Category Archives: Μπαζάκα Θέμις

Θέμις Μπαζάκα: «Σήμερα τους αισιόδοξους τους λένε γραφικούς»

Ανησυχεί για τη νεότερη γενιά, σχολιάζει το «μαζί τα φάγαμε» και ελπίζει ότι αυτή η παράσταση θα ταρακουνήσει πολλά μυαλά

Θέμις Μπαζάκα: «Σήμερα τους αισιόδοξους  τους λένε γραφικούς»

H Θέμις Μπαζάκα στις πρόβες του έργου «Μητέρα του σκύλου»

  • της Μυρτώς Λοβέρδου, ΤΟ ΒΗΜΑ: Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Το βιβλίο βρισκόταν για καιρό στη βιβλιοθήκη της. Απλωσε το χέρι στο ράφι και το διάβασε. Σήμερα η Θέμις Μπαζάκα ετοιμάζεται να ερμηνεύσει τη Ραραού στη «Μητέρα του σκύλου» του Παύλου Μάτεσι, σε θεατρική διασκευή του ίδιου του συγγραφέα και σε σκηνοθεσία του Νικίτα Μιλιβόγεβιτς. «Πρόκειται για ένα βιβλίο που διασχίζει την ιστορία της νεότερης Ελλάδας, γεμάτο εικόνες. Είναι κρίμα που κανένας έλληνας κινηματογραφιστής δεν το μετέφερε στη μεγάλη οθόνη» λέει η ηθοποιός, η οποία έχει μια ιδιαίτερη- και μακροχρόνια σχέση με το σινεμά. «Η επιλογή της Νέας Σκηνής είναι ενδεικτική του στίγματος της δουλειάς μας. Είναι μια πιο ήρεμη εκδοχή, πιο αφαιρετική, πιο μίνιμαλ, χωρίς σκηνικά. O Μιλιβόγεβιτς αγαπάει το έργο, το πιστεύει και επιλέγει κομμάτια που τον ενδιαφέρουν».


Το πρώτο μέρος της παράστασης είναι αφηγηματικό. Αργότερα έρχονται οι σκηνές της δράσης και των σχέσεων ώσπου η Ραραού να μείνει μόνη. Εργο συναισθημάτων, αισθημάτων και θέσεων, Η μητέρα του σκύλου έρχεται να μας θυμίσει ότι δεν έχουν αλλάξει και πολλά.

«Η δική μου Ραραού βγαίνει μέσα από τη ματιά του σκηνοθέτη, που δεν έχει αγγίξει καθόλου το σημείο της τρέλας της ούτε έχει πατήσει στις φαντασιώσεις της. Περισσότερο βγαίνουν η μοναχικότητά της, η μοναξιά της, ο αγώνας για επιβίωση και η αθωότητά της, μια αθωότητα που αγγίζει την αφέλεια με τέτοιον τρόπο ώστε να μπορεί να λέει τις μεγαλύτερες αλήθειες». «Αυτό όμως που με συγκινεί πιο πολύ απ΄ όλα» προσθέτει η ηθοποιός «είναι ότι όσα λέει,ακόμη και τα πιο αρνητικά, τα λέει με θετικό τρόπο. “Εμένα η ζητιανιά δεν με τα πείνωνε γιατί δεν την ενέκρινα”λέει στον εαυτό της και νιώθει καλύτερα».

