Category Archives: Μετάφραση

Μήδεια ή το πάντρεμα του έρωτα με την τρέλα

  • Από τον Δήμο Μαρουδή
  • Ευριπίδη, Μήδεια, μτφρ.: Γιώργος Χειμωνάς, εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 83, ευρώ 10,55

Τη μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά της Μήδειας του Ευριπίδη διαβάσαμε πρόσφατα. Το κείμενο του Ευριπίδη δεν δείχνει να έχει γεράσει ούτε κατά μία μέρα. Η συγκεκριμένη μετάφραση χαρακτηρίζεται από μια αμεσότητα που ξαφνιάζει· δεν μπορώ να κρύψω το γεγονός πως σε κάποια σημεία έκλεισα το βιβλίο ιντριγκαρισμένος από την ιδιοφυή δραματική βιαιότητα του αρχαίου έλληνα τραγικού. Πέρα από οτιδήποτε άλλο το εν λόγω κείμενο θέτει μία σειρά, όχι μόνον από ερωτήματα, αλλά και από προβλήματα που δεν είναι εύκολο να απαντηθούν κατά τρόπο τελεσίδικο.

Λίγα λόγια για την υπόθεση του έργου. Η Μήδεια είναι κόρη του βασιλιά της Κολχίδας Αιήτη, εγγονή του Ηλιου και ανιψιά της μάγισσας Κίρκης. Ο Ιάσονας συνάντησε τη Μήδεια κατά τη διάρκεια της αργοναυτικής εκστρατείας, χωρίς τη βοήθεια της οποίας δεν θα είχε σταθεί δυνατό να πάρει το χρυσόμαλλο δέρας. Η Μήδεια για να τον ακολουθήσει και να του δώσει τη νίκη, όχι μόνο πρόδωσε και εγκατέλειψε τον πατέρα της, αλλά πήρε και ως όμηρο τον αδελφό του Αψυρτο, τον οποίο δεν δίστασε να σκοτώσει και να κομματιάσει. Η Μήδεια και ο Ιάσων τελικά πηγαίνουν να ζήσουν στην Κόρινθο και όλα αλλάζουν από τη στιγμή που ο Κρέοντας, ο βασιλιάς της Κορίνθου αποφασίζει να παντρέψει την κόρη του Κρέουσα με τον Ιάσονα. Καθώς η οργή της Μήδειας αρχίζει να εκδηλώνεται, ο Κρέοντας την εξορίζει από την Κόρινθο, εκείνη όμως κατορθώνει να εξασφαλίσει προθεσμία μίας ημέρας. Σαν κίνηση συμφιλίωσης, η Μήδεια στέλνει στην Κρέουσα φόρεμα, στολίδια και κοσμήματα που τα έχει πρωτύτερα βουτήξει στο δηλητήριο, ξεκινώντας μ’ αυτή της την πράξη την εκδίκησή της απέναντι στον Ιάσονα που την έχει απατήσει με την Κρέουσα. Οταν η Κρέουσα παίρνει το δώρο της Μήδειας πεθαίνει με φριχτούς πόνους από το δηλητήριο, μαζί της, δε, πεθαίνει και ο Κρέοντας και το παλάτι παίρνει φωτιά. Επειτα, η Μήδεια σκοτώνει τα παιδιά της πραγματοποιώντας τις εκδικητικές απειλές της απέναντι στον Ιάσονα. Στο τέλος, εμφανίζεται σε ιπτάμενο άρμα με φτερωτά άλογα -δώρα του προπάππου της Ηλιου- και κατευθύνεται προς την Αθήνα.

Η Μήδεια δεν εμφανίζεται μέσα από τον μύθο σαν ένα άτομο σκληρό και άτεγκο. Αναφέρεται, μάλιστα, πως εναντιώνεται στον πατέρα της Αιήτη, όταν εκείνος προσπαθεί να εξαντλήσει τη σκληρότητά του στους ξένους που φτάνουν στον τόπο του. Από την άλλη πλευρά, ο Ευριπίδης, σύμφωνα πάντα με τις αποφάνσεις του Αριστοτέλη στην Ποιητική, εστιάζει στον τόπο και στον χρόνο του δράματος, ξεκόβοντας τη φιγούρα της Μήδειας από το μυθολογικό πλαίσιο. Η Μήδεια του Ευριπίδη είναι μια γυναίκα που ενεργεί υποκινούμενη αποκλειστικά από έρωτα· από τον έρωτά της προς τον Ιάσονα.

