Category Archives: Μαυρομούστακος Πλάτων

Κραυγές και ψίθυροι

  • Του ΠΛΑΤΩΝΑ ΜΑΥΡΟΜΟΥΣΤΑΚΟΥ

  • Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 30 Αυγούστου 2009

Κάθε χρόνο στην Επίδαυρο μας έγινε συνήθεια: Οι μισοί φωνάζουν για βεβήλωση χαλώντας τον κόσμο και το κλίμα και οι άλλοι μισοί προβληματίζονται για τις φωνές και για τις παραστάσεις. Σε δουλειά να βρισκόμαστε.

Ο «γερμανοβούλγαρος» σκηνοθέτης Ντμίτρι Γκότσεφ και η παράστασή του «Πέρσες» ήταν η τελευταία του Φεστιβάλ Επιδαύρου που έθιξε την εθνική υπερηφάνεια μιας μερίδας θεατών οι οποίοι και ξέσπασαν σε αποδοκιμασίες.

Ο «γερμανοβούλγαρος» σκηνοθέτης Ντμίτρι Γκότσεφ και η παράστασή του «Πέρσες» ήταν η τελευταία του Φεστιβάλ Επιδαύρου που έθιξε την εθνική υπερηφάνεια μιας μερίδας θεατών οι οποίοι και ξέσπασαν σε αποδοκιμασίες. Με το ένα ή τον άλλο τρόπο επαναλαμβάνεται το «Αίσχος, Βέβηλοι!» που πρωτακούστηκε στο αργολικό κοίλο και πρωτογράφτηκε στον εθνικό τύπο μετά τη μεταπολίτευση, όταν πια η Επίδαυρος έπαψε να είναι η επικράτεια του Εθνικού Θεάτρου.

Τα τελευταία χρόνια οι φωνές προκαλούνται συνήθως από τις παραστάσεις των ξένων σκηνοθετών που προσβάλλουν το κοινό αίσθημα, αφού οι έλληνες σκηνοθέτες δεν προσβάλλουν πια τους συμπατριώτες τους (άλλωστε, οι περισσότεροι απ’ όσους το είχαν κάνει παλιά έγιναν σήμερα εθνικό κεφάλαιο, άλλοι προφανώς περιμένουν στην επετηρίδα, άρα δεν έχουν λόγους να πολυδείχνουν ότι κι αυτοί μπορεί να ήταν «αποδομιστές»).

Υποστηρίζεται ότι «είναι λάθος να γράφεται και να διαδίδεται πως ο κόσμος γιουχάρει τους ξένους σκηνοθέτες». Και ότι οι παραστάσεις των ξένων αποδεικνύονται «αιρετικές», δηλαδή «διαφορετικές», γι’ αυτό και προκαλούν τις αντιδράσεις του κοινού της Επιδαύρου.

  • Ελληνοκεντρικές κορόνες

Ας ξεχάσουμε λοιπόν ότι πρόκειται για ξένους που προκαλούν πειραματιζόμενοι – καθώς και το πόσο παράδοξο είναι, ειδικά στο θεάτρο, το «διαφορετικό» να προσλαμβάνεται ως σκανδαλώδες. Και ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε γιατί εξεγείρεται αυτό το «μαζικό», «λαϊκό» και «αδιαφοροποίητο ταξικά» κοινό, που «προσέρχεται στην Επίδαυρο και συμφωνεί ασυνείδητα αλλά πειστικά με τον Αριστοτέλη»1.

Ταυτόχρονα, ας προβληματιστούμε για τον ρόλο όσων, κάθε χρόνο, απαγγέλλουν λίβελους ενάντια στις αυθαιρεσίες ραψωδώντας, παράλληλα, την ντόπια «παράδοση» ως μια μεστή ονομάτων και μύθων εποποιία. Τέλος, ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε αν αυτοί που τίποτα δεν τους πειράζει κι όλα τους φαίνονται πολύ κανονικά είναι πράγματι οι «πειραγμένοι θεατές». Εν ολίγοις μήπως επιτέλους αυτό το καλοκαίρι έφτασε η ώρα να καταλάβουμε πού πάμε γενικώς και να μιλήσουμε για τον στραβό γιαλό.