Η Θέμις Μπαζάκα πιστεύει ότι το έργο είναι «μεγαλειώδες» επειδή αποτυπώνει μια μεγάλη αλήθεια: «Τίποτα δεν θυμόμαστε, τίποτα δεν έχουμε μάθει. Βλέποντας αυτή την παράσταση, αν μπορέσουμε να κερδίσουμε κάτι, αυτό είναι ίσως ένα ταρακούνημα του μυαλού μας». Θέλουμε όμως πραγματικά να ταρακουνηθούμε; «Κοίτα, ο άνθρωπος έχει τον νου. Και αν ξυπνήσει ο νους, μπορεί να δει τα πράγματα λίγο διαφορετικά. Δεν πιστεύω σε τίποτε άλλο. Γιατί ο άνθρωπος, όπως λέει και η Ραραού, είναι θηρίο ανελέητο, όλα τα λησμονάει. Αυτό δεν είναι λίγο η τέχνη; Εστω για ένα λεπτό κάποιος κάτι να σκεφτεί… Ο άνθρωπος θέλει να σκέφτεται όλο και λιγότερο και να προσπερνά. Τι να προσπερνά όμως; Την ίδια τη ζωή… Είναι τρομερό αυτό το πράγμα. Ο άνθρωπος δεν βλέπει τη μέρα του αυτόνομα. Το παρατηρώ αυτό κυρίως στα νέα παιδιά. Είναι απελπισμένα.Βλέπουν μπροστά τους αδιέξοδα. Δεν ξέρω πια πού είναι η ελπίδα, πού είναι η αισιοδοξία. Είναι τόσο λίγοι οι αισιόδοξοι. Και είναι πλέον γραφικοί» λέει. Ανησυχεί κυρίως για τη νεότερη γενιά: «Είναι τόσο αμόρφωτα και απαίδευτα σήμερα τα παιδιά. Παράλληλα νιώθεις ότι δεν προβληματίστηκαν ποτέ για κάτι σημαντικό».

Η ίδια δείχνει να έχει επιλέξει μια πιο ανατολίτικη στάση ζωής: να μη βλέπεις τη ζωή σε βάθος, γιατί φρικάρεις, αλλά σιγά σιγά, σε φάσεις, σε φέτες… «Να βλέπεις τη μέρα σου. Οχι όμως με την έννοια του να βλέπεις μόνο τον εαυτό σου. Γιατί αυτό είναι το πρόβλημα του Ελληνα σήμερα: ο εαυτούλης του. Αυτό το “μαζί τα φάγαμε” ο Θόδωρος Πάγκαλος το είπε άκομψα, το είπε άγαρμπα, δεν του επιτρεπόταν να το πει. Αλλά αν μπορέσεις να δεις τη φράση αυτή από απόσταση, καταλαβαίνεις ότι κι ο καθένας μας στον δικό του μικρόκοσμο έκανε την κουτσουκιά του». «Αλλά» τονίζει «στο χοντρό παιχνίδι δεν φταίξαμε. Και επειδή το χοντρό παιχνίδι δεν το πληρώνει κανείς, γι΄ αυτό και ο άλλος αρνείται να συμμετάσχει. Δεν μπορεί να υπάρχει τόση ατιμωρησία. Πώς να πιστέψεις μετά στη Δικαιοσύνη; Ετσιχάνεις τον μπούσουλα, δεν ξέρεις σε ποια αξία να πιστέψεις. Και αυτό σε κάνει πιο ατομιστή, πιο βίαιο, πιο αρνητικό- σε απομονώνει».

Κάτοικος του κέντρου, η Θέμις Μπαζάκα δουλεύοντας στο Εθνικό βιώνει καθημερινά τη βιαιότητα της πόλης. Ωστόσο, «μπορεί να ακουστεί παράλογο, αλλά δέκα ώρες μέσα στο θέατροτο μυαλό μου απασχολείται με άλλα, μεγάλα πράγματα και έτσι ξεφεύγω. Αυτό είναι μεγάλη ευτυχία. Μετά έρχεται η πραγματικότητα, αλλά στο Εθνικό συγκεκριμένα είμαστε ένας μικρόκοσμος σε οργασμό δημιουργικότητας, ζούμε μια ψευδαίσθηση. Μπαίνεις το πρωί και βγαίνεις το βράδυ. Εχεις ζήσει δέκα ζωές αλλά όχι αυτήν εκεί έξω».

Επιστρέφοντας στα λόγια της ηρωίδας της, που αναρωτιέται «τι είναι πατρίδα», η ηθοποιός σημειώνει ότι η Ραραού μέσα από την αφέλειά της οδηγείται σε σουρεαλιστικά (ή μη) συμπεράσματα, όπως η ρήση «εμένα μ΄ αρέσει η βασίλισσα και η μαντάμ Ρίτα, η πουτάνα. Γιατί αυτές τις δύο, όταν τις είδα, ανατρίχιασα». Και η Θέμις Μπαζάκα καταλήγει: «Μακάρι η παράσταση να αφήσει την αίσθηση του μάταιου με μια γλυκόπικρη διαπίστωση της ζωής».

