Category Archives: Ματζίρη Σωτηρία

Υψηλή τέχνη και trash αβανγκάρντ

  • Θέατρο στη Βιέννη
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010

Εξηντάχρονο και κανένα σημάδι κόπωσης. Τουναντίον, το Φεστιβάλ της Βιέννης φέτος με 49 παραγωγές από 23 χώρες να συνδυάζουν τέχνη και πολιτική, εμφανίζεται κάθε χρόνο και νεότερο.

«Factory 2» του διάσημου Πολωνού Κρίστιαν Λούπα

«Factory 2» του διάσημου Πολωνού Κρίστιαν Λούπα

Σε εποχές γενικής οικονομικο-ηθικής συρρίκνωσης, αποστομωτικά φαντάζουν το εύρος, τα αισθητικά και πολιτισμικά ρίσκα, ο ανανεωτικός δυναμισμός, η ενέργεια της διαφορετικότητας, η καλοζυγισμένη ασυμμετρία διασημοτήτων και περιθώριου, υψηλής τέχνης και trash αβανγκάρντ, παγκοσμίου και τοπικού. Ποια να ‘ναι η διαχρονική μαγική συνταγή; Χρήμα και έξυπνοι καλλιτεχνικοί σχεδιασμοί. Απλό, αλλά όχι αυτονόητο. Εντυπωσιακή ήταν και φέτος η ενσωμάτωση της Βιέννης στο πρόγραμμα, μεταδίδοντας τον θεατρικό πυρετό παντού με μια νέα φεστιβαλική φιλοσοφία που δεν στηρίζεται μόνο στη συνήθη διακίνηση επιφανών θεατρικών προϊόντων, αλλά αναζητεί τον διάλογο με την πόλη και τους κατοίκους της. Πίσω από το απαραίτητο γκλάμορ ενός κορυφαίου διεθνούς γεγονότος, με σταρ παραγωγές να παρελαύνουν στους ανακαινισμένους αυτοκρατορικούς στάβλους του Museumsquartier -η δική τους Πειραιώς 260-, δραστηριοποιείται το εναλλακτικό παρα-φεστιβάλ ολκής «Into the city». Οφ θεατράκια, πλατείες και πολυεθνοτικές συνοικίες υποδέχονται νέους και τους θεατρικά ανεξοικείωτους με site-specific περφόρμανς, ανοιχτά εργαστήρια, ραπ χάπενινγκ, βιντεο-εικαστικές εγκαταστάσεις, New Age ρεβί, θεατρικούς ακτιβισμούς. Αυτή η εμψυχωτική αντίθεση, στίγμα και ίσως μυστικό μακροζωίας των βιεννέζικων εκδηλώσεων, έφερε δίπλα στις μαραθώνιες παραγωγές των Στάιν, Λούπα, Λεπάζ, Κάστορφ, Χερμάνις, Μποντί, με τους επεξεργασμένους Τσέχοφ, Ντοστογιέφσκι, Σνίτσλερ, Ιψεν, Ευριπίδη, ένα πολυσχιδές αφιέρωμα στη διαμελισμένη Γιουγκοσλαβία με τίτλο «Γενιά (πρώην) Γιου», ξέχειλο από βαλκανική αδρεναλίνη, καλλιτεχνική τρέλα, μουσική και φυσικά, θέματα εθνικής ταυτότητας, πολέμου, μετανάστευσης, ανασφάλειας.

  • Ανοιχτά ερωτήματα

Στο Εθνολογικό Μουσείο της Βιέννης, ο Νοτιοαφρικανός Brett Bailey αναπτύσσει ένα πικρό ξεκαθάρισμα λογαριασμών με την Ιστορία, μέσω μιας σκηνικής εγκατάστασης με αληθινούς ιθαγενείς πίσω από βιτρίνες. Θέμα: τα αποικιοκρατικά εγκλήματα των Ευρωπαίων, συγκεκριμένα η γενοκτονία του πληθυσμού της Ναμίμπιας στα 1900 από γερμανικά στρατεύματα. Το τόξο εκτείνεται δυσάρεστα μέχρι τους σημερινούς Αφρικανούς λαθρομετανάστες. Στο Kunstler-haus, ο Ιρανός Amir Reza Koohestani (στο μεταξύ πρόσφυγας στη Βρετανία) αποπειράται ένα καμουφλαρισμένο σχόλιο στη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων της Τεχεράνης. Το 60λεπτο δρώμενο «Πού ήσουν στις 8 Γενάρη;» περιέχει περισσότερα κινητά από κίνηση και είναι η τηλεφωνική συνομιλία τεσσάρων νέων γύρω από μια «περούκα» (όπλο) που εκλάπη από φρουρό της επανάστασης. Μια εξαντλητικά κωδικοποιημένη παράσταση, που όμως διά της υπεκφυγής κατάφερε να παρουσιαστεί στην Τεχεράνη τον περασμένο Δεκέμβρη.

