Category Archives: Μαυρίκιος Δημήτρης

Κατάχρηση εξουσίας

Σαράντα δύο χρόνια την είχε στο συρτάρι του τη «Φρεναπάτη» του Πιέρ Κορνέιγ ο Δημήτρης Μαυρίκιος. Διάβασε το έργο, το αγάπησε, ολοκλήρωσε την έμμετρη μετάφρασή του. Εφτασε η στιγμή να το ανεβάσει και στο θέατρο. Το ιδιαίτερο κείμενο του γαλλικού κλασικισμού κάνει πρεμιέρα στις 20 του μηνός στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου με βασικούς ερμηνευτές τους Χρήστο Λούλη, Εύα Κοταμανίδου, Εμιλυ Κολιανδρή, Γιάννη Βογιατζή, Γιώργο Γάλλο, Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη κ.ά.

«Το αγάπησα σε πολύ τρυφερή ηλικία αυτό το έργο. Σ’ ένα φλεγόμενο Παρίσι, τον Μάη του ’68! Στο μάθημα θεατρολογίας του Ντορτ πρωτάκουσα για τη «Φρεναπάτη», η οποία ταίριαξε απόλυτα με την αγαπημένη μου τότε κραυγή του Αντρέ Ζιντ «Οικογένειες, σας μισώ»! Ηταν για μένα ένα είδος μυστικού συνθήματος. Ισως επειδή είχα μια σχέση λατρείας με τους γονείς μου και συνειδητοποιούσα τι θα έχανα αν μου είχαν αρνηθεί να ασχοληθώ μ’ αυτό που αγαπούσα -όπως συμβαίνει με τον πρωταγωνιστή του έργου Κλίνδορα», λέει ο σκηνοθέτης.

Τι τόσο γοητευτικό, όμως, έχει αυτό το κείμενο; «Κατ’ αρχάς το γεγονός ότι ένας ευαίσθητος μάγος υπερασπίζεται την τέχνη του θεάτρου απέναντι σ’ έναν… σκληρόκαρδο γονιό. Το παραμύθι, ο έρωτας -άλλοτε απολλώνιος κι άλλοτε διονυσιακός- η δίψα για ελευθερία, ο αντικομφορμισμός, η εξέγερση ενάντια στη γονική εξουσία, όλα αυτά με θέλγουν στη «Φρεναπάτη»».

Η αλήθεια, πάντως, είναι πως ο Κορνέιγ διαπραγματεύεται με μαεστρία διάφορα ζητήματα (το ερωτικό παιχνίδι, την περιπέτεια, τα όρια της πραγματικότητας με την ψευδαίσθηση). Κυρίως, όμως, στέκεται στις σχέσεις γονιών – παιδιών: Στο επίκεντρο μια συγκεντρωτική, συντηρητική και αυταρχική μητέρα που με τη στάση της εξώθησε το γιο της στη φυγή. Συγχρόνως, επειδή ανησυχεί, καταφεύγει σ’ έναν διάσημο μάγο για να τον βρει. Εκείνος της διηγείται την τυχοδιωκτική του ζωή, τις περιπέτειες που τον φέρνουν κοντά στο θάνατο αλλά και το γεγονός ότι πλέον είναι αφιερωμένος στο θέατρο.

  • Ολέθριος ρόλος

«Ο Κορνέιγ παρουσιάζει ένα γονιό που στενοχωριέται τόσο με την είδηση ότι το παιδί του πέθανε, όσο και με το ότι έγινε ηθοποιός!», λέει ο Δημήτρης Μαυρίκιος. «Βέβαια, το 1635 είχες να πείσεις πολύ κόσμο ότι το θέατρο δεν είναι πράμα του σατανά. Από αυτή τη μεσαιωνική «θεατροφοβία» όλο και κάποιο κατάλοιπο φωλιάζει μέσα μας. Αρκεί να σκεφτούμε την αρνητική σημασία που συχνά έχουν οι λέξεις «θεατρίνος», «σκηνοθεσία», «υποκριτικός», ιδιαίτερα από στόματα πολιτικών… Η παράσταση καταγγέλλει κάθε είδους κατάχρηση εξουσίας και τον ολέθριο ρόλο πολλών σημερινών γονιών που αποφασίζουν για το επάγγελμα, τον τρόπο ζωής ή τους έρωτες του παιδιού τους, ερήμην των δικών του επιθυμιών, κλίσεων, ικανοτήτων».