«Η μητέρα του σκύλου» του Παύλου Μάτεσι, σε διασκευή του συγγραφέα, ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Νικίτα Μιλιβόγεβιτς στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος».

Advertisements

Δύο παράξενοι κόσμοι στη σκηνή

  • Μια «γοητευτικά εφιαλτική ιστορία» ανεβαίνει στο «Χώρα» με τις Μπαζάκα και Αννέζα Παπαδοπούλου, ενώ στο Τέχνης της Φρυνίχου ο Αλέξης Αλάτσης σκηνοθετεί τη «Δίψα» της Σάρα Κέιν

Φέτος η χρονιά έφερε στη Θέμιδα Μπαζάκα ενδιαφέροντες ρόλους του σύγχρονου ρεπερτορίου. Μετά τη χειμερινή εξαιρετική παρουσία της στο «Φύλλα από γυαλί», πρωταγωνιστεί σε ένα ακόμη έργο που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, το «The new electric ballroom» του Εντα Γουόλς που κάνει πρεμιέρα μεθαύριο στο θέατρο «Χώρα» (Μικρή Σκηνή), σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά.

Από τη φωτογράφηση για το «New electric ballroom» που ανεβάζει το  Χώρα

Από τη φωτογράφηση για το «New electric ballroom» που ανεβάζει το Χώρα

Την ίδια μέρα στο «Θέατρο Τέχνης» της οδού Φρυνίχου, ο Αλέξης Αλάτσης μεταφράζει και σκηνοθετεί το «Crave» (Δίψα) της Σάρα Κέιν. Ως μια «γοητευτικά εφιαλτική ιστορία» χαρακτηρίζει η Θέμιδα Μπαζάκα το κείμενο. Δύο αδελφές, τις υποδύονται η ίδια και η Αννέζα Παπαδοπούλου, έγκλειστες στο σπίτι τους από την εφηβεία, αναπαριστούν και αφηγούνται καθημερινά μια συγκεκριμένη μέρα της ζωής τους, που τους στιγμάτισε πριν από σαράντα ολόκληρα χρόνια. Θεατή και βοηθό σε αυτήν την ατέρμονη αναπαράσταση του παρελθόντος καθιστούν τη μικρότερη αδελφή τους, δημιουργώντας μια ασφαλή φυλακή μιας ψεύτικης πραγματικότητας. Ενας άντρας θα εισβάλει ως καταλύτης στον μικρόκοσμό τους και ως αγγελιαφόρος του πραγματικού κόσμου, αλλά θα αποτελέσει κι αυτός έναν δυνατό κρίκο για να συνεχιστεί η ιστορία τους…

Για πάντα. «Τα τέσσερα πρόσωπα του έργου, οι «αφηγητές», δημιουργούν έναν «ζωντανό» τόπο δράσης, με τα απαραίτητα μόνο υλικά επί σκηνής», εξηγεί η ίδια. «Μια εξέδρα μνήμης, ερμητικά κλειστή στο παρόν και βαθιά κλεισμένη στα 50s και στις ευτυχισμένες μέρες των προσώπων». Τη μετάφραση υπογράφει η Γεωργία Ψυχογυιού, τα σκηνικά – κοστούμια η Ιωάννα Τσάμη. Παίζουν επίσης Μ. Πανουργιά, Π. Εξαρχέας.

«Αν μπορούσα να ήμουν ελεύθερη από σένα, χωρίς να πρέπει να σε χάσω» έγραφε η Σάρα Κέιν, λίγο πριν δώσει τέλος στη ζωή της. Η συγγραφέας έγραψε το «Crave» (Δίψα) το 1998, επιτυγχάνοντας κάτι που ξεπερνούσε τα έως τότε έργα της: μια αληθινή συμφωνία από φωνές, γεμάτη ρυθμό και λυρισμό, που όμως δεν θυσιάζει την αυθεντικότητα του λόγου. «Τέσσερα πρόσωπα, δύο άντρες και δύο γυναίκες και η ίσως όχι τυχαία, συνάντησή τους κατά τη διάρκεια μιας νύχτας.