Στο Κεντρικό Νεκροταφείο της αυστριακής πρωτεύουσας, σε ένα παράδοξο πάρτι με μπόλικα πνευστά, βότκα και αλλαντικά, ο σημαντικός Λιθουανός σκηνοθέτης Αλβις Χερμάνις ξεκινά τον πρόλογο της παράστασής του για τα ιδιοσυγκρασιακά νεκρώσιμα έθιμα της πατρίδας του. Αργότερα, σε αίθουσα του Museumsquartier, το σπουδαίο θεατρικό θέμα «θάνατος» πλαισιώνεται από ατμοσφαιρικές μαυρόασπρες φωτογραφίες πενθούντων, τάφων και κηδειών, που γλιστρούν ανάλαφρα σε μια τεράστια οθόνη, καθώς 13 μεσήλικες αφηγούνται ανέκδοτα για νεκρούς και ζωντανούς, πίνοντας, τρώγοντας, τραγουδώντας. Θλίψη, ποίηση και χιούμορ σε ένα εμψυχωτικό κολάζ βαλτικής κουλτούρας μνήμης. Τελευταίο φωτογραφικό ζουμάρισμα σε επιγραφή ταφόπλακας: «εις το επανιδείν!».

Ο Ιάπωνας Τοσίκι Οκάντα και η ομάδα του Chelfitsch περιγράφουν σε τρεις δωρικές σκηνές την εντελώς κανονική παράνοια του σύγχρονου εργασιακού κόσμου. Στο «Καυτερή πιπεριά και κλιματιστικό» οι διάλογοι δύο υπαλλήλων και δύο απολυμένων συμβασιούχων γύρω από ένα χαλασμένο κλιματιστικό εξελίσσονται σε μια εκπληκτικά λοξή χορογραφία λόγου, κινήσεων και ασύλληπτων λεπτομερειών, σε ήχουν Κέιτζ και Κολτρέιν, που επισκιάζει χοροθεατρικά ακόμη και τον θαυμάσιο φετινό Πλατέλ. Από τη Νέα Υόρκη, η Κορεοαμερικάνα Young Jean Lee, το νέο αστέρι του Ντάουν-Τάουν Μανχάταν, «ξεσκίζει» στο «Φορτίο» της ρατσιστικά κλισέ και στερεότυπα των λευκών («οι Νέγροι της Βιέννης είναι οι Τούρκοι»), σε μια γρήγορη, στεγνή, εκρηκτικά κακόγουστη και παρακμιακή περφόρμανς που τα έχει όλα -σοδομία, κοπρολαγνεία, κτηνοβασία, παιδεραστία, αιμομιξία. Σχεδόν κωμική στον μετα-μεταμοντέρνο παροξυσμό της, αν δεν ήταν τόσο αληθινή.

  • Χρονιά θεατρικών μαραθώνιων

Το «Factory 2» του διάσημου Πολωνού Κρίστιαν Λούπα είναι ένα 8ωρο -αλλά ούτε στιγμή βαρετό- αφιέρωμα στο θρυλικό νεοϋορκέζικο κοινόβιο-εργαστήρι του Αντι Γουόρχολ. Σε μια ασημί λακαρισμένη βιομηχανική αίθουσα αναβιώνονται με καταπληκτική αληθοφάνεια το εργασιακό κλίμα ενός χάπενινγκ διαρκείας, προοίμιο των μετέπειτα ριάλιτι, και η αίσθηση ζωής μιας καλλιτεχνικής κολεκτίβας πειραματόζωων της ποπ αρτ, μετέωρης ανάμεσα σε έκσταση και κατάθλιψη, στο αυθεντικό και την γκριμάτσα του απόλυτου ψέματος. Στη μέση τού σχεδόν πορνογραφικού ποπ αρτ σύμπαντος, ένας πολωνικά ομιλών Γουόρχολ, ξανθιά περούκα / γυαλιά, ως συνεσταλμένος, αδηφάγος ηδονοβλεψίας-βαμπίρ…

