Category Archives: Μαυριτσάκης Γιάννης

Θεατρικό έργο made in Greece

Ενάμιση μήνα μετά την έναρξη της σεζόν, 80 ελληνικά έργα έχουν ανέβει στα αθηναϊκά θέατρα

Θεατρικό ργο made in Greece

«Χωρίς ελληνικό έργο δεν υπάρχει ελληνικό θέατρο», έλεγε ο Κάρολος Κουν. Ετσι, έπειτα από μια μακρά περίοδο (από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 έως τις αρχές του 2000) θεατρικής συγγραφικής νηνεμίας ή και βαλτώματος, έχουμε φτάσει τα τελευταία πέντε χρόνια να μιλάμε για σαφή άνοδο της μετοχής του ελληνικού έργου στο θεατρικό χρηματιστήριο.

Αποκορύφωμα η φετινή σεζόν, όπου ήδη, ενάμιση μόλις μήνα από την έναρξή της, μετράμε περί τα 80 ελληνικά έργα στα αθηναϊκά θέατρα. Πρόκειται για άλλη μία πολιτιστική φούσκα; Για συγγραφικό φασόν ή κειμενική υψηλή ραπτική; Ο χρόνος θα δείξει. Προς το παρόν, η παραγωγή σύγχρονου ελληνικού έργου αναπτύσσεται ευθέως ανάλογα με τη συνεχή αύξηση των παραγωγών της θεατρικής μας σκηνής.

Εργο από τον τόπο σου…
Μπορούμε, επομένως, να μιλάμε σήμερα για σύγχρονο ελληνικό θεατρικό έργο; «Νομίζω πως μπορούμε να αρχίσουμε να μιλάμε. Είναι, βέβαια, νωρίς ακόμα για να ολοκληρώσουμε οποιαδήποτε κατηγοριοποίηση χωρίς να είμαστε επιπόλαιοι», λέει η Λένα Διβάνη. «Το ζητούμενο δεν πρέπει να είναι τόσο η συγχρονία όσο η διαχρονία. Το έργο εκείνο που δεν τρέχει απλώς πίσω από ή έστω συμβαδίζει με τον καιρό του, αλλά εκείνο που ανοίγει τον καιρό του στη μνήμη του παρελθόντος και στην προοπτική του μέλλοντος. Δεν είναι και τρομερά δύσκολο, ο Τσέχοφ, ας πούμε, το κατάφερε μια χαρά», παρατηρεί ο Βασίλης Κατσικονούρης. «Για κάθε κοινωνική στιγμή υπάρχει και ο θεατρικός λόγος που την αντανακλά. Η ελληνική κοινωνία έχει καθηλωθεί από το χυδαίο τηλεοπτικό ‘’mainstream’’ και ο συγγραφέας σαν να πρέπει να ‘’εξοριστεί’’, να βρει τη θεματολογία του στις παρυφές της Ελλάδας (μετανάστες, τουρίστες) για να βρει την ελληνική ψυχή. Το ζήτημα, λοιπόν, για εμένα είναι πώς επιλέγονται τα συγκεκριμένα έργα που παίζονται στις διάφορες θεατρικές σκηνές. Δεν αποκλείεται δυνατά έργα να βρίσκονται στα συρτάρια των συγγραφέων», τονίζει ο Αντώνης Νικολής. «Επίσης, είναι πολύ βασικό το πώς ένα σύγχρονο έργο κρίνεται από τους συγχρόνους του. Γιατί οι σύγχρονοι έχουμε μια αμφιθυμική σχέση με το σύγχρονο: στο κλασικό αναζητούμε το σύγχρονο αλλά όταν εκφράζεται το σύγχρονο μέσα από ένα νέο έργο, δημιουργείται κατευθείαν ένα πρόβλημα. Το αντιμετωπίζουμε όλοι σαν να είμαστε συγγραφείς. Σαν το σύγχρονο έργο να είναι ένας ρεφενές συγγραφικός. Μάλλον η χρονική απόσταση βοηθά στη μυθοπλασία», προσθέτει ο Ακύλλας Καραζήσης.