Αυτός είναι ο παράξενος κόσμος του «Crave»: ακραίος, επικίνδυνος, γεμάτος σκιές και φαντάσματα», εξηγεί ο Αλέξης Αλάτσης… «Οι ήρωες του έργου αποζητούν απελπισμένα τον έρωτα. Ξέρουν όμως καλά ότι για να αποκτήσουν την ευτυχία πρέπει να ρισκάρουν τον ολοκληρωτικό ψυχικό, ίσως και σωματικό τους αφανισμό… Διψούν για λύτρωση, γιατί μόνο αυτή θα δώσει ένα τέλος». Τα σκηνικά – κοστούμια φιλοτέχνησε η Μαρία Καραθάνου. Παίζουν: Δ. Αναστάσογλου, Μ. Γεωργίου, Β. Ντίνος, Δ. Σαραφείδου.

Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 22/04/2010

Η Θέμις Μπαζάκα επί σκηνής στις 22 Απριλίου

Ο Ιρλανδός Έντα Γουόλς, από τις σημαντικότερες φωνές της σύγχρονης δραματουργίας, αρχίζει να γίνεται γνωστός και στο ελληνικό κοινό. Μετά την παρουσίαση του έργου του «Chatroom», σειρά έχει το θεατρικό του «The new electric ballroom» (Νέα ηλεκτρική αίθουσα χορού) που θα παρουσιαστεί στην σκηνή Μικρή Χώρα, από την Πέμπτη 22 Απριλίου και για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων.

Τα 4 πρόσωπα του έργου, οι «αφηγητές» δημιουργούν έναν «ζωντανό» τόπο δράσης, με τα απαραίτητα μόνο υλικά επί σκηνής. Μια εξέδρα μνήμης, ερμητικά κλειστή στο παρόν και βαθειά κλεισμένη στα 50΄s και στις ευτυχισμένες μέρες των προσώπων. Οι 4 ηθοποιοί ντυμένοι με το 50΄s παρελθόν των προσώπων μετέρχονται κάθε μέσο και υλικό για να αναπαραστήσουν, να αναβιώσουν και να αφηγηθούν το όνειρο και την απώλειά του.

Δύο αδελφές, έγκλειστες στο σπίτι τους από την εφηβεία, αναπαριστούν και αφηγούνται καθημερινά μια συγκεκριμένη μέρα της ζωής τους, που τους στιγμάτισε πριν σαράντα ολόκληρα χρόνια. Θεατή και βοηθό σε αυτήν την ατέρμονη αναπαράσταση του παρελθόντος καθιστούν την μικρότερη αδελφή τους δημιουργώντας μια ασφαλή φυλακή μιας ψεύτικης πραγματικότητας. Ένας άντρας θα εισβάλλει ως καταλύτης στον μικρόκοσμό τους και ως αγγελιαφόρος του πραγματικού κόσμου, αλλά θα αποτελέσει κι αυτός έναν δυνατό κρίκο για να συνεχιστεί η ιστορία τους… Για πάντα.

Η Θέμις Μπαζάκα, η Ανέζα Παπαδοπούλου, η Μαρία Πανουργιά και ο πρωτοεμφανιζόμενος Παναγιώτης Εξαρχέας, αφήνονται στις σκηνοθετικές οδηγίες του Δημήτρη Καραντζά.Τη μετάφραση του έργου υπογράφει η Γεωργία Ψυχογιού, τα σκηνικά-κουστούμια η Ιωάννα Τσάμη, τους φωτισμούς ο Αλέκος Αναστασίου, ενώ την κίνηση επιμελήθηκε η Ζωή Χατζηαντωνίου.

Πληροφορίες: Θέατρο Χώρα, Αμοργού 20, Κυψέλη, 210-8673945.