Εχει ίσως κι αλλού γραφτεί πως κάθε χρόνο στην Επίδαυρο οι Ελληνες ως θεατές κινούμαστε στο επίπεδο της καφενειακής αρχαιογνωσίας. Ανακαλούμε όλες εκείνες τις στρεβλωμένες από το χρόνο αναμνήσεις μας από τη σχολική παιδεία (αυτή την παιδεία που όλοι μας κατηγορούμε), όλα αυτά που κάποτε παπαγαλίσαμε για να πάρουμε ένα απολυτήριο, να μπούμε σε μια υποβαθμισμένη σχολή, για να μας δώσουν «αυτό το ρημάδι το πτυχίο». Στην ταβέρνα, ενώπιον φίλων και αμνών, μετά την παράσταση και με το κύρος διδασκάλου του γένους, μνημονεύουμε τον Αριστοτέλη, ταξινομούμε είδη και συγγραφείς, υπογραμμίζουμε το μέγεθος του τραγικού ήρωος, επικαλούμαστε την όψιν και την σκευήν του αρχαίου δράματος, τη διδασκαλία του.

Ανακαλούμε τη μεγάλη παράδοση των δασκάλων του είδους, που δημιούργησαν τη λεγόμενη χρυσή εποχή του Εθνικού Θεάτρου, για την οποία μιλούμε με τη βεβαιότητα του αυτόπτη μάρτυρα, παρά τη χρονική (και άλλη) απόσταση που μας χωρίζει από αυτήν. Ξεσκολίζουμε τους αγράμματους, τους έως ανθελληνισμού ασεβείς σκηνοθέτες.

Τέλος, γενικεύουμε τις απόψεις μας συνδέοντας το θέμα με την υποτιθέμενη «μανιασμένη επίθεση που δέχεται παγκοσμίως η κλασική αρχαιότητα», καθώς και η «σύζευξη ελληνισμού και χριστιανισμού που… ήταν η μεγαλύτερη επανάσταση στην ανθρώπινη ιστορία, αυτή που διαμόρφωσε τον σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτισμό» – και, συνακολούθως, αποκαλύπτουμε εκείνες τις ύπουλες και συνεχείς επιθέσεις όλων των εχθρών του ελληνισμού, από τους οποίους διασώθηκε ανά τους αιώνες το ελληνοχριστιανικό ιδεώδες.

Καταλήγουμε με βεβαιότητα πως δεν είναι δυνατόν να «παραποιούνται» τα κείμενα όταν παίζονται στην Επίδαυρο. Αν βεβαίως παίζονταν οπουδήποτε αλλού, δηλαδή σε οποιονδήποτε άλλο χώρο, αυτό θα μπορούσε να συζητηθεί αλλά «όχι στην Επίδαυρο». Αλλωστε, «για όποιον έχει στοιχειώδη αρχαιογνωσία και έχει διαβάσει έστω δυο σειρές του Βερνάν, του Νίτσε ή του Ρενάν, αυτά είναι γνωστά: για τους αρχαίους Ελληνες το κοινωνικό και το θρησκευτικό πεδίο ήταν απολύτως συνδεδεμένα. Επομένως, ο βωμός του Διονύσου στην Επίδαυρο είναι σαν το ιερό των δικών μας ναών».

Οθεν και οι οργισμένες αντιδράσεις ορισμένων θεατών, οι οποίοι βλέποντας τους ηθοποιούς στην παράσταση των Περσών του Γκότσεφ να ερμηνεύουν τον ρόλο τους πατώντας τη θυμέλη, τους κάλεσαν με φωνές να κατέβουν αμέσως από εκεί και να παραβούν τις οδηγίες «του γερμανοβούλγαρου σκηνοθέτη».