Αυτό άραγε είναι και ένα στοιχείο που κάνει διαχρονικό ένα παλιό έργο; «Ενα παλιό κείμενο μπορεί να γίνει σημερινό, αν είναι σημερινοί οι κώδικες της παράστασης (γλωσσικός, δραματουργικός, υποκριτικός, αισθητικός κ.λπ.). Ενα έργο μοιάζει σύγχρονο αν ηθοποιοί και συντελεστές δεν διακατεχόμαστε από μια επιστημονικοφανή σεμνοτυφία συντηρητών έργων τέχνης ή, χειρότερα, από έναν επιδεικνυόμενο επαγγελματισμό εμπόρων αρχαιοτήτων. Δυστυχώς υπάρχουν, εν έτει 2010, κάποιοι που υποστηρίζουν ότι οι παραστάσεις οφείλουν να προσφέρουν αναπαλαιωμένα θεατρικά έργα. Χρέος κάθε δημιουργού είναι να σεβαστεί το πνεύμα κι όχι το γράμμα ή τους τύπους κάθε εποχής, αλλά και να μην καταντήσει συντηρητής -ή και αντικέρ- θεάτρου».

Δεν ήταν λίγες οι δυσκολίες της έμμετρης μετάφρασης -που επίσης επιμελήθηκε ο ίδιος. «Συνήθως τα νοήματα κι οι λέξεις ενός γαλλικού 12σύλλαβου στίχου μετά βίας χωράνε σ’ έναν ελληνικό 15σύλλαβο. Θα το πω πιο απλοϊκά: Για κάθε 60 λεπτά που αφιερώνει ένας Γάλλος ή ένας Αγγλος σε μια παράσταση Ρακίνα ή Σέξπιρ, ο Ελληνας πρέπει να αφιερώσει τουλάχιστον 75 ή 90 λεπτά αντίστοιχα! Κι αυτό γιατί στη θέση πολλών μονοσύλλαβων του πρωτοτύπου στοιβάζονται πολυσύλλαβες λέξεις, καθιστώντας το ελληνικό κείμενο μιας παράστασης κατά μισή ή και μία ώρα μεγαλύτερο. Επειδή η πυκνότητα είναι αρετή στο θέατρο και ο χρόνος του θεατή σεβαστός, προβληματίζομαι με το «άπλωμα» που θα προκύψει. Ο σκηνοθέτης δεν είναι ζωγράφος ή πεζογράφος που αφήνει τον αποδέκτη του έργου του να αποφασίσει για το χρόνο που θα αφιερώσει σ’ αυτό. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι μεγάλης διάρκειας παραστάσεις ή ταινίες μού δίνουν την εντύπωση «αρμένικης βίζιτας» ή υποχρεωτικού εκκλησιασμού».

* Τα σκηνικά επιμελήθηκε ο Δημήτρης Πολυχρονιάδης, τα κοστούμια η Ελένη Μανωλοπούλου, τη μουσική ο Στάθης Σκουρόπουλος, τους φωτισμούς ο Λευτέρης Παυλόπουλος, τα βίντεο ο Χρήστος Δήμας. *

Της ΜΑΤΟΥΛΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗ, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

Advertisements

«Ψωμί, ελευθερία, έρωτας…». Ο Δημήτρης Μαυρίκιος εικονοποίησε με τον καλύτερο τρόπο το ποιητικό σύμπαν του Γιάννη Ρίτσου