Σε αντίθεση με τη φιγούρα της Μήδειας, η οποία είναι εκτενώς και αριστοτεχνικά σχεδιασμένη, για τον Ιάσονα δεν έχουμε, εμφανώς τουλάχιστον, πολλά στοιχεία που να μας πληροφορούν για τον χαρακτήρα του. Εμφανίζεται, πάντως, αναμφίβολα αλαζονικός, τη στιγμή που τον βλέπουμε να λέει στη Μήδεια πως εκείνη θα έπρεπε να τον ευγνωμονεί γιατί την πήρε από τον βαρβαρικό τόπο όπου ανήκε και την έφερε στον πολιτισμό. Αυτά τα λόγια του Ιάσονα, που θίγουν τη Μήδεια ανεπανόρθωτα, φέρνουν στο φως τη σύγκρουση δύο εκ βάθρων διαφορετικών χαρακτήρων. Καθώς ο εγωισμός του Ιάσονα τονίζει με τον ιδανικότερο τρόπο τη γυναικεία προσωπικότητα, που είναι έτοιμη να θυσιάσει ό,τι πιο αγαπητό σ’ αυτήν υποκινούμενη μόνο και μόνο από έρωτα που έχει μετατραπεί σε μίσος, η Μήδεια σκιαγραφείται σαν μια μορφή που εκφράζεται αποκλειστικά σχεδόν μέσα από τον φόνο: παλαιότερα διέπραξε φόνο, θέλοντας να βοηθήσει τον αγαπημένο της σύζυγο, τώρα είναι έτοιμη να σκοτώσει τα ίδια της τα παιδιά -που είναι και παιδιά του Ιάσονα-, έχοντας πρωτύτερα δολοφονήσει την Κρέουσα, με σκοπό να εκδικηθεί τον άνθρωπο που την πλήγωσε τόσο. Εν τούτοις, η Μήδεια δεν είναι με τίποτα η βάρβαρη και σκληρή πριγκίπισσα που πραγματοποιεί αδίστακτα αγριότητες, σύμφωνα με τις πρωτόγονες παραδόσεις του τόπου της, η Μήδεια είναι μια γυναίκα ερωτευμένη και αυτή της η ιδιότητα είναι τόσο ιδιαίτερη που την κάνει να ξεκόβει από το γένος των ανθρώπων.

Κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, ο αυστριακός ψυχίατρος Καρλ Γκουστάβ Γιουνγκ διατύπωσε τη θεωρία του «συλλογικού ασυνείδητου», μια θεώρηση καινοτόμο απέναντι σ’ αυτήν της libido του δασκάλου του Σίγκμουντ Φρόυντ, θεώρηση που, πέρα από οτιδήποτε άλλο, πατά γερά στις ανορθολογικές παραμέτρους της ευρωπαϊκής παράδοσης καθώς και στην κληρονομιά ενός σκοτεινού Μεσαίωνα. Σύμφωνα με τον Γιουνγκ, το κομμάτι της άνιμα (στον ψυχισμό του άνδρα) και του άνιμους (στον ψυχισμό της γυναίκας) δεν εξαντλούν το απύθμενο βάθος, την άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής, καθώς υπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο μια «σκοτεινή περιοχή», η «σκιά», περιοχή στην οποία οφείλονται όλες οι ακραίες πράξεις του ανθρώπου, καθώς και οι δεύτερες σκέψεις του· καθώς δίπλα στο συνειδητό και ορατό από όλους «Εγώ» υπάρχει ένα δεύτερο «Εγώ», που σκέφτεται «ό,τι πιο πρόστυχο και αηδιαστικό» (Γιουνγκ), ο άνθρωπος είναι ικανός ακόμα και για τις ειδεχθέστερες πράξεις σε περίπτωση που η σκιά αναγκαστεί να εκφραστεί ανεξέλεγκτα.

Αν πούμε πως η Μήδεια, τη στιγμή που σκοτώνει τα αγαπημένα της παιδιά αποκλειστικά και μόνο για να εκδικηθεί τον Ιάσονα, δρα ενεργώντας σύμφωνα με τα προστάγματα τούτου του σκοτεινού κομματιού της ψυχής της, εξαντλούμε άραγε το ερώτημα του πώς κατέστη δυνατή μια τέτοια φρικτή και εξωανθρώπινη πράξη;