  • Εκπρόσωποι, έρημοι και απρόσωποι

Αναρωτιέται κανείς κατά πόσο όλες αυτές οι ακραίες διατυπώσεις, που ανακαλούν μια επικίνδυνα ελληνοκεντρική λογική, με ό,τι σημαίνει αυτό στο ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο, γράφονται για να οδηγήσουν τους αναγνώστες στην αποδοχή και στην εδραίωση των απόψεων αυτών, ή αν γράφονται χωρίς να αντιλαμβάνονται οι συντάκτες τους τις ιδεολογικές και πολιτικές επιπτώσεις των απόψεών τους· ή, ακόμη χειρότερα, αν πραγματικά εκφράζουν τη σύγχρονη ελληνική συνείδηση, τον λεγόμενο «μέσο έλληνα θεατή», αν εκφράζουν αυτή την απροσδιόριστη, άγνωστη, «αδιαφοροποίητη ταξικά» ομάδα ανθρώπων που συνυπάρχει μέσα στο θέατρο κατά τη διάρκεια της παράστασης, και η οποία δεν μπορεί να εκφραστεί.

Γι’ αυτό και αναλαμβάνουν τη δράση και το λόγο εκείνοι που θεωρούν εαυτούς εκπροσώπους του «λαϊκού κοινού», κάποιοι που μιλούν εξ ονόματός του ή ακόμη κάποιοι που ξεκινούν τις φωνές εναντίον των βέβηλων και ο «λαός» τούς ακολουθεί.

Υπάρχουν βέβαια και οι άλλοι: εκείνοι που δεν ταράζονται με τις ασεβείς και προκλητικές παραστάσεις, τις αιρετικές και σκεπτόμενες, αλλά με τις βαρετές και αναμενόμενες, τις σεμνότυφες και ψευτοδιανοούμενες.

Οι θεατές που δεν αντιδρούν δυναμικά, αλλά χειροκροτούν άλλοτε λιγότερο, άλλοτε περισσότερο, ίσως μερικές φορές καθόλου.

Αντιμετωπίζουν τα κείμενα σύμφωνα με τα νέα δεδομένα της παγκόσμιας σκηνής, σκεπτόμενοι εάν και πώς μπορούν να αποτελέσουν κατάλληλο υλικό για την πραγματοποίηση ενός θεατρικού σχεδίου ή ακόμη σκέφτονται πως μεγαλύτερο κίνδυνο διατρέχει η παράδοση του κειμένου από τη μουσειακή του χρήση παρά από ριζοσπαστικές μορφές διαχείρισής του, όπως επισημαίνει ο θεωρητικός του θεάτρου Χανς-Τις Λέμαν.

Ολοι εκείνοι που δεν αντιμετωπίζουν ως αυτονόητη την επιλογή ενός έργου, αλλά αναζητούν την εσωτερική λογική, την αιτία που κρύβεται πίσω από την παράσταση και κινεί τους δημιουργούς της να την παρουσιάσουν.

Εκείνοι που αντιμετωπίζουν το θέατρο ως έναν χώρο διαλόγου και ανεκτικότητας, που πηγαίνουν στο θέατρο για να δοκιμάσουν και να αλλάξουν τις βεβαιότητές τους, να ακούσουν και να σκεφτούν, να κάνουν δηλαδή αυτό που πάντα ήταν ζητούμενο από τους θεατές, να συγκροτήσουν το ήρεμο κοινό – το κοινό που κατά τη διάρκεια της παράστασης αλλάζει θέσεις, που ακόμη κι αν δεν φωνάζει συνειδητοποιεί, μαζί με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, πως το θέατρο δεν τελειώνει μέσα στην αίθουσα αλλά εκεί έξω, στην κοινωνία.

Ολοι εκείνοι που τους αρέσουν τα πειραγμένα κείμενα και οι πειραγμένες παραστάσεις οι «πειραγμένοι θεατές», δηλαδή οι σκεπτόμενοι πολίτες. *

1. Ολοι οι χαρακτηρισμοί και οι διατυπώσεις που χρησιμοποιούνται στο κείμενο, με τη μορφή των εντός εισαγωγικών παραθεμάτων, προέρχονται από ενυπόγραφα κείμενα που δημοσιεύτηκαν σε έγκυρες εφημερίδες της πρωτεύουσας, στο μικρό χρονικό διάστημα που ακολούθησε τις παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου στην Επίδαυρο, δηλαδή στο διάστημα από τις 2 ώς τις 20 Αυγούστου 2009. Για λόγους οικονομίας χώρου δεν περιλαμβάνω τις πλήρεις παραπομπές τους. Ελπίζω, ωστόσο, ότι θα επανέλθω στο ίδιο θέμα σε εκτενέστερο και πληρέστερο δημοσίευμα.