Στο μόνο σημείο που διαφωνήσαμε εντελώς με τον σκηνοθέτη Δημήτρη Μαυρίκιο ήταν στο ότι μας προετοίμασε για κάτι «ακατάλληλο» και «προκλητικό». Γιατί αυτό που τελικά είδαμε την περασμένη Παρασκευή και Σάββατο στη Μικρή Επίδαυρο (τη μόνη που λειτούργησε στα Επιδαύρια και γέμισε και τις δύο βραδιές) ήταν η εικονοποιημένη προσωπογραφία του ποιητή Γιάννη Ρίτσου, βασισμένη στη μεγάλη ποιητική σύνθεση «Τερατώδες αριστούργημα», καμωμένη με αγάπη, ευαισθησία, φαντασία και αισθητική.

Σε μία ώρα και ένα τέταρτο περίπου, όσο διήρκεσε η παράσταση, πέρασαν από τη σκηνή της Μικρής Επιδαύρου στιγμές από τη βιογραφία του ποιητή, από τα πρόσωπα και γεγονότα που τον σημάδεψαν, από πολιτικές στιγμές που σημάδεψαν την προσωπική του ματιά και την ποιητική του έκφραση, από αναζητήσεις φιλοσοφικές, υπαρξιακές, ερωτικές. «Ψωμί, Ελευθερία, Ερωτας…» είναι ο στίχος του Ρίτσου που ακούστηκε από την ντουντούκα σαν άλλη διαδήλωση, σαν το μότο των αναζητήσεών του και όσων τον απασχόλησαν στη ζωή και την ποίησή του.

Το περιβάλλον ενός κινηματογραφικού συνεργείου είχε στηθεί πάνω και γύρω από τη σκηνή και στην τελευταία σειρά των κερκίδων του θεάτρου καθόταν ο ίδιος ο Δημήτρης Μαυρίκιος, δίνοντας τα παραγγέλματα του σκηνοθέτη: «Cut», «Το ξαναπάμε αυτό από την αρχή», «Πιο έντονα»… Η Τατιάνα Παπαμόσχου άρχισε να ξετυλίγει τη βιογραφία του Γιάννη Ρίτσου, η φωνή της Αλέκας Παΐζη έστειλε έναν χαιρετισμό σε όλους, ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος εμφανίστηκε πάνω σ’ έναν γερανό, άρχισε να στροβιλίζεται σχεδόν πάνω από τα κεφάλια μας και «ξαναζωντάνεψε» τον ποιητή, και στη φιγούρα και στην απαγγελία. Εχοντας δει ώρες ατελείωτες πολλά από τα φιλμ που γυρίστηκαν για τον Γιάννη Ρίτσο και έχοντας ακούσει δεκάδες ώρες απαγγελίας του ίδιου, ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος τον «επανέφερε» μπροστά μας χωρίς να τον μιμείται. Δεν ακούγονταν παρά μόνο τα τριζόνια όταν εμφανίστηκαν στη σκηνή η Ράνια Οικονομίδου (ως «Ελένη») και η Λυδία Φωτοπούλου («Σονάτα του σεληνόφωτος») ανεβάζοντας στα ύψη τη συγκίνηση και χαρίζοντας σε όλους μας στιγμές ιδιαίτερης υποκριτικής ευαισθησίας, ενώ η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη κατάφερε να ανατρέψει την εμβληματική μελοποιημένη μνήμη όλων μας για τον «Επιτάφιο», παρουσιάζοντας θεατροποιημένη τη γνωστή φωτογραφία που ενέπνευσε τον Ρίτσο και δίνοντας μια σπαρακτική και θρηνητική ερμηνεία του ποιήματος.