Η πραγματικότητα της τρέλας ανέκαθεν υπήρξε για τον άνθρωπο μια συνθήκη που τον σαστίζει, μια πραγματικά «οριακή κατάσταση», όπως θα ‘λεγε ο Γιάσπερς. Η κατάσταση της ψύχωσης -της σχιζοφρένειας, στις ακραίες της μορφές- όπως την κωδικοποιεί η σύγχρονη Ψυχιατρική, είναι μια κατάσταση τόσο ανοίκεια σε όλους μας όσο και οικεία, επίφοβη και συνάμα εξοβιλιστέα από τον πολιτισμένο κόσμο. Είναι παρούσα στην τέχνη όσο και στα θεμέλια της λογοκρατούμενης σκέψης μας – ετούτη η «παρέκκλιση» από το «φυσιολογικό» είναι επίσης παρούσα σε όλες τις ακραίες ανθρώπινες εκδηλώσεις. Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα: Μετέχει της τρέλας η πράξη της Μήδειας να σκοτώσει τα παιδιά της; Το αδιαμφισβήτητο πάντως είναι πως ο έρωτας σ’ αυτήν την περίπτωση «ξεκλειδώνει» την πόρτα για την Αβυσσο, κινητοποιεί και αποκωδικοποιεί εξωανθρώπινα σκοτεινές πραγματικότητες. Ή μήπως πάρα πολύ ανθρώπινες;

Καθώς το μοτίβο της θανάτωσης «του ίδιου του παιδιού» κάποιου ανθρώπου θα ξαναφανεί στις όψιμες Βάκχες, όπου η Αγαύη διαμελίζει τον ίδιο της τον γιο κάτω από το κράτος διονυσιακής μανίας, ο Ευριπίδης εμφανίζεται ως ο κατ’ εξοχήν ανατόμος όσο και χαρτογράφος των ανθρώπινων άδυτων, τη στιγμή που θέτει ρητά την προβληματική του μέσα από τα κριτήρια του «ορίου» αλλά και του «μέτρου», μιλώντας ως τραγικός ποιητής με καθήκον, θα λέγαμε, γιατρού ενός κοινού που θα προβληματιστεί διά μέσου των αιώνων. Μήπως αυτό ακριβώς το τρελό κομμάτι που κάνει τη Μήδεια να υπερβεί τα όρια του ανθρωπίνως ανεκτού, δεν είναι ό,τι την κάνει να μας είναι τόσο οικεία και τελικά τόσο ανθρώπινη;

Ποια είναι τελικά η θέση της τρέλας στην, ούτως ή άλλως, τόσο τρικυμισμένη ανθρώπινη ψυχή; Ποια είναι «η περιοχή» από την οποία μιλά, στην ανθρώπινη πράξη η τρέλα, την κάθε φορά που πραγματοποιείται ένας αποτρόπαιος φόνος;

Η Μήδεια έχοντας περάσει μέσα από όλα τα επίπεδα του τραγικού όσο και από όλα τα στάδια του «ανθρωπίνως ανεκτού», εμφανίζεται, μετά τον φόνο, στον Ιάσονα πάνω σ’ ένα άρμα με ιπτάμενα άλογα -δώρο τούτο του προπάππου της Ηλιου- έχοντας αποσπαστεί για πάντα από τον χώρο των ανθρώπων, δαίμονας μεταξύ των δαιμόνων, αιώνιο σύμβολο της μέχρι θανάτου ερωτευμένης γυναίκας.

  • Βιβλιοθήκη, Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2010

Η μετάφραση ως αναλογία

  • Γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, Σάββατο, 29 Αυγούστου 2009

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΠΕΡΙΠΟΥ 20 ΧΡΟΝΙΑ ΟΤΑΝ ΠΑΡΕΔΙΔΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΙΚΗ ΜΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ, Η ΚΑΛΗ ΦΙΛΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ΕΛΕΝΑ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΕΣ ΚΟΝΦΕΡΑΝΣ ΤΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕ ΠΡΟΒΟΚΑΡΕΙ ΜΕ ΡΩΤΗΣΕ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΘΙΑΣΟΥ ΑΝ ΘΑ ΕΠΕΤΡΕΠΑ ΠΡΟΣΘΗΚΕΣ ΤΩΝ ΚΩΜΙΚΩΝ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΜΟΥ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Της απάντησα τότε πως όχι μόνο το επιτρέπω αλλά και με χαρά το αναμένω και η παράδοση της κωμωδίας το επιβάλλει. Και πρόσθεσα πως ο Ψαθάς όταν τύπωσε τις κωμωδίες του έγραφε στον πρόλογό του πως η κωμωδία στην τυπωμένη της μορφή δεν ήταν το κείμενο που παρέδωσε π.χ. στον Λογοθετίδη, αλλά το κείμενο που με τις προσθήκες τού μεγάλου κωμικού κατέληξε σε παράσταση και εν τέλει σε μοντέλο, το οποίο ο συγγραφέας αποδέχτηκε και υιοθέτησε.