Μετωπική με το παρελθόν

Ενα οικογενειακό δράμα συντελείται στη Νέα Σκηνή του Απλού Θεάτρου. Για τα μέλη μιας φαινομενικά αναμάρτητης οικογένειας ήρθε η δύσκολη ώρα. Να αναμοχλεύσουν το παρελθόν και να συγκρουστούν μ’ όλα εκείνα που επί χρόνια έκρυβαν κάτω απ’ το χαλί. Το έργο του Φίλιπ Ρίντλεϊ «Φύλλα από γυαλί» παίζεται σε μετάφραση Ευ. Τυρόγλου και σκηνοθεσία Βίκυς Γεωργιάδου.

Γραμμένο το 2007, το έργο αφηγείται την ιστορία μιας εργατικής οικογένειας κάπου στο ανατολικό Λονδίνο. Η μητέρα (Θέμις Μπαζάκα), τα δυο της παιδιά και η νύφη (Μαρία Παρασύρη) ζουν ήσυχα, αξιοπρεπώς, μια ζωή σκεπασμένη από μυστικά και ψέματα. Το τακτοποιημένο παρόν όμως έχει μονταριστεί πάνω σ’ ένα οδυνηρό παρελθόν που κάποια στιγμή θα αποκαλυφθεί, φέρνοντάς τους μπροστά στην ευθύνη των πράξεών τους.

Ο ένας γιος, δραστήριος, πετυχημένος επαγγελματίας (Θανάσης Δόβρης), φροντίζει τον μικρότερο, ένα παιδί προβληματικό, με ταλέντο στη ζωγραφική (Γιώργης Τσαμπουράκης). Αναθέτοντάς του μια δουλειά -στην εταιρεία καθαρισμού γκράφιτι που διευθύνει- ο μικρός θα ξαναδεί το χρώμα και θα αφυπνιστεί.. Αρχίζει να ζωγραφίζει, να στέκεται στα πόδια του και ν’ αναμετριέται με τις μνήμες του παρασύροντας και τους άλλους. Ολοι θα προσπαθήσουν να συναρμολογήσουν την αληθινή ιστορία της οικογένειας, όμως ο καθένας θα υπερασπίζεται την επιλεκτική εικόνα που έχει διαμορφώσει μέσα στο πέρασμα των χρόνων για τα συμβάντα.

Το άχρονο σκηνικό (Κωνσταντίνου Ζαμάνη) συνθέτουν ένας λαβύρινθος γεωμετρικών σχημάτων στο πάτωμα κι ένα πλήθος αραχνιασμένων και σκονισμένων μικροαντικειμένων που στοιβάζονται το ένα δίπλα στο άλλο παραπέμποντας στο παρελθόν.

Το «Φύλλα από γυαλί», χτισμένο με μαστοριά, δραματουργικές αναφορές στον Ιψεν αλλά και στον Πίντερ, εξερευνά τις συνέπειες από την άρνηση της ευθύνης και της ειλικρίνειας.

Ο Φίλιπ Ρίντλεϊ αργά και μεθοδικά αναλύει τη σχέση μνήμης και αλήθειας. Πώς ο φόβος, η ενοχή, η παθητικότητα μπορεί να παραποιήσει έως να εξουδετερώσει την αλήθεια οδηγώντας σε συσσωρευμένη καταπίεση, ζήλια, άσκηση εξουσίας. Ο συγγραφέας μάλιστα συσχετίζει τα ψεύδη στο οδυνηρό παρελθόν αυτής της οικογένειας με τις αντίστοιχες πρακτικές στο πλαίσιο των σύγχρονων πολέμων και του κλίματος τρομοκρατίας.

Η Θέμις Μπαζάκα ύστερα από δύο χρόνια παραμονής της στο Εθνικό Θέατρο επιστρέφει σε μικρότερο χώρο, σε διαφορετική θεατρική ατμόσφαιρα μ’ ένα ρόλο που δεν έχει ξαναπαίξει.