«Τώρα έχω μια καλή εικόνα για τον Ρίτσο», είπε βγαίνοντας μία από τους θεατές. Ο Δημήτρης Μαυρίκιος κατάφερε να δώσει, με το δικό του θεατρικό ύφος, τις συγκρούσεις και τις αγωνίες του Γιάννη Ρίτσου για την ποίηση, για την πολιτική, για τον έρωτα. Και να μας τον ξαναγνωρίσει με τη συμβολή του θεάτρου. Κι ας υπήρχαν σκηνές που φάνηκαν να «κλείνουν το μάτι» στις αισθητικές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, κι ας ήταν στιγμές που τα πολλά πρόσωπα και η πολλή σκηνική δράση εμπόδιζαν την ποίηση να ξεχωρίσει. Ηταν κι αυτά μέρος του πληθωρικού ποιητικού σύμπαντος του Γιάννη Ρίτσου. Ο Δημήτρης Μαυρίκιος και οι ηθοποιοί του έκαναν την έκπληξη στα φετινά Επιδαύρια. Γι’ αυτό και υπάρχουν σκέψεις η παράσταση να παρουσιαστεί και στην Αθήνα, εφόσον οι υποχρεώσεις των ηθοποιών το επιτρέπουν. Το αίτημα, πάντως, είναι υπαρκτό.

  • Πεσμένο διήμερο

Η ακύρωση της παράστασης του Αμος Γκιτάι με την Ζαν Μορό άφησε έντονα τα ίχνη της στα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια και την κίνηση της περιοχής της Επιδαύρου. Ακυρώσεις υπήρξαν πολλές, το θέατρο της Μικρής Επιδαύρου χωράει το πολύ 1.000 άτομα και παρότι σχεδόν γέμισε και τις δύο ημέρες δεν στάθηκε ικανό να καλύψει το κενό της κίνησης αυτών των ημερών. «Είναι κακό για το Φεστιβάλ», έλεγαν οι επιχειρηματίες στην Παλιά Επίδαυρο.

Τα ποιήματα που ακούστηκαν στη διάρκεια της παράστασης ήταν αποσπάσματα από τα: «Τερατώδες αριστούργημα», «Γκραγκάντα», «Ρωμιοσύνη», «Κιγκλίδωμα», «Ισως να ’ναι κι έτσι», Σφραγισμένα μ’ ένα χαμόγελο», «Ελένη», «Αρίοστος ο Προσεχτικός αφηγείται στιγμές του βίου του και του ύπνου του», «Τειρεσίας», «Επιτάφιος», «Η σονάτα του σεληνόφωτος».

  • Της Ολγας Σελλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 28/07/2009

Φινάλε με… αριστούργημα

  • Υψηλής αισθητικής και θεατρικού γούστου το «Τερατώδες αριστούργημα» του Γιάννη Ρίτσου σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρίκιου, που έριξε την αυλαία στη Μικρή Επίδαυρο. «Διαβάζω ανάποδα τις λέξεις, βρίσκω το σωστό νόημά τους», γράφει ο Γιάννης Ρίτσος στο «Τερατώδες αριστούργημα».
  • Ο Δημήτρης Μαυρίκιος, δεν ξέρουμε πώς διάβασε τις λέξεις του έργου, το σωστό (θεατρικό) νόημά τους πάντως το βρήκε, σε μία παράσταση καθ’ όλα απολαυστική, υψηλής αισθητικής και θεατρικού γούστου, που παρουσιάστηκε την Παρασκευή και το Σάββατο στη Μικρή Επίδαυρο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.

Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος

Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος

Ο σκηνοθέτης «καταδύθηκε» σε αυτό το έργο-ποταμό των 10.000 λέξεων -από το οποίο δανείστηκε τον τίτλο και τον κορμό της η παραγωγή- και μας αποκάλυψε το «αριστούργημα». Δεν περιορίστηκε ωστόσο μόνο στο εν λόγω κείμενο, αφού χρησιμοποίησε -έξοχα δοσμένα στη ροή- αποσπάσματα από τη «Ρωμιοσύνη», την «Τέταρτη διάσταση», το «Κιγκλίδωμα», τον «Επιτάφιο», αλλά και μία μαρτυρία της Λούλας Ρίτσου-Γλέζου για τα παιδικά χρόνια του αδελφού της Γιάννη Ρίτσου, από τη φωνή της αξέχαστης Αλέκας Παϊζη κ.ά., όλα όμως ενταγμένα με τέτοιο τρόπο στην παράσταση ώστε να μην υπάρχει ούτε μία μουντζούρα, μόνο καθαρότητα και διαύγεια.