Έτσι είναι με την κωμωδία από την αριστοφανική κιόλας περίοδο. Διότι ο κωμικός που είναι εκ της φύσεως του κώδικά του αυτοσχεδιαστικός ηθοποιός και σε συνεχή επικοινωνιακή επαφή με το κοινό, αφού το κοινό με το γέλιο του παρεμβαίνει και συχνά επηρεάζει τον ρυθμό και τη χρόνωση (κοινώς τάιμινγκ) της παράστασης, μέσα στον οίστρο των κωμικών κλιμακώσεων, συχνά σε μια κατάσταση υποκριτικής μέθεξης, «πετάει» μια λέξη, έναν χαρακτηρισμό, ένα επίκαιρο γεγονός, μια παροιμία, μια κοινόχρηστη λαϊκή βωμολοχία.

Ακόμη και σε στίχο αν είναι διατυπωμένο το κείμενο, ο ικανός και μορφωμένος ηθοποιός εντάσσει την προσθήκη του στους νόμους της στιχουργίας αλλά και της ομοιοκαταληξίας τις απαιτήσεις.

Βεβαίως ο κωμικός ή ο διασκευαστής, αν υπάρχει, χρεώνεται το ύφος, την ευρηματικότητα, την ευστοχία και την αναγκαιότητα της προσθήκης. Προσωπικά, όταν το επέτρεπαν οι οικονομικές συνθήκες των θιάσων, τύπωνα στο πρόγραμμα τις μεταφράσεις μου, ώστε ο θεατής ανατρέχοντας στο κείμενο να εκτιμά το ποσοστό, την ποιότητα και το ήθος των προσθηκών που άκουγε στην παράσταση.

Εκείνο δηλαδή που μετράει δεν είναι αν θα γίνουν ή όχι προσθήκες αλλά η ποιότητα της παρέμβασης. Διότι ειδικά στην Αριστοφανική κωμωδία, κείμενο σαφώς πολιτικό και αναφερόμενο σε ήθη, τρόπους, εκφράσεις, γεγονότα και συμπεριφορές της Αθήνας και του Δήμου την εποχή που γράφεται, δεν μπορεί να γίνει σήμερα κατανοητό χωρίς αναλογία στα σύγχρονα γεγονότα, ήθη, συμπεριφορές, εκφράσεις. Σκεφτείτε ένα κωμικό κείμενο σημερινό να παίζεται ύστερα από 2.000 χρόνια. Αν ένα πρόσωπο στη σκηνή χαρακτήριζε ένα άλλο «Κοσκωτά», «Εφραίμ» ή «Μπερλουσκόνι» ή «Φτερού» τι θα καταλάβαινε και πώς θα αντιδρούσε το κοινό; Πιθανόν θα υποπτευόταν πως έπρεπε να γελάσει ή πως ο χαρακτηρισμός είχε ειρωνικό ή σχετλιαστικό περιεχόμενο, το πολύ θα βρισκόταν σε αμηχανία.

Πώς λοιπόν θα μεταφραστεί και θα κατέβει στο κοινό ένας αριστοφανικός στίχος όπου αναφέρεται π.χ. ένα όνομα, με σαφώς απαξιωτικό τρόπο; Ευτυχώς τα πλούσια αριστοφανικά σχόλια μάς σώζουν και μας πληροφορούν πως πίσω από το όνομα κρύβεται ένας γνωστός τότε δειλός στρατηγός ή ένας κερατάς σύζυγος ή ένας πορνοβοσκός ή ένας Αθηναίος επ΄ αμοιβή προσφερόμενος ερωτικά προς ομοφύλους του. Τι κάνει σ΄ αυτήν την περίπτωση ο μεταφραστής; Παγώνει το κοινό με την πιστή αναφορά του ακοινώνητου αγνώστου ονόματος ή ψάχνει να βρει τη σωτήρια αναλογία, το σύγχρονο πρόσωπο με τα ανάλογα ή παραπλήσια γνωρίσματα ώστε να λειτουργήσει η κωμική αποτελεσματικότητα;