Σε εννιά ώρες, εννιά ηθοποιοί ξετυλίγουν εννιά ζωές σε αγγλικά, γερμανικά, ισπανικά, γαλλικά, δρασκελίζοντας ηπείρους και δεκαετίες. Η νέα δημιουργία του 53χρονου φραγκοκαναδού Ρομπέρ Λεπάζ «Lipsynch» είναι ένα θεαματικό μωσαϊκό αφανών ιστοριών που ξεκινά σε μια υπερατλαντική πτήση και απολήγει 30 χρόνια μετά σε ένα στούντιο του BBC. Η πολυδαίδαλη, πυκνή, απρόβλεπτη, συχνά κραυγαλέα αυθαίρετη δραματουργία, διάστικτη από διασταυρώσεις, φλασμπάκ και παράπλευρα επεισόδια, εμφανίζεται τόσο εμμονική με τη φόρμα που της ξεφεύγουν περιεχόμενο και βάθος. Εν τούτοις ο μέγιστος ταχυδακτυλουργός του high tech θεάτρου μάγεψε ξανά (και δίχασε) με την ασύλληπτη ικανότητά του να στήνει ολόκληρους κόσμους, από λονδρέζικα μετρό και νεοϋορκέζικα μπορντέλα μέχρι αίθουσες χειρουργείου, γραφεία της Σκότλαντ Γιαρντ και καναδικές χιονοθύελλες. «Εννέα ώρες ήταν λίγες», αποφάνθηκαν οι φαν. «Μια πάνακριβη τρύπα στο νερό», οι υπόλοιποι. *

  • Νομπελίστα ξεσκεπάζει εβραϊκά πτώματα και ασυδοσία τραπεζών

Με δύο χτυπήματα κατά της αυστριακής κοινωνίας, τέσσερις ώρες έκαστο, η αυστριακή νομπελίστα Ελφρίντε Γέλινεκ τάραξε τα νερά του φεστιβάλ, ανεβάζοντας το πολιτικό θερμόμετρο. «RECHNITZ – ο στραγγαλιστής άγγελος» είναι ένα μακάβριο, αποκαλυπτικό ντοκουμέντο μιας μέχρι πρόσφατα αποσιωπώμενης εσπερίδας του 1945 στον Πύργο Rechnitz στα αυστροουγγρικά σύνορα.

Καλεσμένοι, ο αρχηγός της αυστριακής Γκεστάπο, ερωμένος της οικοδέσποινας κόμισσας von Batthy’any και ντόπιοι ναζί παράγοντες, που στη διάρκεια της βραδιάς θανάτωσαν «για πλάκα» 180 Ούγγρους Εβραίους κρατουμένους. Η κόμισσα δεν διώχθηκε ποινικά ποτέ, οι ναζί αξιωματούχοι διέφυγαν, ενώ το μακελειό βγήκε στο φως μόλις προ εξαετίας.

Στο αμείλικτο, ιδιοφυές κατεβατό της, η Γέλινεκ επινοεί αγγελιαφόρους της ιστορίας που εξιστορούν τα γεγονότα από διαφορετικές σκοπιές σημερινής συνείδησης και συνείδησης του τότε. Στη σκηνοθεσία του Γιόσι Βίελερ πέντε σπουδαίοι ηθοποιοί αναπαριστάνουν τη νύχτα της αποκτήνωσης, σε μια γλωσσική συγκρότηση της «κοινοτοπίας του κακού» με απρόσωπα θύματα. Η αναστατωτική απουσία κάθε συνειδησιακής-ιστορικής επεξεργασίας παρουσιάζεται απλά, γελαστά, ψύχραιμα -όπως είθισται σε αναβιώσεις απόλυτης φρίκης.