Τα γνωστά θέματα του ποιητή, ο θάνατος και η αντιπαλότητα μαζί του, η επανάσταση, η οικογένειά του με τη δραματική μοίρα, οι άνθρωποι που αγάπησε και τον αγάπησαν, πάνω απ όλα και πριν απ όλα η ίδια η ποίηση διέτρεχαν το κείμενο, τον λόγο, τις σκηνές. Σκηνές σχεδιασμένες στη λεπτομέρειά τους, που αναπτύχθηκαν μέσα σε ένα κινηματογραφικό πλατό (σκηνικά Δημήτρης Πολυχρονιάδης, κοστούμια Εύα Νάθενα). Ο Γιάννης Ρίτσος-Λάζαρος Γεωργακόπουλος, υπέροχος με το κοστούμι του, θύμιζε κι εμφανισιακά τον ποιητή. Οι «γυναίκες» του Ρίτσου έλαμψαν. Η «Ελένη»-Ράνια Οικονομίδου υπέροχη. Η Γυναίκα με τα μαύρα από τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» της Λυδίας Φωτοπούλου εξαιρετική. Η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη ερμήνευσε κατά τέτοιον τρόπο τον «Επιτάφιο» κι ήταν σαν να τον ακούγαμε πρώτη φορά.

Ο τελευταίος από τους βασικούς άξονες του «Τερατώδους» αριστουργήματος είναι ο Ερωτας. Στην παράσταση το κομμάτι αυτό αποδόθηκε δίχως καθόλου πρόκληση (οι εμφανίσεις του γυμνού άντρα -Γιάννη Κότσιφα δίπλα στη φωτογραφική-αντίκα ήταν ελάχιστες, σύντομες και απολύτως θεατρικές) με τα «χρώματα» και τα αισθήματα που απαιτούσε ο λόγος του Ρίτσου.

Ο θίασος με τα κόκκινα τετράδια στην ορχήστρα υπό τους ήχους του «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ έγραψε το φινάλε της παραγωγής, την οποία χειροκρότησαν θερμά περίπου 700 θεατές στην πρεμιέρα. Το «Τερατώδες αριστούργημα» έγραψε το φινάλε των εκδηλώσεων της Μικρής Επιδαύρου. Το Φεστιβάλ Αθηνών θα πρέπει να βρει τρόπο να το ξαναπαρουσιάσει.

  • Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 27/07/2009

Ένα «Αριστούργημα» διόλου τερατώδες

//

Ούτε ο γυμνός φωτογράφος (Γιάννης Κότσιφας) ούτε η ομοερωτική  σκηνή καθόρισαν, τελικά, την αισθαντική παράσταση «Το τερατώδες  αριστούργημα» του Δημήτρη Μαυρίκιου πάνω στην ποίηση του Γιάννη  Ρίτσου, η οποία ενθουσίασε τους 500 την Παρασκευή και 850 το  Σάββατο θεατές στη Μικρή Επίδαυρο

Μία σύνθεση που συμπύκνωνε όλο το έργο του Γιάννη Ρίτσου παρουσίασε ο Δημήτρης Μαυρίκιος στη Μικρή Επίδαυρο, ενώ το μεγάλο θέατρο παρέμεινε κλειστό μετά την ακύρωση της παράστασης του Άμος Γκιτάι
Όχι. Κανένα σκάνδαλο δεν έγινε το Παρασκευοσάββατο στη Μικρή Επίδαυρο. Τίποτα το εξόχως σοκαριστικό δεν είδαμε.