Ποιες είναι, όμως, άραγε οι αφετηρίες έμπνευσης των θεατρικών μας συγγραφέων; «Η πείνα και η δίψα για ζωή και η ακύρωσή της. Μιλάμε για μεγάλο δράμα», παραδέχεται ο Βασίλης Κατσικονούρης. «Κοιτάζω γύρω μου και η έμπνευσή μου ορίζεται από το πώς διαθλάται ο κόσμος μέσα μου», λέει ο Γιάννης Μαυριτσάκης. «Πρόκειται για την ανάγκη κοινοποίησης κάτι πολύ προσωπικού -όχι με μια ανάγκη ψυχοθεραπευτική ή έκθεσης του εσωτερικού μου κόσμου- αλλά για την ανάγκη να μιλήσω με πολιτικούς όρους για το χώρο μου, για αυτό που ζω, που εμπεριέχει και την κριτική αντιπαράθεση με το βίωμα αυτό καθαυτό», υπογραμμίζει ο Ακύλλας Καραζήσης.

…κι ας είναι παραμελημένο
Παρ’ όλη την αύξηση σύγχρονων ελληνικών έργων στο σανίδι η Πολιτεία μοιάζει ανδρανής. «Εν αρχή ην η τρέλα. Αυτή θα μας σώσει. Το κράτος δεν μπορεί να σώσει τον εαυτό του – δεν το βλέπετε που διαλύεται;», διερωτάται φωναχτά η Λένα Διβάνη. «Σίγουρα η τρέλα και το ψώνιο της ελληνικής Πολιτείας βοηθάει κάθε συγγραφέα, όσον αφορά τουλάχιστον την έμπνευσή του», παρατηρεί σκωπτικά ο Βασίλης Κατσικονούρης. «Δεν υπάρχει πουθενά το ΥΠΠΟ για τους νέους συγγραφείς. Θα ήταν ευχής έργο να υπάρχει ένας θεσμός που θα βοηθούσε το ελληνικό έργο να βγει και εκτός συνόρων», εύχεται ο Γιάννης Μαυριτσάκης. «Το ΥΠΠΟ είναι απόν σε ό,τι αφορά τους συγγραφείς. Ενώ διαμορφώνει τη θεατρική αγορά με τις επιχορηγήσεις του επιτρέποντας σε περίπου πενήντα ανθρώπους να είναι επαγγελματίες σκηνοθέτες, δεν κάνει κάτι αντίστοιχο και με τους θεατρικούς συγγραφείς», τονίζει ο Αντώνης Νικολής. Ο Ακύλλας Καραζήσης θέτει και μία άλλη παράμετρο: «Είναι βασικό οι κοινωνικές ομάδες που σχετίζονται με τη συγγραφή -θίασοι, λογοτέχνες, θεσμικά όργανα της Πολιτείας, οι εφημερίδες- να στηρίζουν το ελληνικό έργο. Και δεν εννοώ τόσο την οικονομική στήριξη αλλά τη στήριξη με την έννοια της συζήτησης, χωρίς να αποκλείσουμε και τη σύγκρουση».