Ακόμη δυσχερέστερη είναι η αναφορά στο αριστοφανικό κείμενο σε γεγονότα επίκαιρα, γνωστά και διαδεδομένα ευρέως στην εποχή του κωμωδιογράφου αλλά τελείως σήμερα ακατανόητα. Θα αναφερθώ σε δύο παραδείγματα από τη «Λυσιστράτη». Όταν πλησιάζει εν πλήρει στύσει ο Κινησίας στην πολιορκημένη Ακρόπολη από τις απεργούσες γυναίκες τον υποδέχεται η ίδια η Λυσιστράτη. Εκείνος ζητάει επιμόνως τη γυναίκα του Μυρρίνη. Εκείνη τον ρωτάει ποιος είναι και παίρνει την απάντηση «Κινησίας Παιονίδης». Το ρήμα «παίω» που υπάρχει στο όνομα σημαίνει «χτυπώ από κοντά»- αντίθετο του «βάλλω», «χτυπώ από μακριά». Άρα είναι εμφανέστατος ο υπαινιγμός του ονόματος: σχεδόν εν αναλογία «ο ευκίνητος μπήχτης». Αλλά ο ιδιοφυής ποιητής είναι ανελέητος. Η Λυσιστράτη ακούγοντας το όνομα αναφωνεί: «Εσύ είσαι ο Παιονίδης, έλα, βρε άνθρωπέ μου και η Μυρρίνη σε έχει συνέχεια στο στόμα της»! Άρα στο αρχαίο αυτί ήδη το «Παιονίδης» ακουγόταν και Πεονίδης! Μπορεί όλο αυτό το κωμικό σύστημα να μεταφραστεί χωρίς αναλογία;

Άλλο παράδειγμα: Όταν συναντώνται Αθηναίες και Σπαρτιάτισσες για να εκτιμήσουν την πορεία της ερωτικής τους αποχής, οι Σπαρτιάτισσες ερωτώμενες απαντούν πως ζορίζονται αλλά κρατάνε! Οι Αθηναίες παραπονιούνται πως δεν υπάρχει επικοινωνία πλέον, αφού δεν προσεγγίζουν πλοία στον Πειραιά, με τη Σάμο! Ποιος θα γελάσει και γιατί. Ο σωτήριος σχολιαστής μάς ενημερώνει πως η Αθήνα έκανε από τη Σάμο εισαγωγές πέτσινων πεών!

Έτσι λειτουργεί και η απάντηση των Σπαρτιατισσών «Απεχθάνομαι τα υποκατάστατα»!

Τέτοια αδιέξοδα υπάρχουν σε κάθε στίχο του Αριστοφάνη. Άστοχες αποφάσεις της Βουλής, σκάνδαλα οικονομικά, διαπομπευόμενα ερωτικά βίτσια, εμπορικές συμφωνίες, ρήτρες, πρόστιμα, φορολογικό σύστημα, νομισματικές ισοτιμίες με περσικά, φοινικικά ή κρητικά νομίσματα, στρατηγικές και τακτικές κινήσεις του στρατού, εργαλεία, σκεύη, μέθοδοι, οικοδομικά υλικά, φαγητά, ποτά και τόσα άλλα αναφορικά της καθημερινότητας, χρειάζονται αναλογική μέθοδο για να γίνουν όχι απλώς κατανοητά αλλά και να λειτουργήσουν μέσα στο σύστημα αναφοράς και στο μεταφορικό του κωμικού κώδικα.

Ο μεταφραστής ή ο κωμικός που επιχειρεί προσθήκη οφείλει αναλογίζοντας να είναι πολύ προσεκτικός και εκεί έγκειται η νομιμοποίησή του. Όσο κι αν φανεί τολμηρό θα πρέπει να φέρει στη θέση του τον Αριστοφάνη και να σκεφτεί ποιος χαρακτηρισμός, ποιο γεγονός, ποιο σκάνδαλο, ποια έκφραση τού σήμερα θα επέλεγε, αν ζούσε και έγραφε στην εποχή μας. Γιατί αν ζούσε και έγραφε στην εποχή μας τα σχόλια της σατιρικής του φαρέτρας για γνωστά και μη εξαιρετέα γεγονότα της εποχής μας θα ήταν. Στον Αριστοφάνη ακούμε συχνά για πληθωρισμένο νόμισμα, για λιποβαρή κέρματα, για υπερτιμημένα τιμολόγια, για νοθεία υγρών, για λαθραία εισαγωγή αλλά και για εγγυήσεις, για εμπορική πίστη, για δωροδοκίες (και πώς θα αναλογίσεις το μέγεθος της δωροδοκίας αν δεν αναλογίσεις τα νομίσματα; Τι σημαίνει σήμερα πως «ο τάδε τσάκωσε ένα τάλαντον»;).