Καλώς το Ελληνικό Φεστιβάλ χαρακτήρισε «ακατάλληλη για ανηλίκους» την παράσταση «Το τερατώδες αριστούργημα»- κάποιους, που δεν ενοχλούνται με όσα βλέπουν τα παιδιά στην τηλεόραση, μπορεί και να τους ενοχλούσαν κάποιες λέξεις του Ρίτσου ή ένα- δύο ανδρικά γυμνά. Αλλά κακώς ο σκηνοθέτης Δημήτρης Μαυρίκιος τόνιζε στις συνεντεύξεις που έδωσε πως το θέαμα- μία «σκηνική προσέγγιση των έργων του Γιάννη Ρίτσου»- «ήταν «αυστηρώς ακατάλληλο για πουριτανούς» δημιουργώντας εκ των προτέρων ατμόσφαιρα που αν κάποιους είλκυσε, περισσότερους μπορεί να απομάκρυνε…

Ένα πλατό – τηλεοπτικό/κινηματογραφικό- είχε στηθεί στην ορχήστρα της Μικρής Επιδαύρου (σκηνικά Δημήτρης Πολυχρονιάδης): περιφερειακά, ράγες που πάνω τους θα κυλούσε ένας κινηματογραφικός γερανός, γύρω ριγμένα μόνιτορ όπου προβάλλονταν σχετικά βίντεο, καλώδια, προβολείς… Ανάμεσά τους, μερικά παλιά κομμάτια- μια φωτογραφική μηχανή με θάλαμο σε τρίποδο, ένα κομοδίνο, μία πολυθρόνα… Και οι τρεις κόσμοι του Ρίτσου, ο αρχαίος με τα ερείπια του θεάτρου, ο κόσμος στον οποίο μεγάλωσε ο ποιητής και ο σημερινός, να μπλέκονται γλυκά. Το αγροτόσπιτο πίσω από το θέατρο και τα δέντρα της αυλής του έξοχα φωτισμένα από τον Λευτέρη Παυλόπουλο και τον Νίκο Βλασόπουλο- ευτυχώς οι αρχαιολόγοι πείστηκαν επιτέλους να απομακρύνουν το κοτετσόσυρμα που προστάτευε, υποτίθεται, τις αρχαιότητες και οι ηθοποιοί μπορούσαν να κινηθούν και να χορέψουν (κίνηση- χορογραφία Αποστολία Παπαδαμάκη) πιο άνετα. Και παντού κόκκινα τετράδια: σκορπισμένα στη σκηνή, δεμένα σε πακέτα, αφημένα στον θώκο…

Ένα ντοκιμαντέρ για τον Ρίτσο υποτίθεται πως ετοιμάζεται στον χώρο. Ατμόσφαιρα γυρισμάτων, «πάμε», κλακέτα, και η αφηγήτρια (Τατιάνα Παπαμόσχου) σε έναν σύντομο πρόλογο περνάει τα απολύτως βασικά βιογραφικά τού ποιητή, ύστερα παίρνει ένα από τα κόκκινα τετράδια: «Το τερατώδες αριστούργημα». Καπνοί πίσω από το σπίτι και μια διαδήλωση που ακούγεται, ψηλά, πάνω από το θέατρο, πίσω από τα δέντρα διακόπτει: «Ψωμί, ελευθερία, έρωτας!»- από την «Γκραγκάντα» του Ρίτσου. Αυτό το σύνθημα έδωσε και το στίγμα της παράστασης: ο πολιτικός, ο επαναστάτης Ρίτσος σε ισορροπία με τον ερωτικό Ρίτσο: κόκκινο παντού (κοστούμια Εύα Νάθενα) σε συνδυασμό με μαύρο και νέοι με γυμνό το στέρνο.