Εδώ, λοιπόν, στην Ελλάδα το ελληνικό έργο καλά κρατεί προς το παρόν. Μπορεί όμως να εξαχθεί και στο εξωτερικό; «Φυσικά – ειδικά άμα σκεφτούμε τι έχουμε κάνει κατά καιρούς εισαγωγή!», αποκρίνεται η Λένα Διβάνη. «Οταν ένα έργο είναι πραγματικά καλό, λειτουργεί σε κάθε τόπο και χρόνο γιατί λειτουργεί αυτόματα στο συλλογικό υποσυνείδητο των ανθρώπων. Είμαστε, επομένως, εμείς οι συγγραφείς εργολάβοι του παγκόσμιου συλλογικού υποσυνείδητου. Αν φτάσουμε να γράφουμε καλά έργα -τα οποία γίνονται σχεδόν συμπτωματικά- θα είναι και εξαγώγιμα και όχι μόνο τοπικού ενδιαφέροντος», τονίζει ο Αντώνης Νικολής. «Οταν οι μητροπολιτικές εστίες του οικονομικού, πολιτικού αλλά και πολιτιστικού ιμπεριαλισμού (Λονδίνο, Βερολίνο, Παρίσι, Νέα Υόρκη) έχουν να δείξουν μια συνεχή ροή παραγωγής σύγχρονων έργων, το ζητούμενο είναι πώς χειραφετημένα θα συνομιλήσουμε με αυτούς τους πολιτισμούς και πώς θα προστατευθούμε από τη δύναμη της επιβολής της γλώσσας τους σε παγκόσμιο επίπεδο», παρατηρεί ο Ακύλλας Καραζήσης.

Πες το με έναν τίτλο

Αν το σύγχρονο ελληνικό έργο ήταν βιβλίο, τι τίτλο θα του έδιναν οι συγγραφείς; «“Ενα παιδί μετράει τ’ άστρα” (γιατί τώρα η αξιολόγηση γίνεται συνοπτικά με αστεράκια…)», κατά τη Λένα Διβάνη. Ο Βασίλης Κατσικονούρης θα του έδινε τον τίτλο του βιβλίου του Σωτήρη Δημητρίου «Η βραδυπορία του καλού», ενώ ο Γιάννης Μαυριτσάκης θα το τιτλοφορούσε «Ξανά προς τη δόξα τραβά…», ο Αντώνης Νικολής «Η διαμαρτυρημένη αυτογνωσία» και ο Ακύλλας Καραζήσης θα προσέθετε το σχόλιο: «Ελληνικό ναι, αλλά με ποιους όρους;».

«Οι συγγραφείς και τα έργα τους είναι αξίες. Από τη στιγμή που στην εποχή μας κλυδωνίζονται οι αξίες, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι επιλέγονται και τα καλύτερα έργα. Οι συγγραφείς είμαστε έρμαια δέκα σκηνοθετών και παραγωγών. Μόνο η τηλεόραση τελικά μπορεί να σε κάνει επαγγελματία θεατρικό συγγραφέα…»
Αντωνης Νικολης Συγγραφεας

«Η θεματολογία μου είναι νομίζω η ίδια που στοιχειώνει και την πεζογραφική μου δουλειά. Το περιβάλλον που μας καθορίζει ασφυκτικά, η υπαγορευμένη και ως εκ τούτου παραλυτική ατομικότητα, τα κλισέ που ομογενοποιούν τη συμπεριφορά μας έως καρικατουρικής γελοιότητος…»
Λενα Διβανη Συγγραφεας

«Ενας θεατρικός συγγραφέας μπορεί να ψωμιστεί από τη δουλειά του μόνο όταν υπάρχουν θεατές, που κάποτε άγγιξαν την ψυχή τους και τιμούν το γεγονός αυτό ως σχέση και όχι ως στιγμιαία κατανάλωση αισθημάτων. Αλλιώς και οι καημένοι οι συγγραφείς το ρίχνουν στην τηλεόραση, ή έστω οι πιο αξιοπρεπείς γίνονται συνοδοί ηλικιωμένων ευκατάστατων Αμερικανίδων».
Βασιλης Κατσικονουρης Συγγραφεας

«Αν τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 το θεατρικό έργο ήταν κυρίως πολιτικό λόγω των τότε μεγάλων πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων, σήμερα δεν βλέπω κάτι ανάλογο. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεματολογία»