Μια σκωπτική, πνευματώδης «κωμωδία για την οικονομία» είναι ο τελευταίος γιγαντιαίος καταρράκτης λόγου της Γέλινεκ. «Τα συμβόλαια του εμπόρου» πραγματεύονται, πριν «σκάσει» η είδηση της πτώχευσης της Λεμάν, σε 99 σελίδες χωρίς ανάσα, δύο πρόσφατα χρηματοπιστωτικά σκάνδαλα που συγκλόνισαν την αυστριακή κοινωνία: της Τράπεζας των Συνδικάτων BAWAG και της Τράπεζας MEINL, που με πανωλεθρικές κερδοσκοπικές αλχημείες σε οφ-σορ ομόλογα, εξανέμισαν τις οικονομίες χιλιάδων επενδυτών. Γνώριμα πράγματα για τους Ελληνες…

Στην παράσταση του Νίκολας Στέμαν το «Σύστημα» ντεμοντάρεται σε ένα φασαριόζικο, κυνικά έκλυτο πάρτι, με τον σκηνοθέτη να συμμετέχει ως πιανίστας, τραγουδιστής, αφηγητής στην αποκαθήλωση του Κεφαλαίου και στο ξεμασκάρεμα της απληστίας. Η χρηματοπιστωτική φούσκα αιωρείται με τη μορφή τεράστιων μπαλονιών πάνω από τα κεφάλια των θεατών, καθώς 100ευρα χαρτονομίσματα σκίζονται, καίγονται, τρώγονται (;) από τραπεζίτες σε κολαριστά πουκάμισα και χρεοκοπημένους μικροεπενδυτές που τραγουδούν εν χορώ «Το χρήμα ζει! Γιατί παραπονιόμαστε; Ζει σε εξωτικά νησιά». Ο Στέμαν περνά το θηριώδες κείμενο από θεατρική κρεατομηχανή, ταυτόχρονα με σεβασμό και θράσος. Αποτέλεσμα: μια τετράωρη βραδιά εξωφρενικά αστεία, αν δεν ήταν τόσο τραγική.

Advertisements

**«Η ώρα που δεν ξέραμε τίποτε ο ένας για τον άλλο» του Πέτερ Χάντκε, στο Θέατρο «Σημείο»

Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ

Η υπόθεση. Δεν υπάρχει. Σύμφωνα με το κείμενο, σε μια ηλιόλουστη πλατεία, εκατό άτομα βαδίζουν, τρέχουν, χαζεύουν, χειρονομούν, κοντοστέκονται, προσπερνούν ή χαιρετούν ο ένας τον άλλον, σε ομάδες, ανά δύο, ή μόνοι. Αργόσχολοι, Τεχνοκράτες, Αθλητές, Εργάτες, Παιδιά, Περιθωριακοί, Αδιευκρίνιστοι, Καλόγριες, Νοικοκυρές, Ζητιάνοι, Μετανάστες, αλλά και πρόσωπα μυθικά, ο Μωυσής, ο Αβραάμ, ο Ισαάκ. Μια διάσταση μεταφυσικού ορίζοντα στον ανθρώπινο μικρόκοσμο της καθημερινότητας. Φιγούρες ετερόκλιτες, βουβές, σαν πίνακες του Ντε Κίρικο ή σαν παλιές γιαπωνέζικες ξυλογραφίες.

Ολοι οι ηθοποιοί της παράστασης που σκηνοθέτησε ο Νίκος Διαμαντής

Μέσα στον βομβαρδισμό από λέξεις και μηνύματα, το σιωπηλό έργο του Χάντκε έχει κάτι το ευεργετικό, που φέρει συνάμα και μια περίεργη ένταση. Καμιά κουβέντα, καμιά σκέψη, καμιά ανάλυση. Μόνο η αέναη, κυματοειδής κίνηση εικόνων που εγκιβωτίζουν την «αιώνια επιστροφή» της ζωής -μέρες, μήνες, χρόνια, αποχαιρετισμούς, θανάτους, συναντήσεις, προσπεράσματα- στον χρόνο μιας τυχαίας ώρας, καθώς πίνουμε καφέ σε κάποια πλατεία, χαζεύοντας τους περαστικούς (όπως ο συγγραφέας κατά τη σύλληψη του έργου).

Σημειώσεις μου από την παράσταση στο παρισινό θέατρο Σατλέ («Ε», 14.1.95): «ο θεατής μαντεύει τις παραξενιές, τις επιθυμίες, την κούραση, την εσωστρέφεια και τη μοναξιά αυτών των άγνωστων μεταξύ τους ανθρώπων. Είναι γραμμένα στο σώμα και στις κινήσεις τους. Σαν μαέστρος ορχήστρας, ο Λουκ Μποντί σκηνοθετεί τη σιωπή με μουσική ακρίβεια. Επιτέλους «μια ώρα που δεν ξέραμε τίποτε ο ένας για τον άλλο». Επιτέλους σιωπή».