Ο νεαρός Ρίτσος (Δημήτρης Ντάσκας) κατεβαίνει τα σκαλιά, ένα παιδάκι με πένθος περασμένο στο μπράτσο- ο Ρίτσος μικρούλης, όταν αλλεπάλληλες τραγωδίες έπληξαν την οικογένειά του -, η «Σονάτα στο σεληνόφως» του Μπετόβεν στο πιάνο, η Λυδία Φωτοπούλου, στα μαύρα, καπελάκι με βέλο, ισορροπεί πάνω στις ράγες και «Η σονάτα του σεληνόφωτος» του Ρίτσου…

Νέοι παντού, το άσμα, πένθιμο και ηρωικό «Επέσατε θύματα αδέρφια εσείς…» με «μπους φερμέ» αφήνει να μας διατρέξει ένα μικρό ρίγος, ο ενήλικος πια ποιητής- ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος που, χωρίς να τον μιμείται, ΗΤΑΝ ο Ρίτσος- στην κορυφή του γερανού που κινείται με ταχύτητα-, η Ράνια Οικονομίδου- Ελένη, συγκλονιστική, τυλιγμένη στα τούλια ενός παλαιικού ρούχου, σε αναπηρική πολυθρόνα την οποία αργά αργά την κινεί ένα βαγονέτο, ένα ομπρελάκι καρφωμένο πάνω από την πολυθρόνακάτι μεταξύ Μις Χάβισαμ από τις «Μεγάλες προσδοκίες» του Ντίκενς και Γουίνι του Μπέκετ-, ο προβολέας να φωτίζει την πλάτη ενός γυμνού φωτογράφου (Γιάννης Κότσιφας), δύο άντρες της Ασφάλειας που στριμώχνουν τον ποιητή και ερευνούν, μουσικές συναρπαστικές (επιμέλεια του σκηνοθέτη και τη Φωτεινής Μπαξεβάνη)… Ο «μπανάλ» πια «Επιτάφιος να παίρνει καινούργια πνοή στα χείλη της Βαγγελιώς Ανδρεαδάκη- στα μαύρα, με τον νεκρό γιο στην αγκαλιά της, μια Πιετά- και, μετά, η ερωτική σκηνή των δύο αγοριών- ναι, ο Ρίτσος τα έγραψε αυτά!- με τον πιο λεπτό και διακριτικό τρόπο στημένη και με το «Κύριε» από το «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ να κορυφώνεται, ύστερα πάλι η «Σονάτα»…

Ακόμα και την λατρεμένη του, την αξέχαστη Αλέκα Παΐζη, είχε καταφέρει να την έχει εκεί ο Δημήτρης Μαυρίκιος – η φωνή της ακούστηκε να διαβάζει από τις αναμνήσεις της Λούλας Γλέζου, της αδελφής τού ποιητή.

Το φινάλε έγινε δεκτό με θερμότατο χειροκρότημα και πολλά «μπράβο».

  • ΙΝFΟ Γίνονται συζητήσεις η παράσταση να μεταφερθεί το φθινόπωρο στην Αθήνα, «Πειραιώς 260».

Ιδανική ισορροπία

Ο Δημήτρης Μαυρίκιος με την παράστασή του αυτή έδωσε, κατά τη γνώμη μου, ένα μοντέλο μετασχηματισμού της ποίησης σε θέατρο. Απέσταξε, με πλατφόρμα το αυτοβιογραφικό «Το τερατώδες αριστούργημα», το τεράστιο σε όγκο έργο του Γιάννη Ρίτσου και συμπύκνωσε την ουσία του σε μία σύνθεση που επιδέξια ισορρόπησε τον πολιτικό και κοινωνικό Ρίτσο με τον μεταφυσικό και ερωτικό Ρίτσο- ναι, υπήρξε και υπάρχει και αυτός…- ισορροπώντας επίσης τον εστετισμό του σκηνοθέτη με τη βαθιά κατάδυση στα άδυτα μιας ποίησης που δεν έχει ίσως ακόμα εκτιμηθεί όσο της αξίζει. Ίσως η καλύτερη παράσταση του Δημήτρη Μαυρίκιου μετά τον «Γυάλινο κόσμο» του.

  • Αποστολή: Γιώργος Δ. Κ. Σαρηγιάννης, ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009