Γιαννης Μαυριτσακης Συγγραφεας

«Ισως η πραγματικότητα να είναι μια μυθοπλασία που εξωραΐζουμε μες στο μυαλό μας. Ισως, η συγγραφή να είναι το σημείο όπου συναντιέται το παρελθόν με το μέλλον μέσα
από την παροντικότητά μας»

Ακύλλας Καραζησης, Ηθοποιος, σκηνοθετης, συγγραφεας

info
• «Το γάλα» του Β. Κατσικονούρη, Βασιλάκου (Πλαταιών & Πρ. Δανιήλ, Μεταξουργείο, τηλ. 210-3467735).
• «Καλιφόρνια Ντρίμιν» του Β. Κατσικονούρη, Χυτήριο (Ιερά Οδός 44, τηλ. 210-3412313).
• «Wolfgang» του Γ. Μαυριτσάκη, Εθνικό – Σύγχρονο Θέατρο (Ευμολπιδών 41, Γκάζι, τηλ. 210-3455020).
• «Λισαβόνα» του Α. Νικολή, Στοά (Μπισκίνη 55, 210-7702830. Φεβρουάριος 2009).
• «Ο χορός της μοναχικής καρδιάς: Cannabis Indicae / Patria Greca» του Α. Καραζήση, Εθνικό – Σύγχρονο Θέατρο (από 21/02/09).

• «Μεταβατικό στάδιο» της Λ. Διβάνη, Εθνικό Θέατρο– Αναλόγια (άνοιξη 2009).

ΜΠΛΑΤΣΟΥ ΙΩΑΝΝΑ, Ελεύθερος Τύπος, Κυριακή, 14.12.08

Στην άκρη της γλώσσας


«WOLFGANG» ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΙΤΣΑΚΗ ΣΤΗ ΝΕΑ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΣΕ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΥ / ΗΘΟΠΟΙΟΙ: ΛΟΥΚΙΑ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ

Του Λέανδρου ΠΟΛΕΝΑΚΗ, Η Αυγή, 23/11/2008

O «Wolfgang» του Γιάννη Μαυριτσάκη βασίζεται στη γνωστή ιστορία που συντάραξε πρόσφατα τη Βιέννη, όταν η τότε 18χρονη Νατάσα Κάμπους κατάφερε ν’ αποδράσει μετά από οκτώ χρόνια αιχμαλωσίας, έγκλειστη σ’ ένα υπόγειο κελί. Ο απαγωγέας της, 40χρονος Wolfgang αυτοκτόνησε, ενώ η ίδια δήλωνε στους δημοσιογράφους: «ήταν μέρος της ζωής μου και κατά κάποιο τρόπο θρηνώ για αυτόν».

Μια επιπόλαιη ανάγνωση θα κατέτασσε ίσως το έργο στο είδος θέατρο – ντοκουμέντο. Ο Μαυριτσάκης όμως, δεν περιορίζεται στην απλή καταγραφή των αληθινών γεγονότων, αλλά ιχνογραφεί την αφώτιστη, σκοτεινή πλευρά τους. Κατορθώνει να αποσπάσει την ιστορία του απ’ τα πραγματικά της πλαίσια και να την αναγορεύσει σε αυθεντικό έργο τέχνης, που ανοίγεται μάλιστα σε γόνιμο διάλογο με τον Άμλετ του Σαίξπηρ.