Αυτή η σιωπή, η πεμπτουσία ενός έργου που αδράχνει προς την εσώτερη εμπειρία του ρεμβασμού, την αμιγή χαρά τού βλέπειν, απουσιάζει ολοσχερώς από την παράσταση του «Σημείου». Με αφοπλιστική αμεριμνησία και σιγουριά, ο Νίκος Διαμαντής αποφασίζει να καταργήσει τις παγίδες ενός «μουγγού» έργου και την πρόκληση της αναμέτρησης με μια «εξοργιστική» 90λεπτη αλαλία. Οταν σπουδαίοι συνάδελφοί του (Μποντί, Πάιμαν) σπαζοκεφάλιασαν πώς να σκηνοθετήσουν την απουσία γλώσσας, σε μια σπάνια ευκαιρία συμφιλίωσης τέχνης και ζωής, ο Διαμαντής επιλέγει την υπερκινητικότητα και την πολυλογία. Το πρόβλημα δεν είναι, αν σε μια επίδειξη «φτωχού θεάτρου» οι εκατό ρόλοι με τα ανάλογα κοστούμια και αξεσουάρ συμπτύσσονται σε εφτά. Είναι η απορία, ποιο όραμα υπηρετούν αυτοί οι δυναμικοί και επιδέξιοι νέοι ηθοποιοί, σε αθλητικές φόρμες και επιγονατίδες(!), επιδιδόμενοι σε ατελέσφορες διαδικασίες. Στην αναπαράσταση ενός κόσμου αισθήσεων, όπως η μουσική και η ζωγραφική, μέσα από κοπιώδη παντομίμα, αυτοσχεδιασμούς, μίμηση ήχων (πουλιά, αεροπλάνα, κορναρίσματα) και -το πιο ολέθριο- την ακατάσχετη απαγγελία με θεατρικό στόμφο των σκηνοθετικών οδηγιών του συγγραφέα (μετάφραση Κατερίνα Σχινά).

Ολοι μιλούν, μόνοι ή ως Χορός, με κορυφαία την Ιωάννα Μακρή. Περιγράφουν τι συμβαίνει («ένας διασχίζει τρέχοντας»), τι πρόκειται να συμβεί, δραστηριότητες και καταστάσεις που δεν βλέπουμε, ποιος είναι τι, ποια η σχέση του με τα ανιστορούμενα. Κάποια στιγμή, τα πήγαιν’ έλα κοπάζουν και η βραδιά δείχνει να αποκτά ενδιαφέρον.

Σημάδια βίας σκιάζουν τις ομαδικές «ανακοινώσεις», ο ένας σπρώχνει τον άλλο, μουγκρητά και ψαλμωδίες αντηχούν στην τετράγωνη, άδεια σκηνή. Κατόπιν, σταδιακά οι τόνοι ημερεύουν, επέρχεται σιγή και ένα συλλογικό ατένισμα κάποιου «ιερού φωτός» πάνω ψηλά, υπό τον ήχο μιας υπερκόσμιας μελωδίας, δίνει την αίσθηση πλησιάσματος αυτού του διασκορπισμένου όχλου.

Μια ωραία στιγμή άσκησης ζωής, έπειτα από μια μακριά ώρα μονολιθικών πειραματισμών, χωρίς θεατρική κοκεταρία και χωρίς χώρο για ποίηση και σαγήνη. Τόσα λόγια, τόση κίνηση και πίσω το κενό -μέχρι 10′ πριν το τέλος.

Ηθοποίοι: Αυγουστίνος Ρεμούνδος, Ελενα Αρβανίτη, Γιώργος Μερτζιάνης, Νάσια Κυριάκου, Νίκος Παντελίδης, Δανάη Παπαδοπούλου. *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 20/12/2008

* «Το ξύπνημα της άνοιξης» του Φρανκ Βέντεκιντ (1864-1918) από το Εθνικό Θέατρο (Σύγχρονο Θέατρο)


Το κάλεσμα της ζωής
Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ, Ελευθεροτυπία / 2 – 06/12/2008
Πόσο αφορά το κοινό του 2008 μια «παιδική τραγωδία» του 1890 περί εφηβικής σεξουαλικότητας, που στην εποχή της ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων ως «πορνογραφία», «δημόσιο χαρακίρι», «εντερικά απορρίμματα» (Γκέρχαρντ Χάουπτμαν). Πόσο μπορεί ο σύγχρονος θεατής να καταπιεί χωρίς ειρωνικά μειδιάματα, αναχρονιστικές κοτρόνες που θεωρούν τις ονειρώξεις «εσωτερική βλάβη», τη γενετήσια ορμή «πριαπία», τα «γυναικεία πόδια σε γαλάζιες κάλτσες» ακαταμάχητο ερωτικό φετίχ, το ξύλο και την προσοχή από τα «must» μιας πρέπουσας διαπαιδαγώγησης, την παρανοϊκή θρησκοληψία θεματοφύλακα της ηθικής («όταν έμαθα πως γίνονται τα παιδιά, έπαψα να πιστεύω στον Θεό»).