Συμβαίνει γύρω μας

«Εχω αγωνιστεί να μη χαρακτηριστώ από μια τυποποιημένη καριέρα κι έχω διεκδικήσει με επιμονή ρόλους ετερόκλητους μεταξύ τους. Είναι η πρώτη φορά που παίζω τη μάνα και μάλιστα μια τέτοια μάνα… Μια γυναίκα χωρίς ίχνος κοκεταρίας, που στέκει ανάμεσα στα παιδιά της αρνούμενη να δει το πρόβλημα στο μικρότερο και γέρνοντας ευνοϊκά προς το μεγαλύτερο, αυτόν που εξωτερικά φαίνεται γερός. Τον στηρίζει, όπως εκείνος την κάλυψε πριν από χρόνια σ’ ένα τρομερό γεγονός.

Κι όμως, αυτή η άδικη μάνα έχει μια επίφαση χαράς, γλυκύτητας, καλοσύνης. Υπερασπίζεται την αλήθεια που υπαγορεύει η επιλεκτική μνήμη της. Ο θεατής μπορεί ν’ αναρωτηθεί: μα αυτή η μητέρα δεν βλέπει; Κι όμως, συμβαίνει γύρω μας σε μικρή και σε μεγάλη κλίμακα».

»Αυτή η παράσταση λειτούργησε και λίγο ψυχαναλυτικά πάνω μου, μιας και πριν από έξι μήνες έχασα τη μητέρα μου. Ενα δεύτερο στοιχείο που συνέβαλε σ’ αυτό ήταν και η παρουσία της κόρης μου στις πρόβες, ως βοηθού της σκηνοθέτριας. Συχνά αναρωτήθηκα με τη σειρά μου για τη σχέση με τη μητέρα μου, τη σχέση με την κόρη μου».

Η Μπαζάκα πιστεύει ότι η δραματουργία των νέων άγγλων διανοούμενων απαιτεί προσηλωμένους θεατές.

«Συχνά με ρωτούν: «Γιατί δεν παίζετε κωμωδία;». Οσο κι αν τους διαβεβαιώνω ότι το δραματικό δεν σημαίνει κατάθλιψη, αντίθετα μπορεί να τους κάνει καλά, να δουν ένα φως στο όποιο αδιέξοδό τους, δεν πείθονται. Η σύγχρονη ζωή μάς έχει καθηλώσει στην ευκολία. Αλλά για να σου συμβεί το θαύμα, πρέπει να είσαι ανοιχτός». *

  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ,Επτά, Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

Θέμις Μπαζάκα: Δεν είχα δει ποτέ τον «Ηλία του 16ου»

Της ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 21/11/2008
Δεν είναι μόνο ότι έχει καταχωρισθεί ως κινηματογραφική ηθοποιός. Η Θέμις Μπαζάκα έχει, κυρίως, ταυτιστεί με δραματικούς ρόλους σε σημαντικές στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου: «Πέτρινα Χρόνια», «Φανέλα με το Νούμερο 9», «Ησυχες μέρες του Αυγούστου» και «Ακροπόλ» του Παντελή Βούλγαρη, «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη και, για να μη μακρηγορούμε, ο κατάλογος φτάνει περίπου τις τριάντα ταινίες.

Κι όμως. Η φύση της δεν είναι καθόλου συμβατή με αυτό το είδος. Εχει μια κωμική πλευρά που ανακαλύψαμε σχετικά πρόσφατα. Μετά την «Επίθεση του γιγαντιαίου μουσακά» του Πάνου Κούτρα, κίνηση ματ από την πλευρά της «σοβαρής» ηθοποιού, ήρθε η ώρα για ακόμα μια κωμωδία. Γιατί μπορεί να καθυστέρησαν ανάλογες προτάσεις, αλλά ισχύει και το «καλώς τες κι ας άργησαν…».

Σε λίγες μέρες θα τη δούμε στο ριμέικ του «Ηλία του 16ου» από τον Νίκο Ζαπατίνα (βγαίνει στις 27 Νοεμβρίου). Υποδύεται την Αλέκα, μια πλούσια κυρία που έχει πάθος με τη χαρτοπαιξία. Οταν κατά τη διάρκεια μιας χαρτοπαικτικής βραδιάς θα της κλέψουν το δαχτυλίδι, θα τα ρίξει στην υπηρέτρια (Θάλεια Ματίκα). Και τότε θα κληθεί ο Ηλίας του 16ου (Πέτρος Φιλιππίδης) να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.