Κάτω απ’ το πρίσμα του κρίσιμου αμλετικού ερωτήματος, «να ζεις ή  να μη ζεις», ο Μαυριτσάκης επαναπροσδιορίζει τις έννοιες, ελευθερία, ζωή, θάνατος, φως και σκότος, αθωότητα, ενοχή, αμαρτία και τιμωρία, για να φθάσει σε μια «ψυχανάλυση» του σύγχρονου, διαφωτισμένου ανθρώπου της εποχής μας, με τη συνείδησή του αναδιπλωμένη, σκιώδη και κλειστή, παρά τις αντίθετες διακηρύξεις. Ο Wolfgang του, όπως ο Άμλετ, αδυνατεί να σκοτώσει συμβολικά τον «πατέρα» και να περάσει απέναντι, στην ανδρική του υπόσταση και ταυτότητα. Αντί για αυτό, φυλακίζει το αγαπώμενο, κυρίαρχο θήλυ, την εν δυνάμει γυναίκα Οφηλία – Fabienne (μια εικόνα μητρική) σ’ ένα υπόγειο άντρο σκοτεινό, για να την προστατεύσει (από τη ζωή), για να την εξουσιάζει, για να την έχει πάντα «δική του» και για να μείνει «καθαρή». Όταν εκείνη δραπετεύει στο φως και στον πόνο του υπάρχειν «έτσι» ως ον με ανεπτυγμένη, αυτόνομη, ανοιχτή στον κόσμο συνείδηση, όταν αναδύεται ολόκληρη μετά το μυητικό της ταξίδι στο  σπήλαιο του Άδη, ο Wolfgang επιλέγει τον αντίθετο δρόμο. «Σβήνει» εντελώς τη συνείδησή του και ακολουθεί τυφλά το φάντασμα του πατέρα στα σκοτεινά του βασίλεια.

Αυτή, πιστεύω, είναι η βαθύτερη ratio του έργου, να ξαναδώσει τον λόγο στη χαμένη θηλυκή persona, κάνοντας να «μιλήσει» η αμίλητη ως τώρα εικόνα μιας Οφηλίας.

Ένα έργο σπουδαίο, που αρθρώνει γλώσσα οικουμενική και διακινδυνεύω την πρόβλεψη ότι θα κάνει μεγάλη καριέρα στο εξωτερικό.

Η σκηνοθεσία της Κατερίνας Ευαγγελάτου με το Εθνικό Θέατρο (Νέα Σκηνή), το ίδιο σπουδαία, κατορθώνει να ισορροπήσει τα διαφορετικά λειτουργικά και δομικά στοιχεία του έργου. Το συμβολικό, το φανταστικό, το ρεαλιστικό και τ’ ονειρικό, δένουν μεταξύ τους. Το ύφος της παράστασης είναι ηθελημένα αιχμηρό, σχεδόν επιθετικό. Τα σκηνικά – κοστούμια του Κωνσταντίνου Ζαμάνη και η μισή ατμόσφαιρα, η μουσική του Σ. Γασπαράτου και οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα, η άλλη μισή. Οι χαρακτήρες πλάθονται άνθρωποι αυθεντικοί, από λάσπη και ουρανό, δεν θυμίζουν μετουσιωμένα σύμβολα.

Η πολύ προικισμένη Λουκία Μιχαλοπούλου (Faebienne), βγάζει το μέσα – έξω, συνομιλεί «στην άκρη της γλώσσας» και στα σύνορα του άρρητου, με το «de profundis» της γυναικείας υπόστασής της, «τα δίνει όλα». Ο ταλαντούχος Βασίλης Ανδρέου (Wolfgang) εναλλάσσει θαυμαστά τους τόνους ψυχρό – θερμό, κλιμακώνει, χτίζει έναν ακέραιο ραγισμένο ρόλο. Ο Μάνος Βακούσης (φάντασμα του πατέρα – κοσμηματοπώλης – θάνατος), έχει όπως πάντα έξοχους, παγωμένους ρυθμούς, καρφώνοντας τους δύο του ρόλους με κρότους ανήκουστους. Ο Σωτήρης Τσιακομίδης (γείτονας), χωρά το μεγάλο στο μικρό. Η Μαρία Ζορμπά δίνει τη «μητέρα» εγχάρακτη και η Σεραφίτα Γρηγοριάδου τη «γυναίκα» απτή. Ο Νικόλας Αγγελής (φίλος) έχει ουσία.