Νατάσα Ζάγκα, Αλκηστις Πουλοπούλου, Ιωάννα Παππά και ο αδικοχαμένος Κωνσταντίνος Παπαχρόνης
Πέρα από 2-3 ασύμφορα ατοπήματα (τσιγάρο/κραγιόν και πρώσικη θεοληψία), η παράσταση του Εθνικού δείχνει με τέχνη και ειλικρίνεια πώς από τέτοιες αντιφάσεις μπορεί να αποσταγεί δημιουργικό κεφάλαιο. Πόσο μάλλον, όταν παρά τον αιώνα που μεσολάβησε από τη συγγραφή του έργου, το μυστήριο της πρώτης σεξουαλικότητας, η διπολική εμμονή πέος/αιδοίο και το χάσμα ανάμεσα στον διανοητικό και τον φυσικό άνθρωπο εξακολουθούν να είναι θεμελιώδη ζητήματα της ανθρώπινης κατάστασης και χωρίς τα ντεμοντέ αδιέξοδα της μιλιταριστικής βιλχελμινικής σεμνοτυφίας.Με επίγνωση, ότι ο δυτικός πολιτισμός πάσχει όχι από έλλειψη αλλά από υπερβολική σεξουαλική πληροφόρηση, ο Νίκος Μαστοράκης και η ομάδα του βρήκαν τον τρόπο να «τετραγωνίσουν τον κύκλο». Να καταδείξουν στην τρίτη γενιά των αντισυλληπτικών πόσο γκροτέσκα και γελοία, αλγεινή και συγκινητική υπόθεση παραμένει η ενηλικίωση και στη σημερινή κοινωνία της ανεκτικότητας.

Ολη η σκηνή, ένας πυκνογραμμένος μαυροπίνακας (σκηνικά – κοστούμια Εύα Μανιδάκη). Στη μέση, μια χαώδης αλάνα γεμάτη πεταμένα βιβλία και αναποδογυρισμένα θρανία, όπου με κυνηγητά, κρυφτούλια, εκκωφαντική ραπ και χιπ χοπ οι μαθητές ξεθυμαίνουν από την πίεση της εφηβικής ορμόνης, που όπως φαίνεται είναι στα ύψη.

Η 14χρονη Βέντλα (εφηβικά εύθραυστη Ιωάννα Παππά) μένει έγκυος από έναν συνομήλικό της, τον λιγότερο «πειραγμένο» απ’ όλους, γαιώδη Μέλχιορ (απαζάρευτα εξαιρετικός Κωνσταντίνος Παπαχρόνης). Πεθαίνει ύστερα από μια κομπογιαννίτικη έκτρωση. Ο μελαγχολικός φίλος τους Μόριτς (Προμηθέας Αλειφερόπουλος) αυτοκτονεί υπό το βάρος της σχολικής αποτυχίας και της καταπιεσμένης του λίμπιντο, αφήνοντας αναπάντητη την αισθησιακή προσφορά της «παραστρατημένης» συμμαθήτριάς του Ιλζε (γλαφυρή ερμηνεία της Αλκηστης Πουλοπούλου).

Θάνατοι και σκέψεις θανάτου υπό το κράτος μιας τυραννικής ηθικής, εναλλάσσονται ανάερα, γελαστά, με συναισθήματα ενθουσιασμού. Διαβόητες σκηνές διαδέχονται η μια την άλλη σε ένα κλίμα λυρικού νεο-ρομαντισμού: το ξεπαρθένεμα της Βέντλα, η αμήχανη γλυκύτητα της προσέγγισης δύο αγοριών (Μιχάλης Φωτόπουλος, Θάνος Τοκάκης), ο περίφημος μονόλογος του αυνανισμού μπροστά στον γυμνό γυναικείο πίνακα του Ρούμπενς (Μ. Φωτόπουλος), το επιτακτικό κάλεσμα της ζωής από τον Μασκοφόρο Ανδρα – Βέντεκιντ του τέλους (Δημήτρης Κουτρουβιδέας).