  • Τι λόγο ύπαρξης έχει το ριμέικ μιας τόσο πετυχημένης ταινίας; Εχουν περάσει τόσα χρόνια, κοινωνία και κοινό έχουν αλλάξει.

«Οι ταινίες που γίνονται ριμέικ είναι συνήθως πετυχημένες. Και γίνονται είτε γιατί κάποιος θέλει να παίξει έναν ρόλο είτε γιατί κάποιος άλλος θέλει να κάνει μια ταινία. Δεν ξέρω σε αυτή την περίπτωση τι από τα δύο ίσχυσε. Ο «Ηλίας του 16ου», όμως, είναι διαχρονική ταινία. Εχει κεντρικά πρόσωπα τον Ηλία και τους τρεις φίλους του, που δεν έχουν δουλειά. Είναι μικροαπατεώνες, χαριτωμένοι όμως. Σήμερα, βέβαια, η επιβίωση είναι σκληρή. Δεν είναι ίδια τα μεγέθη. Η κωμωδία όμως ούτως ή άλλως δεν αντιμετωπίζει τις καταστάσεις με σκληράδα».

Η Θέμις Μπαζάκα (αριστερά) έχασε το δαχτυλίδι της και κάλεσε τον Ηλία του 16ου να το βρει (πάνω μαζί με τον Τάσο Κωστή και τον Πέτρο Φιλιππίδη)
  • Να υποθέσουμε ότι την ταινία την είχατε δει και ξαναδεί;

«Κι όμως, δεν την είχα δει. Δεν είμαι φαν του παλιού κινηματογράφου. Διάβασα το σενάριο και πέθανα στα γέλια. Κατά καιρούς μού είχαν ζητήσει να παίξω σε κωμωδίες, αλλά δεν ήταν κωμωδίες χαρακτήρων. Ο Σακελλάριος είναι κλασική αξία. Οι κωμωδίες του δεν προσβάλλουν, έχουν ηθική και αξιοπρέπεια».

  • Μήπως έχουμε ξεμείνει από καλά σενάρια κωμωδιών και επιστρέφουμε σε πετυχημένες συνταγές; Είπατε ότι κωμικά σενάρια που έπεσαν στα χέρια σας, δεν σας ικανοποίησαν.

«Δεν βλέπω κάποια ομαδική επιστροφή στα παλιά σενάρια. Απλώς γίνονται ριμέικ ταινιών, από το «Ψυχώ» του Χίτσκοκ μέχρι πολλά άλλα. Εδώ υπάρχουν σκηνοθέτες που κάνουν ριμέικ δικής τους ταινίας -ο Χάνεκε ξαναγύρισε το «Funny Games» ύστερα από 20 χρόνια. Ισως ρωτάτε λάθος άνθρωπο. Ισως η ερώτηση έπρεπε να γίνει στον Πέτρο Φιλιππίδη γιατί αυτός παίζει παλιούς χαρακτήρες. Οσο για τις τωρινές κωμωδίες, είναι πιο μπρουτάλ, πιο χοντροκομμένες. Δεν μου ταιριάζουν. Εκείνη η εποχή και συγγραφείς όπως ο Σακελλάριος είναι αξεπέραστοι. Γράφανε στέρεα, το χιούμορ ήταν άμεσο. Δεν βγαίνουν κάθε μέρα τέτοιες ταινίες».

  • Έχετε ταυτιστεί με το καλύτερο κομμάτι του ελληνικού σινεμά. Πώς σας φαίνεται ο σημερινός ελληνικός κινηματογράφος;

«Περνάει κρίση, όπως άλλωστε η τέχνη γενικά, γιατί ο πολιτισμός είναι η τελευταία προτεραιότητα αυτής της χώρας. Οσον αφορά τον κινηματογράφο, τα τελευταία 1-2 χρόνια βλέπω φως στο τούνελ από νέα παιδιά. Μην ξεχνάμε όμως ότι είμαστε μικρή χώρα με μικρή αγορά. Η τηλεόραση έχει έναν ισχυρό ψυχαγωγικό ρόλο, τα σίριαλ είναι και δραματικά και κωμικά και οι καλλιτέχνες, επειδή νιώθουν τύψεις, θέλουν να κάνουν πιο ακραία πράγματα. Δεν θέλουν να κάνουν κανονικές ταινίες».