***

«Το ημέρωμα της στρίγκλας», μια σαιξπηρική κωμωδία βυθισμένη στη γλώσσα, είναι ολόκληρη ένα «θέατρο μέσα στο θέατρο» τόσο αποστασιοποιημένη από το θέμα της, ώστε μπορεί να δώσει λαβή σε μια παράσταση που θα ονομάζαμε σήμερα μπρεχτική. Αντ’ αυτού είδαμε, με το Εθνικό Θέατρο (Κεντρική Σκηνή), μια εκδοχή – παρωδία της «Στρίγκλας» αφυδατωμένη από ποίηση, εξεζητημένη, γκροτέσκα, που θύμιζε περισσότερο χονδροειδή φάρσα (απόδοση και σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη). Ένα παράδειγμα θα χρησιμοποιήσω. Στη σκηνή της εμφάνισης του Πετρούκιου ντυμένου γαμπρού αλλοπρόσαλλα, δεν πρέπει να βγάζει γέλιο η εικόνα του που βλέπουμε, αλλά εκείνη που ακούμε, η σπαρταριστή περιγραφή του από ένα μικρό παιδί που προηγήθηκε και την αναγγέλλει. Η σκηνοθεσία δεν το κατάλαβε αυτό και τον έβγαλε στη σκηνή με γυναικείο νυχτικό (άσχετο τελείως με την περιγραφή του), για να γελάσουμε! Δεν γελάσαμε καθόλου, μας έπιασε μάλλον θλίψη.

Σώθηκε στην παράσταση μόνο η διαρκώς διαπορούσα, μπρεχτικά, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.

«Wolfgang» – Σύγχρονο Θέατρο Αθηνών – Εθνικό Θέατρο


Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 15/11/2008

Πόσο σχετίζεται το έργο του Γιάννη Μαυριτσάκη με τη φρικτή ιστορία εγκλεισμού της δεκάχρονης Νατάσας Κάμπους από τον τριαντάχρονο Βόλφγκανγκ Πρίκλοπιλ στο υπόγειο του σπιτιού του, για οκτώ χρόνια; Αδιάφορο. Η σχέση με την ιστορία που συγκλόνισε την επικαιρότητα πριν από λίγο καιρό δεν είναι βέβαια συμπτωματική, είναι όμως, ευτυχώς, προσχηματική: μετά την παράσταση του Εθνικού, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι ο Μαυριτσάκης θα έγραφε κάποτε το ίδιο έργο, έστω και με άλλα ονόματα.

Ο Βασίλης Ανδρέου και η Λουκία Μιχαλοπούλου στην παράσταση που έστησε η Κατερίνα Ευαγγελάτου

Εκείνο που πρέπει να μας απασχολεί είναι από πού πηγάζει η γοητεία του: η κεντρική ιδέα, για παράδειγμα, δεν φαίνεται διόλου πρωτότυπη. Από το «Σχολείο γυναικών» μέχρι τον «Συλλέκτη» ανιχνεύουμε πάνω κάτω τα ίδια στοιχεία. Ούτε βέβαια είναι καινοφανής η θέα του κακού. Πέρυσι κιόλας στα Εξάρχεια ο «Καυτός Πάγος» παρουσίαζε έναν χειρότερο δαίμονα. Μετά τον Κολτές, κάθε σύγκριση ως προς το ύφος περιττεύει· και όσοι στρέφονται στο εξωτερικό έχουν την εντύπωση πως δεν απομένουν πολλά που δεν τα έχουν ξανακούσει, μεταφρασμένα από τα αγγλικά, τα γαλλικά ή τα γερμανικά στη γλώσσα μας.

Και όμως, ο ενθουσιασμός διαρκεί. Δεν είναι μόνο που στο Εθνικό γινόμαστε μάρτυρες ενός έργου που φέρνει τη δραματουργία μας κοντά στις πιο ενδιαφέρουσες φωνές διεθνώς, αίροντας το δίλημμα περί ελληνικότητας. Ο λόγος βρίσκεται αλλού. Στο ότι ο «Wolfgang» του Γιάννη Μαυριτσάκη είναι -τολμά και έχει τις δυνατότητες να είναι- μια ρομαντική ιστορία αγάπης.