Τα πορτρέτα αθωότητας και σιωπηρής απελπισίας των νέων αναλαμβάνει ένας μειλίχιος ρεαλισμός. Για τον κόσμο των μεγάλων ο Μαστοράκης επιφυλάσσει τη στιλιζαρισμένη, ευτράπελη διόγκωση, συνοδεία ενός νεκρού ρητορικού λόγου (άλλη μια σπουδαία μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα), με θριαμβευτική αιχμή φαιδρότητας το συμβούλιο δασκάλων και γονέων και την γκραν-γκινιόλ κηδεία του αυτόχειρα, ως «τελετή μαύρης μαγείας». Ολοι οι δυνάστες της ηδονής είναι σκαρφαλωμένοι ομοιόμορφα πάνω σε ανατριχιαστικούς κοθόρνους, λευκά πρόσωπα/μαύρα ενδύματα, συμπιεσμένοι από τεράστιες, μυτερές περούκες.

Η μικρή εκδίκηση μιας παράστασης, που μας θυμίζει πόσο γοητευτική παραμένει η ποιητική αλλά και ερωτική ακτινοβολία αυτού του δραματικού ντεμπούτου του Βέντεκιντ.

Άλλοι ρόλοι: Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Νατάσα Ζάγκα, Δημήτρης Καρτόκης, Αγγελική Καρυστινού, Αννίτα Κούλη, Όμηρος Πουλάκης, Γιάννης Χαριτοδιπλωμένος, Γαλήνη Χατζηπασχάλη. *ΥΓ. Την ώρα που αυτό το κείμενο είχε σταλεί στο τυπογραφείο πληροφορηθήκαμε τη θλιβερή είδηση του θανάτου του Κωνσταντίνου Παπαχρόνη, ενός ηθοποιού από τους καλύτερους της γενιάς του, με σπουδαία παρακαταθήκη ρόλων, που είχε να δώσει τόσο πολλά ακόμα…

*«Βερολίνο 1989 – Ιστορίες μιας πόλης» Απλό Θέατρο

Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
Το «όνειρο»: μια απαστράπτουσα κοσμοπολίτικη μητρόπολη, μεταίχμιο Ανατολής και Δύσης, τόπος συνένωσης παρελθόντος και μέλλοντος. Δυτικά, η πανάκριβη βιτρίνα με τα νέα επιβλητικά κυβερνητικά παλάτια, τα πολυτελή ξενοδοχεία, τα εκθεσιακά συγκροτήματα, τις διπλές και τριπλές Λυρικές Σκηνές κ.λπ. Ανατολικά, το χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα της χώρας, με μόνους αυξάνοντες δείκτες αυτούς της ανεργίας, της φτώχειας, της εγκληματικότητας, της κατάθλιψης.

Η παράσταση με το έργο του Δημήτρη Γκενεράλη σε σκηνοθεσία Αρη Τρουπάκη στο «Απλό Θέατρο»

Η «ραφή» μεταξύ των δύο τμημάτων της διχοτομημένης πόλης είναι πλέον αόρατη. Το Τείχος, που έμοιαζε να έχει χτιστεί για την αιωνιότητα και χρειάστηκε χρόνια για να αναπτυχθεί από το αρχικό αγκαθωτό συρματόπλεγμα στην τερατοκατασκευή από μπετόν αρμέ με τα ηλεκτροφόρα καλώδια και τους πυργίσκους-παρατηρητήρια, γκρεμίστηκε μέσα σε μία νύχτα, μετατοπίζοντας τον εθνικό διχασμό στο κεφάλι των «αδελφών» Γερμανών.

Είκοσι χρόνια μετά τον ιστορικό Νοέμβρη του 1989, η νέα εθνική ταυτότητα περιέχει νικητές και ηττημένους. Στα νέα κρατίδια, την αρχική καταιγιστική ευφορία διαδέχθηκαν ανασφάλεια, πανικός, παραίτηση, νοσταλγία. Θυμάμαι το τεράστιο γκράφιτι σε τοίχο του ανατολικού Βερολίνου: «Θα ξαναβρεθούμε. Θα γίνουμε πάλι ανατολικο-γερμανοί»!