  • Τι εννοείτε κανονικές;

«Ψυχολογικές, θρίλερ, κοινωνικά δράματα. Αντιθέτως, κάνουν κλειστά και προσωπικά θέματα. Σαν να μη νοιάζονται για μια μεγάλη γκάμα ανθρώπων. Στη Γαλλία γυρίζονται 500, για να ξεχωρίσουν τελικά 8 ταινίες. Και εμείς κάθε χρόνο κάνουμε 40-50, που είναι σχετικά μεγάλος αριθμός. Από αυτές, 2-3 αξίζουν. Δεν καταλαβαίνω γιατί τόση γκρίνια για το σινεμά. Στον κινηματογράφο επενδύεις και αποφέρει αποτελέσματα μακροπρόθεσμα. Οι Κορεάτες έχουν επενδύσει εδώ και πολλά χρόνια στο σινεμά τους, και μόλις τα τελευταία χρόνια άρχισαν να βγαίνουν οι ταινίες έξω από τα σύνορά τους».

  • Την αρχή με τις κωμωδίες την κάνατε πέρυσι συμμετέχοντας στο σίριαλ «Υπέροχα πλάσματα». Ηταν γενικά μια διασκεδαστική χρονιά για εσάς, αφού χορέψατε και τραγουδήσατε και στο «Μπόσα Νόβα» του Ρήγου στο Εθνικό. Νιώθετε ότι με τα χρόνια θέλετε να ελαφρύνετε στους ρόλους σας;

«Στα «Υπέροχα πλάσματα» με είδαν και μου πρότειναν τον ρόλο για τον «Ηλία του 16ου». Και στις «Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης» του Γιάννη Χουβαρδά έχω τις πιο κωμικές σκηνές του έργου. Εγώ παρακαλούσα για κάτι πιο ελαφρύ γιατί είχα κουραστεί. Πάντα ήμουν ελαφριά, δεν είναι κάτι καινούργιο. Τόσα χρόνια που μου έδιναν όλους αυτούς τους δραματικούς ρόλους, έλεγα «πώς θα το παίξω αυτό;». Δεν ήταν εύκολο γιατί εγώ δεν είμαι έτσι. Και οι φίλοι μου έλεγαν, «μα καλά, δεν βλέπουν τι είσαι;». Μου αρέσει που πλέον μου προτείνουν και διαφορετικά πράγματα. Θα ήθελα να συνεχίσω σε αυτό το κλίμα». *


Το θέατρο με έκανε καλύτερη ηθοποιό
  • Νομίζετε ότι η καριέρα σας στο σινεμά πήγε πίσω τη σχέση σας με το θέατρο;

«Είχα πάρει πέντε βραβεία στο σινεμά και δεν μου είχαν κάνει καμία πρόταση στο θέατρο. Τελικά βέβαια, ούτε εγώ έχασα αλλά ούτε και αυτό. Ηρθε η ώρα και έγινε. Τώρα τελευταία έχω πιο στενή σχέση με το θέατρο και το επεδίωξα».

  • Ποια πλευρά της τέχνης σάς καλύπτει;

«Μα πόσες πλευρές μπορεί να έχει η τέχνη; Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του θεάτρου πάντως είναι οι πρόβες. Με την επανάληψη, δουλεύεις τον χαρακτήρα. Δεν το ήξερα αυτό καλά με τον κινηματογράφο. Ισως κιόλας η σχέση μου με το θέατρο να με έκανε και καλύτερη ηθοποιό.  Αγαπώ και το θέατρο και το σινεμά και την τηλεόραση. Τις στιγμές μέθεξης και ελευθερίας που προσδοκούσα τις έζησα και από τα τρία και μάλιστα, πολλές φορές».