Οι ηθοποιοί μπαίνουν στο μουσείο

Έκθεση αφιερωμένη στον Δ. Χορν
Με υψηλή ποιότητα

Ο κόσμος του Δημήτρη Χορν, γεμάτος ευγένεια, καλλιέργεια και ταλέντο, μας θυμίζει ακόμη τι σημαίνει «μεγάλος ηθοποιός». Την ερχόμενη Τρίτη, εγκαινιάζεται στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης μεγάλη έκθεση αφιερωμένη στη ζωή και το έργο του ηθοποιού, δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του. Το καμαρίνι του, κοστούμια από παραστάσεις, φωτογραφίες, οπτικοακουστικό υλικό και προσωπικά αντικείμενα θα συνθέτουν ένα θεατρικό και κινηματογραφικό περιβάλλον υψηλής ποιότητας, με πολλές πληροφορίες αλλά και μεγάλο συμβολισμό.

Ο Δημήτρης Χορν με τη Βέρα Ζαβιτσιάνου στη θεατρική επιτυχία «Μαθήματα Γάμου» του Λέσλι Στίβενς, που παρουσιάστηκε στην Αθήνα το 1960.

Η προσωπικότητά τους, το υποκριτικό τους στίγμα και το ύφος τους αποτελούν αντικείμενο μελέτης, ιστορίας και μνήμης

Tης Όλγας Σελλά, Η Καθημερινή, Σάββατο, 22 Nοεμβρίου 2008

Προηγήθηκε η έκθεση από τη θεατρική διαδρομή του Κάρολου Κουν, στο Μουσείο Μπενάκη, με αφορμή την επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννησή του. Ακολούθησε, σχεδόν παράλληλα, μια έκθεση με αντικείμενα από τον θεατρικό κόσμο της Αλίκης Βουγιουκλάκη στην «Αθηναΐδα» και την ερχόμενη Τρίτη, 25 Νοεμβρίου, εγκαινιάζεται στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης μια μεγάλη έκθεση αφιερωμένη στη ζωή και το έργο του Δημήτρη Χορν, με αφορμή τα 10 χρόνια από τον θάνατό του. Στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης θα στηθεί το καμαρίνι του (δάνειο από το Θεατρικό Μουσείο), κοστούμια από παραστάσεις του, πολλές φωτογραφίες και προσωπικά του αντικείμενα. Η προβολή του ντοκιμαντέρ από το τηλεοπτικό «Παρασκήνιο» και οι ραδιοφωνικοί θεατρικοί του ρόλοι θα είναι στη διάθεση του κοινού, όσων τον είδαν στη σκηνή, κι όσων δεν τον πρόλαβαν. Τη μουσειογραφική επιμέλεια έχει ο Σταμάτης Ζάννος και την επιμέλεια των κειμένων ο Κώστας Γεωργουσόπουλος. Η έκθεση (θα διαρκέσει μέχρι 1/2/09) συνοδεύεται από μια πλούσια και φροντισμένη έκδοση. Τρεις διαδοχικές εκθέσεις που φανερώνουν μια νέα ματιά στην ιστορία του θεάτρου, αλλά και στην ιστορία των πρωταγωνιστών του, με εντελώς διαφορετικό πλαίσιο από τις πολλές τιμητικές εκδηλώσεις που έχουν διοργανωθεί κατά καιρούς από μεγαλύτερους ή μικρότερους φορείς. Οι ηθοποιοί, λοιπόν, μπαίνουν στο μουσείο, που σημαίνει ότι αντιμετωπίζονται ως μέρος της έρευνας και της ιστορίας, ότι αποτελούν οι ίδιοι, το υποκριτικό τους στίγμα και το ύφος τους, αντικείμενο μελέτης, ιστορίας και μνήμης. Μια τάση η οποία δηλώνει ότι αρχίζει να διαφοροποιείται η λειτουργία της ιστορικής μνήμης στο θέατρο.