Στον απαρχαιωμένο ανατολικό τομέα ξεπουλήθηκαν εν τάχει γη, σπίτια, βιομηχανίες, συνειδήσεις. «Γερμανοί αγοράζουν Γερμανούς» (Χάινερ Μίλερ). Η κυνική γιγάντια αγοραπωλησία σηματοδοτεί και την απώλεια μυθικών εννοιών, όπως «σοσιαλισμός», «λαϊκή θέληση», «επανάσταση», αλλά και το τέλος της ουτοπίας ενός επίγειου δυτικού παραδείσου. Το τίμημα της ελευθερίας του αποδείχτηκε τεράστιο.

Σε αυτή την μυθιστορηματικής σαγήνης πόλη με τον βαρύτατο συμβολισμό της διαιρεμένης Γερμανίας και ενός διχασμένου πλανήτη είναι αφιερωμένο το βιβλίο του Δημήτρη Γκενεράλη με τον άνω κινηματογραφικό τίτλο. Φόρος τιμής σε έναν απερχόμενο κόσμο και στα είκοσι χρόνια της τρομακτικής διαδικασίας συγχώνευσης κυττάρων που λέγεται επανένωση. Ενα συγκινητικό ντοκουμέντο τρυφερότητας, πολιτικού σκεπτικισμού και οξυδέρκειας από έναν αλλοδαπό παρατηρητή-κάτοικο της ανατολικής πλευράς, τα κρίσιμα χρόνια της κατάρρευσης του σοσιαλισμού και των γερμανογερμανικών συνόρων.

Αδρό και παραστατικό είναι και το θεατρικό ζουμάρισμα σε πρόσωπα, γεγονότα και τόπους από συγγραφέα και σκηνοθέτη της παράστασης (Αρης Τρουπάκης). Το 70λεπτο δρώμενο είναι ένα μικρό νοερό ταξίδι, σαν μαυρόασπρη ταινία του Ριντ, πίσω στον σταματημένο χρόνο, μόλις λίγα μέτρα από τα νεοκαπιταλιστικά άλματα του 21ου αιώνα. Παρ’ ότι η παράσταση αιωρείται άβολα -πλην χωρίς σκηνικά βοηθήματα- ανάμεσα σε μνήμες, χρονικό παρόν αφήγησης και σκηνική πραγματικότητα, έχει την επιτακτικότητα του ντοκιμαντέρ.

Σε ένα γκρίζο, κακοφωτισμένο γραφείο της Στάζι (σκηνικό Θοδωρής Χρυσικός), στη διάρκεια μιας ανάκρισης, ένας Ανατολικογερμανός πράκτορας (Ιωάννης Λασπίας) και ένας ανακρινόμενος δυτικός ακτιβιστής (Αργύρης Θανάσουλας) συμπυκνώνουν σε «περίληψη» τον παραλογισμό ψυχροπολεμικών αντιπαραθέσεων και την παράδοξη «υπόγεια» συγγένεια ακραίων ιδεολογιών σε μετωπική σύγκρουση.

Ο ένας, εκπρόσωπος ενός ολοκληρωτικού αστυνομικού κράτους, ο άλλος στρατευμένος αριστερός που εκδιώκεται ως τρομοκράτης στο δυτικό Βερολίνο και ως αντικαθεστωτικός στο ανατολικό, ανατρέπουν κάθε ψευδαίσθηση περί ιδανικής ιδεολογίας. Θλιβερός αναφομοίωτος κομμουνισμός V οικονομικού ιμπεριαλισμού σε έξαρση, τιτλοφορούν τα τραγικά διλήμματα και τα ψεύτικα όνειρα περί εδεμικού κόσμου. Γκίντερ Γκρας: «Οι Γερμανοί πήγαν από τον Χίτλερ στον Στάλιν και μετά στο δυτικό μάρκο». Φαίνεται πως πάνω στα εδάφη της ΛΔΓ συντελείται το μεγαλύτερο κοινωνικό πείραμα της Ευρώπης μέχρι σήμερα. Μια ενδιαφέρουσα και χρήσιμη πολιτική παράσταση, στηριγμένη στη φρεσκάδα και την ερμηνευτική ειλικρίνεια ακόμη πέντε νέων ηθοποιών: Ιωάννα Σταυροπούλου, Μαρλέν Σαΐτη, Λεονάρντο Σφοντούρης, Δάφνη Μανούσου, Στέλιος Παρρής. *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 22/11/2008