταγμένη και –τελικά– αποτυχημένη στη ζωή της, όπως είναι η Σόνια στο έργο. Εκτός πλέον και αν η όλη υπόθεση «…θα μπορούσε εντέλει να εκληφθεί… σχεδόν προφητική, της ιστορίας της ίδιας της ρωσικής Επανάστασης και της απώτερης κατάληξής της», όπως αναφέρει ο σκηνοθέτης στο πρόγραμμα σ’ ένα ελάχιστα κατατοπιστικό σημείωμά του. Προσωπικά τουλάχιστον δεν κατόρθωσα ν’ αντιληφθώ τα των προφητειών – της Οκτωβριανής Επανάστασης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ομως έστω και «λάθος», ακόμα και στις υπερβολές της η Δήμητρα Χατούπη είναι μια ηθοποιός που ο θεατής αξίζει να «χαζέψει» στις κοντινές αποστάσεις ενός μικρού θεάτρου.

Χαμογελαστή παράσταση

Αν σας αρέσει η λεγόμενη πρωτοπορία στο θέατρο κι αν τύχει να βρεθείτε στο Λονδίνο και θελήσετε να πάτε με –σχεδόν– κλειστά μάτια να δείτε «πρώτοι» κάτι που θα παιχθεί προσεχώς και στις μικρές avant garde σκηνές της Αθήνας, ε τότε πηγαίνετε στο Royal Court Theatre, στην Πλατεία Sloane. Από εκεί «ψωνίζουν» τους νεωτερισμούς τους και οι νεο- Ελληνες θεατράνθρωποι. Σάρα Καίην, Μαρκ Ρέηβενχιλλ, Νταίηβιντ Χέηρ, Απριλ Ντε Αντζελις κι άλλοι 40άρηδες με 50άρηδες Αγγλοι και Ιρλανδοί συγγραφείς έχουν πρωτοπαρουσιασθεί εκεί. Ανάμεσά τους και ο Μάρτιν Κριμπ (Crimp) του οποίου το «Ολο και λιγότερες καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης» παίζεται τώρα κι εδώ σ’ εμάς. Επισημασμένος για την «ανυπόφορη» γλώσσα του και για τη συναισθηματική του αποστασιοποίηση –σπάνια οι χαρακτήρες του μαρτυρούν σημάδια αγάπης ή αγαλλίασης– ο 52χρονος Αγγλος συγγραφέας ανήκει στην μετα-πιντερική «μαύρη γεννιά».

Στο «Ολο και λιγότερες Καταστάσεις Εκτάκτου Ανάγκης» –προβληματικό κείμενο μεταφρασμένο από τη Χριστίνα Μπάμπου-Παγουρέλη, μπράβο της!– αφηγητές και ήρωες (τα πρόσωπα είναι 3 ή τέσσερα) μπερδεύονται αναμεταξύ τους αλλάζοντας τους ρόλους, μιλώντας πολλές φορές ο ένας πάνω στον άλλον και συναλλασσόμενοι όσο γίνεται με τους θεατές. Το ανακάτωμα που δημιουργείται είναι τελικά πρόσχαρο. Στην αγγλική παράσταση δεν υπήρχε βέβαια τίποτα το πρόσχαρο. Ομως προτιμώ την ελληνική χαρμόσυνη εκδοχή, η οποία σίγουρα οφείλεται και στους «έξω καρδιά» ηθοποιούς Θανάση Βλαβιανό, Μαρία Κορδώνη, Στέλλα Κρούσκα και Φώτη Μακρή. Ο τελευταίος υπογράφει και τη σκηνοθεσία, η οποία δείχνει να στέκεται σεμνά απόμακρα αφήνοντας άνετο περιθώριο στον κάθε ηθοποιό για αυτοσχεδιασμούς. Μία χαμογελαστή παράσταση όπου λείπει το συνοφρυωμένο και απαισιόδοξο ύφος που κουβαλά ένας συγγραφέας ο οποίος παρά τα λίγα του χρόνια μόνο νέος δεν δείχνει. Κάπως σαν τη συμπατριώτισσά του, τη γνωστή και για την αυτοχειρία της Σάρα Καίην.