Θα μπορούσε να παρατηρήσει κάποιος πως το μέγιστο ελάττωμα του έργου αποτελεί το κύριο πλεονέκτημά του. Ο Μαυριτσάκης περνά έξυπνα ανάμεσα από τη Σκύλλα της αναπαράστασης του γεγονότος και τη Χάρυβδη της ερμηνείας του. Αποφεύγει τα μεγάλα λάθη, διατρέχει όμως τον κίνδυνο να μείνει στο τέλος με άδεια χέρια. Πράγματι, ένα φάντασμα πατέρα, μια συμπλεγματική οικογένεια και ένας διαστροφικός μισογυνισμός δυσκολεύονται να διαγράψουν το υπόβαθρο της ψυχολογικής ανισορροπίας του Βόλφγκανγκ. Δεν είναι όμως αυτός ο στόχος. Ο Μαυριτσάκης δεν θέλει να αναλύσει, αλλά να περιγράψει τη διαστροφή του Βόλφγκανγκ, σαν προσπάθεια καθήλωσης του γυναικείου σώματος στο σώμα της παιδικής αγνότητας, σαν αναίρεση της λαγνείας και της φθοράς του. Είναι αυτή η δική του αίρεση απόλυτου έρωτα. Ο Βόλφγκανγκ, θέλοντας την οκτάχρονη Φαμπιέν σαν ένα διαρκές είναι, εξοντώνει το γίγνεσθαι, την εξέλιξη της φύσης της. Θα μπορούσε να είναι ένας καλλιτέχνης, αν δεν ήταν εγκληματίας.

Ο Βόλφγκανγκ, χωρίς να είναι αθώος, μοιάζει απενοχοποιημένος. Πρώτα γιατί τον ελέγχει ο δαίμονας του σαστισμένου μυαλού. Επειτα γιατί τον ελέγχει ο δαίμονας του έρωτα. Πρέπει να καταλάβουμε πως ο «πόλεμος» που επικαλείται είναι αληθινός. Και ότι είναι πράγματι το υπόγειο του σπιτιού του ένα καταφύγιο. Από αυτό το καταφύγιο θα δραπετεύσει η Φαμπιέν στο τέλος, πολύ εύκολα, πολύ ήσυχα και πολύ φυσικά. Οι αλυσίδες της αφορούν όχι την εξωτερική αλλά την εσωτερική της ελευθερία.

Τη δουλειά της Κατερίνας Ευαγγελάτου στο νεο-εξπρεσιονιστικό ύφος θα τη ζήλευαν ώριμοι σκηνοθέτες, όχι μόνο του ελληνικού θεάτρου. Δίδαξε ένα καθαρό θέατρο που απεγκλωβίζει τη βία από την απεικόνισή της. Έχοντας για σύμμαχο την πύκνωση του χώρου από τον Κωνσταντίνο Ζαμάνη, κατάφερε να στήσει ένα απαιτητικό έργο, με κοφτές αλλαγές και εναλλασσόμενους χώρους.

Το ρομαντικό πορτρέτο του Βόλφγκανγκ από τον Βασίλη Ανδρέου δείχνει την άβυσσο και οδηγεί στην τελική πυρπόληση-ανάληψη. Αφαιρετική, αλλά συγκριτικά αδύναμη η ερμηνεία της Φαμπιέν από τη Λουκία Μιχαλοπούλου. Οι άλλοι ηθοποιοί (Μάνος Βακούσης, Μαρία Ζορμπά, Σωτήρης Τσακομίδης, Νικόλας Αγγελής και Σεραφίτα Γρηγοριάδου) μεταφέρουν την ανθρώπινη ενοχή που διαχέεται ακτινωτά: είτε γνωρίζουν το έγκλημα είτε θα έπρεπε να το γνωρίζουν. *