  • Η μελέτη των ηθοποιών

«Υπάρχει μια στροφή προς τη μελέτη της ιστορίας του θεάτρου, όχι του θεατρικού κειμένου», λέει στην «Κ» ο θεατρολόγος και αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, Πλάτων Μαυρομούστακος. «Ο ηθοποιός δεν έχει τη δυνατότητα να επαναλάβει τον ρόλο του, όπως ο σκηνογράφος ή ο συγγραφέας. Ετσι, η ιστορία του θεάτρου λίγο μιλάει για τους ηθοποιούς, κι εδώ υπάρχει μεγάλη αδικία. Στην πραγματικότητα, η ιστορία του θεάτρου, ενώ δίνει θέση στην παρουσία του ηθοποιού, συχνά δυσκολεύεται να προσεγγίσει τις αλλαγές του επαγγέλματος πάνω στη σκηνή. Οι αλλαγές στον τρόπο της δουλειάς τους συχνά δεν είναι ορατές και θέλουν μεγάλη διάρκεια για να τις συνειδητοποίησουμε. Η θεατρολογία πράγματι έχει επίκεντρο τη θεατρική πράξη, επομένως ίσως υπάρχει μια συνειδητοποίηση της ιστορίας του θεάτρου. Θέλω να πιστεύω ότι όλη αυτή η κίνηση εδράζεται στην εδραίωση των θεατρικών σπουδών. Στην περίπτωση της έκθεσης του Κουν, ασφαλώς αυτή ήταν η ιδέα. Ο Κάρολος Κουν είναι ένα φαινόμενο μοναδικό, από τον οποίο, το σημερινό θέατρο έχει να διδαχθεί πολλά. Κυρίως στην αντίληψη που θέλει το θέατρο ως κοινωνική αποστολή. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να εξάρουμε το έργο του Γιάννη Σιδέρη, που συνέλαβε από νωρίς, το 1938, την ανάγκη ύπαρξης ενός μουσείου για το θέατρο». Ενα μουσείο, του οποίου η ουσιαστική λειτουργία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη σήμερα, που οι ηθοποιοί διεκδικούν την προβολή της δικής τους ιστορίας.

  • Η εποχή της Αλίκης περνά από τον μύθο στην ιστορία

Διαρκές και ιδιαίτερο φαινόμενο στο χώρο του θεάτρου, η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Την περασμένη Κυριακή ολοκληρώθηκε στον Πολυχώρο «Αθηναΐς» μια μεγάλη έκθεση με σαράντα κοστούμια από θεατρικές παραστάσεις και ταινίες, με φωτογραφίες από κινηματογραφικούς ή θεατρικούς ρόλους και έντονη ατμόσφαιρα από τη λαμπρότητα του κόσμου της (προσωπικά αντικείμενα από το καμαρίνι της κ.λπ.).

Τρεις άνθρωποι είχαν την ευθύνη γι’ αυτή την πρώτη έκθεση με υλικά στοιχεία από τη θεατρική διαδρομή: η Αθηνά Λυγερού, ο Μιχάλης Νομικός και ο συλλέκτης Δημήτρης Μανιάτης. Οι τρεις κατέχουν πλέον αυτό το υλικό, έπειτα από παραχώρηση από τον Γιάννη Παπαμιχαήλ, και στα άμεσα μελλοντικά τους σχέδια είναι να περιοδεύσει η έκθεση σε πόλεις της Ελλάδας και στην Κύπρο. Βασικό όμως και κύριο μέλημά τους είναι να βρεθεί ένας σταθερός και μόνιμος χώρος για τη φύλαξη και την έκθεση αυτού του υλικού, το οποίο ενδεχομένως διαρκώς θα εμπλουτίζεται, όπως συμβαίνει με όλες τις συλλογές και τα αρχεία.

Μια ακόμη εποχή, η εποχή της Αλίκης Βουγιουκλάκη, δεν εντάσσεται μόνο στον χώρο του μύθου, αλλά και της ιστορίας του θεάτρου.